H πλατεία ήτανε άδεια…

Standard

του Πολυμέρη Βόγλη

Χουάν Μιρό, «Τοπίο», 1924-25

Χουάν Μιρό, «Τοπίο», 1924-25

Η διαπίστωση είναι πλέον κοινότοπη. Στις συγκεντρώσεις, οι πλατείες είναι άδειες και τα καφέ γεμάτα. Οι αντιδράσεις του κόσμου στα μέτρα που επιβάλλει η κυβέρνηση είναι υποτονικές, κατώτερες των προσδοκιών και των περιστάσεων. Η οργή και η απόγνωση αναλώνονται σε ιδιωτικές συζητήσεις και κλείνονται σε ιδιωτικούς χώρους, δεν εκβάλλουν στο συλλογικό και το δημόσιο. Το κλείσιμο της ΕΡΤ προκάλεσε ένα μαζικό κύμα διαμαρτυρίας, που γρήγορα αποδυναμώθηκε. Οι κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών που τέθηκαν σε διαθεσιμότητα ή των καθαριστριών, όχι μόνο δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα ευρύτερο κίνημα ενάντια στη διάλυση των εργασιακών σχέσεων αλλά ούτε να κινητοποιήσουν μαζικά τους συναδέλφους τους. Οι «πλατείες» του 2011 μοιάζουν να αποτελούν μια πολύτιμη αλλά μακρινή ανάμνηση. Πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε αυτή την στάση της κοινωνίας; Σ’ αυτή τη στρατηγική σύγκρουση των τελευταίων τεσσάρων ετών υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Η κοινωνία έδωσε σημαντικές μάχες ενάντια στα μέτρα του Μνημονίου, συγκρούστηκε πολλές φορές, αλλά τελικά τα μέτρα πέρασαν. Το πολιτικό κόστος για τα κόμματα ήταν σοβαρό, αλλά το κοινωνικό κόστος τεράστιο. Η κοινωνία ηττήθηκε.

   Για να επιτευχθεί αυτή η ήττα, το σύμπλεγμα εξουσίας (πολιτικές ελίτ, επιχειρηματίες και μέσα ενημέρωσης) επιστράτευσε τις πολιτικές του φόβου και της ταπείνωσης. Η διαρκής απειλή της εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ και της χρεοκοπίας, η καταστροφολογία, ο λόγος περί «πολέμου», η «αγωνία» για την έγκριση της επόμενης δόσης, καλλιέργησαν ένα κλίμα γενικευμένου φόβου, στο οποίο αναπτύχθηκαν ο ατομισμός, η εργασιακή ανασφάλεια, η καχυποψία, η συμμόρφωση στις ολοένα και πιο δυσβάστακτες εργασιακές συνθήκες. Με αυτό τον τρόπο η πολιτική του φόβου για το μέλλον έγινε εργαλείο πειθάρχησης της κοινωνίας και εξατομίκευσης των αντιδράσεων. Η συλλογική διαμαρτυρία υποχώρησε, η αλληλεγγύη αποδυναμώθηκε: όσοι μέσα στην κρίση διασώθηκαν μάλλον αδιαφόρησαν γι’ αυτούς που βυθίστηκαν. Η πολιτική της ταπείνωσης αποσκοπούσε στην άμβλυνση των κοινωνικών αντιδράσεων μέσω της ενοχοποίησης: η κοινωνία ήταν συλλογικά και αδιακρίτως υπεύθυνη για την οικονομική κρίση, άρα έπρεπε να μεταμεληθεί, να αναμορφωθεί ηθικά. Η Ελλάδα ήταν μια χώρα «διεφθαρμένων», «τεμπέληδων» και «απατεώνων», η οποία έπρεπε να τιμωρηθεί. Όταν ο τιμωρητικός λόγος εξαντλήθηκε, επιστρατεύθηκε ο πατερναλιστικός: η Ελλάδα έγινε ο «καλός μαθητής», η πρόοδος του οποίου διαρκώς ελεγχόταν και ενίοτε επιβραβευόταν. Η ηθική απαξίωση μιας ολόκληρης χώρας, σε συνδυασμό με την ταπείνωση που νιώθει ένας λαός με την εκχώρηση της κυριαρχίας του στους δανειστές, καλλιέργησαν την αίσθηση ότι η όποια αντίδραση ήταν ανώφελη και καταδικασμένη. Και, βέβαια, για όσους επέμεναν να αντιστέκονται επιστρατεύθηκαν ο στιγματισμός και η συκοφαντία, η καταστολή και τα χημικά, η επιστράτευση και οι διώξεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Εξολοθρευτής άγγελος

Standard

του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου

Φωτογραφία του κινέζου καλλιτέχνη Mo Yi, από τη συλλογή του «Η ψευδαισθητική μου πόλη», 2008

Φωτογραφία του κινέζου καλλιτέχνη Mo Yi, από τη συλλογή του «Η ψευδαισθητική μου πόλη», 2008

Σε ολοσέλιδο άρθρο των Financial Times (30.4.2013), γραμμένο ως χρονικό μιας άμεσα επερχόμενης κοινωνικής καταστροφής, προαναγγέλλονται οι μαζικές εξώσεις χιλιάδων επί χιλιάδων Ιρλανδών, από τα σπίτια τους. Το άρθρο εμπεριέχει πολλές τεχνικές λεπτομέρειες (διαγράμματα, ποσοστά μη εξυπηρετούμενων δανείων κλπ.,) οι  οποίες λειτουργούν δίκην μετεωρολογικού δελτίου που αγγέλλει την αναπόφευκτη έλευση ενός τυφώνα τύπου Κατρίνα. Απουσιάζουν όμως στοιχεία που να καταδεικνύουν την οικονομική αποδοτικότητα –υπέρ της κοινωνίας και της «ανάπτυξης»–  αυτών των εξελίξεων. Τέλος, παρά τους δραματικούς τόνους (είναι χαρακτηριστική η μεγάλη συνοδευτική φωτογραφία: ένα νεαρό ζευγάρι με το μωρό στην αγκαλιά στέκεται στην πόρτα του σπιτιού τους, περιμένοντας το «κακό») δεν υπάρχει οποιαδήποτε μνεία σε τυχόν μέτρα, αν όχι προστασίας, έστω ανακούφισης του κόσμου, όπως στις περιπτώσεις φυσικής καταστροφής. Μόνο ένας φόβος, σε μια υποπαράγραφο, μήπως εκδηλωθεί κάποια «κοινωνική αναταραχή» — μήπως δηλαδή αντιδράσουν τα θύματα της ανθρωπογενούς «θεομηνίας»! Συνέχεια ανάγνωσης

Αντίσταση ή υπακοή;

Standard

22 Iουλίου: 70 χρόνια από τη μαζικότερη αντιστασιακή κινητοποίηση της Κατοχής

 

του Μενέλαου Χαραλαμπίδη

 8888888888888888888888Σπάνια βλέπουμε την Αντίσταση κατά την περίοδο της Κατοχής ως ένα τεράστιο ηθικό, πολιτικό και ψυχολογικό δίλλημα που έθεσε τις επιλογές, διαμόρφωσε τις συνειδήσεις και καθόρισε τις ζωές των ανθρώπων: Αντίσταση ή υπακοή; Δράση ή αναμονή; Τον πρώτο χρόνο της Κατοχής, κάθε αντίσταση ενάντια στον κατακτητή φαινόταν μάταιη. Ο αήττητος στρατός της ναζιστικής Γερμανίας κατέλαβε αστραπιαία σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Οι υποστηρικτές της υπακοής απέναντι στους κατακτητές και της στάσης αναμονής έως τη λήξη του πολέμου δικαιώνονταν από τις εξελίξεις. Η κατάσταση επιδεινώθηκε με το ξέσπασμα του κατοχικού λιμού. Η τρομοκρατία της πείνας και των 50.000 περίπου νεκρών, διέγραψε το δίλλημα αυτό από τις σκέψεις των λιμοκτονούντων Αθηναίων. Τα λαϊκά στρώματα γνώρισαν την απόλυτη ανθρωπιστική κρίση της βιολογικής εξόντωσης, τα εισοδήματα της μεσαίας τάξης εξανεμίζονταν από τον πληθωρισμό και η ακίνητη περιουσία της πωλούνταν στους μαυραγορίτες, ακόμη και μερίδα των μεγαλοαστών του Μεσοπολέμου έχασε τις επιχειρήσεις της που έκλειναν λόγω των τεραστίων ελλείψεων σε πρώτες ύλες και εμπορεύματα. Η πλήρης εξαθλίωση βύθιζε την ελληνική κοινωνία σε αδράνεια. Η καθημερινότητα αναλωνόταν στην προσπάθεια εξεύρεσης τροφίμων. Φαίνεται λοιπόν ότι είχε δίκιο ο Γιόζεφ Γκαίμπελς, όταν έγραφε στο ημερολόγιό του:  «Οι κάτοικοι των κατεχόμενων περιοχών είναι βουτηγμένοι στις υλικές έγνοιες. Η πείνα και το κρύο είναι στην ημερήσια διάταξη. Άνθρωποι που η μοίρα τους έχει χτυπήσει τόσο σκληρά, σε γενικές γραμμές δεν κάνουν επαναστάσεις».[1]

Η εξέλιξη που ανέστρεψε αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα, που επανέφερε το δίλημμα αντίσταση ή υπακοή, δεν ήταν η απόλυτη απόγνωση και εξαθλίωση του πληθυσμού, αλλά η εμφάνιση της οργανωμένης αντίστασης. Στην Αθήνα, από την άνοιξη του 1942, με την ύφεση του λιμού, οι αντιστασιακές οργανώσεις δραστηριοποιούμενες στους χώρους εργασίας και εκπαίδευσης, κατάφεραν να κινητοποιήσουν μια κρίσιμη μάζα ανθρώπων, που αποτέλεσε τη βάση για την ανάπτυξη του μαζικότερου αντιστασιακού κινήματος πόλεων πανευρωπαϊκά. Οι συνεχείς μικρές και μεγάλες κινητοποιήσεις έφτασαν στο απόγειό τους τον Φεβρουάριο-Μάρτιο  του 1943, όταν ο αγώνας ενάντια στην πολιτική επιστράτευση οδήγησε στην απόσυρσή της και την αποφυγή της αποστολής δεκάδων χιλιάδων Ελλήνων στα γερμανικά εργοστάσια για καταναγκαστική εργασία.[2] Η μεγάλη νίκη της Αντίστασης, σε συνδυασμό με την κατάρρευση της φασιστικής Ιταλίας, αναπτέρωσε τις ελπίδες του κατεχόμενου λαού. Η Αντίσταση κέρδιζε ανέλπιστες, μέχρι πριν λίγους μήνες, νίκες, πείθοντας όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού για το αναγκαίο της δράσης της. Το δίλημμα αντίσταση ή υπακοή έμπαινε ξανά με διαφορετικούς πλέον όρους. Συνέχεια ανάγνωσης

Αριστερά και αστικός πολιτικός κόσμος: ένα συνέδριο στο Πάντειο, 17-20.4.2013

Standard

Ο καθοριστικός ρόλος της Αριστεράς τις δεκαετίες 1940 και 1950

του Προκόπη Παπαστράτη

 Το συνέδριο «Αριστερά και πολιτικός κόσμος, στις δεκαετίες του 1940 και 1950», που οργανώθηκε στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου υπήρξε ένα συνέδριο αξιοπρόσεκτο από πολλές απόψεις: της επιλογής της θεματολογίας, της συμμετοχής πολλών νέων ερευνητών, για τα ιστοριογραφικά και πολιτικά ζητήματα που θέτει, ζητήσαμε από τον Προκόπη Παπαστράτη, εκ των οργανωτών, να μας συνοψίσει το κλίμα και τα συμπεράσματα του συνεδρίου.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

TELIKOS PROKΗ οργάνωση συνεδρίων για αυτή την περίοδο (τις δεκαετίες  του 1940 και 1950), ένα ενδιαφέρον θέμα που έχει τη δική του ιστορία, έχει ξεκινήσει από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, όπως αρκετοί γνωρίζουν, ενώ άλλοι επιλέγουν να ξεχνούν. Αυτή η διαδικασία συνέβαλε, σε συνδυασμό με τις διδακτορικές διατριβές που είχαν ήδη υποστηριχθεί ή ήταν σε εξέλιξη (όχι φυσικά στην Ελλάδα), να ανοίξει η συζήτηση και η μελέτη σε νέα πλαίσια.  Ως γνωστόν, η συζήτηση αυτή δεν είχε σταματήσει ποτέ, σε πείσμα των απαγορεύσεων και των διοικητικών μέτρων που εκπορεύονταν από τους θεωρητικούς ταγούς της εθνικοφροσύνης.

Παρά τη διάχυτη αισιοδοξία την πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης, ήταν τουλάχιστον σαφής η δυσπιστία και η βολική αδράνεια απέναντι στη σύγχρονη ιστορία, και συγκεκριμένα στη δεκαετία του 1940.  Στην αναζήτηση των αιτίων, που αναπόφευκτα απασχολούσε την κοινωνία, αυτό το νέο έναυσμα επέβαλε ουσιαστικά το τεκμήριο της επιστημονικότητας, σε ευθεία αντιπαράθεση με την ψυχροπολεμική επιχειρηματολογία που είχε επιβληθεί άνωθεν.

Από τον τίτλο και τη θεματική του Συνεδρίου επισημαίνεται ο καθοριστικός ρόλος που διαδραματίζει η Αριστερά σ’ αυτές τις δύο δεκαετίες.  Αυτό είναι εμφανέστερο στη δεκαετία του 1940, όπου η δυναμική εδραίωση και απήχηση του ΕΑΜ, ως εν δυνάμει εναλλακτικής πολιτικής λύσης, αναγκάζει τον ξένο παράγοντα να προσαρμόσει ριζικά τα αρχικά του σχέδια ώστε, να αποτρέψει την πολιτική και κυρίως την υποτιθέμενη στρατιωτική απειλή του ΕΑΜ.  Αλλά και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου η δια πυρός και σιδήρου απόρριψη κάθε διαπραγματευτικής πρότασης στοχεύει στην εξάλειψη αυτής της επιρροής της Αριστεράς. Συνέχεια ανάγνωσης

Χωρίς ισότητα και αλληλεγγύη η ελευθερία είναι κενό γράμμα

Standard

 συνέντευξη του Στεφάν Εσσέλ 

μετάφραση: Μαρία Καλαντζοπούλου

 Ο διπλωμάτης και συγγραφέας Stéphane Hessel, ένας θρύλος της Γαλλικής Αντίστασης, πέθανε το βράδυ της Τρίτης σε ηλικία 95 ετών. Δημοσιεύουμε σήμερα μια συνέντευξή του στη Lina Sancari, που δημοσιεύθηκε στη Ηumanite (31.12.2010), με την ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου του «Αγανακτήστε!» (στα ελληνικά κυκλοφορεί σε μετάφραση Σώτης Τριανταφύλλου, από τις εκδ. Πατάκη).

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

hesselΠώς αντιμετωπίσατε την επιτυχία του βιβλίου σας «Αγανακτήστε!»; Ανταποκρινόταν σε μια ανάγκη της σημερινής  εποχής;

 Έμεινα κι εγώ κατάπληκτος απ’ την επιτυχία που γνώρισε το μικρό αυτό βιβλιαράκι. Ίσως επειδή ζούμε σε μια  εποχή αγωνίας, όπου δεν μπορούμε να διακρίνουμε καλά προς τα πού πηγαίνουμε. Έχουμε ξεκάθαρη τη συνείδηση ότι βρισκόμαστε στο μέσο –και όχι στο τέλος– μιας βαθιάς κρίσης της νεοφιλελεύθερης και απορρυθμισμένης οικονομίας, κι έτσι είναι αναμενόμενο να θέτουμε ερωτήματα για τα αίτια της  δυσλειτουργίας των κοινωνιών μας. Αφού ζούμε σε κοινωνίες που λειτουργούν προβληματικά, το πρώτο πράγμα που μας συμβαίνει, που το νιώθουμε σαν ανάγκη, είναι να αγανακτήσουμε.  Θυμόμαστε πως σε άλλες περιόδους της ιστορίας μας, έπρεπε επίσης να νιώσουμε αγανάκτηση, αν δεν θέλαμε να υποστούμε την ξένη κατοχή στη Γαλλία, ή σε περιστάσεις παθητικής ένδειας.

Το δημόσιο χρέος ή η απουσία πόρων χρησιμεύει συχνά ως επιχείρημα για την αμφισβήτηση κοινωνικών κατακτήσεων της Απελευθέρωσης. Για να πάμε πίσω στη δεκαετία του 1940, πώς το Εθνικό Συμβούλιο Αντίστασης (CNR) έθεσε αυτά τα θεμέλια, στο πλαίσιο μιας κατεστραμμένης Ευρώπης; Συνέχεια ανάγνωσης

Η αντιφασιστική Αντίσταση των λαών

Standard

 του Άγγελου Ελεφάντη

 

Xαρακτικό του Τάσσου, από αντιστασιακό λεύκωμα του ΕΑΜ-ΕΠΟΝ (1943).

Στις 18 Ιουνίου 1940, μετά την κατοχή της Γαλλίας από τον γερμανικό στρατό, τη συνθηκολόγησή της και την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από την κυβέρνηση Βισύ του στρατάρχη Πεταίν, ο στρατηγός Ντε Γκωλ, από τον ραδιοφωνικό σταθμό του BBC του Λονδίνου όπου είχε καταφύγει, απηύθυνε στους Γάλλους ένα σύντομο αλλά και πολυσήμαντο διάγγελμα: οι ελεύθεροι Γάλλοι, εκείνοι των αποικιών κι όσοι κατέφυγαν στην Αγγλία, δεν αναγνώριζαν τη συνθηκολόγηση και συνέχιζαν τον πόλεμο κατά των Γερμανών στο όνομα της Γαλλίας. Εν κατακλείδι ο στρατηγός Ντε Γκωλ καλούσε τους Γάλλους σε αντίσταση (resistance) στον κατακτητή και το εγχώριο όργανό του, την πεταινική κυβέρνηση Βισύ.

Ο όρος «αντίσταση» συμπύκνωνε την πρακτική βούληση να συνεχισθεί ο αγώνας κατά του ναζισμού μέσα στις συνθήκες πλέον της Κατοχής. Αυτή η διακηρυγμένη βούληση αντάμωνε ιδεολογικά με τις νωπές, σχετικά, παραδόσεις του αντιφασισμού του Μεσοπολέμου, αλλά και με το παλαιότερο, από τον καιρό της Γαλλικής Επανάστασης, επαναστατικό εθνικολαϊκό πνεύμα: «Οι πολίτες έχουν υποχρέωση να εξεγείρονται εναντίον της τυραννίας», θέσπιζε ένα άρθρο της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789. Ποια άλλη τυραννία θα μπορούσε να είναι πιο απόλυτη κι απάνθρωπη από τη ναζιστική;

Η Αντίσταση ήταν ένα ολοπαγές γεγονός που ξεπήδησε σε όλες τις ευρωπαϊκές κατεχόμενες χώρες: στην Πολωνία, τη Νορβηγία, το Βέλγιο, τη Γαλλία, την Ιταλία (μετά τη συνθηκολόγηση του Μπαντόλιο τον Σεπτέμβριο του 1943), τη Γιουγκοσλαβία, την Τσεχοσλοβακία, την Ολλανδία, τη Βουλγαρία, την Ελλάδα, την Αλβανία, στα κατεχόμενα της Σοβιετικής Ένωσης· ακόμη και στην ίδια την Γερμανία έχουμε κάποιες αντιστασιακές εκδηλώσεις. Αλλού οργανώνονται ολόκληροι αντιστασιακοί στρατοί (Ελλάδα, Γιουγκοσλαβία, Γαλλία, Ιταλία, ΕΣΣΔ), αλλού η Αντίσταση επιστρατεύει δυναμικές μειοψηφίας σε κατασκοπευτικά δίκτυα, σε δίκτυα σαμποτέρ και συλλογής πληροφοριών στα μετόπισθεν του εχθρού, αλλού επιστρατεύει δυνάμεις και τις κρατά σε αναμονή να δράσουν την κατάλληλη ώρα (ημέρα J), μαζί με τους επίσημους συμμαχικούς στρατούς. Σε κάθε περίπτωση, διεξάγει έναν σκληρό και αποτελεσματικό εν πολλοίς ιδεολογικό αγώνα κατά του ναζισμού ώστε οι ευρωπαϊκοί λαοί να μην αποδεχθούν τη ναζιστική κυριαρχία, να μην προσχωρήσουν στην προοπτική της ναζιστικής Νέας Τάξης. Και δεν ήταν κάτι το αυτονόητο αυτό. Οι επιβλητικές επιτυχίες του γερμανικού στρατού στην πρώτη φάση του πολέμου ήταν τέτοιας έκτασης που μπορούσαν να κάμψουν τις αντιστάσεις και να δημιουργήσουν ισχυρά λαϊκά ρεύματα προσχώρησης.

Σε κάθε περίπτωση, η Αντίσταση οργανώνεται κόντρα και ενάντια στις κυβερνήσεις των Κουίσλιγκς. Το φαινόμενο αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά, σε τέτοια έκταση και με τέτοια καθολικότητα, στην ευρωπαϊκή ιστορία.

Το αντιστασιακό πνεύμα δεν ήταν μυστηριακό, μια λαβωμένη εθνική ψυχή που αφυπνίστηκε αιφνιδίως. Το έφεραν στο προσκήνιο μια σειρά παραγόντων που δημιούργησε ο ίδιος πόλεμος, το είδος του πολέμου που διεξαγόταν, το είδος του αντιπάλου και οι μέθοδοί του. Απλώς θα τους κατονομάσω εδώ:

 Η συντριβή των τακτικών στρατών και η πλήρης χρεοκοπία των κυβερνητικών μηχανισμών εμπρός στην επέλαση της Βέρμαχτ δημιούργησαν παντού ένα πολιτικό και διοικητικό κενό, που δεν κατάφεραν να αναπληρώσουν οι εγκάθετες, και ως εκ τούτου αφερέγγυες, κυβερνήσεις. Το κενό αυτό εκμεταλλεύτηκαν και μέσα σ’ αυτό πολλαπλασιάστηκαν οι αντιστασιακές δυνάμεις, που ανέλαβαν να εκπροσωπούν και να υπερασπίζονται το έθνος. Ούτε οι εξόριστες κυβερνήσεις, χωρίς λαό αυτές και μισθοδοτροφοδοτούμενες από τους Εγγλέζους, ήταν σε θέση να καλύψουν το κενό που δημιούργησε, ακριβώς, η υπερορία τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι άνθρωποι είναι οι πράξεις τους

Standard

του Βαγγέλη Παπαδάκη

Άουγκουστ Μάκε, «Κορίτσια κάτω από δέντρα»

Η ιδεολογία δεν αποτελεί μια απατηλή παρανόηση της πραγματικότητας, μια κουρτίνα που μας εμποδίζει να δούμε την αλήθεια. Αν ήταν έτσι, θα αρκούσε να τραβήξουμε την κουρτίνα. Η ιδεολογία βρίσκεται μέσα στην ίδια την κοινωνική πραγματικότητα, που την αναπαράγουμε με τις πράξεις μας, και ενέχει την άγνοιά μας για ό,τι αφορά την ουσία αυτής της πραγματικότητας.

Σε αυτό τον χαρακτήρα της ιδεολογίας εδράζεται ο βιοπολιτικός καπιταλισμός, που επιδιώκει να διαχειριστεί όχι μόνο τον νου, αλλά και το σώμα και τις συμπεριφορές των ανθρώπων, αποσκοπώντας στη δημιουργία υπάκουων υπηκόων. Η βιοπολιτική, κυρίως μέσα από τη σωματική πειθαρχία, τον συναισθηματικό έλεγχο και τη συμμόρφωση, και λιγότερο μέσα από τις ιδέες, επιδιώκει την ενσωμάτωση των πολιτών στο σύστημα. Όλες οι ιδέες επιτρέπονται, αρκεί οι συμπεριφορές να ελέγχονται. Εκεί αποσκοπεί ο σχεδιαζόμενος από την κυβέρνηση έλεγχος των συγκεντρώσεων και πορειών, εκεί αποσκοπούσε η βίαιη εκδίωξη των «Αγανακτισμένων» από το Σύνταγμα: δεν είχε μόνο πολιτική διάσταση (να πάψουν να υπάρχουν ως πόλος συσπείρωσης της λαϊκής διαμαρτυρίας) αλλά και ιδεολογική: να πάψει η πλατεία να υπαγορεύει μια διαφορετική καθημερινότητα στην πόλη, με τις ιδεολογικές συνέπειες που είχε αυτό.

Τηρουμένων των αναλογιών, «οι πλατείες» είναι σήμερα για την Αριστερά ό,τι ο εκκλησιασμός για τον χριστιανισμό. Σε αυτές, το πλήθος, ανυπάκουο στην πειθαρχία του σώματος που υπαγορεύει η βιοπολιτική του νεοφιλελευθερισμού, αρνούμενο τον συναισθηματικό έλεγχο που ασκεί ο φόβος και μη συμμορφούμενο, παρήγαγε μια αντιστασιακή ιδεολογία. Αντιμετωπίστηκε με τη στυγνή βία, καθώς η εξουσία εξασφαλίζει σήμερα την ιδεολογική της ηγεμονία, κυρίως με τη χρήση της βίας και τον φόβο. Συνέχεια ανάγνωσης