Επετειακές ιστορικές δυσαναλογίες

Standard

ΔΙΑΦΟΡΙΔΙΑ – ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ

της Αγγέλικας Ψαρρά

Γυναίκες ψηφίζουν στην Ελεύθερη Ελλάδα. Φωτογραφία του Σπύρου Μελετζή

Ας εξομολογηθώ, μέρα που ’ναι, την αμαρτία μου. Κι ας μου συγχωρεθεί να υποστηρίξω πως ελάχιστες υπηρεσίες στα ζητούμενα της σημερινής συγκυρίας προσφέρει στη δική μας Αριστερά η τρέχουσα πλέον κατάχρηση των ιστορικών αναλογιών, ιδιαίτερα εκείνων που σχετίζονται με την Κατοχή και την Αντίσταση. Γιατί είναι βέβαιο ότι δεν πρόκειται πλέον για μια γενικόλογη προσφυγή σε πτυχές της ιστορίας του εγχώριου αντιφασισμού. Η αναζήτηση ιστορικών προηγουμένων είναι ως ένα βαθμό αναμενόμενη, καθώς στη διαδικασία της συγκρότησής τους κάθε λογής κινήματα, κινήσεις και συσσωματώσεις κατασκευάζουν τη γενεαλογία τους, κατονομάζουν τους προπάτορές τους –άντε, και κάποιες προμήτορες– και επιλέγουν τους ιστορικούς τους συμβολισμούς. Οι μεταβαλλόμενες σημασίες που φορτώνονται κατά καιρούς οι «εθνικές επέτειοι», με άλλα λόγια οι μετατροπές που υφίστανται τα περιεχόμενά τους από τη μια χρονιά στην άλλη, συνιστούν ένα καλό παράδειγμα. Πεδίο διεκδίκησης –και διαμάχης– και η ίδια η τελετουργία του εορτασμού, μαρτυρά τη διαπάλη διαρκείας των αντίστοιχων νοημάτων: με την έννοια αυτή, οι επέτειοι δεν είναι δεδομένες, αλλά επινοούνται κάθε φορά εκ νέου προκειμένου να ικανοποιήσουν διαφορετικές κάθε φορά προσμονές.

Μόνο που δεν πρόκειται γι’ αυτό: οι συνεχείς συγκρίσεις των σημερινών συνθηκών με εκείνες της εμπόλεμης δεκαετίας του ’40 υποδεικνύουν ότι το παρελθόν δεν ανασύρεται απλώς προκειμένου να εμπνεύσει τις παροντικές –αντιφασιστικές, αντιμνημονιακές ή όποιες άλλες– πολιτικές πρακτικές και να τις νομιμοποιήσει, προικίζοντάς τες με το απαραίτητο ιστορικό βάθος. Σπεύδω να ξεκαθαρίσω ότι η έγνοια μου δεν είναι τόσο οι ιστορικές ανακρίβειες: γνωρίζουμε πια τους μηχανισμούς με τη βοήθεια των οποίων το παρόν κατορθώνει να διαβάζει τα παρελθόντα λίγο πολύ κατά το δοκούν, παραμερίζοντας με συγκινητική αδιαφορία τα πραγματικά περιστατικά, για να δανειστώ τη σχετική διατύπωση του Φίλιππου Ηλιού. Εκείνο που μου φαίνεται ανησυχητικό είναι ότι στον δημόσιο αριστερό λόγο, η εμπειρία της αντίστασης στη ναζιστική κατοχή εμφανίζεται όλο και συχνότερα σαν το θαυματουργό κλειδί που θα επιτρέψει την κατανόηση των σημερινών προβλημάτων και θα υπαγορεύσει τις μεθόδους αντιμετώπισής τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Δημοκρατική νομιμότητα και πολιτική αντίσταση

Standard

 του Στέφανου Δημητρίου

Μαξ Ερνστ, «Η καρμανιόλα», 1927

Αποτελεί πεποίθηση, πλέον, ότι η πολιτική που επιβλήθηκε με το Μνημόνιο επιφέρει περιορισμό της δημοκρατίας. Για την οικονομία της ανάλυσης και του επιχειρήματος, δεν θα υπεισέλθω σε ζητήματα που αφορούν τη θεωρία της δημοκρατίας, τη δικαιολόγηση ή τη θεμελίωση των αξιών της, καθώς και τη σχέση αυτών των αξιών με την υπερκείμενη αρχή της αυτονομίας. Ας δούμε το πρόβλημα: σε συνθήκες περιορισμού της δημοκρατίας, δικαιολογείται η στάση –και όχι δικαίωμα, γιατί τέτοιο δεν μπορεί να στηριχθεί– της πολιτικής αντίστασης;  Καταρχάς, θα πρέπει να αποσαφηνίσουμε τους όρους με τους οποίους τίθεται το πρόβλημα, δηλαδή το αναλυτικό πλαίσιο εντός του οποίου η πολιτική αντίσταση αποτελεί πρόβλημα. Η τελευταία είναι πρόβλημα, σε σχέση με μια άλλη έννοια: τη δημοκρατική νομιμότητα. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο ήρωας-αντιήρωας Λάκης Σάντας

Standard

του Θανάση Καλαφάτη

Πούθε κατάγεσαι μωρέ; Εδώθε…Σφακισάνος.

Α. Βαλαωρίτης, «Φωτεινός»

Αριστεροί Λευκαδίτες στρατιώτες και ναύτες στο «σύρμα» της Μακρονήσου, 1948. Στο μέσον, με τα ναυτικά, ο Απόστολος Σάντας.

Γεννημένος στη Πάτρα το 1922, με λευκαδίτικη καταγωγή από το χωριό Πηγαδισάνοι, στα όρια των πρώην δήμων Καρυάς και Σφακιωτών, ο Λάκης (Απόστολος) Σάντας θα διαγράψει τη τροχιά ενός ήρωα-αντιήρωα, συμβολίζοντας την ασίγαστη αντίσταση του ελληνικού λαού σε κάθε ξενική επιβουλή, το ύφος και την αξιοπρέπεια του ενσυνείδητου αγωνιστή-πολίτη.

Μέσα στον καταιγιστικό στρόβιλο των στρατιωτικών, πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων των αρχών της δεκαετίας του 1940, ο Λάκης Σάντας, αφού κατεβάσει στις 30 Μαΐου 1941, μαζί με τον Μανώλη Γλέζο, τη γερμανική πολεμική σημαία από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης θα ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο με τους πρωτοπόρους νέους αριστερούς της Κατοχής — από την ΕΠΟΝ και το ΕΑΜ στην Αντίσταση στις πόλεις, στο βουνό και από εκεί στις φυλακές και την εξορία. Αφού έχει προηγηθεί η φυλάκισή του από τους Γερμανούς το 1942, στις Φυλακές Αβέρωφ, τα οδόσημα αυτής της πορείας είναι: ο αγώνας κατά της πολιτικής επιστράτευσης, η ένταξη στον ΕΛΑΣ και οι μάχες που ακολουθούν, η συμμετοχή του στη Μάχη της Αθήνας (Δεκεμβριανά), η φυλάκισή του στην Ψυτάλλεια, η εκτόπισή του στην Ικαρία και στη συνέχεια στο Μακρονήσι (Γ΄ Τάγμα Οπλιτών).

Αυτή η συμμετοχή του αφήνει βαθιά τραύματα στην ψυχή και στο σώμα. Ένα βλήμα στο αριστερό ημιθωράκιο, στη μάχη με τους Γερμανούς στο Λιδωρίκι το 1944, θα του προξενήσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους πνεύμονες, καθώς μένει σχεδόν με έναν πνεύμονα για την υπόλοιπη ζωή του και με χρόνια αναπνευστικά προβλήματα. Η συμμετοχή του Λάκη Σάντα στην Εθνική Αντίσταση αποτελεί τη φυσική συνέπεια και την έμπρακτη απόδειξη των πατριωτικών αρχών του, που δεν την ξεχωρίζει, καθώς ο ίδιος υποστηρίζει, από τη συμβολή χιλιάδων άλλων μαχητών που αγωνίστηκαν με το όπλο στο χέρι για την απελευθέρωση της χώρας από τους Γερμανο-Ιταλούς κατακτητές και την αυριανή ειρηνική και δημοκρατική προκοπή της. Η κριτική και ο πόνος δεν αφορούν την ίδια τη συμμετοχή, αλλά την εξέλιξη του όλου αγώνα: «αντί να χαρούμε την Λευτεριά μας, που με τόσες θυσίες αποκτήσαμε, βρεθήκαμε κυνηγημένοι, φυλακισμένοι και βασανισμένοι», γράφει. Τα ερωτήματα που ορθώνονται είναι πελώρια και αμείλικτα, για την τακτική και τα λάθη του ΕΑΜ και του ΚΚΕ από την Καζέρτα και τον Λίβανο ως την Βάρκιζα. Η ιστοριογραφία έχει δώσει τις δικές της απαντήσεις, αφήνοντας κατά μέρος την οδύνη και τον συγκλονισμό των απλών μαχητών, που έβλεπαν να διαψεύδονται τα όνειρά τους με τον χειρότερο τρόπο. Συνέχεια ανάγνωσης

Το πρώτο φως

Standard

  του Σπύρου Στ. Φίλιππα

Στον Άγγελο Σικελιανό

Λάκης Σάντας

Το βιoς για να κουρσέψουν άλλων τόπων

κινήσανε τα στίφη των βαρβάρων,

κι’ απάνω στις λατρείες των ανθρώπων

να μπήξουν τα κοντάρια των λαβάρων!

Ερήμωση και θάνατον απούθε

διαβαίνανε σκορπούσαν οι ναζήδες,

σταυρού αγκυλωτού σάβανο ολούθε…

Βουβές στο θρήνο σπάραζαν Πατρίδες!..

Και σαν της ανθρωπότητας το καίριο

να θέλησαν να δώσουνε το πλήγμα,

στο πλάι του Παρθενώνα στήσαν πλέριο

το λάβαρο, της «νίκης τους» το στίγμα!…

Μια νύχτα, κύμα αυθόρμητο, Ελλάδα,

μικρό της πολυκύμαντης πνοής σου,

ανάσταση και φλόγα στην Παλλάδα,

στα στήθεια τους το φέρανε δυo γυιοι σου!

Δεν ένοιωθαν του Κέρβερου τον τρόμο,

του βάραθρου που ξάνοιγ’ από κάτου,[1]

Βάδιζαν ορφικό, στον Άδη, δρόμο,

ανέγγιχτοι απ’ τη σκέψη του θανάτου!..

Συνέχεια ανάγνωσης

Μνήμες και άνθρωποι μιας σπουδαίας εποχής: η μαρτυρία του Λ. Σάντα

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

H γυναίκα του Λάκη Σάντα, Κλεοπάτρα Μαυροπούλου, μαζί με τη φίλη της Φιφή Πρωτογερέλη

Διαβάζοντας τη μαρτυρία Μια νύχτα στην Ακρόπολη… Μνήμες από μια σπουδαία εποχή του Λάκη Σάντα (εκδ. Βιβλιόραμα, 2010), ο αναγνώστης θα βρει πλήθος πληροφοριών, για πολλά, μικρά και μεγάλα: την καθημερινότητα του αντιστασιακού αγώνα στην Αθήνα, σκηνές από τον αγώνα στο βουνό, την επίταξη ενός γερμανικού καϊκιού στο Γαλαξίδι (που στη συνέχεια έγινε το πρώτο καράβι του ΕΛΑΝ, με επικεφαλής τον καπετάν Ζαχαριά), ρεαλιστικές σκηνές των Δεκεμβριανών, τον Μακαμπή και άλλους Εβραίους συναγωνιστές στον ΕΛΑΣ, το διάστημα του «λυκόφωτος» της ημινομιμότητας-ημιπαρανομίας από τη Συμφωνία της Βάρκιζας μέχρι την έναρξη του Εμφυλίου, τη μορφωτική δουλειά, τις διαλέξεις, τα μαθήματα, στους κόλπους των πολιτικών εξορίστων στην Ικαρία, τη βαρβαρότητα της Μακρονήσου.

Η αξία της μαρτυρίας του Λάκη Σάντα δεν προκύπτει μόνο από τις αφηγηματικές αρετές του, από το γεγονός ότι μας διηγείται, απλά, τίμια και με χάρη, την προσωπική του ιστορία. Αλλά και από το ότι η ιστορία τούτη δεν είναι μόνο η δική του ιστορία· είναι και η ιστορία χιλιάδων ανθρώπων στα χρόνια της Κατοχής, της Αντίστασης, του Εμφυλίου και του μετεμφυλίου· και αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη μαρτυρία του να ξεφεύγει από την περιοχή του βιώματος και της λογοτεχνίας και να εισέρχεται ορμητικά στην επικράτεια της Ιστορίας. Συνέχεια ανάγνωσης