O Εχθρός, το Αίμα, ο Τιμωρός -ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Standard

Χίτλερ και Μιχαλολιάκος: εκλεκτικές συγγένειες 

Πήρα στα χέρια μου το βιβλίο Ο Εχθρός, το Αίμα, ο Τιμωρός. Αναλύοντας δεκατρείς λόγους του «Αρχηγού» της Χρυσής Αυγής  (εκδ. νήσος) με μεγάλη προσμονή,  καθώς είχα πρωτακούσει να μιλάει με (πολύ) καλά λόγια γι’ αυτό ο Μάκης Κουζέλης.  Όταν τέλειωσα το διάβασμα, το αποτέλεσμα είχε ξεπεράσει όλες τις προσδοκίες μου. Εκτός όλων των άλλων, η μελέτη της Δέσποινας Παρασκευά-Βελουδογιάννη μας  ξαναθυμίζει πώς η θεωρία μπορεί να είναι εργαλείο (και όχι βαρίδι), πώς η επιστημονική μελέτη μπορεί να τροφοδοτεί (και να τροφοδοτείται από) την πολιτική σκέψη και δράση. Πολύ σημαντικό για την κατανόηση του λόγου της Χρυσής Αυγής και της στρατηγικής του, το βιβλίο αναδεικνύει τις ιδιαιτερότητες του λόγου αυτού, τους τρόπους που οργανώνεται και απευθύνεται στο κοινό του, συγκροτώντας το, την αγκίστρωσή του στην καθημερινότητα, τη ναζιστική γενεαλογία του αλλά και τα επίκοινα σημεία του με άλλους κυρίαρχους λόγους. Ανάγνωσμα λοιπόν απολύτως αναγκαίο, για αντιφασίστες και αντιφασίστριες, και όχι μόνο, διό και το συστήνω ενθέρμως. Δημοσιεύουμε, σήμερα, αποσπάσματα από το κομμάτι που αναφέρεται στη συγγένεια του λόγου του Ν. Μιχαλολιάκου με τον λόγο του Χίτλερ.

Στρ. Μπ.

της Δέσποινας Παρασκευά-Βελουδογιάννη 

3-despoina

Αθήνα, 2015. Φωτογραφία του Τάκη Γέρου

Όταν γίνεται λόγος για «εκλεκτικές συγγένειες», προφανώς η παραπομπή αφορά τη χιτλερική ρητορική. Είναι μάλλον προφανές ότι όχι μόνο η δομή, τα θέματα, οι στρατηγικές και η φυσιογνωμία του λόγου της Χρυσής Αυγής είναι χιτλερικής προέλευσης, αλλά ακόμα και η ίδια η έμπνευση και θεωρητικοϊδεολογική καταγωγή τους. Θα μπορούσαμε, επομένως, να κατατάξουμε συνολικά τις συγκεκριμένες ομιλίες ως «είδος» ή τμήμα του σχετικού συστήματος λόγου και εξουσίας. Ωστόσο, πέρα από τη συνολική προσέγγιση, αλλά και την προηγούμενη αναφορά στις μιμήσεις και την υιοθέτηση από τη Χ.Α. ων καθαυτό χιτλερικών συνθημάτων, έχει σημασία να εντοπιστούν και να αναδειχτούν και οι έμμεσες, πλην σαφείς, αναφορές σε χιτλερικά κείμενα, και πιο συγκεκριμένα στον Αγώνα και στο Δεύτερο Βιβλίο. Συνέχεια ανάγνωσης

Η δίκη και ο αντιφασισμός της Αριστεράς

Standard

                                                Η Χρυσή Αυγή έναντι του νόμου                                                 Η σημασία και οι συνέπειες της δίκης-7

του Θανάση Κούρκουλα

Η δίκη της Χρυσής Αυγής δεν αφορά μόνο κάποια από τα εγκλήματα της Χ.Α. αλλά το σύνολο της εγκληματικής δράσης της, με κατηγορούμενη συνολικά την ηγεσία της. Η υπόθεση έχει κεντρικό πολιτικό χαρακτήρα, στην Ελλάδα και διεθνώς. Η έκβαση της δίκης, σε συνδυασμό με το γενικότερο κοινωνικό και πολιτικό κλίμα που θα συνοδεύσει την πορεία της κυβέρνησης θα κρίνουν σε μεγάλο βαθμό το αν οι έλληνες νεοναζί θα δεχθούν ένα σοβαρό πλήγμα στη δυνατότητά τους να στρατολογούν νέους στα δολοφονικά Τάγματα Εφόδου τους και να εμφανίζονται ως «αντισυστημικοί» τιμητές του πολιτικού κατεστημένου. Το αν μέσα από αυτή τη δίκη θα αποδυναμωθεί ή θα ξαναγεννηθεί από τις στάχτες της η δολοφονική δράση του ελληνικού φασισμού, που αντλεί τη δύναμή του από τη διείσδυσή του στον κρατικό μηχανισμό και την βοήθεια τμημάτων του κεφαλαίου. Για να καταδικαστεί η ηγεσία των νεοναζί από το δικαστήριο (και όχι μόνο ο Ρουπακιάς, ο Πατέλης η Σκορδέλη και το κακό συναπάντημα μικρομεσαίων μαχαιροβγαλτών), πέρα από τα στοιχεία του κατηγορητηρίου, παίζει καθοριστικό ρόλο το κλίμα που θα επικρατεί στην κοινωνία όσον αφορά τη δίκη. Αντίστοιχοι λόγοι κοινωνικής και πολιτικής κατακραυγής που καταδίκασαν σε ισόβια τους πρωταίτιους της απριλιανής χούντας μπορούν να καταδικάσουν τώρα το Μιχαλολιάκο και το ναζιστικό ηγετικό συνάφι. Αντίθετα, αν κυριαρχήσει μια στάση αδιαφορίας για την έκβαση της δίκης και ανατεθούν τα πάντα στους ώμους της δικαιοσύνης, τα πράγματα δεν είναι καθόλου δεδομένα, ασχέτως των προθέσεων των δικαστών.

Με τις κινητοποιήσεις την ημέρα έναρξης της δίκης, το αντιφασιστικό κίνημα ξαναπιάνει το νήμα της αντιφασιστικής ανάτασης των ημερών που ακολούθησαν τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Του κινήματος που ανάγκασε Δένδια και εισαγγελείς να ξεθάψουν από το συρτάρι 32 υποθέσεις με κατηγορούμενους Χρυσαυγίτες και να οδηγήσουν στη δίωξη περί εγκληματικής οργάνωσης. Αντίστοιχη χρειάζεται να είναι η συνέχεια εντός και εκτός δικαστηρίου: με παρουσία αντιφασιστών στο δικαστήριο, με τοπικές και κεντρικές εκδηλώσεις σε πόλεις και γειτονιές, που να ενημερώνουν τον κόσμο και να ζητούν από τις τοπικές κοινωνίες να πάρουν θέση. Επιπλέον, πρωτοβουλίες όπως το Παρατηρητήριο της Δίκης της ΧΑ που θα δημοσιοποιεί και θα αναλύει καθημερινά τα τεκταινόμενα εντός της δικαστικής αίθουσας είναι εξαιρετικής σημασίας, ώστε να μην μονοπωλείται η ενημέρωση για τη δίκη από τα γνωστά μεγάλα ΜΜΕ και να μην υπόκειται αποκλειστικά στα φίλτρα των καναλαρχών. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο φαύλος κύκλος της «αγανάκτησης»

Standard

                                                Η Χρυσή Αυγή έναντι του νόμου                                                 Η σημασία και οι συνέπειες της δίκης-6

της Ιωάννας Δρόσου 

Ήταν το 2010, λίγο πριν τις δημοτικές εκλογές, όταν όλα τα κυρίαρχα ΜΜΕ εμφάνιζαν «αγανακτισμένους κατοίκους» στα τηλεοπτικά παράθυρα να εκφράζουν τον φόβο τους για τη ζωή και την περιουσία τους. Παράλληλα, βλέπαμε εικόνες από μετανάστες στην Ομόνοια, την Αττική, τον Άγιο Παντελεήμονα. Τότε γινόντουσαν αμέτρητες τηλεσυζητήσεις για το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη και πώς η αστυνόμευση θα το ενισχύσει. Λίγους μήνες αργότερα, αυτοί οι «αγανακτισμένοι πολίτες», απόλυτα εξαγνισμένοι από τα ΜΜΕ, πρωταγωνίστησαν στα πογκρόμ στο κέντρο της Αθήνας. Λίγα χρόνια αργότερα βρέθηκαν υποψήφιοι με τη Χρυσή Αυγή, με ορισμένους, μάλιστα, να εκλέγονται βουλευτές ή δημοτικοί/διαμερισματικοί σύμβουλοι. Οι ίδιοι, από αύριο, θα κάθονται στο εδώλιο με την κατηγορία της ίδρυσης και συμμετοχής στην εγκληματική οργάνωση «Χρυσή Αυγή».

Ήταν τον Σεπτέμβρη του 2013, ύστερα από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, όταν τα κυρίαρχα ΜΜΕ δημοσιοποιούσαν τις υπόλοιπες δολοφονικές/ρατσιστικές επιθέσεις μελών της Χρυσής Αυγής, έκαναν λόγο για τον φασισμό που κλιμακώνεται στη χώρα μας και έκλεισαν τα μικρόφωνα στους πρώην «αγανακτισμένους» και νυν «φασίστες». Για πρώτη φορά, με ελάχιστες εξαιρέσεις στο παρελθόν, δόθηκε μαζικά ο λόγος στις μεταναστευτικές κοινότητες και τις αντιρατσιστικές οργανώσεις, αυτή τη φορά με φόντο τις συλλήψεις και προφυλακίσεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Μπροστά στη δίκη της Χρυσής Αυγής

Standard

Καμιά ελευθερία στους εχθρούς της ελευθερίας

του Νίκου Γιαννόπουλου 

H γενική μoυ εκτίμηση (και εκτίμηση του Δικτύου για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα), ότι η δημιουργία αριστερής κυβέρνησης αποτελεί συνολικά έναν θετικό συσχετισμό για τις κοινωνικές και τις πολιτικές εξελίξεις, αντανακλάται και στο πεδίο που συζητάμε σήμερα. Η δημιουργία αριστερής κυβέρνησης συνιστά, λοιπόν, θετικό συσχετισμό για το αντιφασιστικό κίνημα και τον αγώνα κατά του ρατσισμού, του νεοναζισμού και της Χρυσής Αυγής. Αυτό, βέβαια, με την προϋπόθεση ότι θα γίνουν ορισμένες σοβαρές «ανατάξεις» από μέρους του ΣΥΡΙΖΑ — συμφωνώ με όσα σωστά είπε ο Δημήτρης Ψαρράς (βλ. «Η κρυφή γοητεία της Χρυσής Αυγής», RedNotebook, 17.3.2015).

Φωτό: epocalibera (www.epocalibera.com)

Φωτό: epocalibera (www.epocalibera.com)

Το δεύτερο που θέλω να επισημάνω είναι ότι η δίκη της Χ.Α. θα γίνει με αποφυλακισμένους τους κατηγορούμενους. Και αυτό είναι ένα ζήτημα. Ασφαλώς, δεν μπορούμε και δεν πρέπει να πούμε να παραβιαστεί το δεκαοχτάμηνο, το ανώτατο συνταγματικό όριο προφυλάκισης, και να μείνουν για πάντα στη φυλακή. Σε καμία περίπτωση. Μπορούμε όμως, και πρέπει, να πούμε ότι υπάρχουν ευθύνες, και στην προηγούμενη κυβέρνηση και στις δικαστικές αρχές, που το διάστημα αυτό εξέπνευσε χωρίς να ξεκινήσει η δίκη.

Το ότι τα στελέχη της Χ.Α. θα απελευθερωθούν συνιστά ζήτημα, δεδομένου η Χ.Α. θα αναλάβει πολιτικές πρωτοβουλίες, στην κατεύθυνση της «πολιτικής εξωστρέφειας». Κατά τη γνώμη μου, η απάντηση σε αυτό πρέπει να είναι πολιτική. Πρέπει να υπάρχει πολιτική πίεση να γίνει κανονική δίκη: με την ισχύουσα νομοθεσία, χωρίς αμβλύνσεις, θετικές διακρίσεις και τίποτα άλλο. Είναι πολύ σημαντικό, και είμαστε κατηγορηματικά αντίθετοι σε οποιαδήποτε άμβλυνση, πολλώ δε μάλλον στη μετατροπή του κατηγορητηρίου. Οι χρυσαυγίτες πρέπει να δικαστούν με το σύνολο των κατηγοριών. Συνέχεια ανάγνωσης

Ενώπιον μιας κρίσιμης δίκης

Standard

Τι σημαίνει αντιφασιστικός αγώνας σήμερα

του Δημήτρη Χριστόπουλου 

Η δίκη της Χρυσής Αυγής είναι μια ευκαιρία να ξανασκεφτούμε σοβαρά τι θα κάνουμε με την Ακροδεξιά στην Ελλάδα. Να αναμετρηθούμε με τις –άλλοτε εύλογες και άλλοτε όχι– αμηχανίες που προκαλεί η ποινική δίωξη της ηγετικής ομάδας ενός πολιτικού κόμματος και να δούμε το ζήτημα μιας αντιακροδεξιάς στρατηγικής αυτοτελώς, ως κεφάλαιο από μόνο του, ενόψει μάλιστα της επερχόμενης κυβερνητικής αλλαγής. Στην κατεύθυνση ενός τέτοιου προβληματισμού επιθυμεί να συμβάλει και το άρθρο αυτό.

Ο αντιφασιστικός αγώνας δεν συμψηφίζεται… 

Ξεκινώ με μια θέση αρχής, που δεν σχετίζεται άμεσα με τη δίκη της Χρυσής Αυγής. Δεν νοείται πολιτικό ή εκλογικό όφελος που μπορεί να προκύπτει για την Αριστερά εξαιτίας της ενίσχυσης της Άκρας Δεξιάς σε βάρος της Δεξιάς, επειδή η τελευταία συμβαίνει να είναι ο βασικός ανταγωνιστής στον αγώνα για την κατάληψη της εξουσίας. Δεν νοείται πολιτικό ή εκλογικό όφελος που μπορεί να κομίσει η άνοδος της Χ.Α. εμμέσως, εξαιτίας της ζημιάς που αποφέρει στον κυβερνητικό συνασπισμό εξουσίας. Φαντάζομαι πως λίγοι θα διαφωνήσουν δημοσίως με αυτήν τη θέση. Ωστόσο, ο πειρασμός είναι υπαρκτός, καθώς ο πολιτικός στόχος της εκλογικής νίκης του ΣΥΡΙΖΑ –στόχος σημαντικός και με ευρύτερη σημασία– προϋποθέτει την περαιτέρω μείωση της εκλογικής επιρροής της Ν.Δ.

Μαδρίτη, έξω από την ελληνική πρεσβεία, 20.9.2013. Πορεία διαμαρτυρίας για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα

Μαδρίτη, έξω από την ελληνική πρεσβεία, 20.9.2013.
Πορεία διαμαρτυρίας για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα

Η Αριστερά δεν μπορεί όχι να επιθυμεί αλλά ούτε καν να ανέχεται την ενίσχυση της Άκρας Δεξιάς σε βάρος της Δεξιάς — ακόμη και αν η ενίσχυση αυτή την φέρνει πιο κοντά στην εκλογική νίκη. Δεν είναι αφηρημένο θέμα αρχής, αλλά υπαρξιακό ζήτημα για την Αριστερά, η οποία, πολύ απλά, δεν μπορεί να κάνει αλλιώς: οι μεγάλοι αντιφασιστικοί αγώνες του 20ού αιώνα έχουν αριστερό πρόσημο· ούτε κεντρώο έχουν ούτε δεξιό. Δεν εννοώ, φυσικά, πως δεν υπάρχουν μη αριστεροί που στρατεύονται εναντίον του φασισμού. Ασφαλώς υπάρχουν. Δεν υπάρχουν όμως αριστεροί που δεν στρατεύονται στον αγώνα αυτόν — αλλιώς παύουν να είναι αριστεροί. Η Δεξιά και το Κέντρο, ιστορικά, μπαίνουν σε δίλημμα και συχνά μεταξύ της «αριστερής απειλής» και της «ακροδεξιάς εκτροπής» συμβιβάζονται με τη δεύτερη. Η νεότερη πολιτική ιστορία της Ελλάδας προσφέρει πολλά τέτοια παραδείγματα. Αλλά και η πιο πρόσφατη ιστορία: το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ πριμοδότησε ουσιωδώς το ΛΑΟΣ σε βάρος της Ν.Δ., το οποίο όμως ούτε τον αφανισμό του ΛΑΟΣ απέτρεψε ούτε τον επερχόμενο δικό του. Αντιθέτως, ένα εξόχως έντιμο αλλά και πετυχημένο παράδειγμα αντιφασιστικής προεκλογικής στρατηγικής της Αριστεράς, προσφέρει, κατά την άποψή μου, ο αγώνας της Ανοιχτής Πόλης για τον Δήμο της Αθήνας το 2014. Συνέχεια ανάγνωσης

Για να νικήσουμε τον φασισμό, χρειαζόμαστε ένα αντίπαλο διεθνιστικό-ταξικό πρόταγμα και οργάνωση

Standard

συνέντευξη της Ανν Τριστάν

Τη συνέντευξη πήρε ο Δημήτρης Κουσουρής και μετέφρασε ο Πάνος Αγγελόπουλος

Η Ανν Τριστάν μιλάει για το Εθνικό Μέτωπο και την κοινωνική του δικτύωση, την ισλαμοφοβία, τις επιτυχίες και τις αδυναμίες του αντιφασιστικού κινήματος, τη στρατηγική της Αριστεράς.

H Anne Tristan

H Anne Tristan

H Anne Tristan είναι μια μορφή εμβληματική για το αντιφασιστικό κίνημα της Γαλλίας, αλλά και όλης της Ευρώπης. Αγωνίστρια ενταγμένη στη Ligue Communiste Révolutionnaire (LCR) έγινε ευρύτατα γνωστή το 1987 με το βιβλίο της Στο μέτωπο. Έξι μήνες στο κόμμα του Λεπέν (στα ελληνικά κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Στάχυ): εντάχθηκε στο Εθνικό Μέτωπο και γρήγορα έγινε γραμματέας στην οργάνωση των βόρειων συνοικιών της Μασσαλίας. Παρέμεινε έξι μήνες, και την εμπειρία της καταγράφει στο βιβλίο. Το 1993 εκδόθηκε Η Παράνομη, όπου περιγράφει όσα έζησε ως «Σόνια», δομινικανή πρόσφυγας χωρίς χαρτιά σε αναζήτηση ασύλου στο Παρίσι. Έκτοτε, θα εγκαταλείψει τις «μεταμφιέσεις» και θα δουλέψει ως εκπαιδευτικός και ερευνήτρια, παραμένοντας πάντα δραστήρια αντιφασίστρια. Είχε κεντρικό ρόλο στο αντιφασιστικό δίκτυο Ras l’Front που στήθηκε μετά την έκκληση των 250 προσωπικοτήτων (μεταξύ των οποίων οι E. Μπαλιμπάρ, Ζ. Λαμπικά, Π. Βιντάλ-Νακέ, Μ. Λεβύ, το συγκρότημα Μάνο Νέγκρα, η Αρ. Μνουσκίν κ.ά.) το 1990. Το δίκτυο στηρίχτηκε κυρίως στην «εκτός των τειχών» Αριστερά και ανέπτυξε αξιοσημείωτη δράση στις γειτονιές και στα συνδικάτα. Το 2004 η Τριστάν (μαζί με τον René Monzat) εξέδωσαν το Εγχειρίδιο για τον αγώνα ενάντια στο Εθνικό Μέτωπο (Ras l’ front, Flammarion).

* Ασχολείστε χρόνια, και σαν αγωνίστρια και σαν ερευνήτρια, με την Άκρα Δεξιά. Ποιες είναι οι βασικές αλλαγές στην Άκρα Δεξιά και το αντιφασιστικό κίνημα της Γαλλίας από το 1987, όταν εκδόθηκε το βιβλίο σας «Στο μέτωπο»;

Τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια το Εθνικό Μέτωπο (ΕΜ) έχει ενισχυθεί σημαντικά και αποκτήσει εξίσου σημαντική πολιτική εμπειρία. Το 1986, τα εκλογικά του προπύργια περιορίζονταν σχεδόν αποκλειστικά στον Νότο της Γαλλίας. Σήμερα, έχει εξαπλωθεί στο σύνολο της χώρας, καθώς χιλιάδες γάλλοι πολίτες το στηρίζουν με την ψήφο τους σε τοπικό επίπεδο.

Marine Le PenΕπίσης, οι προτάσεις του για τη μετανάστευση είναι πια τόσο διαδεδομένες –ακόμα και μεταξύ ανθρώπων οι οποίοι εξακολουθούν να ψηφίζουν Αριστερά–[1], κι έτσι το ΕΜ έχει πια αλλάξει τη βασική του επιχειρηματολογία. Προβάλλει τον εαυτό του –και ακολούθως οικοδομείται– σαν κόμμα κυβερνητικό, ικανό να διεκδικήσει και ασκήσει την εξουσία. Διεξάγει πια μια συστηματική ιδεολογική μάχη γύρω από αυτή τη θεματική. Στόχος του είναι να καταγράψει ένα ποσοστό της τάξης του 30% με 35% στις προεδρικές εκλογές. Η ηγεσία του γνωρίζει πολύ καλά ότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα σήμαινε την πλήρη αποσύνθεση των άλλων πολιτικών σχηματισμών, και ότι υπό αυτές τις συνθήκες δεν θα χρειαζόταν καν να αποκτήσει την απόλυτη πλειοψηφία για να αναλάβει την εξουσία. Και δεν ξέρω αν, υπό τις παρούσες συνθήκες, μπορεί να αποτραπεί ένα εκλογικό αποτέλεσμα της τάξης του 30%.

Σε ό,τι αφορά το αντιφασιστικό κίνημα, αυτό γνώρισε μια κορύφωση κατά τη δεκαετία του 1990, αλλά δεν υπήρξε ποτέ μαζικό. Στο διάστημα 1990-2002, οργανώθηκαν διαδηλώσεις ενάντια στο ΕΜ σε εθνικό επίπεδο με πρωτοβουλία οργανώσεων (κομμάτων της Αριστεράς και της ριζοσπαστικής Αριστεράς, συνδικάτων, συλλογικοτήτων υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή των αξιών της Γαλλικής Δημοκρατίας κ.λπ.). Επιπλέον, υπήρχε ένα δίκτυο από τοπικές ενωτικές συλλογικότητες σε περισσότερες από εκατό πόλεις. Το δίκτυο αυτό είχε στηθεί από ενεργά μέλη συλλογικοτήτων ή κομμάτων, κάποιες φορές ακόμα και από ανένταχτους αγωνιστές, οι οποίοι δρούσαν εμφορούμενοι από προσωπικά αλλά σε κάθε περίπτωση δημοκρατικά ιδεώδη.

Σήμερα, το κίνημα αυτό έχει φυλλορροήσει. Διατηρούνται ακόμα κάποιες τοπικές ενωτικές πρωτοβουλίες, αλλά είναι ολοένα και πιο σπάνιες. Παρ’ όλα αυτά, σε εθνικό επίπεδο, η CONEX (Εθνικό Συντονιστικό ενάντια στην Ακροδεξιά) συνεχίζει μια δουλειά επαγρύπνησης, ευαισθητοποίησης και κινηματικών καλεσμάτων, η οποία όμως συναντά μειωμένη ανταπόκριση. Σε συνδικαλιστικό επίπεδο, η VISA (Εγρήγορση Συνδικαλιστικών Αντιφασιστικών Πρωτοβουλιών), πολυσυλλεκτικό σχήμα συνδικάτων ενάντια στην προπαγάνδα του ΕΜ στους χώρους εργασίας, συνεχίζει με επιμονή το έργο της, χωρίς να αποθαρρύνεται από τα πολύ χαμηλά ποσοστά συνδικαλιστικής ένταξης που καταγράφονται στη Γαλλία.

Από τη δεκαετία του 1990 και μετά, η όξυνση των ανισοτήτων καθιστά ολοένα και πιο εύθραυστους τους κοινωνικούς δεσμούς και ολοένα και πιο δύσκολες τις πολιτικές αντιστάσεις και απαντήσεις.

* Η έρευνά σας είχε ξεκινήσει από τη Μασσαλία…

Το 1986, στις βόρειες συνοικίες της Μασσαλίας –όπου είχα πραγματοποιήσει και τη δημοσιογραφική μου έρευνα πάνω στην τοπική τακτική του ΕΜ–, υπήρχαν ήδη κάποια εκλογικά κέντρα όπου το ΕΜ είχε καταγράψει ποσοστά μέχρι και 38%. Εκεί, οι άνεργοι ήταν πολλοί, και στις κοινωνικές κατοικίες πολλές οικογένειες διέθεταν προς υπενοικίαση ένα υπνοδωμάτιο του διαμερίσματός τους (κάτι που απαγορεύει ο νόμος), προκειμένου να βγάλουν τα έξοδα του μήνα.

Ωστόσο, ακόμα περισσότερο από την ήδη εδραιωμένη οικονομική κρίση, αυτό που ήταν εντυπωσιακό στις συγκεκριμένες γειτονιές ήταν η ερήμωσή τους από πολιτικές παρεμβάσεις. Παρόλο που οι μεγαλύτεροι διατηρούσαν ακόμα στη μνήμη τους τις εξεγερσιακές απεργίες του 1947 ή τις μαζικές κινητοποιήσεις κατάληψης κατοικιών στις οποίες είχαν συμμετάσχει, τα κόμματα της Αριστεράς, τα συνδικάτα και οι συλλογικότητες ήταν πια άφαντα στην γειτονιά: καμία αφισοκόλληση, κανένα μοίρασμα προκηρύξεων… Επρόκειτο ήδη για μεγάλη οπισθοχώρηση· μια οπισθοχώρηση, βέβαια, η οποία εν μέρει εξηγείται από το γεγονός ότι το κλείσιμο των εργοστασίων είχε αποδεκατίσει και τις υπάρχουσες πολιτικές δομές. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο φασισμός επιστρέφει στην Ευρώπη

Standard

και σκέψεις για τον χαρακτήρα ενός διεθνούς αντιφασιστικού κινήματος

του Δημήτρη Κουσουρή

.Στο τέλος μιας μακράς περιόδου μετάβασης, που ξεκίνησε πριν από ένα τέταρτο του αιώνα με την πτώση του τείχους του Βερολίνου, μπορούμε σήμερα να διακρίνουμε τα γνωρίσματα της ιστορικής περιόδου, να αποκαταστήσουμε τη διαλεκτική της διάρκειας και να αναγνωρίσουμε τις σχέσεις ανάμεσα στην εποχή, την περίοδο και τη συγκυρία. Η περίοδος που άρχισε το 1989-1990 και παρουσιάστηκε ως το τέλος της Ιστορίας και  μη αναστρέψιμος θρίαμβος του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού έχει πια φτάσει στο τέρμα της. Από το 2001, ή σύμφωνα με άλλους το 2008,  έχουμε βρεθεί μέσα σε ένα από εκείνα τα «ενδιάμεσα διαστήματα», ανάμεσα σε ό,τι δεν υπάρχει πια και ό,τι δεν έχει γίνει ακόμα.[1]

Αφίσα του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, 1936

Αφίσα του Γαλλικού Κομμουνιστικού
Κόμματος, 1936

Παρά τη βαθιά κρίση που γνωρίζει ο καπιταλισμός, την αστάθεια του παγκόσμιου συστήματος και των τοπικών ή περιφερειακών δομών κυριαρχίας, το οργανωμένο εργατικό κίνημα και οι άμεσοι ή έμμεσοι πολιτικοί εκφραστές του βρίσκονται διασκορπισμένοι, δίχως κατεύθυνση, ανίκανοι να επιδράσουν αποφασιστικά στον συσχετισμό δυνάμεων. Από την άλλη πλευρά, οι δυνάμεις της αντεπανάστασης,[2] κάτω από διαφορετικά ονόματα και κοστούμια, κερδίζουν ολοένα και πιο γρήγορα έδαφος. Αργά αλλά σταθερά στην αρχή, παρακολουθήσαμε τις πρώτες συμμετοχές νεοφασιστών σε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, πρώτα το 1994 στην Ιταλία, γενέθλια γη του ιστορικού φασισμού, και έπειτα στην Αυστρία το 2000. Στη συνέχεια, είδαμε αυτή την εξέλιξη να επιταχύνεται, ιδίως από την κρίση του 2008 και μετά, με την εκλογική νίκη του Εθνικού Μετώπου στη Γαλλία, τη ραγδαία άνοδο νεοφασιστικών και νεοναζιστικών οργανώσεων στην καινούργια περιφέρεια της ηπείρου, όπως και στην Ουγγαρία, την Ελλάδα, και πιο πρόσφατα στην Ουκρανία με τη συμμετοχή τους στην προσωρινή κυβέρνηση.

Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει, εδώ, πως η υπόθεση μιας σχέσης συνάφειας και συνέχειας ανάμεσα στη δημοκρατικά εκλεγμένη, πρώτη κυβέρνηση Μπερλουσκόνι (με τη συμμετοχή Φίνι και Μπόσι), και στους νεοφασίστες και νεοναζί του Svoboda και του Pravy Sektor περιέχει προφανείς αφαιρέσεις και απλουστεύσεις, συνιστώντας ένα αμάλγαμα που παραγνωρίζει ή αποσιωπά τις ιδιαιτερότητες κάθε περίπτωσης. Η αρχική  μου υπόθεσή, ωστόσο, είναι πως συσχετίζοντας ακριβώς την ανάπτυξη όλων αυτών των –εκ πρώτης όψεως– ανόμοιων μεταξύ τους κινημάτων και δυνάμεων, αποκτούμε μια συνολική εικόνα για τον χαρακτήρα της σύγχρονης ευρωπαϊκής πολιτικής. Μέχρι πρόσφατα, η εμμονή πολλών διανοουμένων και αγωνιστών της Αριστεράς στον ιστορικό φασισμό του Μεσοπολέμου και στις εκλεπτυσμένες κατηγοριοποιήσεις των διαφορετικών μορφών και παραλλαγών του υπήρξε χρήσιμη για να θυμόμαστε και να καταλαβαίνουμε τις τραγωδίες και τους ηρωισμούς του περασμένου αιώνα. Ωστόσο, αυτή η εμμονή λειτουργεί πλέον και ως παραμορφωτικός καθρέφτης, προκαλώντας ένα είδος συλλογικής μυωπίας –ή και τύφλωσης– απέναντι στην παράλληλη άνοδο των φασιστικών δυνάμεων σε διαφορετικά μέρη της γηραιάς ηπείρου.

Ασφαλώς, το Εθνικό Μέτωπο δεν γεννήθηκε από τις ίδιες συνθήκες, ούτε στηρίχθηκε στις παραδόσεις που διεκδικούν οι νεοναζί της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα, το Jobbik στην Ουγγαρία, το κόμμα της Προόδου στη Νορβηγία ή ακόμη το αυστριακό κόμμα της Ελευθερίας.[3] Όμως, είναι επίσης γεγονός πως, «λαϊκιστικές», «ξενοφοβικές», «εθνικιστικές» ή «νεοφασιστικές», οι παραλλαγές της ακροδεξιάς κερδίζουν έδαφος ταυτόχρονα. Η ευθύνη να ονομάσουμε και να αναχαιτίσουμε αυτή την αντιδραστική στροφή, που απειλεί να ενταφιάσει οριστικά τα κοινωνικά και δημοκρατικά κεκτημένα του εργατικού κινήματος, αποτελεί πλέον καθήκον πολύ πιο επείγον από το να την κατατάξουμε σύμφωνα με την τυπολογία του ιστορικού φασισμού. Συνέχεια ανάγνωσης