«Τι δημοκρατία έχουμε, επιτέλους;»

Standard

του Δημήτρη Αρβανιτάκη

 

Φράνσις Μπέικον, Μελέτη για ταυρομαχία, αρ. 1", 1969

Να το ερώτημα που από το Σάββατο 29 Ιανουαρίου, την επομένη της «αναίμακτης εξόδου» των μεταναστών από τη Νομική, βασανίζει τα αγωνιώδη πρωτοσέλιδα των Νέων. Υποψιάζομαι ότι όποιος θελήσει να διαβάσει την παραπάνω φράση μεγαλόφωνα θα πρέπει να ρίξει αποφασιστικά τον τόνο στο «επιτέλους». Που σημαίνει: «Δεν πάει άλλο», «αρκετά», «φτάνει πια»! Φτάνει πια με τι; Φτάνει πια με τις «καταχρήσεις» των δικαιωμάτων, με τις «υπερβολές» των διεκδικήσεων, με τον «μη σεβασμό» στον άλλον, με τον «θόρυβο» των μειοψηφιών, με την «έλλειψη κατανόησης της κατάστασής μας», με την «αντίδραση στα μέτρα που θα βοηθήσουν την οικονομία μας». Φτάνει πια… Πότε επιτέλους θα σοβαρευτούμε; Πότε επιτέλους θα δείξουμε την κατανόηση που επιβάλλεται; Πότε επιτέλους θα συμπεριφερθούμε υπεύθυνα;

Έχει όρια η υποκρισία; Όχι, δεν έχει! Γιατί, σε ποια ακριβώς ερώτηση καλούμαστε να απαντήσουμε; Αν ήμουνα στην τάξη που εκφωνήθηκε αυτό το θέμα, θα παρακαλούσα τους επιτηρητές μου να τηλεφωνήσουνε στο Υπουργείο για διευκρινιστικές ερωτήσεις, τουλάχιστον για να αποσαφηνιστεί το υποκείμενο του «έχουμε». Δίχως αυτή τη διευκρίνιση, πώς να γράψουμε καλά στο διαγώνισμα της Αγωγής του Πολίτου; Κι αν έχει πάρει άλλες οδηγίες ο διορθωτής από το Υπουργείο, πράγμα πολύ πιθανό; Αλλά εδώ η διευκρίνιση δεν εθεωρήθηκε απαραίτητη. Μέσα σε αυτό τον πολτό που κινούμαστε και ανασαίνουμε, εύκολο και βολικό είναι να γενικεύουμε, εύκολο και βολικό είναι να συσκοτίζουμε, εύκολο και βολικό είναι να θολώνουμε τα νερά. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι δυο δημοκρατίες

Standard

TΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ – ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΨΥΧΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ

 

του Νικόλα Σεβαστάκη

Στη σκανδαλισμένη φιλολογία περί ανομίας, εκφυλισμένου ασύλου και αυθαίρετων μειοψηφιών, σε πλείστα από όσα ειπώθηκαν και γράφτηκαν από δημόσιους αναλυτές, ακαδημαϊκούς δασκάλους και πολιτικούς, διαπιστώνει κανείς κάτι πολύ ανησυχητικό: ότι στη σημερινή θεσμική ρητορεία ανακυκλώνονται διαθέσεις, συναισθήματα και ιδίως τρόποι σκέψης που ανάγονται στην πολιτική κουλτούρα των αστικών ολιγαρχιών του 19ου αιώνα.

Όττο Ντιξ, «Ecce Hommo III», 1949.

Σαν να αναγκαζόμαστε να υποστούμε ένα παράξενο ταξίδι στο χρόνο για να δανειστούμε έννοιες και πρακτικές από τους βραβευμένους στοχαστές της εποχής της Παλινόρθωσης, τις διακηρύξεις ενός Γκιζό ή τις κοινοβουλευτικές ομιλίες ενός Αδόλφου Θιέρσου για να βρούμε πηγές έμπνευσης για την έξοδο από τα εγχώρια «μεταπολιτευτικά ταμπού» (κατά την έκφραση της Καθημερινής).

Οι πένθιμες κωδωνοκρουσίες για τις υπερβολές και τις καταχρήσεις της δημοκρατίας αντηχούν εντυπωσιακά όμοιες σε μεγάλο βάθος χρόνου. Η εύτακτη πολιτεία ως κυριαρχία των πεφωτισμένων, ικανών και λογικών ατόμων (souveraineté de la Raison) συνδέεται, εκ νέου, με το υπόδειγμα της μοναδικής «ορθής διακυβέρνησης». Σε αυτή τη διακυβέρνηση, εννοείται, τον πρώτο και τελευταίο λόγο πρέπει να έχουν οι αντίστοιχες προικισμένες μερίδες του έθνους, οι φορείς της εκάστοτε αριστείας. Οτιδήποτε θολώνει αυτή την πρότυπη κατανομή των ικανοτήτων και των αξιωμάτων στιγματίζεται αυτόματα ως αταξία και αρχαϊσμός. Έτσι ακριβώς και στη ρητορική περί της κατάχρησης του ακαδημαϊκού ασύλου είναι προφανής η αντίληψη ότι «η ελεύθερη συζήτηση των ιδεών» δεν πρέπει να έχει σχέση με μορφές πολιτικής δραστηριότητας ούτε με την ανάδειξη κοινωνικών προβλημάτων ευρύτερου ενδιαφέροντος. Κατά παρόμοιο τρόπο μια πολιτιστική εκδήλωση σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται να διαταράσσεται για να βγει από την αφάνεια λχ. ένα κοινωνικό ζήτημα, ένα θέμα εργασιακών σχέσεων, απολύσεων κλπ. Η κοσμιότητα της κουλτούρας δεν είναι δυνατό να εμπλέκεται σε υποθέσεις για τις οποίες οι επαγγελματίες της είναι αναρμόδιοι και απληροφόρητοι. Συνέχεια ανάγνωσης

H απόλυτη χρεοκοπία (και) της ελληνικής μεταναστευτικής πολιτικής

Standard

του Δημήτρη Χριστόπουλου

Με αφορμή την περιπέτεια της Νομικής τέθηκαν δύο λάθος ερωτήματα σε σχέση με το μεταναστευτικό στην Ελλάδα: το πρώτο αφορά τη συζήτηση που ανατροφοδοτήθηκε γύρω από το άσυλο και το δεύτερο αφορά καθεαυτή τη Νομική ως χώρο «υποδοχής» των ανθρώπων αυτών. Ξεκινώ με την παραδοχή ότι η επιλογή της Νομικής ως χώρος στέγασης των ανθρώπων αυτών και η όλη επιχείρηση μεταφοράς τους από την Κρήτη ήταν ατυχέστατη πολιτική επιλογή, η κατάληξη της οποίας είναι ακόμη αβέβαιη.

Αντρέ Μασσόν, «Σφαγή» (σπουδή), 1932.

Αυτό που παρατηρούμε, ωστόσο, στη συνέχεια, είναι μια εκτροπή του δημόσιου διαλόγου που ξεκίνησε με αφορμή την κατάληψη της Νομικής από τους απεργούς πείνας προς μια αυτιστική εμμονή στα δύο αυτά ερωτήματα με τρόπο αφελή, υποκριτικό ως και επικίνδυνο. Σαν να περιμένανε τη Νομική, για να πούνε ότι «πρέπει να τελειώνουμε με τους παράνομους μετανάστες»… Ή σαν να περιμένανε τους μετανάστες στη Νομική για να πούνε ότι «πρέπει να τελειώνουμε με το άσυλο». Έτσι, η απεργία πείνας των τριακοσίων ανάγεται σε έγκλημα καθοσιώσεως κατά του πολιτεύματος ενώ, για ακόμη μια φορά, δίνεται η ευκαιρία σε αυτούς που θέλουν να αλλάξει η νομοθεσία για το άσυλο, να πούνε με κάθε τρόπο πόσο κατάφωρα παραβιάστηκε ο θεσμός αυτός, σαν στη συγκυρία τούτο να ήταν το μείζον θέμα. Είναι η γνωστή ιστορία με το δέντρο και το δάσος. Τη στιγμή μάλιστα που το δάσος είναι έτοιμο να καεί… Συνέχεια ανάγνωσης