Στα Ενθέματα αύριο 6 Μαρτίου

Standard

Στα «Ενθέματα» αύριο Κυριακή 6 Μαρτίου

Στα περίπτερα εντός της «Αυγής», στο μπλογκ τους (enthemata.wordpress.com), στο facebook (Enthemata Avgis)και στο twitter: @enthemata

Κείμενα των: Ζύγκμουντ Μπάουμαν, Χάρη Αθανασιάδη, Ράινερ Μπάουμπεκ, Μαρίας Χαϊδοπούλου-Βρυχέα, Βόλφγκανγκ Στρέεκ, Νίκου Σαραντάκου, Γιάννη Στουραΐτη, Ντάνιελ Τρίλινγκ

Α. Μοντιλιάνι, "Καρυάτιδα"

Α. Μοντιλιάνι, «Καρυάτιδα»

Ο μεταναστευτικός «ηθικός πανικός» και οι (κατα)χρήσεις του. Ο Ζύγκμουντ Μπάουμαν γράφει για τον φόβο που προκαλούν στις δυτικές κοινωνίες οι μεταναστευτικές ροές. «Η πρώτη παρόρμηση ακολουθεί, έστω και σε σύγχρονη μορφή, το σχήμα που περιέγραφε ο Αίσωπος στον μύθο με τους λαγούς και τα βατράχια. Οι λαγοί του μύθου δεν ήξεραν πλέον πού να καταφύγουν για να γλιτώσουν από το κυνηγητό των άλλων ζώων. Με το που έβλεπαν έστω κι ένα ζώο να τους πλησιάζει, το έβαζαν στα πόδια. Μια μέρα συνάντησαν μια αγέλη αφηνιασμένων αλόγων, και πανικόβλητοι έτρεξαν για μια κοντινή λίμνη, αποφασισμένοι να πνιγούν παρά να συνεχίσουν να ζουν μέσα στο φόβο. Αλλά καθώς πλησίαζαν στην όχθη, κάποιοι βάτραχοι, τρομαγμένοι με τη σειρά τους απ’ τους επερχόμενους λαγούς, πήδηξαν βιαστικά μες στο νερό. “Τελικά”, είπε ένας λαγός, “τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα”. Το ηθικό δίδαγμα του μύθου είναι ξεκάθαρο: η ικανοποίηση που ένιωσε ο λαγός –ένα ευπρόσδεκτο διάλειμμα από την καθημερινή απόγνωση του θηράματος– προήλθε από τη συνειδητοποίηση ότι υπάρχει πάντα κάποιος που κουβαλάει βαρύτερο σταυρό από τον ίδιο. […]

Η πολιτική του αμοιβαίου διαχωρισμού και της τήρησης αποστάσεων, η οικοδόμηση τειχών αντί για γέφυρες και η καταφυγή σε ηχομονωμένους «ηχοθαλάμους» αντί για ανοιχτές γραμμές απαραμόρφωτης επικοινωνίας (ακόμα και η νίψη των χειρών ή η διακήρυξη της αδιαφορίας, μεταμφιεσμένης έστω σε ανεκτικότητα) δεν οδηγούν πουθενά, παρά μόνο στην έρημο της αμοιβαίας δυσπιστίας, αποξένωσης και επιδείνωσης. Παρότι μοιάζει βραχυπρόθεσμα καθησυχαστική (γιατί διώχνει την πρόκληση εκτός πεδίου), αυτή η απατηλή, αυτοκτονική πολιτική συσσωρεύει εκρηκτικές ύλες που είναι έτοιμες να εκραγούν στην πρώτη φυτιλιά. Κι έτσι, ένα συμπέρασμα πρέπει να είναι εξίσου ξεκάθαρο: ο μόνος δρόμος που μας απομακρύνει από την τωρινή δυσφορία και τη μελλοντική συμφορά περνά μέσα από την απόρριψη του ύπουλου πειρασμού του διαχωρισμού. Ακόμα καλύτερα, μέσα από την ακύρωσή του, την αποσυναρμολόγηση των φραχτών των «κέντρων υποδοχής και φιλοξενίας» και το πλησίασμα των ενοχλητικών διαφορών, ανομοιοτήτων και των αυτοεπιβαλλόμενων χασμάτων σε στενή, καθημερινή και όλο και πιο άμεση επαφή –η οποία ελπίζω ότι θα έχει ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη μιας γόνιμης σχέσης των δύο μερών αντί για την τωρινή, αυτοτροφοδοτούμενη σχάση ανάμεσά τους». (μετάφραση Δημήτρης Ιωάννου).

Η πραγματική αιτία της προσφυγικής κρίσης είναι η έλλειψη αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών. Συνέντευξη του Ράινερ Μπάουμπεκ στον Δημήτρη Χριστόπουλο. Μιλάει για τις πολιτικές ιθαγένειας στην Ε.Ε, την ένταξη των μεταναστών, τις προοπτικές του προσφυγικού και τον ρόλο της Ελλάδας. «Το φθινόπωρο του 2015, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η γερμανική κυβέρνηση θα μπορούσαν να έχουν αυξήσει την πίεση προς τα απρόθυμα κράτη-μέλη, αν είχαν ξεκινήσει επίσημα την επαναδιαπραγμάτευση της Συμφωνίας του Δουβλίνου. Είναι προφανές ότι η Ελλάδα, η Ιταλία και όλα τα κράτη του “διαδρόμου” προς τη Γερμανία και τη Σουηδία δεν έχουν, εκ των πραγμάτων. κανένα κίνητρο να καταγράφουν τους πρόσφυγες, μια και αυτοί μπορούν ανά πάσα στιγμή να τους σταλούν πίσω από οποιοδήποτε κράτος προορισμού. Οι μηχανισμοί μετεγκατάστασης και επανεγκατάστασης μπορούν να ξεκολλήσουν μόνο αν τα κράτη-μέλη γνωρίζουν ότι δεν μπορούν πια να παίξουν το χαρτί του Δουβλίνου για να ενισχύσουν μια κατάφωρα άδικη κατανομή των προσφύγων και των βαρών που συνεπάγεται η υποδοχή τους. Φοβάμαι ότι το «παράθυρο ευκαιρίας» για μια τέτοια ριζοσπαστική μεταρρύθμιση έχει ήδη κλείσει. Αυτό που μοιάζει πλέον πιο πιθανό είναι τα κράτη-μέλη να συντονιστούν στο θέμα του ελέγχου των εξωτερικών συνόρων, επιμένοντας παράλληλα στη διακριτική ευχέρεια του καθενός να αποφασίζει από μόνο του πόσους και ποιους πρόσφυγες θα υποδέχεται» (μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου).

Από τον «Γεροστάθη» μέχρι το βιβλίο ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού. Τα αποσυρθέντα σχολικά βιβλία, 1858-2008. Συνέντευξη του Χάρη Αθανασιάδη. Μιλάει για τη δημόσια, τη σχολική και την εθνική ιστορία, με την ευκαιρία της κυκλοφορίας της μελέτης του «Τα αποσυρθέντα βιβλία. Έθνος και σχολική Ιστορία στην Ελλάδα, 1858-2008. «Στην Ιστορία υπάρχουν τομές και συνέχειες. Ή, καλύτερα, εμείς, ανάλογα με το αντικείμενό μας, διακρίνουμε εκ των υστέρων τομές και συνέχειες. Με κριτήριο τις διαμάχες για τη σχολική Ιστορία, που είναι το θέμα του βιβλίου, ο τελευταίος αιώνας μπορεί να ιδωθεί ως καταρχήν ενιαία περίοδος: Από το 1919, όταν εκτυλίχθηκε η πρώτη διαμάχη με αφορμή το πασίγνωστο αναγνωστικό του Ζαχαρία Παπαντωνίου Τα Ψηλά Βουνά ως το 2008, όταν καταλάγιασε ο θόρυβος που προξένησε το εγχειρίδιο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού – μα και μέχρι σήμερα, εκτιμώ, εφόσον ευρύτερες διαμάχες όπως αυτή για τον ιστορικό Χάιντς Ρίχτερ μοιάζουν και εν πολλοίς είναι ομόλογες με αυτές που το βιβλίο ανατέμνει. Βέβαια, κάθε διαμάχη είχε τις δικές της ιδιαίτερες αιτίες και τα δικά της διακυβεύματα που συνδέονταν πολλαπλά με την εκάστοτε συγκυρία. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε την οξύτατη αντιπαράθεση για τα Ψηλά Βουνά δίχως να λάβουμε υπόψη την πανσπερμία των εθνοτήτων που κλήθηκε να ενσωματώσει η Ελλάδα ύστερα από τους Βαλκανικούς Πολέμους, ούτε να καταλάβουμε την πολεμική σε ένα βιβλίο βυζαντινής Ιστορίας του 1965 δίχως να τη συσχετίσουμε με την ήττα της Αριστεράς στον Εμφύλιο και την επιστροφή της το 1958».

Το τέλος του «δημοκρατικού καπιταλισμού» στην Ευρώπη. Συνέντευξη του Βόλφγκανγκ Στρέεκ στον Τζόνας Μπιρτς και τον Γιώργο Σουβλή (από το περ. Jacobin). Μιλάει για τη μεταδημοκρατία, την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, τον ΣΥΡΙΖΑ, το μέλλον της πλήρους απασχόλησης. «Η δημοκρατία στον καπιταλισμό είναι δημοκρατία στον βαθμό που διορθώνει τα αποτελέσματα των δράσεων των αγορών προς την κατεύθυνση της ισότητας. Η οικονομική απελευθέρωση αποσυνδέει τη δημοκρατία από την οικονομία – την καθιστά στεγνή. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που ονομάζουμε μεταδημοκρατία: η πολιτική ως μαζικό θέαμα, ως κομμάτι της βιομηχανίας του θεάματος. Ένας τρόπος αποσύνδεσης της δημοκρατίας από την οικονομία είναι η μεταβίβαση της οικονομικής πολιτικής από τα χέρια των εθνικών κοινοβουλίων και των κυβερνήσεων στα χέρια «ανεξάρτητων» θεσμών όπως οι κεντρικές τράπεζες και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, και Διεθνών Οργανισμών όπως το ΔΝΤ. Το ευρώ, όπως θεσπίστηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, έχει με αυτό τον τρόπο αποδημοκρατικοποιήσει –αλλά σε καμία περίπτωση αποπολιτικοποιήσει– τη νομισματική και οικονομική πολιτική στα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης. […] Η ιστορική ψευδαίσθηση του μεταπολεμικού κεϋνσιανισμού ήταν η πίστη ότι αυτό που στην πραγματικότητα παρέμεινε μια καπιταλιστική οικονομία είχε μετατραπεί σε μια πολιτικά ουδέτερη μηχανή δημιουργίας πλούτου και απασχόλησης, έτοιμης να λειτουργεί από επαγγελματίες μηχανικούς που ονομάζονταν “οικονομολόγοι”». (μετάφραση Γιάννης Χατζηδημητράκης)

Εγκλωβισμένοι στα χοτ σποτ. Ο Νίκος Σαραντάκος στη στήλη του «Oι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία» γράφει για τα χοτ σποτ: «Όσο για το αγγλικό hot spot, κι αυτός ο όρος έχει ήδη χρησιμοποιηθεί αρκετές φορές και σε διάφορους τομείς. Ας πούμε, πριν από καναδυό χρόνια, σε πιο ξένοιαστους καιρούς, αρκετοί αναζητούσαν πώς και πώς να βρουν ένα χοτ σποτ, διότι έτσι ονομάζονται (και) τα σημεία όπου μπορεί κανείς να συνδέσει το κινητό του με ένα ασύρματο δίκτυο (wi-fi), ενώ στη γεωλογία ο όρος δηλώνει τα σημεία έντονης ηφαιστειακής δραστηριότητας, θερμά σημεία δηλαδή, ενώ ακόμα πιο παλιά ο όρος σήμαινε ένα «καυτό» κέντρο διασκέδασης ή ακόμα και μια δερματική φλεγμονή. Ωστόσο, τώρα κυριαρχεί η νιόφερτη σημασία, των κέντρων υποδοχής προσφύγων στις χώρες πρώτης γραμμής, και κυρίως στην Ελλάδα. Στα κέντρα αυτά θα γίνεται λοιπόν η καταγραφή των προσερχομένων, η διαλογή των προσφύγων από τους μετανάστες – αλλά δεν είναι σαφές τι θα γίνεται στη συνέχεια, αφού η προώθηση των προσφύγων στις χώρες όπου επιθυμούν να εγκατασταθούν γίνεται με το σταγονόμετρο, ενώ ακόμα πιο δύσκολη έχει αποδειχτεί, τουλάχιστον ως τώρα, η επιστροφή εκείνων που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν πρόσφυγες στην Τουρκία ή στις χώρες καταγωγής τους».

Ο Τσε, ο «άνθρωπος-μάρτυρας» και άλλες σκέψεις για την Αριστερά του σήμερα. Γράφει η Μαρία Χαϊδοπούλου-Βρυχέα: «Αν το πρότυπο του καπιταλισμού είναι ο οικονομικός άνθρωπος, τότε η δικιά μας πρόταση δεν μπορεί να είναι ο «άνθρωπος-μάρτυρας». Όσο αφηρημένος είναι ο οικονομικός άνθρωπος άλλο τόσο αφηρημένος είναι και ο “άνθρωπος-μάρτυρας”: ένας άνθρωπος, δηλαδή, εκτός πρακτικών μιας συλλογικής καθημερινότητας, χωρίς σώμα, χωρίς σχέσεις, χωρίς «προσωπική» ζωή, χωρίς ανάγκες, φίλους και συγγενείς, εκτός πολιτισμικών πλαισίων. Οι συνήθεις ήρωες μόνο την υπέρτατη στιγμή τα καταφέρνουν και εξυψώνονται πέρα από τα ιδιαίτερά τους χαρακτηριστικά. Τον υπόλοιπο καιρό αποτυγχάνουν να αντεπεξέλθουν ως πατέρες, ως φίλοι, ως σύντροφοι. Δεν μπορεί να είναι αυτή η δικιά μας πρόταση. Ο δικός μας άνθρωπος ή «ανθρώπισσα» ή άτομο ή ό,τι άλλο αποφασίσουμε να το ονομάσουμε, έχει καθημερινότητα και σχέσεις και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και ανάγκες και επιθυμίες.. Και μέσα από αυτή την επαφή με το συλλογικό ονειρεύεται έναν καλύτερο κόσμο. (Γι’ αυτό κι ο τόπος, όπου μεγαλώνουμε, όπου ζούμε, έχει σημασία – αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση)».

Η «μεταεθνικιστική» Ευρωπαϊκή Ένωση ως ζωτικός χώρος του εθνικισμού. Ο Γιάννης Στουραΐτης σχολιάζει ο επιχείρημα ότι η Ε.Ε λειτουργεί ως παράγοντας ανάσχεσης των εθνικισμών. «Ο πολιτικός λόγος που επικαλείται τον μεταεθνικιστικό χαρακτήρα της Ε.Ε. βασίζεται, έτσι, σε μια επιφανειακή προσέγγιση. Η διάβρωση της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας των εθνικών κρατών από έναν ιεραρχικό υπερκρατικό μηχανισμό σαφώς και συνέβαλε στην περιθωριοποίηση του πολέμου ως εν δυνάμει μέσου επίλυσης των διαφορών ισχύος μεταξύ τους και, ως εκ τούτου, υποβάθμισε τον ρόλο του εθνικισμού ως ιδεολογικού εργαλείου προώθησης και δικαιολόγησης πολεμικών συγκρούσεων. Παρά τη διακηρυγμένη ανησυχία των απανταχού επαγγελματιών πατριωτών, όμως, ελάχιστα αποδόμησε τις εθνικές ιδεολογίες και τις πραγμοποιημένεςθνοπολιτισμικές ταυτότητες που συνδέονται με αυτές. Αντιθέτως, αποδεδειγμένα τις ενίσχυσε, με αποτέλεσμα, έπειτα από πλείστες συνθήκες «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» ο εθνικισμός να παραμένει η κατεξοχήν κυρίαρχη λειτουργική ιδεολογία των σύγχρονων ευρωπαϊκών κοινωνιών, γεγονός με το οποίο συνδέεται η ολική επαναφορά του ρατσισμού, που αντικατοπτρίζεται στην άνοδο της ακροδεξιάς στα περισσότερα κράτη-μέλη».

WEBONLY. Στο εβραϊκό νεκροταφείο της Βάνζεε του Ντάνιελ Τρίλινγκ. Ο δημοσιογράφος και ερευνητής Daniel Trilling επισκέφτηκε το εβραϊκό νεκροταφείο της Βάνζεε, όπου είναι θαμμένος ο προ-προπάππους του Ilya B, γενημμένος γύρω στο 1880 σε μια μεσοαστική οικογένεια του Κιέβου. Με αφορμή την επίσκεψη αυτή, μας αφηγείται την ιστορία των προγόνων του, από το Κίεβο στο Βερολίνο και μετά στην Αγγλία και μας θυμίζει μια «όχι και τόσο καινούργια ιστορία»: πώς η κραυγή «Οι πρόσφυγες φταίνε!» ήταν πάντα η εύκολη λύση (μετάφραση: Δανάη Καρυδάκη· η μετάφραση πρωτοδημοσιεύτηκε στο ohnebinde.wordpress.com, από όπου και την αναδημοσιεύουμε).

Η Αριστερά του δημοκρατικού σοσιαλισμού

Standard

Στον Σταύρο Κωνσταντακόπουλο. Αξεθώριαστη μνήμη

του Στέφανου Δημητρίου

Ζαν Μέτζινγκερ, «Γυναίκα στον καθρέφτη», 1916

Ζαν Μέτζινγκερ, «Γυναίκα στον καθρέφτη», 1916

Η κρίση της πολιτικής. Η κρίση του πολιτικού συστήματος κατέστη κρίση της δημοκρατίας και της ίδιας της πολιτικής. Το πολιτικό σύστημα –όχι ως έννοια περιγράφουσα την οργάνωση της πολιτικής εξουσίας, αλλά ως όρος που περιγράφει και εξηγεί την κατανομή της σε συνθήκες κρίσης, ορίζοντας το πραγματικό κέντρο εξουσίας– διεύρυνε την απόσταση ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η κυβέρνηση της Αριστεράς συνιστά ριζοσπαστική τομή ως προς την αναμέτρηση με το πολιτικό σύστημα. Η νεοφιλελεύθερη πολιτική, μαζί με την κατάργηση των κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων, εδραίωσε τη στυγνή εκμετάλλευση της εργασίας. Η κρίση της πολιτικής μένει ανεξήγητη, χωρίς την εξηγητική παράμετρο της επιθετικής πολιτικής του κεφαλαίου· αυτή έχει προϋπόθεση την κατακρήμνιση των θεσμικών εγγυήσεων των κοινωνικών κεκτημένων. Τα πλειστάκις, μέχρι πέρυσι, διασυρθέντα κοινωνικά δικαιώματα, από τα ΜΜΕ, είναι δημοκρατικά κεκτημένα. Η περιστολή των κοινωνικών δικαιωμάτων, τα οποία αποτελούν όρο για την αναπαραγωγή της κοινωνίας, συνιστά πολιτική προϋπόθεση για την αναπαραγωγή του ίδιου του κεφαλαίου. Αποστεώνονται οι αρχές της ελευθερίας και της ισότητας και ανακαθορίζεται η σχέση τους ως προς την κυριαρχία, άρα, σε ό,τι αφορά τη δημοκρατία, η ουσιώδης σχέση τους με τη λαϊκή κυριαρχία, κανονιστική αρχή της δημοκρατίας. Οι αρχές αυτές εξασθενούν περιοριζόμενες στο τυπικό τους κέλυφος. Όμως, εντός αυτού, οι αντιθέσεις της αστικής κοινωνίας (όπως η αντίθεση ισότητας-ιδιοκτησίας, αλλά και πολιτικής-οικονομίας) είχαν προεξοφλημένη έκβαση: ξέρουμε ποιος έχασε. Συνέχεια ανάγνωσης

Υπάρχει ελπίδα;

Standard

Η Γερμανία εξανάγκασε την Ελλάδα να αποδεχθεί ένα πρόγραμμα που θα καταστρέψει την οικονομία της και θα εξαφανίσει τη δημόσια περιουσία της για τα επόμενα πενήντα χρόνια.

Πωλ Μέισον, Τhe Guardian, 18.10.2015 (και στα ελληνικά Η Αυγή, 25.10.2015)

Του Χρήστου Λάσκου

Καρλ Χόφερ, «Το κορίτσι που βάζει δίσκους στο πικάπ», 1939

Καρλ Χόφερ, «Το κορίτσι που βάζει δίσκους στο πικάπ», 1939

Βασικό θέμα της ναυαρχίδας του αστικού τύπου στην Ελλάδα, του διαβόητου ΔΟΛ, το τελευταίο διάστημα, είναι πως οι Ευρωπαίοι εταίροι νιώθουν καθόλα ευχαριστημένοι από τη συμπεριφορά της ελληνικής κυβέρνησης μετά τον Σεπτέμβριο. Δεν χάνουν, λέγεται, ευκαιρία να δηλώνουν πόσο παραγωγικότερη είναι η σχέση μεταξύ των δύο πλευρών, αν συγκριθεί με αυτή που είχαν διαμορφώσει οι προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις. Έκπληκτοι οι «δανειστές» παρακολουθούν την αποφασιστικότητα με την οποία ο Αλέξης Τσίπρας και οι συνεργάτες του έχουν αναλάβει την πλήρη και ακριβή υλοποίηση των συμφωνηθέντων. Σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, συμβαίνουν όλα αυτά που η ελληνική κυβέρνηση έχει εξελιχθεί, όπως σημειώνουν Τα Νέα, από μαύρο πρόβατο στον «καλύτερο εχθρό» του ευρωπαϊκού κατεστημένου.

Θα μπορούσε, βέβαια, να σκεφτεί κανείς πως Τα Νέα κλπ. έχουν τους δικούς τους λόγους να διαχέουν τέτοιες εικόνες. Έχουν τις στοχεύσεις τους, που αντιστοιχούν άμεσα στα συμφέροντα που διακονούν. Άρα, τα πράγματα μπορεί να μην είναι έτσι. Συνέχεια ανάγνωσης

Όμως εγώ παραδέχτηκα την ήττα…

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

 Άρθουρ Ντόουβ, «Κόκκινος ήλιος», 1935


Άρθουρ Ντόουβ, «Κόκκινος ήλιος», 1935

Ο τίτλος, καρφωμένος στο μυαλό μου εδώ και δυο βδομάδες, προσπαθεί να εκφράσει δύο βασικά, για μένα, πράγματα, προκειμένου να συνεχίσουμε: την ήττα και την παραδοχή της. Θα προσπαθήσω να τα εξηγήσω, μαζεύοντας τη σκέψη και τα κουράγια μου.

α) Λέμε όλοι, και σωστά, ότι η συμφωνία (θα) είναι κακή, απέχει από το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, συνιστά ήττα. Ασφαλώς. Όμως πρόκειται για κάτι πολύ παραπάνω. Όχι μόνο δεν ακυρώσαμε τα Μνημόνια, αλλά θα υπογράψουμε ένα καινούργιο· κι αυτό δεν είναι «λεπτομέρεια», αλλά σεισμός, καθώς η κατάργηση των Μνημονίων υπήρξε, τα τελευταία χρόνια, κορμός της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, συνεκτικό του στοιχείο και βασικός λόγος της ανόδου του. Έτσι, η ήττα πλήττει συνολικά τη δυνατότητα άσκησης πολιτικής εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ. Ας υποθέσουμε, λ.χ., ότι (αν και μοιάζει απίθανο σήμερα) χάνει τις επόμενες εκλογές· σε ποια βάση θα αντιπολιτευθεί και θα αντιπαλέψει το Μνημόνιο, αφού το έχει αποδεχθεί;

Υπάρχει, εδώ, μια ποιοτική διαφορά, σε σχέση με άλλες ήττες (ενός συνδικάτου, λ.χ.): η άσκηση της εξουσίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ, καθώς βρίσκεται στην κυβέρνηση, είναι αναγκασμένος –με όποιες «ρωγμές»– να εφαρμόσει τα αντίθετα από όσα έλεγε.

β) Η ήττα αφορά, αν και σε διαφορετικό βαθμό, όλους όσους υποστηρίξαμε το πολιτικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ. Ασφαλώς, ο ρόλος της Μέρκελ και του Σόιμπλε είναι καθοριστικός, και η όλη ιστορία αποκαλυπτική για την «υπαρκτή Ε.Ε.». Ωστόσο, αυτό δεν συνιστά άλλοθι, για να καταλήξουμε ότι, τελικά, εμείς δεν φταίμε. Όχι, δεν τα λέγαμε καλά· και το γράφω, ασφαλώς, και σε ό,τι με αφορά. Και η διάθεση ωραιοποίησης ή υπεκφυγής μου φαίνεται ό,τι χειρότερο· χρειάζεται, νομίζω, συναίσθηση, αναστοχασμός αλλά και, πώς να το πω, ταπεινότητα, συντριβή· όχι για να σκύψουμε το κεφάλι, αλλά για μπορούμε να κοιτάζουμε τους άλλους στα μάτια. Συνέχεια ανάγνωσης

Φυσάμε να πέσουν ή ψάχνουμε ομπρέλα;

Standard

Αριστερά με νέα αντίληψη

του Κωστή Καρπόζηλου

5-kostis

Στέφανος Ρόκος, «14 ρόδια», 2006

«Ένα φύσημα θέλει και πέφτει», με διαβεβαίωνε την άνοιξη του μακρινού 1994 ο σοφός και σίγουρα μεγαλύτερος σε ηλικία σύντροφος, αφού πρώτα είχε εκθέσει επακριβώς τις δομικές αντιφάσεις του παγκόσμιου καπιταλισμού. Λίγο να φυσούσαν οι καταπιεσμένοι της Γης και τότε ο φαινομενικός θριαμβευτής της ανθρώπινης Ιστορίας θα κατέρρεε σαν άλλος χάρτινος πύργος. Μερικές εβδομάδες αργότερα, ο ίδιος αγαπητός σύντροφος μου εξηγούσε ότι ένα απογοητευτικό εκλογικό αποτέλεσμα ήταν η φυσική απόρροια του καταθλιπτικού συσχετισμού δυνάμεων: «Τι τα θες, είναι πανίσχυροι… Θέλει να κάνουμε υπομονή, να περάσει η μπόρα». Από εκεί που το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένα «φου», τώρα χρειαζόμασταν εμείς μια ανθεκτική ομπρέλα — δεν το λες και επιτυχία ακριβώς.

  Η ταλάντευση ανάμεσα στον βολονταρισμό και τον φαταλισμό περιγράφει μια από τις κύριες αντιφάσεις στη σκέψη και στη δράση της Αριστεράς, η οποία ιστορικά μετεωρίζεται ανάμεσα στην αστόχαστη αισιοδοξία και στην παθητική ενσωμάτωση των αποτυχιών της. Οι τελευταίοι έξι μήνες συνιστούν ένα εξαιρετικό παράδειγμα για τις καταστροφικές συνέπειες της ταλάντευσης αυτής. Πριν τις εκλογές του 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ υποστήριζε ότι οι εσωτερικές αντιφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η εγνωσμένη αποτυχία των Μνημονίων επέτρεπαν μια ιδεατή και άνευ κόστους διευθέτηση: την επικράτηση ενός εναλλακτικού σχεδίου που θα οδηγούσε στη ριζική αναθεώρηση των πολιτικών της λιτότητας, δίχως να διακινδυνεύει η θέση της Ελλάδας στον πυρήνα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Σήμερα, η υπόσχεση αυτή έχει ηττηθεί, και η ήττα, με τη σειρά της, οδηγεί στην άλλη όψη του βολονταρισμού: στην εκ των υστέρων παραδοχή ότι ο αντίπαλος ήταν πανίσχυρος, τα περιθώρια για μια εναλλακτική πρόταση εξαρχής ελάχιστα, και οι επιλογές της κυβέρνησης της Αριστεράς, σε αυτό το πλαίσιο, αναγκαστικές. Συνέχεια ανάγνωσης

Το σύστημα έχει φτάσει στα ιστορικά του όρια

Standard

«Μια αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα θα είναι πολύ σημαντική για όλο το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι»

συνέντευξη του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, με την ευκαιρία της κυκλοφορίας της «Γυμνής βασίλισσας» (εκδ. Καστανιώτη)

4-tsoykalas

Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς σπίτι του. Φωτογραφία του Γιώργου Οικονομόπουλου.

Η Γυμνή βασίλισσα. Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη, παρότι μιλάει για την οικονομία και την κυριαρχία της, δεν είναι ένα βιβλίο οικονομικό. Είναι ένα έργο συνολικό, με το οποίο ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς επιβεβαιώνει, για άλλη μια φορά, ότι είναι ένας πολιτικός στοχαστής, με όλη τη σημασία του όρου, και επίσης κατεξοχήν Ευρωπαίος: τόσο επειδή η οπτική του είναι ευρωπαϊκή και διεθνής όσο και γιατί συνομιλεί, όπως και με τα προηγούμενα έργα του, με τους μεγάλους ευρωπαίους ομοτέχνους του. Η Γυμνή Βασίλισσα (που είναι, βέβαια, η οικονομία, και ιδίως η νεοφιλελεύθερη οικονομία) υπερβαίνει τις επιστημονικές εξειδικεύσεις και κλάδους, μέσα από ένα συνολικό πρίσμα. Και το κάνει με γραφή σαφή και απλή (σε σχέση και με προηγούμενα βιβλία του), και συγχρόνως πλούσια, που αντλεί από πολλές επικράτειες, πέραν της θεωρίας και της φιλοσοφίας, όπως η τέχνη, η λογοτεχνία, η ιστορία. Ένα έργο που, με βαθιά πολιτική αγωνία, ανοίγει ζητήματα και θέτει καίρια ερωτήματα, χωρίς να δίνει εύκολες ή τελεσίδικες απαντήσεις. Γιατί, όπως λέει, «είτε το θέλουμε, είτε όχι, η πανούργα Ιστορία μάς περιμένει στη γωνία».

Στρ. Μπ.

Ανιόλο Μπροντζίνο, «Αλληγορία του Χρόνου (λεπτομέρεια), 1545

Ανιόλο Μπροντζίνο, «Αλληγορία του Χρόνου (λεπτομέρεια), 1545

Θα ξεκινήσω από μια διαπίστωση η οποία, όπως γράφεις, αποτελεί κεντρικό άξονα της Γυμνής βασίλισσας ότι το σύστημα έχει φτάσει στα έσχατα ιστορικά του όρια.

Το κεντρικό ερώτημα που θέτω στο βιβλίο δεν είναι επιστημονικό, αλλά πολιτικό: Αν και υπό ποίους όρους το παγκοσμίως εξελισσόμενο νεοφιλελεύθερο σύστημα είναι δυνατόν να αναπαραχθεί. Και όταν λέω αναπαραχθεί, εννοώ αν οι ολοένα οξυνόμενες υφέρπουσες αντιφάσεις είναι δυνατόν να θεραπευθούν ή να αρθούν με τα μέσα τα οποία δίνει το σύστημα στις πολιτικές εξουσίες.

Μέχρι τώρα, στο πλαίσιο των εθνικών κρατών, είτε αυτά ήταν δημοκρατικά είτε αυταρχικά είτε φιλελεύθερα είτε ακόμα φασιστικά, το καπιταλιστικό κράτος είχε μια θεμελιώδη ευθύνη: την ευθύνη να αναπαραγάγει το σύστημα. Kαι το έκανε μέσα από θεσμούς και μηχανισμούς, εν ανάγκη μετατρεπόμενο σε κράτος έκτακτης ανάγκης. Εδώ, ακριβώς, πιστεύω, έγκειται η κρισιμότητα των σημερινών καιρών. Η παγκοσμιοποίηση, αν δεν έχει καταλύσει, έχει αμβλύνει εξαιρετικά, σε σημείο πρωτοφανές, την παρεμβατική ικανότητα των κατεστημένων πολιτικών εξουσιών, των κρατών και, κατ’ επέκταση, των οργανωμένων κοινωνών. Το αποτέλεσμα είναι οι μεγάλες αποφάσεις για το παρόν και το μέλλον των λαών να μην παίρνονται από τα κράτη – εξαιρώ τα πολύ μεγάλα κράτη (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα)· μιλάω για όλα τα άλλα, τα περισσότερα, και προφανώς για την Ελλάδα.

Οι μεγάλες αποφάσεις, λοιπόν, λαμβάνονται από αυτό που ονομάζουμε αγορές. Οι αγορές δεν είναι η αγορά. Η αγορά ήταν μια ιδέα, μια fictio, ένα πλάσμα, ένα αφηρημένο σύστημα ισορροπιών ανάμεσα σε ελεύθερα αναπτυσσόμενες δυνάμεις. Ενώ οι αγορές είναι ένα κέντρο λήψης αποφάσεων, το οποίο προσπαθεί να επιβάλει –και το καταφέρνει σε μεγάλο βαθμό– τα συγκροτημένα και εξειδικευμένα συμφέροντα, τα οποία εκπροσωπεί. Συνέχεια ανάγνωσης

Αντίστροφη Μέτρηση ή Αντίστροφη Ιεράρχηση;

Standard

Με αφορμή την προεδρική εκλογή

του Κωστή Καρπόζηλου

Χαρακτικό του Φρανς Μασερεέλ, από το λεύκωμα «Das Werk», 1928

Χαρακτικό του Φρανς Μασερεέλ, από το λεύκωμα
«Das Werk», 1928

«Αυτές είναι οι αρχές μου, αλλά αν δεν σας αρέσουν έχω και άλλες», είχε κάποτε πει ένας εκ των μεγίστων μαρξιστών, ο Γκράουτσο Μαρξ. Η φράση συνοψίζει τις διεργασίες γύρω από την επικείμενη προεδρική εκλογή: από τις ανερμάτιστες, και συνειδητά αόριστες, δηλώσεις των περιφερόμενων ανεξάρτητων βουλευτών έως τη δημοσιοποιημένη συνομιλία Παύλου Χαϊκάλη και Γιώργου Αποστολόπουλου, αναδύεται η ώσμωση των μεταβαλλόμενων πεποιθήσεων με την τεχνογνωσία της παρασκηνιακής συναλλαγής — όχι κατ’ ανάγκην ή αποκλειστικά οικονομικής. Οι επικοινωνιακοί αυτοί κώδικες, ορατοί και στον αντίστοιχης αισθητικής διάλογο μεταξύ Μπαλτάκου και Κασιδιάρη ή στις συνδιαλέξεις των κατηγορούμενων για τους στημένους ποδοσφαιρικούς αγώνες, μαρτυρούν ένα πολυπλόκαμο δίκτυο μεταξύ πολιτικών παραγόντων, οικονομικών συμφερόντων και δημοσιογραφικών συγκροτημάτων. Όποιος αναζητεί ένα συντονιστικό κέντρο σε αυτό το δίκτυο μάλλον σφάλλει. Δεν πρόκειται για συνωμοσία, αλλά για τα ίδια τα χαρακτηριστικά του ελληνικού καπιταλισμού όπως διαμορφώθηκε από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, την εποχή δηλαδή της ισχυροποίησής του στη Βαλκανική και της νέας αλληλεξάρτησης μεταξύ του πολιτικού προσωπικού και του πλέγματος δημοσίων έργων, αθλητικών σωματείων και δημοσιογραφικών ομίλων.

Στο έδαφος αυτό, η υπόθεση Χαϊκάλη θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα ακόμα επεισόδιο σε μια διαδοχή αποκαλύψεων οι οποίες, ανεξάρτητα απο την αίσθηση που προξενούν, δεν έχουν κλονίσει καθοριστικά το κυρίαρχο σύστημα εξουσίας. Τα πράγματα όμως εδώ είναι πιο σύνθετα: αυτή τη φορά η, στα όρια του τραγέλαφου ως προς τα χαρακτηριστικά της, δημοσιοποίηση της προσπάθειας εξαγοράς της βουλευτικής ψήφου διαπλέκεται με επείγουσες πολιτικές εξελίξεις. Είτε λειτουργήσει διαβρωτικά –όπως εκτιμούν μάλλον οι περισσότεροι– στην κυβερνητική προσπάθεια για τους 180, είτε ενισχύσει –όπως πιστεύω– εφήμερα τις τάσεις φοβικής συσπείρωσης γύρω από το τοτέμ της εθνικής συναίνεσης, οι προεκτάσεις της υπόθεσης Χαϊκάλη συνδέονται με την απαξίωση της κυβέρνησης (αλλά και του πολιτικού συστήματος γενικότερα) και την περαιτέρω ελαχιστοποίηση των δυνατοτήτων που έχει να κερδίσει πολιτικό χρόνο. Συνέχεια ανάγνωσης