Οι Αρχαιολογικοί Διάλογοι ταξιδεύουν στη Μυτιλήνη τον Απρίλη του 2016

Standard

της Δέσποινας Καταπότη 

Οι Αρχαιολογικοί Διάλογοι ξεκίνησαν τη διαδρομή τους στην Αθήνα, στις αρχές της φετινής χρονιάς, από τις 9 έως τις 11 του Γενάρη. Το πρόγραμμα περιλάμβανε παράλληλες συζητήσεις, ανακοινώσεις, προβολές και εργαστήρια, που διεξάγονταν, από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα. Συζητήθηκαν θέματα όπως η μνήμη και η κοινωνική ταυτότητα, η χρήση/ένταξη της αρχαιότητας στις αφηγήσεις της ελληνικής Ακροδεξιάς αλλά και Αριστεράς, η χρήση των νέων τεχνολογιών στην αρχαιολογική έρευνα, η έννοια των «κοινών» και πώς αυτή επηρεάζει τις κυρίαρχες αντιλήψεις περί ανάδειξης μνημείων και αρχαιολογικών χώρων, η συμβολή των κοινωνικών δικτύων στη διαχείριση της αρχαιολογικής πληροφορίας. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκαν εργαστήρια και καλλιτεχνικά δρώμενα που διερεύνησαν τη σχέση του παρελθόντος, και ειδικότερα του υλικού πολιτισμού, με τη σύγχρονη εικαστική κουλτούρα και αισθητική.

Πωλ Ntελβώ, "Η γέννηση της Αφροδίτης"

Πωλ Ntελβώ, «Η γέννηση της Αφροδίτης»

Περισσότερο μια δυναμική συλλογικότητα παρά ένα συμβατικό αρχαιολογικό συνέδριο, οι Διάλογοι πέτυχαν κάτι που μέχρι πρότινος φαινόταν αδιανόητο — τουλάχιστον για τα ελληνικά δεδομένα: έθεσαν τα θεμέλια για τη δημιουργία ενός φόρουμ, ενός τόπου συνάντησης ανοικτού σε εργαζόμενους/ες και άνεργους/ες αρχαιολόγους («ανεξάρτητα από επιμέρους εξειδικεύσεις και χρονολογικούς, εργασιακούς, θεωρητικούς ή άλλους προσδιορισμούς»), καθώς και άλλους επιστήμονες (ανθρωπολόγους, ιστορικούς, ιστορικούς της τέχνης, μουσειολόγους, αρχιτέκτονες), καλλιτέχνες, όπως επίσης και όποιον/α επιθυμούσε να συμμετάσχει στη συζήτηση για το ρόλο της μελέτης του παρελθόντος στη σύγχρονη κοινωνία. Συνέχεια ανάγνωσης

Αμφίπολη: εικόνες από το μέλλον;

Standard

«ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ»: ΕΘΝΟΣ, ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ-1

του Σταθη Γκότση και της Ολγας Σακαλη

Για την ανασκαφή στην Αμφίπολη έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά ως τώρα. Και θα ακολουθήσουν ασφαλώς περισσότερα, καθώς η αρχαιολογική έρευνα θα προχωρά. Ανεξάρτητα πάντως από τη σημασία του ίδιου του ευρήματος και την έκβαση της σχετικής επιστημονικής συζήτησης, μοιάζει να έχουν ήδη διαμορφωθεί οι συνθήκες που θα αφήσουν εφεξής το στίγμα τους στα αρχαιολογικά πράγματα του τόπου.

Ο εναγκαλισμός μιας εν εξελίξει ανασκαφής (και δη στα αρχικά της στάδια) από τον ίδιο τον πρωθυπουργό είναι ασφαλώς καινοφανής, όπως άλλωστε και ο επικοινωνιακός θόρυβος που ξέσπασε έκτοτε. Δεν ήταν ωστόσο τυχαία φαινόμενα. Είναι πλέον ορατό ότι η a priori σύνδεση του μνημείου με τον Μέγα Αλέξανδρο (ή… έστω με τον κύκλο του) αξιοποιείται από τους κυβερνώντες ως μια εξαιρετική ευκαιρία για άσκηση πολιτικής, τόσο εσωτερικής (σε μια περίοδο που μερικοί πιστεύουν ακόμη πως η ανάταξη του εθνικού φρονήματος μπορεί να υπερκεράσει τις κοινωνικές επιπτώσεις από τη μακροχρόνια μνημονιακή πολιτική) όσο και εξωτερικής απέναντι σε έναν αντίπαλο εθνικισμό, ακόμη και ως διπλωματικό χαρτί αναβάθμισης της διεθνούς εικόνας της χώρας.

Tζόρτζιο ντε Κίρικο, «Αριάδνη», 1913

Ανεξάρτητα από τα πρόσκαιρα επικοινωνιακά οφέλη που ενδεχομένως προσπορίζει στο κυβερνητικό στρατόπεδο, η περίπτωση της Αμφίπολης τείνει να συγκροτήσει ένα νέο μοντέλο ανασκαφικής έρευνας και διαχείρισης των μνημείων. Καταρχάς, το ίδιο το εύρημα σχεδόν «εκβιάζεται» να εκπληρώσει προσδοκίες (και προφητείες) τόσο ως προς το χαρακτήρα, τη χρονολόγηση και το περιεχόμενό του όσο και ως προς τους ρυθμούς με τους οποίους θα «αποκαλύψει τα μυστικά και την ταυτότητα του ενοίκου του». Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η επίκληση των βασικών αρχών δεοντολογίας φαντάζει ως ένας περίπου εμμονικός και σίγουρα απαρχαιωμένος λόγος μιας επιστημονικής συντεχνίας. Το προτεινόμενο νέο μοντέλο έχει διαμορφωθεί: οι προκαταρκτικές υποθέσεις εργασίας γίνονται θέσφατα εγκλωβίζοντας την ίδια την πορεία της έρευνας, ενώ η «αξία» του ευρήματος καθορίζεται από τη δυνατότητά του να συνδεθεί με μια αφήγηση ένδοξου εθνικού παρελθόντος, επώνυμων προσώπων ή εντυπωσιακού πλούτου. Τέλος, η ανασκαφική έρευνα οφείλει να προχωρά γρήγορα ή πάντως να προσαρμόζεται στους χρόνους που εξυπηρετούν συγκυριακές επιδιώξεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Aρχαιότητα, εξουσία και εκπαίδευση

Standard

«ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ»: ΕΘΝΟΣ, ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ-2

 του Νίκου Παπαδημητρίου


Ζούμε σε μια χώρα όπου η αρχαιότητα χρησιμοποιείται από την εξουσία ποικιλοτρόπως: ως μέσο προσωπικής προβολής (βλ. Α. Σαμαράς), ως πεδίο συλλογικής προγονολατρίας («περιμέναμε 2300 χρόνια», κατά τον υπουργό Πολιτισμού, για τα ευρήματα της Αμφίπολης), ως ένδειξη φυλετικής υπεροχής («όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες αυτοί έτρωγαν βελανίδια», κατά τον πρώην υφυπουργό Ν. Αθανασόπουλο), ακόμη και ως μέσο νομιμοποίησης της κρατικής βίας (το πρόσφατο πογκρόμ εναντίον μεταναστών ως «Ξένιος Δίας» και παλαιότερα η Μακρόνησος ως «νέος Παρθενών»). Το ότι αυτό αντανακλά την υπέρμετρη σημασία του παρελθόντος για την ελληνική κοινωνία είναι βέβαιο. Το ερώτημα είναι γιατί συμβαίνει και πώς η εξουσία απέκτησε μια τόσο προνομιακή σχέση με την αρχαιότητα, ώστε να μπορεί να τη χρησιμοποιεί με τους πλέον στρεβλούς τρόπους.

Tζόρτζιο ντε Κίρικο, «Οι αρχαιολόγοι», 1968

Εν αρχή ην η ιδέα της αδιάλειπτης συνέχειας του έθνους από τους αρχαίους χρόνους έως σήμερα. Η ιδέα αυτή διαμορφώθηκε σταδιακά στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Από τους πρώτους που επιχείρησαν μια τέτοια σύνδεση με στόχο την «εθνική αφύπνιση του γένους» ήταν ο Ρήγας Φεραίος στη Χάρτα του (1797), όπου περιέλαβε αρχαία τοπωνύμια δίπλα σε σύγχρονα, απεικονίσεις αρχαίων μαχών και νομισμάτων και άλλες ιστορικές αναφορές. Ο Ρήγας, βεβαίως, εμπνεόταν από τη Γαλλική Επανάσταση και οραματιζόταν μια καθολική εξέγερση εναντίον της οθωμανικής απολυταρχίας, στην οποία θα συμμετείχαν «Βούλγαροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί, αράπηδες και άσπροι με μια κοινή ορμή» (Θούριος).

Αυτή η κοινωνική διάσταση του «εθνικού» αγνοήθηκε, φυσικά, από τη βαυαρική μοναρχία, η οποία αντιμετώπισε την αρχαιότητα κυρίως ως μέσο προβολής της νέας της κτήσης στη Δυτική Ευρώπη. Ευνόησε την αρχαιολογία (θεσπίζοντας Αρχαιολογική Υπηρεσία και πανεπιστημιακή σχολή), όπως και τη νεοκλασική αρχιτεκτονική, την αρχαιοπρεπή ονοματοδοσία οδών και την ίδρυση νέων πόλεων δίπλα σε αρχαίες (π.χ. Σπάρτη, Ερέτρια), δεν επιχείρησε όμως να συνδέσει ευθέως την αρχαιότητα με το παρόν. Άλλωστε, η διδασκαλία της ιστορίας ήταν ακόμη προαιρετική στη βασική εκπαίδευση, οι δε ανασκαφές εστίαζαν αποκλειστικά στα κλασικά μνημεία της Αθήνας, ενώ κατάλοιπα άλλων εποχών (συμπεριλαμβανομένης της βυζαντινής) συχνά κατεδαφίζονταν προς χάριν του «οράματος του κλασικισμού». Συνέχεια ανάγνωσης

Το τέλος της αθωότητας

Standard

«ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ»: ΕΘΝΟΣ, ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ-3

 της Δέσποινας Καταπότη

Δεν είναι λίγα τα άρθρα στον Τύπο και το διαδίκτυο, τον τελευταίο καιρό, που επισημαίνουν ότι η επιστήμη της αρχαιολογίας έχει λειτουργήσει (πολλές φορές, και όχι μόνο στην περίπτωση του τύμβου Καστά) ως εργαλείο αναπαραγωγής της εθνικής αφήγησης. Η άποψη δεν είναι νεοφανής: τα τελευταία τριάντα –τουλάχιστον– χρόνια, σε πολλούς γνωστικούς κλάδους των ανθρωπιστικών επιστημών, πλην της αρχαιολογίας, η σχέση παρελθόντος και έθνους βρίσκεται στο επίκεντρο του ερευνητικού ενδιαφέροντος, αποτελώντας ένα από τα δημοφιλέστερα αντικείμενα μελέτης και ακαδημαϊκής παραγωγής. Δεν έχω, ασφαλώς, την πρόθεση να υποτιμήσω τον δικαιολογημένο προβληματισμό της αρχαιολογικής κοινότητας αναφορικά με τις τρέχουσες ιδεολογικοπολιτικές χρήσεις του τύμβου Καστά. Με προβληματίζει, ωστόσο, το ότι απέναντι στο ζήτημα της εθνικοποίησης του παρελθόντος, με (νέα) αφορμή την Αμφίπολη, η αρχαιολογική κοινότητα αντιτάσσει, ως λύση στο πρόβλημα, την επιστροφή στην επιστημονική διαδικασία: Αφήστε επιτέλους τους αρχαιολόγους να κάνουν τη δουλειά τους! Τι ακριβώς σημαίνει όμως αυτό;

06-catapoti

Tζόρτζιο ντε Κίρικο, » Ο κουρασμένος τροβαδούρος», 1960

Πριν λίγες μέρες, στο ιστολόγιό του Nomadic Universality, ο Άκης Γαβριηλίδης έθεσε το ίδιο ακριβώς ερώτημα. Και υποστήριξε ότι ο ρόλος της αρχαιολογίας στη διαδικασία συγκρότησης του εθνικού φαντασιακού στην Ελλάδα την καθιστά ουσιαστικά «μια επιστήμη χωρίς υποκείμενο και σκοπό». Εάν σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της, λέει ο Γαβριηλίδης, η αρχαιολογία υπήρξε μια θεσμοποιημένη πράξη καταστροφής του παρελθόντος και, επιπλέον, ο νόμιμος προστάτης της εθνικής πολιτισμικής κληρονομιάς, πόσο εφικτό είναι να διεκδικήσει λόγο ύπαρξης εκτός του πλαισίου του εθνικού «κτητισμού»; Κατά κανόνα, η απάντηση των αρχαιολόγων είναι ότι το έργο τους συνιστά, πάνω από όλα, μια επιστημονική πράξη, πέρα από θεωρίες και ιδεολογίες, η οποία μέσα από τη συστηματική μελέτη των εμπειρικών της δεδομένων επιτυγχάνει την ανασύσταση του παρελθόντος. Μπορούμε ωστόσο, σήμερα, να μιλάμε αβίαστα για μια «καθαρή», «αντικειμενική» επιστημονική διαδικασία; Συνέχεια ανάγνωσης

Δείπνα στη Στοά

Standard

Ιδεολογία, ιδιωτικοποίηση και ιδιωτεία

της Δέσποινας Κουτσούμπα

ΑΠό την πανευρωπαϊκή καμπάνια του Συλλόγου Αρχαιολόγων ενάντια στις περικοπές στον πολιτισμό

Από την πανευρωπαϊκή καμπάνια του Συλλόγου Αρχαιολόγων ενάντια στις περικοπές στον πολιτισμό

Πριν μία εβδομάδα, το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο ενέκρινε, με ισχυρή πλειοψηφία, τη διοργάνωση δύο ιδιωτικών εκδηλώσεων με δείπνο μέσα στην Αρχαία Αγορά, στη Στοά του Αττάλου, και στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Σηκώθηκε θύελλα αντιδράσεων, κυρίως από τους δημοσιογράφους του πολιτιστικού ρεπορτάζ, για ένα θέμα που, λίγα χρόνια πριν, θα θεωρούνταν αδιανόητο να εισαχθεί, και πολύ περισσότερο να εγκριθεί, από το ανώτατο επιστημονικό συμβούλιο του Υπουργείου Πολιτισμού.
***
desp2Θυμάμαι για χρόνια τον εαυτό μου να εξεγείρεται στο άκουσμα των φράσεων «κοινή γνώμη» ή «αυτό που σκέφτεται ο μέσος άνθρωπος». Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι ξέρει ποιος είναι ο μέσος όρος, πού βρίσκεται η τομή του «μέσου νου», ως κοινή συνισταμένη των απόψεων ανθρώπων διαφορετικών ηλικιών, κοινωνικών θέσεων, ιδεολογικών αντιλήψεων, μόρφωσης — τόσο φανταστικό όσο η Μέση Γη μου φάνταζε. Στην Ελλάδα των Μνημονίων, όπου ο ιστορικός χρόνος συμπυκνώνεται δραματικά, η ερώτηση μου απαντήθηκε• για την ακρίβεια, εικονογραφήθηκε.
Όντως, υπάρχει «κοινός νους». Μόνο που δεν υπάρχει καθαυτός, αλλά διαμορφώνεται. Και δεν αποτελεί τη συνισταμένη της άποψης όλων των πολιτών, αλλά το ακριβώς ανάποδο. Καταρχάς, δεν έχει σχέση με τους πολίτες, αφού διαμορφώνεται στη δημόσια σφαίρα — εκεί όπου η πλειονότητα των πολιτών εξ ορισμού αποκλείεται και παίζουν μπάλα μόνο οι «διαμορφωτές της κοινής γνώμης»: πολιτικοί, δημοσιογράφοι, δημοσιολόγοι. Δεύτερον, δουλειά του «κοινού νου» δεν είναι να συνθέτει απόψεις αλλά να τις ξεχωρίζει. Δεν είναι κοινή συνισταμένη, αλλά διαχωριστική γραμμή.[More…]

Η διαχωριστική μπαίνει εκεί που, κάθε φορά, θέλουν οι διαμορφωτές της να τοποθετήσουν τον μέσο όρο της συζήτησης. Κι αυτός ο μέσος όρος, με τη σειρά του, καθορίζει όχι την άποψη του καθενός ξεχωριστά (δημοκρατία έχουμε, δεν ελέγχει κανείς τη σκέψη σου!), αλλά το πόσο απέχει αυτή η άποψη από το να είναι αποδεκτή. Περιέργως, αυτό λίγο-πολύ φτάνουμε να το αποδεχόμαστε όλοι. Όχι και τόσο περιέργως, γιατί η ιδεολογία δεν είναι επιβολή ούτε «πλύση εγκεφάλου». Δεν θα σου αλλάξει κανείς την προσωπική σου άποψη ή γνώμη –είπαμε, δημοκρατία έχουμε! Θα σου δείξει όμως ότι η άποψή σου είναι μακριά από τον «μέσο όρο»: δεν εκφέρεται δημόσια, άρα είναι αιρετική, ακραία, την ασπάζονται ελάχιστοι εκτός από σένα. Κυρίως, θα σε πείσει ότι, όσο πιο πολύ απέχει από τον μέσο όρο, τόσο πιο ψιθυριστά πρέπει να τη λες…
Μ’ αυτή την έννοια, οι καφρίλες που ακούγονται στα δελτία των 8, τα νεοφιλελεύθερα παραληρήματα στις καθημερινές εφημερίδες, οι εξωφρενικά ακροδεξιές απόψεις από κυβερνητικά χείλη, δεν έχουν σκοπό αναγκαστικά να πείσουν την πλειοψηφία. Είναι δυνατόν να πείσεις την πλειονότητα έστω των τηλεθεατών ότι άμα πιάσουμε πάτο η χώρα θα ανακάμψει, ότι ο γραμματέας της κυβέρνησης μπορεί ελεύθερα να διαφημίζει ότι είναι «αντικομμουνιστής» αλλά αυτό δεν σημαίνει κάτι, ότι όσοι μετανάστες μπαίνουν σε μια βάρκα Γενάρη μήνα είναι λογικό να πνίγονται, ότι είναι βία το πλαστικό μπουκάλι νερό στο αυτοκίνητο Τόμσεν, αλλά είναι ζωτική ανάγκη για τους καταστηματάρχες της Ερμού να «σκουπιστούν» οι απολυμένες καθαρίστριες από την οδό Νίκης;
Όχι, δεν έχουν σκοπό να πείσουν γι’ αυτό καθαυτό που λένε. Έχουν σκοπό να μετατοπίσουν τόσο τον μέσο όρο της συζήτησης, ώστε οι έννοιες «ανθρώπινα δικαιώματα», «δημόσια αγαθά», «ανάγκες των εργαζόμενων» να τοποθετούνται τόσο μακριά από το μέινστριμ, ώστε πλέον να εκφέρονται χαμηλόφωνα, σχεδόν ενοχικά. Και το καταφέρνουν.
***
despΜεγάλη η παρέκβαση. Ας ξαναγυρίσουμε λοιπόν στην αρχική αφορμή, τα δείπνα στη Στοά του Αττάλου. Εδώ και καιρό επανέρχονται επιτακτικά στη δημόσια συζήτηση προτάσεις για την ιδιωτικοποίηση αρχαιολογικών χώρων. Ο περισσότερος κόσμος, και σίγουρα όλα τα μέλη του ΚΑΣ τις θεωρούν εξωφρενικές: τα μνημεία ανήκουν στο δημόσιο. Άρα το «δημόσιο αγαθό» νίκησε τη λογική της «ιδιωτικοποίησης»; Όχι! Γιατί σκοπός της εκφοράς τέτοιων απόψεων δεν είναι αυτή καθαυτή η ιδιωτικοποίηση των αρχαιολογικών χώρων (που, παρεμπιπτόντως, δεν ισχύει πουθενά στον πλανήτη). Σκοπός είναι να μετατοπιστεί τόσο ο μέσος όρος της δημόσιας συζήτησης για τα μνημεία και να εξοβελιστεί η έννοια του κοινωνικού τους ρόλου, ώστε, λ.χ., η οργάνωση πριβέ δείπνων μέσα σ’ αυτά να θεωρείται πλέον απολύτως θεμιτή.
Όπως «λογικό» θεωρείται τις προτεραιότητες των μνημείων να τις ορίζει πια το Διάζωμα, οι ΜΚΟ ή ο ΣΚΑΪ. Όπως «λογικό» θεωρείται να καταργείται κάθε έννοια (και Οργανισμός) δημόσιας χάραξης πολιτικής στην πολεοδομία και τη χωροταξία και να αντικαθίσταται από το Rethink Athens. Μόνο που, για τους ενορχηστρωτές, αυτό δεν είναι ιδεολογία. Είναι απτά και υλικά συμφέροντα: να καθορίζουν οι ιδιώτες τον σχεδιασμό που θα πληρώσει το δημόσιο, καθορίζοντας ακόμη και τους στόχους και την τιμή στην οποία θα το κάνει. Ένας ελέφαντας πίσω από μια παπαρούνα – μα πώς διέφυγε από όλους μας; Συνέχεια ανάγνωσης

Η αρχαιολογία του τοπίου και η «ανάπτυξη» των γκολφ

Standard

Κάβο Σίδερο: ανίερες επενδύσεις στην άκρη της Κρήτης-3

του Γιάννη Χαμηλάκη

Ρενέ Μαγκρίτ, "Αυτό δεν είναι μια πίπα"

Ρενέ Μαγκρίτ, «Αυτό δεν είναι μια πίπα»

Η χρήση εννοιών και μυθολογικών αναφορών της αρχαιότητας για να περιγραφεί κάτι εντελώς αντίθετο από την αρχική τους σημασία δεν είναι ασυνήθιστη. Ας θυμηθούμε τον «Ξένιο Δία», την εφιαλτική και άκρως ρατσιστική επιχείρηση κατά των μεταναστών. Συχνά αυτή η κατάχρηση μας εξοργίζει, και για να εκφράσουμε την οργή μας χρησιμοποιούμε μιαν άλλη αρχαία έννοια: την ύβρι. Και καλώς πράττουμε. Έτσι όμως παραβλέπουμε την απόλυτα στοχευμένη απόπειρα να χρησιμοποιηθεί το συμβολικό κεφάλαιο και η ηθική εξουσία της αρχαιότητας για την επίτευξη σχεδίων αμφιλεγόμενων ή αντιδημοφιλών. Το σκεφτόμουν διαβάζοντας το νέο όνομα της σχεδιαζόμενης τουριστικής «επένδυσης» στον Κάβο Σίδερο: «Ίτανος Γαία». Εμπνευστής της, η βρετανική εταιρεία Loyalward, θυγατρική της Minoan Group (ξανά η αρχαιότητα). Το όνομα ανήκει σε μια από τις πλέον σημαντικές αρχαίες πόλεις της Κρήτης, κηρυγμένο αρχαιολογικό χώρο, που είχε την ατυχία να βρεθεί στην ευρύτερη περιοχή της εν λόγω επένδυσης.
Η ιστορία είναι παλιά και γνωστή, τουλάχιστον στο περίγραμμά της. Αφορά μια έκταση 25 τετραγωνικών χιλιομέτρων, που έμεινε κατά βάση αναλλοίωτη από την ύστερη αρχαιότητα μέχρι σήμερα, διατηρώντας έτσι μια σπάνια βιοποικιλότητα, έναν αριθμό στενά ενδημικών ειδών και ένα μεγάλο φάσμα ιδιαίτερων αρχαιολογικών καταλοίπων, στοιχεία που οδήγησαν στον χαρακτηρισμό της ως περιοχή NATURA 2000, χρήζουσα ειδικής προστασίας. Για όλους και όλες εμάς που καταγόμαστε ή έχουμε στενή σχέση με την περιοχή, ο μυθικός αυτός τόπος πραγματώνει την αντίσταση του κρητικού τοπίου στην επέλαση των βιομηχανικών ΑΠΕ και σε μια τουριστικά κορεσμένη βόρεια ακτή. Η έκταση λοιπόν αυτή παραχωρείται από την ιδιοκτήτη της, τη Μονή Τοπλού, στη Loyalward για «αξιοποίηση» το 1998. Η εταιρεία σχεδιάζει, σε μια από τις πλέον ξηρές και ανεμοδαρμένες περιοχές της Ευρώπης, ένα τεράστιο θέρετρο γκολφ για υψηλά εισοδήματα, με τρία γήπεδα και 7.000 κλίνες, καθώς και μια σειρά άλλες υποδομές. Το σχέδιο εγκρίνεται από τις αρμόδιες αρχές, αλλά οι ισχυρές αντιδράσεις, της τοπικής κοινωνίας, οικολογικών οργανώσεων και επιστημόνων απ’ όλο τον κόσμο το σταματούν, βοηθούσης και της αρνητικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας το 2010, μετά από προσφυγή 300 κατοίκων και επιστημόνων. Συνέχεια ανάγνωσης

Η ποιητική του χώματος

Standard

Μνήμη Γιώργου Χ. Χουρμουζιάδη (1932-2013)

του Γιάννη Χαμηλάκη

                                    «τι σόι κόκκαλα φοράει το σκοτάδι;

                                                   πώς είναι εκεί;  έχει θρόισμα;

                                                   εδώ –όπως τ’ άφησες–»

                                                   Γ. Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο (2013)

Φωτογραφία του Φώτη Υφαντίδη

Φωτογραφία του Φώτη Υφαντίδη

Τον συνάντησα πρώτη φορά στο Ρέθυμνο, στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Εγώ προπτυχιακός φοιτητής, σχεδόν στο πτυχίο, και όμως ακόμα αναρωτιόμουν κατά πόσο η αρχαιολογία μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από στείρα τυπολογική ανάλυση, θετικιστική αφήγηση ή φορμαλιστική ιστορία τέχνης· κατά πόσο  μπορεί να είναι κάτι πέρα από τον αναχωρητισμό, να επικοινωνεί με την κοινωνία και τις έγνοιες της, να μην είναι παντελώς αδιάφορη στις πολιτικές συγκρούσεις του σήμερα.

Η πρόσκληση στάλθηκε μέσω του πολιτιστικού συλλόγου της πόλης, κι αυτός την αποδέχτηκε μετά χαράς. Έκανε λοιπόν το ταξίδι απ’ τη Θεσσαλονίκη, να μας μιλήσει για την επανέκθεση της  αρχαιολογικής συλλογής του Μουσείο του Βόλου, την οποία είχε επιμεληθεί κάποια χρόνια πριν. Και, μέσα απ’αυτή, να μας πει για το μουσείο-σχολείο όπως το ήθελε, και όχι ναό, για την τυραννία της γυάλινης βιτρίνας, για την ιεροποίηση και φετιχοποίηση του αρχαιολογικού αντικειμένου, αλλά και την αντιπρόταση που κατάφερε να υλοποιήσει, κόντρα στην κατεστημένη μουσειολογία. Η αίθουσα όπου γινόταν η διάλεξη, στο Λύκειο των Ελληνίδων, στην παραλία του Ρεθύμνου, σκοτεινή και άχαρη· γύρω μας «παραδοσιακές» στολές και –τι ειρωνεία!– μέσα σε γυάλινες βιτρίνες,  η βαλσαμωμένη εθνική μνήμη να μας επιτηρεί εν είδει Πανοπτικού. Και όμως, μόλις άρχισε η ομιλία, και η εθνική ρητορεία, και η αρχαιολογική ορθοδοξία, και ο μουσειογραφικός κανόνας, έχαναν αργά-αργά, μπροστά στα μάτια μας, την παντοδυναμία τους, το δυναστευτικό τους βάρος πάνω στους ώμους μας. Ακόμα και σήμερα, κάθε φορά που ξεναγώ τους φοιτητές μου στο Μουσείο  του Βόλου  και βλέπω στα μάτια τους καταρχάς την έκπληξη και κατόπιν τον ενθουσιασμό, διαπιστώνω πως ο Γιώργος Χουρμουζιάδης κατόρθωσε κάτι που λίγοι καταφέρνουμε: να ενεργοποιήσει τις απτικές ικανότητες της όρασης, να απελευθερώσει την αισθητηριακή, συναισθηματική και μνημονική δύναμη της υλικότητας. Συνέχεια ανάγνωσης

Από τη Βεργίνα στην Αμφίπολη: Πρώτα ως τραγωδία, μετά ως φάρσα

Standard

του Γιάννη Χαμηλάκη

Mποστ, «Ο Μεγαλέξανδρος με την αδελφή του την Γοργώνα»

Mποστ, «Ο Μεγαλέξανδρος με την αδελφή του την Γοργώνα»

Αμφίπολη Σερρών, Αύγουστος 2013: Η «εθνική αρχαιολογία» σε νέες, ηρωικές περιπέτειες. Ή μήπως όχι και τόσο νέες; 1977-2013, σα να μην πέρασε μια μέρα. Ξανά ένας τύμβος, ένα «μοναδικό» ταφικό μνημείο (γνωστό στους αρχαιολόγους ήδη από τη δεκαετία του ’60), ξανά η βιαστική συσχέτιση με έναν «σημαντικό» νεκρό που εμμέσως πλην σαφώς κατονομάζεται, ξανά οι ομολογημένες ή κρυφές ελπίδες για μια συγκλονιστική αποκάλυψη, ξανά οι από Βορράν εχθροί –αντίπαλοι στη μάχη των συμβόλων– που καραδοκούν.

Παρά τις έστω και καθυστερημένες αντιδράσεις των ανασκαφέων και την ανακοίνωση του Υπουργείου Πολιτισμού που τονίζει πως, σ’ αυτό το στάδιο τουλάχιστον, «οποιαδήποτε ταύτιση με ιστορικά πρόσωπα στερείται επιστημονικής τεκμηρίωσης και είναι παρακινδυνευμένη», άλλη μια κάθοδος στον κόσμο των «επιφανών» νεκρών προετοιμάζεται· άραγε, άλλο ένα δράμα δημόσιας ονειρικής αρχαιολογίας βρίσκεται εν τη γενέσει; Πάντως η στιγμή της αποκάλυψης προετοιμάζεται με «γοργό ρυθμό γιατί [η ανασκαφή] γίνεται με σκαπτικά μηχανήματα και δεν απαιτεί τη γνωστή κοπιαστική αρχαιολογική λεπτολόγηση», όπως γράφτηκε — φράση που θα εξέπληττε τους περισσότερους φοιτητές αρχαιολογίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Παράγοντας και καταναλώνοντας τους «Μινωίτες»

Standard

του Γιάννη Χαμηλάκη και της Νικολέτα Μομιλιάνο

Ο "Πρίγκηψ με τα Κρίνα" του 21ου αιώνα: από την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών της Αθήνας το 2004.

Μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις του 21ου αιώνα ο συλλογικός τόμος Αρχαιολογία και ευρωπαϊκή νεωτερικότητα. Παράγοντας και καταναλώνοντας τους «Μινωίτες» (επιμέλεια:  Γ. Χαμηλάκης, N. Momigliano, κείμενα: Φ. Κάραμποτ, J. Whitley, C.E. Morris, Ph. Duke, K. Lapatin, A. Sherratt, L. Sjögren,  Γ. Χαμηλάκης, Ε. Σολομών, R. Beaton, D. Roessel, C. Gere, F. Blakolmer, V. La Rosa, P. Militello, Ά. Σημανδηράκη, μετ. Ν. Κούτρας).

Ο τόμος, εντασσόμενος στη σχετικά πρόσφατη προσπάθεια της αρχαιολογίας να εξετάσει κριτικά τη γνωστική κληρονομιά της, εστιάζεται στη μινωική Κρήτη, «σημείο συνάντησης τριών ηπείρων, επίκεντρο ατέρμονων ανταγωνισμών και αναζητήσεων, τόπο που έχει χαιρετιστεί ως η “κοιτίδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού”».  Όπως εξηγούν οι επιμελητές,  «εξαιτίας των συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών στις οποίες  η εκ νέου ανακάλυψη της “μινωικής” Κρήτης  έλαβε χώρα και των σύνθετων δεσμών της με την ύστερη ελληνική αρχαιότητα (έναν άλλο ακρογωνιαίο λίθο της ευρωπαϊκής Νεωτερικότητας), το νησί  φαίνεται ότι προσφέρεται ως μια ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα παραδειγματική μελέτη». Έτσι, συζητιούνται ερωτήματα όπως πώς διαμορφώθηκε το «μινωικό» παρελθόν από την ευρωπαϊκή Νεωτερικότητα, πώς χρησιμοποιείται στη διαπραγμάτευση τοπικών, εθνικών και υπερεθνικών ταυτοτήτων ή τη νομιμοποίηση σημερινών επιδιώξεων  και πώς  η παραγωγή της «μινωικής» αρχαιολογίας επηρεάζει αλλά και επηρεάζεται από την τουριστική βιομηχανία και τα media. Δημοσιεύουμε στη συνέχεια αποσπάσματα από την εισαγωγή των επιμελητών, τα οποία δίνουν το στίγμα αυτού του σημαντικού κριτικού και αναστοχαστικού εγχειρήματος.

«E»

Η «μινωική» κληρονομιά και η πρόκληση της μετα-αποικιοκρατίας

Η τοιχογραφία του "γαλάζιου πουλιού"

Ο Phiroze Vasunia μας υπενθύμισε πρόσφατα ότι οποιοσδήποτε στοχα­σμός πάνω στην αρχαιογνωστική επιστημοσύνη και τις κλασικές σπουδές που δεν λαμβάνει υπόψη του το κοινωνικό πλαίσιο της ανάπτυξής τους, δηλαδή την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό του 18ου, 19ου και 20ού αιώνα, είναι αναπόφευκτα οικτρά ελλιπής και παραπλανητικός.

Η επιστημονική παρα­γωγή του «μινωικού» φαινομένου αναπτύχθηκε μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των κλασικών σπουδών, αν και πάντα διατηρούσε αμφίθυμες σχέσεις με αυτές, και πάντα επικοινωνούσε με άλλους κλάδους. Μολαταύτα, η καίρια παρατή­ρηση του Vasunia αφορά άμεσα το παρόν έργο, όχι μόνο ως προς το ευρύτερο πλαίσιό του, αλλά και με ένα πιο συγκεκριμένο τρόπο: όπως διαφαίνεται σε πολλά κεφάλαια που παρόντος τόμου, η «αρχαιολογική εποίκιση» της Κρήτης συμβάδιζε με την πολιτική της μετατροπή σε αποικία στις αρχές του 20ού αιώ­να. Συνέχεια ανάγνωσης