Συρία: η ρωσική επέμβαση και οι στόχοι της

Standard

Ο ρόλος των ΗΠΑ, ο Άσαντ, η αντιπολίτευση, το ΙSIS

συνέντευξη του Ζιλμπέρ Ασκάρ στον Ίλια Μπουντράιτκις για το LeftEast

μετάφραση: Γιάννης Χατζηδημητράκης

 

Έχουν περάσει αρκετές ημέρες από την έναρξη της ρωσικής στρατιωτικής επιχείρησης στη Συρία, και ο στόχος και η στρατηγική της δεν είναι ξεκάθαροι. Οι Ρώσοι αξιωματούχοι από τη μια λένε ότι πρόκειται για μια επιχείρηση εναντίον του ΙSIS, ενώ από την άλλη την παρουσιάζουν, όπως ο Πούτιν στον ΟΗΕ, ως ενίσχυση της νόμιμης κυβέρνησης του Άσαντ. Ποιος είναι ο πραγματικός στόχος της επιχείρησης; Ποιος νομίζετε ότι είναι ο πραγματικός στόχος αυτής της επιχείρησης;

Η αρχική επίσημη αιτιολόγηση της παρέμβασης σχεδιάστηκε προκειμένου η Ρωσία να πάρει το πράσινο φως από τη Δύση, και ιδιαίτερα τις ΗΠΑ. Δεδομένου ότι οι χώρες της Δύσης βομβαρδίζουν το ISIS στη Συρία, δεν μπορούσαν, ασφαλώς, να αρνηθούν στη Ρωσία να κάνει το ίδιο. Με αυτό το πρόσχημα πούλησε ο Πούτιν την επιχείρησή του στην Ουάσινγκτον πριν αρχίσει η εφαρμογή της και η Ουάσιγκτον την αγόρασε. Στην αρχή, προτού οι Ρώσοι ξεκινήσουν τους βομβαρδισμούς, η Ουάσιγκτον χαιρέτιζε τη συμβολή της Ρωσίας στην πάλη ενάντια στο ISIS. Αυτό ήταν, φυσικά, απατηλό. Θα εκπλησσόμουν πραγματικά αν αποδεικνυόταν ότι η Ουάσιγκτον πίστευε ότι η Ρωσία αναπτύσσει δυνάμεις στη Συρία για να πολεμήσει το ISIS.

Δεν θα μπορούσαν να αγνοήσουν το γεγονός ότι ο πραγματικός στόχος της παρέμβασης της Ρωσίας είναι η ενίσχυση του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Άσαντ. Βέβαια, η Ουάσιγκτον είναι σύμφωνη και με τον πραγματικό στόχο της παρέμβασης της Μόσχας: την αποφυγή της κατάρρευσης του καθεστώτος Άσαντ. Από την πρώιμη φάση της εξέγερσης στη Συρία, η κυβέρνηση των ΗΠΑ, ακόμη και όταν ξεκίνησε να λέει ότι ο Άσαντ πρέπει να παραιτηθεί, τόνιζε πάντοτε ότι το καθεστώς πρέπει να παραμείνει στη θέση του. Αντίθετα με ό,τι απλοϊκά πιστεύουν οι επικριτές των ΗΠΑ, η κυβέρνηση Ομπάμα δεν επιθυμεί καθόλου μια «αλλαγή καθεστώτος» στη Συρία – μάλλον το αντίθετο. Ήθελε το καθεστώς Άσαντ χωρίς τον ίδιο τον Άσαντ. Αυτό είναι το «μάθημα» που πήραν από την καταστροφική αποτυχία των ΗΠΑ στο Ιράκ: εκ των υστέρων, πιστεύουν ότι θα έπρεπε να επιλέξουν εκεί ένα σενάριο «σανταμισμού χωρίς τον Σαντάμ», αντί της πλήρους κατάργησης του καθεστώτος.

Αυτός είναι ο λόγος που η παρέμβαση Πούτιν εκτιμήθηκε μάλλον ευνοϊκά στην Ουάσιγκτον. Και υπάρχει πολλή υποκρισία στις καταγγελίες της κυβέρνησης Ομπάμα για το γεγονός ότι τα χτυπήματα στρέφονται εναντίον της μη-ISIS συριακής αντιπολίτευσης. Κατηγορούν τη Ρωσία ότι δεν χτυπάει αρκετά το ISIS: περισσότερα χτυπήματα ενάντια στο ISIS, θα έκαναν πιο εύκολη τη συμπαιγνία τους. Έτσι θα είχαν πολύ λιγότερες αντιρρήσεις με τα χτυπήματα που βοηθούν στη διάσωση του καθεστώτος Άσαντ. Επιπλέον, η Ουάσιγκτον ελπίζει ότι ο Πούτιν δεν θα εμποδίσει μόνο την κατάρρευση του καθεστώτος, αλλά επίσης θα βοηθήσει στην επίτευξη κάποιου είδους πολιτικής διευθέτησης της σύγκρουσης. Προς το παρόν, όλα αυτά είναι περισσότερο ευσεβείς πόθοι από οτιδήποτε άλλο.

Ο βασικός στόχος της στρατιωτικής επέμβασης της Ρωσίας στη Συρία ήταν η στήριξη του καθεστώτος σε μια εποχή που αυτό έχει υποστεί πολύ βαριές απώλειες. Ο ίδιος ο Άσαντ παραδέχτηκε τον Ιούλιο την αδυναμία του να διατηρήσει υπό την κατοχή του εδάφη της επικράτειας που ήλεγχε μέχρι τότε. Η επέμβαση της Μόσχας έχει στόχο να αποφευχθεί η κατάρρευση του καθεστώτος και, εν συνεχεία, αυτό να μπορέσει να ανακαταλάβει τα εδάφη που έχασε το περασμένο καλοκαίρι. Αυτός είναι ο βασικός και πρωταρχικός στόχος της ρωσικής επέμβασης.

Υπάρχει ένας δεύτερος στόχος, που υπερβαίνει κατά πολύ τη Συρία, και εκφράζεται με το γεγονός ότι η Ρωσία έστειλε στη Συρία μέρος των αεροπορικών της δυνάμεων και εξαπέλυσε τους Κρουζ πύραυλους της από την Κασπία. Μοιάζει με την «Ώρα του Κόλπου» για τον ρώσικο ιμπεριαλισμό. Ο Πούτιν κάνει σε μικρότερη κλίμακα ότι έκαναν οι Ηνωμένες Πολιτείες το 1991, όταν παρουσίασαν τα εξελιγμένα όπλα τους κατά του Ιράκ στον πρώτο πόλεμο του Κόλπου. Αυτός ήταν ένας τρόπος για να πουν στον κόσμο: «Δείτε πόσο ισχυροί είμαστε! Δείτε πόσο αποτελεσματικά είναι τα όπλα μας!». Και αυτό ήταν ένα σημαντικό κίνητρο για την επαναβεβαίωση της ηγεμονίας των ΗΠΑ σε μια κρίσιμη ιστορική στιγμή. Ήμασταν τότε στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου· το έτος 1991, όπως θυμάστε, ήταν η τελευταία χρονιά της Σοβιετικής Ένωσης. Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός χρειαζόταν την επανεπιβεβαίωση της ηγεμονίας του στο παγκόσμιο σύστημα.

Ο Πούτιν, μ’ αυτή την επίδειξη δύναμης, μοιάζει να λέει σε ολόκληρο τον πλανήτη: «Και εμείς οι Ρώσοι έχουμε εξελιγμένα όπλα, μπορούμε να σας διαθέσουμε και, στην πραγματικότητα, είμαστε ένας πιο αξιόπιστος σύμμαχος από τις ΗΠΑ». Ο εκφοβισμός του Πούτιν έρχεται σε αντίθεση με τη δειλή στάση της κυβέρνησης Ομπάμα στη Μέση Ανατολή τα τελευταία χρόνια. Ο Πούτιν κερδίζει φίλους στην περιοχή. Έχει αναπτύξει σχέσεις με τον Σίσι στην Αίγυπτο και την ιρακινή κυβέρνηση. Το Ιράκ και η Αίγυπτος είναι δύο κράτη που θεωρούνται ότι βρίσκονται στην σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ, αλλά και τα δύο υποστηρίζουν τη ρωσική επέμβαση, και τα δύο αγοράζουν τώρα όπλα από τη Ρωσία και αναπτύσσουν τις στρατιωτικές και στρατηγικές τους σχέσεις με τη Μόσχα.

Από αυτή την οπτική γωνία, η συνεχής παρέμβαση της Ρωσίας θα πρέπει να θεωρηθεί ως μέρος ενός δι-ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού. Πριν από δεκαπέντε και πλέον χρόνια, ανέλυσα τον πόλεμο στο Κοσσυφοπέδιο ως μέρος ενός νέου Ψυχρού Πολέμου. Ο χαρακτηρισμός αυτός επικρίθηκε τότε. Τώρα, είναι προφανές ότι ζούμε μέσα σ’ αυτό.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι η ρωσική επέμβαση συνιστά μια πλήρη αποτυχία της πολιτικής των ΗΠΑ, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι υπάρχει ένα κρυφό αμερικανικό σχέδιο για να εμπλακεί η Ρωσία σε αυτή τη σύγκρουση. Και, προφανώς, έχουμε διχογνωμία στην αμερικανική ελίτ γύρω από το ζήτημα της Συρίας. Ποια νομίζετε ότι είναι η θέση των ΗΠΑ σε αυτήν την κατάσταση;

Υπήρχε σίγουρα μια συνεχής διαφωνία σε κορυφαίο επίπεδο στις ΗΠΑ όσον αφορά τη Συρία. Δεν είναι μυστικό ότι υπήρχε διαφωνία σχετικά με το ζήτημα της παροχής στήριξης προς την κύρια συριακή αντιπολίτευση μεταξύ Ομπάμα και Χίλαρι Κλίντον –όταν ήταν υπουργός Εξωτερικών–, με τους στρατιωτικούς και τη CIA να συμμερίζονται την άποψή της. Το 2012, όταν ξεκίνησε αυτή η διαμάχη, ο Ελεύθερος Συριακός Στρατός ήταν ακόμα η κυρίαρχη δύναμη στην αντιπολίτευση. Η αδυναμία του, λόγω της έλλειψης υποστήριξης από την Ουάσιγκτον και ειδικά του βέτο των ΗΠΑ σχετικά με τον εφοδιασμό του με αντιαεροπορικά αμυντικά μέσα, επέτρεψε στους τζιχαντιστές να αναπτυχθούν παράλληλα και να αποκτήσουν αργότερα ακόμη μεγαλύτερη σημασία ως ένοπλη αντιπολίτευση στο συριακό καθεστώς. Εκείνοι που τάσσονταν υπέρ της υποστήριξης της κυρίαρχης τάσης της αντιπολίτευσης, όπως η Κλίντον και ο τότε διευθυντής της CIA Ντέιβιντ Πετρέους, πιστεύουν ότι τα γεγονότα τους δικαίωσαν, ότι η καταστροφική εξέλιξη της κατάστασης στη Συρία είναι, σε μεγάλο βαθμό, αποτέλεσμα της λανθασμένης πολιτικής Ομπάμα.

Διαδήλωση υποστήριξης στον Πούτιν, Δαμασκός, 2012 (πηγή: Corriere della Sere/AP)

Διαδήλωση υποστήριξης στον Πούτιν, Δαμασκός, 2012 (πηγή: Corriere della Sere/AP)

Ο Ομπάμα βρίσκεται, πράγματι, αντιμέτωπος με έναν τρομερά αρνητικό απολογισμό της πολιτικής του στη Συρία. Είναι μια πλήρης καταστροφή, από οποιαδήποτε οπτική γωνία και αν το δει κανείς, ανθρωπιστική ή στρατηγική. Οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πολύ ανήσυχες για το τεράστιο κύμα προσφύγων, ως αποτέλεσμα μιας τεράστιας ανθρωπιστικής καταστροφής. Η κυβέρνηση Ομπάμα προσπαθεί να παρηγορηθεί, λέγοντας ότι η Ρωσία πέφτει σε μια παγίδα, ότι η κατάσταση θα μετατραπεί σε ένα δεύτερο Αφγανιστάν γι’ αυτήν. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι, στην πρόσφατη κριτική του για την ρωσική επέμβαση, ο Ομπάμα χρησιμοποίησε τον όρο «τέλμα» – έναν όρο που χρησιμοποιήθηκε για τις ΗΠΑ στο Βιετνάμ, και τη Σοβιετική Ένωση στο Αφγανιστάν. Η Ρωσία πρόκειται τώρα να εμπλακεί σε ένα τέλμα στη Συρία, υποστηρίζει. Ευσεβείς πόθοι, που έχουν στόχο, να γλυκάνουν το χάπι μιας μεγάλης αποτυχίας.

Προς το παρόν, οι σημαντικότεροι σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, δεν φαίνεται να έχουν σαφή αρνητική θέση σχετικά με τη ρωσική επέμβαση. Πιστεύετε ότι η ρωσική επέμβαση προκάλεσε διχογνωμία μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης και θα μπορούσε να δώσει την ευκαιρία στη Ρωσία να ασχοληθεί με την Ευρωπαϊκή Ένωση, εκτός από τις ΗΠΑ;

Δεν το νομίζω. Πρώτα απ’ όλα, δεν υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ των θέσεων της Γαλλίας και των ΗΠΑ. Η θέση της Γερμανίας είναι ελαφρώς διαφορετική επειδή δεν εμπλέκεται άμεσα στη στρατιωτική δράση εναντίον του ISIS. Η Γαλλία επικρίνει τη Ρωσία που θέτει στο στόχαστρο την μη-ISIS αντιπολίτευσης. Και η γαλλική θέση είναι πολύ αυστηρή στο θέμα του Άσαντ. Όπως η Ουάσιγκτον, και ακόμη πιο κατηγορηματικά, το Παρίσι λέει ότι ο Άσαντ πρέπει να φύγει και ότι δεν πρόκειται να υπάρξει πολιτική μετάβαση στη Συρία όσο παραμένει. Και αυτό στην πραγματικότητα είναι προφανές, γιατί αν πρόκειται να γίνει μια πολιτική μετάβαση κατόπιν συμφωνίας συμβιβασμού ανάμεσα στο καθεστώς και την αντιπολίτευση, δεν υπάρχει περίπτωση η τελευταία να δεχθεί κάποιο είδος κοινής κυβέρνησης υπό την προεδρία Άσαντ. Η θέση της Ουάσιγκτον και του Παρισιού βασίζεται σ’ αυτό. Έρχεται σε αντίθεση με τη Μόσχα, η οποία θεωρεί τον Άσαντ τον νόμιμο πρόεδρο και επιμένει ότι κάθε συμφωνία θα πρέπει να εγκριθεί από αυτόν. Για την ώρα υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στις δύο θέσεις.

Όπως είπα, η Ουάσιγκτον και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί της τρέφουν ευσεβείς πόθους. Ελπίζουν πως, από τη στιγμή που θα σταθεροποιήσει το συριακό καθεστώς, ο Πούτιν θα ασκήσει πίεση προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος για μια συμβιβαστική λύση, σύμφωνα με την οποία ο Άσαντ θα δεχόταν να παραδώσει την εξουσία, με μια μεταβατική περίοδο προτού γίνουν εκλογές. Η Άνγκελα Μέρκελ –αν και διόρθωσε τη δήλωση της την επόμενη μέρα– είπε ότι, κατά κάποιο τρόπο, η διεθνής κοινότητα θα πρέπει να συνδιαλλαγεί με τον Άσαντ. Και ακούμε το ίδιο από αρκετές πλευρές στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ: «Σε τελευταία ανάλυση, ο Άσαντ είναι καλύτερος από το ISIS. Μπορούμε να κάνουμε δουλειά μ’ αυτόν. Ας συμφωνήσουμε μαζί του σε κάποιο είδος μετάβασης». Κάτι τέτοιο θα ήταν αυτοκαταστροφικό. Το μόνο αποτέλεσμά του είναι να ενώνει την μη-ISIS αντιπολίτευση εναντίον αυτής της προοπτικής. Η ένοπλη αντιπολίτευση περιλαμβάνει όλες τις αποχρώσεις του «τζιχαντισμού», που πλειοδοτούν ο ένας εναντίον του άλλου στην αντίθεσή τους προς τον Άσαντ. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος οποιοδήποτε αξιόπιστο τμήμα της αντιπολίτευσης να δεχτεί μια συμφωνία που θα περιλαμβάνει τη συνέχιση της παρουσίας του Άσαντ. Η αποχώρησή του αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για οποιαδήποτε πολιτική διευθέτηση με στόχο να σταματήσει ο πόλεμος στη Συρία. Διαφορετικά, απλώς δεν θα σταματήσει.

Η Ουάσιγκτον έχει κάνει πολλές υποκριτικές δηλώσεις καταδικάζοντας τη δράση της Ρωσίας, παρά το γεγονός ότι σε πρώτη φάση είχε ανάψει το πράσινο φως. Ο κύριος λόγος για αυτό είναι ότι δεν θέλουν να εμφανίζονται ως ανοικτοί υποστηρικτές της διάσωσης του καθεστώτος Άσαντ, και έτσι να αποξενωθούν από τους σουνίτες της περιοχής. Στην πραγματικότητα, χρησιμοποιούν τη ρωσική επέμβαση για να δημιουργήσουν ένα εμπόδιο μεταξύ της Μόσχας και των χωρών με σουνιτική πλειοψηφία. Οι Σαουδάραβες είχαν αρχίσει συνομιλίες με τη Ρωσία και έχει αναφερθεί ότι θα δέχονταν μια συμφωνία για αύξηση της τιμής του πετρελαίου, ως αντάλλαγμα για μια αλλαγή στάσης της Ρωσίας απέναντι στη Συρία. Και τώρα είναι πλέον πολύ απογοητευμένοι από την παρέμβαση της Μόσχας, αν και ίσως ελπίζουν ακόμα ότι ο Πούτιν μπορεί να επιβάλει τελικά την αποχώρηση του Άσαντ.

Ωστόσο, εν τω μεταξύ, η Μουσουλμανική Αδελφότητα και οι κληρικοί μουσουλμάνοι του Σαουδικής Αραβίας καλούν σε ιερό πόλεμο εναντίον του «δεύτερου Αφγανιστάν της Ρωσίας», σε μια εντυπωσιακή συμφωνία με την περιγραφή της στρατιωτικής περιπέτειας Πούτιν ως ιερού πολέμου εκ μέρους της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Δείτε τη διαφορά μεταξύ των προηγούμενων ιμπεριαλιστικών πολέμων των τελευταίων χρόνων: ο πόλεμος αντιμετωπιζόταν ως θρησκευτικός μόνο από την μουσουλμανική πλευρά. Τώρα, για πρώτη φορά έπειτα από πολλά πολλά χρόνια, έχουμε μια σύγκρουση «Ιερών Πολεμιστών»! Με αυτή την έννοια, ο Πούτιν είναι ένα «θείον δώρο» για τους τζιχαντιστές: ο τέλειος εχθρός.

Γνωρίζετε, ίσως, τη μυστική επίσκεψη του ιρανού στρατηγού Κασέμ Σολεϊμανί, το καλοκαίρι, στη Μόσχα. Η τελική απόφαση για την παρέμβαση της Ρωσίας ελήφθη μετά τη συνάντηση — και το Ιράν έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απόφαση αυτή. Ποιο νομίζετε ότι είναι το ενδιαφέρον του Ιράν για τη ρωσική επέμβαση;

Το Ιράν μοιράζεται με την Ρωσία το κοινό ενδιαφέρον για τη διατήρηση του καθεστώτος Άσαντ, ενός στρατηγικού σύμμαχου των δύο χωρών. Για το Ιράν, η Συρία αποτελεί βασικό σύνδεσμο σε έναν άξονα που περνά από την Τεχεράνη στη Χεζμπολάχ στο Λίβανο, μέσα από το Ιράκ και τη Συρία. Η Συρία είναι ζωτικής σημασίας για τον εφοδιασμό της Χεζμπολάχ από το Ιράν. Παρέχει στο Ιράν στρατηγική πρόσβαση στη Μεσόγειο. Για τη Ρωσία, τώρα, η Συρία είναι η μόνη χώρα της Μεσογείου που φιλοξενεί ρωσικές ναυτικές και αεροπορικές βάσεις. Αυτός είναι ο λόγος που βλέπουμε σήμερα στη Συρία μια αντεπίθεση που συνδυάζει τις δυνάμεις του Άσαντ, ιρανικά και φιλοϊρανικά στρατεύματα, καθώς και τη ρωσική αεροπορική υποστήριξη και υποστήριξη πυρός. Σε όλη την γκάμα των προθέσεων και των σκοπών του, το καθεστώς Άσαντ ήταν πλήρως εξαρτημένο από το Ιράν για αρκετό χρονικό διάστημα. Το Ιράν κάνει κουμάντο στη Συρία. Και, βέβαια, η Ρωσία ασκεί επίσης σημαντική επιρροή στη Δαμασκό, λόγω του ότι είναι ο βασικός της προμηθευτής όπλων. Η εξελισσόμενη ρωσική επέμβαση σίγουρα έχει ενισχύσει σημαντικά τον ρόλο της Ρωσίας. Υπάρχουν κάποιοι στη Δύση που καλωσορίζουν αυτή την αύξηση επιρροής θεωρώντας ότι συντελείται εις βάρος του Ιράν: ευσεβείς πόθοι και πάλι!

Τα ρωσικά μέσα ενημέρωσης παρουσιάζουν τώρα την κατάσταση στη Συρία ως εξής: μια νόμιμη κυβέρνηση με ομαλότητα από τη μια, και διαφορετικές δυνάμεις που προσπαθούν να καταστρέψουν το κράτος και να προκαλέσουν χάος από την άλλη. Η άλλη άποψη είναι ότι το καθεστώς Άσαντ μεταμορφώθηκε βαθιά κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου και δεν μπορεί κανείς να πει ότι πρόκειται για ένα «κανονικό» κράτος που αντιμετωπίζει αντικρατικές δυνάμεις. Υπάρχει εκφυλισμός του κράτους και το σημερινό καθεστώς Άσαντ είναι ένα προϊόν αυτού. Ποια είναι η πραγματική φύση του καθεστώτος Άσαντ τώρα και πόσο άλλαξε κατά τη διάρκεια του πολέμου;

Στρατιώτης του Συριακού στρατού. Το αυτοκόλλητο στο όπλο γράφει

Στρατιώτης του Συριακού στρατού. Το αυτοκόλλητο στο όπλο γράφει «Η Συρία είναι εντάξει». πηγή: Telegraph/AP

Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με την αδιάκοπη περιγραφή, από τον Πούτιν και τον Λαβρόφ, του καθεστώτος Άσαντ ως «νόμιμης» κυβέρνησης. Αυτή βασίζεται σε μια πολύ περιορισμένη έννοια της νομιμότητας. Μπορεί να είναι «νόμιμη» κυβέρνηση κατά τα πρότυπα των Ηνωμένων Εθνών, αλλά σίγουρα δεν είναι «νόμιμη», καθώς ποτέ δεν εξελέγη δημοκρατικά. Το καθεστώς είναι προϊόν ενός πραξικοπήματος που έλαβε χώρα πριν από 45 χρόνια. Βρίσκεται ακόμα στην εξουσία μέσω της κληρονομικής μεταβίβασης της προεδρίας, ως μια οιονεί βασιλική δυναστεία που κυβερνά τη χώρα με τη βοήθεια των υπηρεσιών ασφαλείας και της στρατιωτικής δικτατορίας. Στη Συρία δεν υπήρξαν ελεύθερες εκλογές και πολιτικές ελευθερίες εδώ και μισό αιώνα. Και αυτό το καθεστώς έχει αποξενωθεί ακόμα περισσότερο από τον λαό κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών με την επιτάχυνση των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων που οδηγούν στην εξαθλίωση ευρέων στρωμάτων, ιδίως στην ύπαιθρο, και την απότομη άνοδο της ανεργίας και του κόστους ζωής.

Η κατάσταση είχε γίνει ανυπόφορη, γι’ αυτό και συνέβη η λαϊκή εξέγερση το 2011. Η απάντηση του καθεστώτος ήταν η ωμή βία, η οποία αυξανόταν σταδιακά, δολοφονώντας περισσότερους ανθρώπους κάθε μέρα και δημιουργώντας μια κατάσταση που έκανε την εξέγερση να μετατραπεί σε εμφύλιο πόλεμο. Εκτός αυτού, το καθεστώς, το καλοκαίρι-φθινόπωρο του 2011, απελευθέρωσε τους τζιχαντιστές που κρατούνταν στις φυλακές. Το έκανε επειδή ήθελε να δημιουργήσει ένοπλες ομάδες τζιχαντιστών –το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της απελευθέρωσης τους σε κατάσταση εξέγερσης– προκειμένου να επιβεβαιώσει το ψέμα που διέσπειρε από την αρχή: ότι είχε να αντιμετωπίσει μια τζιχαντιστική εξέγερση. Κι αυτό αποδείχθηκε, πράγματι, μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία, καθώς οι αγωνιστές τους οποίους απελευθέρωσε το καθεστώς από τις φυλακές ηγούνται σήμερα μερικών από τις βασικές ομάδες τζιχαντιστών στη Συρία. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε το γεγονός πως ό,τι και να πει κανείς για τον αντιδραστικό χαρακτήρα ενός μεγάλου τμήματος όσων μάχονται το καθεστώς, καταρχήν είναι το ίδιο το καθεστώς που τους γέννησε. Γενικότερα, με την σκληρότητα του, το καθεστώς έχει δημιουργήσει τη δυσαρέσκεια που ευνόησε την ανάπτυξη του τζιχαντισμού και του ISIS. Το ISIS πράγματι είναι μια βάρβαρη απάντηση στη βαρβαρότητα του καθεστώτος, αυτό που εγώ αποκαλώ μια «σύγκρουση βαρβαροτήτων».

Υπάρχει και μια άλλη πτυχή. Το καθεστώς του Άσαντ είναι τώρα αρκετά χειρότερο από ό,τι πριν από την εξέγερση. Δεν είναι πλέον μόνο ένα δικτατορικό κράτος αλλά μια χώρα στην οποία ανεξέλεγκτοι δολοφόνοι γκάνγκστερ, οι σαμπίχα όπως λέγονται στα αραβικά, κάνουν κουμάντο. Τρομοκρατούν τον πληθυσμό και αυτός είναι ο λόγος που μεγάλο μέρος του πρόσφατου κύματος προσφύγων οι οποίοι καταφεύγουν στην Ευρώπη, προέρχεται από περιοχές που ελέγχονται από το καθεστώς. Υπάρχουν πάρα πολλοί που δεν υποφέρουν πλέον να συνεχίσουν να βρίσκονται υπόδουλοι των εν λόγω εγκληματιών, που έχει εκθρέψει το καθεστώς Άσαντ. Ο συριακός πληθυσμός δεν έχει καμία πίστη στο μέλλον του καθεστώτος. Ως εκ τούτου, όλοι όσοι μπορούσαν οικονομικά, αποφάσισαν να φύγουν στην Ευρώπη. Πολλοί από τους πρόσφυγες, όπως μπορείτε να δείτε στα τηλεοπτικά ρεπορτάζ, δεν προέρχονται από τα φτωχότερα τμήματα του πληθυσμού, αλλά από τη μεσαία τάξη. Συχνά πούλησαν ό, τι είχαν στη Συρία, επειδή δεν έχουν καμία ελπίδα να επιστρέψουν! Αυτό έχει τεράστιο κόστος για το μέλλον της χώρας. Εκείνοι που παραμένουν στη Συρία είναι είτε οι άνθρωποι που δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς, είτε κερδοσκόποι του πολέμου.

Η κατάσταση είναι πολύ ζοφερή. Κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει τους Σύρους για την απόφασή τους να εγκαταλείψουν τη χώρα τους, δεδομένου ότι όντως χρειάζεται πολλή αισιοδοξία για να διατηρήσει κανείς κάποια ελπίδα για το μέλλον της Συρίας. Παρ’ όλα αυτά –και ας μην ξεχνάμε ότι έχουμε δει ιστορικά ακόμη δραματικότερες καταστάσεις– μπορεί να σημειωθεί ανάκαμψη, αν και μπορεί να χρειαστούν πολλά χρόνια. Η πρώτη προϋπόθεση για την παύση του πολέμου και την έναρξη της οποιασδήποτε διαδικασίας ανάκαμψης στη Συρία είναι, σε κάθε περίπτωση, η αποχώρηση του Άσαντ. Όσο παραμένει στην εξουσία, δεν θα είναι δυνατόν να τερματιστεί αυτή η φοβερή τραγωδία.

Τα δυτικά μέσα ενημέρωσης εξακολουθούν να μιλάνε για μια μετριοπαθή αντιπολίτευση στη Συρία, ενώ το κύριο αντεπιχείρημα του Πούτιν είναι ότι δεν υπάρχουν σαφή σύνορα ανάμεσα στους μαχητές της Τζιχάντ και τη μετριοπαθή ένοπλη αντιπολίτευση. Μπορείτε να μας κάνετε περιγραφή των ομάδων της αντιπολίτευσης που δεν συνδέονται με το ISIS;

Σύρiος στη Δαμασκό διαβάζει την εφημερίδα al-Thawra (η επανάσταση)με πρωτοσέλιδη φωτογραφία από την συνάντηση του Μπασάρ αλ-Άσαντ με τον Βλαντιμίρ Πούτιν στη Μόσχα, στις 22 Οκτώβρη. πηγή: AFP

Υπάρχει πολύ μεγάλη γκάμα ομάδων, από τις πρώτες ένοπλες ομάδες του Ελεύθερου Συριακού Στρατού, οι οποίες ήταν σχετικά κοσμικές και αδογμάτιστες, μέχρι όλες τις αποχρώσεις των τζιχαντιστών έως το συριακό παρακλάδι της Αλ Κάιντα, Αλ-Nούσρα. Όλοι οι τζιχαντιστές ασπάζονται το πρόγραμμα για την επιβολή της σαρία και την επιβάλλουν στην περιοχές που βρίσκονται υπό τον έλεγχό τους. Ωστόσο, καμία από αυτές τις ομάδες, συμπεριλαμβανομένης της Αλ-Nούσρα, δεν πλησιάζει την απίστευτη βαρβαρότητα του ISIS, το οποίο είναι η πιο άσχημη καρικατούρα φονταμενταλιστικού κράτους που θα μπορούσε να έχει βγει μέσα από ένα έργο μυθοπλασίας. Οι μη-ISIS ισλαμικές ομάδες της αντιπολίτευσης αντιπροσωπεύουν ένα συνεχές ισλαμικών φονταμενταλιστικών δυνάμεων, από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα μέχρι την Αλ Κάιντα – και όλες αντιτάσσονται στο ISIS.

Τίποτα από όλα αυτά δεν εμπνέει αισιοδοξία για το μέλλον της Συρίας. Πράγματι, η βαρβαρότητα του καθεστώτος έχει σκοτώσει πολύ περισσότερους από οποιονδήποτε άλλο, συμπεριλαμβανομένου και του ISIS. Αλλά οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης αντιπροσωπεύουν εναλλακτικές λύσεις που δεν είναι διόλου ενθαρρυντικές. Ωστόσο, προϋπόθεση για κάθε ανάκαμψη και ειρήνευση, όπως είπα παραπάνω, είναι να απαλλαγούμε από τον Άσαντ.

Επίσης υπάρχουν οι κουρδικές δυνάμεις στη Συρία, η πιο προοδευτική ένοπλη ομάδα που συμμετέχει σ’ αυτή την μάχη – αν όχι η μοναδική. Ο κύριος αγώνας τους διεξάγεται μέχρι τώρα εναντίον του ISIS, ενώ υιοθέτησαν μια κάπως ουδέτερη στάση μεταξύ του καθεστώτος και της υπόλοιπης αντιπολίτευσης. Από πέρυσι, υποστηρίζονται από τις ΗΠΑ μέσω αεροπορικών επιδρομών και όπλων. Ουσιαστικά, ασχολούνται με τον έλεγχο και την υπεράσπιση των κουρδικών κατοικημένων περιοχών. Για να μπορέσουν να παίξουν κάποιο ρόλο στη μάχη πέρα ​​από τις περιοχές τους, και έτσι στον καθορισμό της μοίρας της Συρίας στο σύνολό της, πρέπει να συμμαχήσουν με τους Άραβες και άλλες μειονότητες. Γι’ αυτό πιέζει –με κάποια επιτυχία– η Ουάσιγκτον, πρώτα βάζοντας τους να συνεργαστούν με ομάδες του Ελεύθερου Συριακού Στρατού, και τώρα με τις συριακές αραβικές φυλές, στο πρότυπο που ακολούθησαν η ΗΠΑ στο Ιράκ εναντίον της Αλ-Κάιντα, που σήμερα αναβιώνει εναντίον του ISIS. 

Νομίζετε ότι είναι πιθανό να επικρατήσει κάποιο είδος συνασπισμού, ο οποίος θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει μια προοδευτική προοπτική για το μέλλον της χώρας; 

Για να είμαι ειλικρινής, δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος όσον αφορά συνολικά τις υπάρχουσες δυνάμεις της αντιπολίτευσης. Προς το παρόν, το καλύτερο που μπορούμε να ελπίζουμε είναι να σταματήσει ο πόλεμος. Προτεραιότητα είναι να σταματήσει αυτή η φρικτή αιματοχυσία και καταστροφή της χώρας. Μια προοδευτική εναλλακτική λύση θα πρέπει να φτιαχτεί από το υπάρχον δυναμικό. Αν και δεν υπάρχουν σημαντικές οργανωμένες δυνάμεις που να εκπροσωπούν μια προοδευτική εναλλακτική λύση, υπάρχει ένα σημαντικό δυναμικό, που αποτελείται από πολλούς νέους ανθρώπους, που ξεκίνησαν την εξέγερση το 2011. Χιλιάδες από αυτούς είναι τώρα στην εξορία, άλλοι βρίσκονται στη φυλακή. Και πολλοί άλλοι βρίσκονται ακόμη στη Συρία, αλλά δεν μπορούν να παίξουν κάποιο καθοριστικό ρόλο στον Εμφύλιο Πόλεμο. Πρέπει πρώτα να σταματήσει ο πόλεμος. Οτιδήποτε οδηγήσει στο τέλος του πολέμου, θα είναι θετική εξέλιξη από την άποψη αυτή. Θα χρειαστεί, όμως, η ανάδυση μιας νέας προοδευτικής εναλλακτικής λύσης στη βάση των υφιστάμενων δυνατοτήτων, προκειμένου η κατάσταση να εμπνεύσει κάποια αισιοδοξία.

Μπορεί όμως να πιστέψει κανείς ότι οι συγκρούσεις θα σταματήσουν μόνο με κάποια βοήθεια ή κάποια παρέμβαση από το εξωτερικό; Ή πιστεύετε ότι οι ξένες παρεμβάσεις, είτε ρωσικές είτε δυτικές, στην πραγματικότητα παρατείνουν τον πόλεμο; 

Η δυτική παρέμβαση έχει μέχρι τώρα αποκλειστικό στόχο το ISIS. Τα χτυπήματα της αμερικανικής συμμαχίας γίνονται όλα σε περιοχές ελεγχόμενες από το ISIS, και αποφεύγονται εντελώς σε περιοχές που ελέγχονται από το καθεστώς. Αντίθετα, τα ρωσικά χτυπήματα εναντίον του ISIS είναι πολύ λίγα· η συντριπτική πλειοψηφία των ρωσικών χτυπημάτων είναι εις βάρος της μη-ISIS αντιπολίτευσης, σε περιοχές διεκδικούμενες από το καθεστώς και την αντιπολίτευση. Έτσι, από αυτή την άποψη, υπάρχει μια σημαντική διαφορά. Η ρωσική επέμβαση πράγματι ευνοεί την παράταση του εμφύλιου πόλεμου στη Συρία. Όποιοι ευσεβείς πόθοι κι αν υπάρχουν στη Δύση σχετικά με τον πιθανό ρόλο της Ρωσίας, το γεγονός είναι ότι πριν από τη ρωσική παρέμβαση το καθεστώς είχε εξαντληθεί, έχανε έδαφος και φαινόταν να βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Στην πραγματικότητα αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Πούτιν παρενέβη, όπως έχω ήδη είπα παραπάνω. Θα ήταν μια οδυνηρή ήττα για τον Πούτιν, αν το καθεστώς Άσαντ κατέρρεε.

Η θεαματική εξάπλωση του ISIS συντελέστηκε πριν από έναν και πλέον χρόνο. Ούτε η Ρωσία ούτε το καθεστώς Άσαντ έκαναν τίποτα σοβαρό για την καταπολέμησή του. Κύριο μέλημα του Πούτιν, όπως και του Άσαντ, είναι η επιβίωση του καθεστώτος. Με τη στήριξη του, ο Πούτιν παρατείνει τον πόλεμο. Και αυτό είναι εγκληματικό. Ενδεχομένως, βέβαια, μπορεί να ευχηθεί κανείς οι ευσεβείς πόθοι της Δύσης να αποδεδειχθούν αληθινοί, και ο Πούτιν να αναγκάσει τον Άσαντ να παραιτηθεί. Είναι δύσκολο να πει κανείς ποιες είναι οι προθέσεις του Πούτιν στο ζήτημα αυτό. Είναι αλήθεια, ωστόσο, ότι η Ρωσία διατρέχει μεγάλο κίνδυνο να βαλτώσει σε ένα «τέλμα», για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Ομπάμα, αν ο πόλεμος δεν τελειώνει σε σύντομο χρονικό διάστημα. Θα παρακολουθούμε την εξέλιξη των πραγμάτων. Το όνειρο των απλών ανθρώπων της Συρίας για την ώρα είναι το τέλος του πολέμου, με την ανάπτυξη δυνάμεων του ΟΗΕ για την διατήρηση της τάξης, ώστε να μπορέσουν να ξαναχτίσουν το κράτος και τη χώρα τους.

Ο Λιβανέζος πανεπιστημιακός και αγωνιστής Gilbert Achcar θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους ειδικούς, διεθνώς, σε ζητήματα Μέσης Ανατολής και αραβικού κόσμου. Σήμερα διδάσκει στο SOAS (University of London).

O Ρώσος ιστορικός και αγωνιστής Ilya Budraitskis είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του «Moscow Art Magazine» and OpenLeft.Ru και του lefteast.

H συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο LeftEast (www.criticatac.ro), στις 15.10.2015.

«Ένας συνολικός συμβιβασμός ΗΠΑ – Ιράν δεν είναι απίθανος»

Standard

Συνέντευξη του Ζιλμπέρ Ασκάρ στον Γιάννη Αλμπάνη

askar gΟ Ζιλμπέρ Ασκάρ είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών του Λονδίνου (SOAS). Έχει γράψει πολλά βιβλία γι ατηΜέση Ανατολή. Από τη δεκαετία του ’70 συμμετέχει ενεργά στη ριζοσπαστική Αριστερά. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο Χάιντεραμπαντ της Ινδίας, στο περιθώριο του συνεδρίου «Δημοκρατία, Σοσιαλισμός και οράματα για τον 21ο αιώνα».

Ποιες είναι οι τελευταίες εξελίξεις στον συριακό εμφύλιο, ιδιαίτερα μετά τη Σύνοδο της Γενεύης;
Η Σύνοδος ήταν καταδικασμένη να αποτύχει. Το καθεστώς Άσαντ δεν έχει διάθεση για παραχωρήσεις. Από τη στιγμή που το Ιράν αποφάσισε, πριν ένα χρόνο, να παρέμβει ευθέως στον εμφύλιο βγάζοντας τον Άσαντ από τη δύσκολη θέση, η ισορροπία δυνάμεων έχει αλλάξει υπέρ του καθεστώτος. Οι κυβερνητικές δυνάμεις πέρασαν στην αντεπίθεση και κατέλαβαν μια σειρά περιοχές. Επιπλέον, η αποδοχή από τις ΗΠΑ της συμβιβαστικής ρωσικής πρότασης για τα χημικά έγινε αντιληπτή από το καθεστώς ως νομιμοποίησή του, τρόπον τινά, από την Ουάσιγκτον. Ο Άσαντ πήγε λοιπόν στη Σύνοδο από θέση ισχύος. Η αντιπολίτευση πήγε για πολιτικούς λόγους, θεωρώντας ότι μια ενδεχόμενη απουσία της θα έδινε επιχειρήματα στο καθεστώς, ενώ η παρουσία της στη Γενεύη θα το εξέθετε.

Δαμασκός. Φωτογραφία της Marianne Gunderson από το flickr

Δαμασκός. Φωτογραφία της Marianne Gunderson από το flickr

Όντως έτσι εξελίχθηκαν τα πράγματα: το καθεστώς εμφανίστηκε αδιάλλακτο, σε βαθμό που ακόμα και ο μεσολαβητής του ΟΗΕ και του Αραβικού Συνδέσμου Λάκνταρ Ιμπραχίμι έφτασε να δηλώσει ότι ο Άσαντ δεν επιθυμεί συμβιβασμό. Από την όλη διαδικασία της Γενεύης, οι Αμερικάνοι οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα ότι αν δεν αλλάξει ο συσχετισμός στο πεδίο της μάχης δεν πρόκειται να επιτευχθεί συμβιβασμός. Γιατί εξαρχής οι ΗΠΑ στη Συρία επιθυμούσαν μια πολιτική διευθέτηση της κρίσης, κι όχι μια κατάρρευση του κράτους, όπως έγινε στο Ιράκ και τη Λιβύη. Φοβούνται πολύ ότι μια τέτοια κατάρρευση θα απειούσε τα δικά τους συμφέροντα αλλά και των συμμάχων τους στην περιοχή (Ισραήλ, Σ. Αραβία κτλ). Για να γίνει εφικτός ο συμβιβασμός, πρέπει να απομακρυνθεί μεν η οικογένεια Άσαντ από την εξουσία, αλλά να διασφαλιστεί η συνέχεια του κράτους. Η ανάλυση ότι η αλλαγή στο πεδίο της μάχης θα ανοίξει τον δρόμο στον συμβιβασμό, μπορεί να εξηγήσει τις πληροφορίες ότι η αντιπολίτευση ετοιμάζει αντεπίθεση με την επιμελητειακή υποστήριξη των ΗΠΑ. Συνέχεια ανάγνωσης

Χημικά και στρατιωτικές επεμβάσεις

Standard

του Ομάρ Ντάχι

μετάφραση: Μάνος Αυγερίδης

Χαρακτικό της Καίτε Κόλβιτς

Χαρακτικό της Καίτε Κόλβιτς

 Την τελευταία βδομάδα, οι εικόνες νεκρών σωμάτων που κείτονται στο δάπεδο, τυλιγμένα με λευκά πανιά, χωρίς ίχνος αίματος ή τραυματισμού, έκαναν τον γύρο των social media και των ειδησεογραφικών πρακτορείων, σηματοδοτώντας μια ακόμα τρομακτική φάση του πολέμου στη Συρία. Στις 24 Αυγούστου, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα επισήμαναν πως πολλοί ασθενείς, που δέχθηκαν τις πρώτες βοήθειες την επομένη της επίθεσης στην ανατολική Γκούτα, παρουσίασαν «νευροτοξικά συμπτώματα». Ωστόσο, τόνισαν πως δεν μπορούν να επιβεβαιώσουν κάτι επιστημονικά ή να αποδείξουν ότι οφείλονταν σε χρήση χημικών. Από τότε, πολλές άλλες οργανώσεις –συμπεριλαμβανομένου του Κέντρου Τεκμηρίωσης Παραβιάσεων (Violation Documentation Center)– δεν έχουν αφήσει πολλές αμφιβολίες σχετικά με την πραγματοποίηση κάποιου είδους επίθεσης με τη χρήση χημικών στην περιοχή. Η ανείπωτη δυστυχία στη Συρία, με τους νεκρούς να ανέρχονται σε περίπου 100.000 και τους πρόσφυγες σε εκατομμύρια, δεν πρέπει να μας κάνει να παραβλέψουμε το γεγονός ότι εδώ διαπράχθηκε ένα μεγάλο έγκλημα, το οποίο, όπως και άλλες μαζικές δολοφονίες που έχουν λάβει χώρα στη Συρία, πρέπει να διερευνηθεί αμερόληπτα και ανεξάρτητα.

Η συριακή κυβέρνηση κατηγόρησε τους αντάρτες ότι οργάνωσαν μια επιχείρηση παραπλάνησης· αλλά και διάφοροι παρατηρητές εξέφρασαν τη δυσπιστία τους απέναντι στο ενδεχόμενο μιας κυβερνητικής επίθεσης, την ώρα που οι επιθεωρητές των Ηνωμένων Εθνών βρίσκονταν στη Συρία για πρώτη φορά μετά από τουλάχιστον ένα χρόνο, εγκατεστημένοι κάποια μίλια μακριά. Γιατί να γίνει αυτή η επίθεση, τώρα που η κυβέρνηση μοιάζει να κερδίζει τον πόλεμο με συμβατικά όπλα; Αν επιβεβαιωνόταν κάτι τέτοιο, θα ήταν το μοναδικό σενάριο που θα μπορούσε να προκαλέσει μια πιο επιθετική στρατιωτική επέμβαση απ’ την πλευρά των ΗΠΑ ή/και της Ευρώπης. Από την άλλη, μια επίθεση των ανταρτών με χημικά μοιάζει εξίσου αναληθοφανής. Αν οι αντάρτες είναι πράγματι ικανοί να πραγματοποιήσουν μια χημική επίθεση τέτοιας κλίμακας, γιατί να μην επιτεθούν στις κυβερνητικές δυνάμεις αλλάζοντας τον ρου του πολέμου, παρά να επιλέξουν μια φιλική προς αυτούς περιοχή, την οποία δεν ελέγχει το καθεστώς; Η λογική και ο ορθολογισμός φαίνεται πως δεν είναι τα κατάλληλα μέσα για τη διερεύνηση τέτοιων πράξεων ή την απόδοση ευθυνών. Συνέχεια ανάγνωσης

Συρία: Το αντίθετο της σιωπής

Standard

της Άμαλ Χανάνο

μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης

Άμαλ Χανάνο είναι το ψευδώνυμο μιας συριοαμερικανίδας συγγραφέως και μπλόγκερ.  Η Χανάνο επισκέφθηκε το καλοκαίρι του 2011 το Χαλέπι, την πόλη  όπου γεννήθηκε. Τις φλογερές εντυπώσεις και τις σκέψεις της, λίγο μετά την Αραβική Άνοιξη, κατέγραψε σε ένα ημερολόγιο που δημοσίευσε σε δώδεκα συνέχειες στο σάιτ jadaliyya (www.jadaliyya.com). Από καιρό θέλαμε, και έπρεπε να δημοσιεύσουμε, αποσπάσματα. Το κάνουμε σήμερα, τη στιγμή που η κατάσταση στη Συρία έχει πάρει δραματική τροπή, παραθέτοντας το ακροτελεύτιο κομμάτι.

***

Ταρτούς, Συρία, 2007. Φωτογραφία της Λαρίσα Κορόμποβα, από το flickr

Ταρτούς, Συρία, 2007. Φωτογραφία της Λαρίσα Κορόμποβα, από το flickr

Η  ανθοφορία της Αραβικής Άνοιξης, που τόσες ελπίδες γέννησε, μάς έδωσε ένα ματωμένο καλοκαίρι. Και τώρα, το καλοκαίρι αργοσβήνει δραματικά, καθώς το φεγγάρι  του Ραμαζανιού εξαφανίζεται σιγά σιγά. Αλλά, πριν  το τέλος, λίγα λόγια για την αρχή, τα δεκαπέντε παιδιά από την Νταράα, τους γενναίους δικούς μας Μπουαζίζι,* που τόλμησαν να ονειρευτούν ένα μεγάλο όνειρο για όλους τους Σύριους: έγραψαν, τον Μάρτιο στους τοίχους του σχολείου τους: «Ο λαός θέλει την ανατροπή του καθεστώτος». Ίσως οι πιο αληθινές λέξεις που έχουν γράψει όλα τα παιδιά της Συρίας, εδώ και 48 χρόνια. Φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν, τους έβγαλαν τα νύχια, ενώ οι απελπισμένοι γονείς τους ικέτευαν για την απελευθέρωση των παιδιών τους. Το έγκλημά τους; Έγραψαν τα λόγια που άκουγαν για εβδομάδες στις τηλεοράσεις, που αντηχούσαν στην Τυνησία και την Αίγυπτο, τα λόγια που είχαν ακούσει να προφέρουν ψιθυριστά οι γονείς τους, πίσω από κλειστές πόρτες και σφραγισμένα παράθυρα. Ήξεραν ότι τα ψεύτικα χαμόγελα που έπρεπε να φορέσουν στο σχολείο δεν ταίριαζαν μ’ αυτές τις λέξεις.  Ήξεραν ότι η Συρία δεν ήταν πλέον ένα μέρος που μπορούσες να παίζεις με λόγια ψεύτικα. Αρνήθηκαν να ζουν σ’ έναν απατηλό κόσμο. Ανέσυραν λοιπόν αυτά τα λόγια από το σκοτάδι και τη σιωπή, σημαδεύοντας τους πέτρινους τοίχους για πάντα. Αυτά τα όμορφα παιδιά, αυτοί οι θαρραλέοι ήρωές μας, πυροδότησαν μια επανάσταση. Συνέχεια ανάγνωσης

Συρία: ενάντια στον Άσαντ, ενάντια στη νατοϊκή επέμβαση

Standard

του Ταρίκ Αλί

μετάφραση: Καλλίμαχος Χρυσορρόης

Αφίσα του freestyle (Μichael Thompson) από το flick

Από την πρώτη κιόλας στιγμή, υποστήριξα ανοιχτά και δημόσια τη λαϊκή εξέγερση εναντίον της οικογενειακής κλίκας που, υπό το ένδυμα του μπααθισμού, κυβερνά τη Συρία. Αντιτίθεμαι σε αυτό το καθεστώς από τότε που το στρατιωτικό πραξικόπημα του πατρός Άσαντ ανέτρεψε το πολύ πιο φωτισμένο προηγούμενο καθεστώς: τους ηγέτες και τους αγωνιστές του τελευταίου τους είχα συναντήσει μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, ενώ στις τάξεις του έβρισκες μερικούς από τους διαπρεπέστερους διανοούμενους του αραβικού κόσμου.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν είχα φανταστεί ότι η Συρία θα εκρήγνυτο, όπως η Αίγυπτος, αλλά αισθάνθηκα μεγάλη χαρά όταν συνέβη αυτό.  Είχα την ελπίδα ότι το εύρος της εξέγερσης και η ολοφάνερη αποδοχή της από τον λαό θα ανάγκαζε το καθεστώς να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις και σε μια συμφωνία για την εκλογή ενός αντιπροσωπευτικού σώματος που θα ψήφιζε ένα νέο Σύνταγμα. Σύμφωνα με αρκετές ενδείξεις,  λίγοι μόνο στους κόλπους του καθεστώτος πριμοδοτούσαν μια τέτοια εξέλιξη. Πολύ λίγοι. Εις μάτην. Η βλακεία και η βαρβαρότητα, τα δύο κύρια χαρακτηριστικά του καθεστώτος, δεν  μπορούσαν να παραμεριστούν. Είχαν θεσμοποιηθεί, και ο Μπασάρ Άσαντ ήταν πεπεισμένος ότι οποιεσδήποτε παραχωρήσεις θα ήταν μοιραίες. Συνέχεια ανάγνωσης

Συρία: το δράμα ενός λαού

Standard

του Γιάννη Πλάκα

Σουβενίρ με τον Άσαντ, από μαγαζί της Δαμασκού. Φωτογραφία του Τζόναθαν Κλαρκ, από το flickr, 2005

Ένας χρόνο μετά το πρώτο ξέσπασμα της εξέγερσης στη Συρία, η χώρα βυθίζεται στον φαύλο κύκλο της βίας, βαδίζοντας αργά σε έναν εμφύλιο που θα καταστρέψει και τους τελευταίους εναπομείναντες συνεκτικούς δεσμούς της κοινωνίας. Το αδιέξοδο οφείλεται στο γεγονός ότι καμία από τις δυο πλευρές δεν είναι σε θέση να κερδίσει ταυτόχρονα τόσο τη στρατιωτική υπεροχή στο πεδίο της μάχης όσο και την πολιτική ηγεμονία που θα της επιτρέψει να ασκήσει τη διακυβέρνηση.

Η μάχη επιβίωσης του καθεστώτος. Το καθεστώς Άσαντ βρίσκεται στην δυσκολότερη ίσως καμπή της ιστορίας του. Χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα, δίνει μια μάχη ζωής και θανάτου. Τη μάχη αυτή τη δίνει όχι μόνο η οικογένεια Άσαντ, αλλά και όλες οι συνιστώσες που συναπαρτίζουν το καθεστώς. Πρώτη και σημαντικότερη, τα ανώτερα κλιμάκια του στρατού που προέρχονται κατά πλειοψηφία από την αλεβίτικη μειονότητα της χώρας, μειονότητα από την οποία προέρχεται και η οικογένεια Άσαντ. Στον σκληρό πυρήνα του καθεστώτος ανήκουν επίσης η ηγεσία και πολλά στελέχη των υπηρεσιών ασφαλείας, υπηρεσιών που και ελέγχουν τα πάντα, σε κάθε γωνιά της συριακής επικράτειας. Τέλος, συνδεδεμένη με το καθεστώς είναι και η μεσαία τάξη που δημιουργήθηκε με την εύνοιά του τις τελευταίες δεκαετίες, η οποία αποτελείται από πολλούς σουνίτες και χριστιανούς επιχειρηματίες και εμπόρους. Η μεσαία αυτή τάξη έχει ως βάση της τα αστικά κέντρα της Δαμασκού και του Χαλεπιού και φοβάται ότι η πιθανή αλλαγή καθεστώτος θα σημάνει την απώλεια των προνομίων που απολαμβάνει. Καθώς όλες αυτές οι συνιστώσες μόνο να χάσουν είχαν από την πτώση του καθεστώτος, δεν διαφοροποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της εξέγερσης, όπως συνέβη στην Αίγυπτο και στην Τυνησία, με αποτέλεσμα το καθεστώς να εμφανίζεται συμπαγές στην πολιτική της καταστολής της εξέγερσης.[1]

   Μαζί με το καθεστώς συμπαρατάσσεται, ηθελημένα ή άθελα της, η αλεβιτική μειονότητα της χώρας. Η μειονότητα αυτή έχει κάθε λόγο να φοβάται για τη θέση της στη μετά Άσαντ Συρία, καθώς ταυτίζεται, σε επίπεδο της κοινής συνείδησης, με το καταπιεστικό καθεστώς, και μάλιστα με τις πιο βίαιες και τρομοκρατικές εκφάνσεις του, τις Αλ Σαμπίχα. Οι τελευταίες είναι παραστρατιωτικές αλεβιτικές οργανώσεις, πιστές στο καθεστώς, που το έχουν βοηθήσει σε κρίσιμες καμπές της ιστορίας του (λιβανικός πόλεμος, εξέγερση του 1982). Με την ανοχή του καθεστώτος, οι οργανώσεις αυτές ελέγχουν την παραοικονομία της χώρας και συνδέονται με κυκλώματα εκβιασμού και προστασίας της νύχτας. Ως άλλοι πραιτωριανοί του καθεστώτος ενεπλάκησαν στην καταστολή της αντιπολίτευσης, και κατηγορούνται «για πυροβολισμούς αθώων διαδηλωτών, σωρεία βίαιων πράξεων και σκληρά εγκλήματα σε αρκετές περιφέρειες, όπως Μπανιάς, Λατάκια, Χομς και Νταραά».[2] Όλα αυτά τρομοκρατούν τους Αλεβίτες, που φοβούνται μια πιθανή αντεκδίκηση των σουνιτών εις βάρος τους, και τους οδηγούν να στηρίξουν το καθεστώς. Παρόμοια συμπεριφορά έχουν και άλλες μειονότητες της χώρας (π.χ. χριστιανική), που μπορεί να μην εμπλέκονται άμεσα στην καταστολή εναντίον της σουνιτικής κατά βάση αντιπολίτευσης, έχουν όμως δυσάρεστες εμπειρίες από την περίοδο της διακυβέρνησης της χώρας από την παλαιά σουνιτική ελίτ της προ-Μπάαθ εποχής (παραγκωνισμός) και δεν θέλουν την επιστροφή σε αυτή.

   Έχοντας τη στήριξη, ή τουλάχιστον την ανοχή, των παραπάνω κοινωνικών ομάδων, το καθεστώς επιδίδεται σε μια διπλή πολιτική: καταρχάς της καταστολής της αντιπολίτευσης και τρομοκράτησης του πληθυσμού και στη συνέχεια της προβολής της δικής του μεταρρυθμιστικής ατζέντας. Για την καταστολή χρησιμοποιήθηκαν οι τακτικές δυνάμεις του συριακού στρατού με χρήση πυροβολικού και τεθωρακισμένων, ελεύθεροι σκοπευτές και παραστρατιωτικές ομάδες. Το παραπάνω πλέγμα δυνάμεων στρέφεται όχι μόνο εναντίον των ένοπλων δυνάμεων της αντιπολίτευσης, αλλά και άοπλων διαδηλωτών, γεμίζοντας τους δρόμους θύματα και σπέρνοντας τον τρόμο στην κοινωνία. Τρόμο ο οποίος ενισχύεται ποικιλοτρόπως και από την προπαγανδιστική μηχανή του καθεστώτος, το οποίο άλλοτε με την ανάρτηση πανό που προειδοποιούν τους πολίτες για ανεξέλεγκτες συγκρούσεις σε περίπτωση συνέχισης της «ανωμαλίας», και άλλοτε με την εμφάνιση κατασκευασμένων εικόνων περί δήθεν συγκέντρωσης όπλων σε τζαμιά από σουνίτες με στόχο την εγκαθίδρυση ισλαμικού χαλιφάτου, πολώνει τις σχέσεις των κοινοτήτων και συσπειρώνει τις μειονότητες γύρω του.[3] Συνέχεια ανάγνωσης

Σχετικά με τη Συρία

Standard

του Αλεν Γκρες

μετάφραση: Μαρία Καλαντζοπούλου

Αφίσα του freestyle (Μichael Thompson) από το flickr

Την εξέγερση στη Συρία τη γέννησαν οι ίδιες αιτίες που προκάλεσαν τα

κινήματα αμφισβήτησης, από το Μαρόκο μέχρι το Ιράκ:

* η απόρριψη ενός αυταρχικού καθεστώτος, της απόλυτης εξουσίας του κράτους και των κρατικών δυνάμεων καταστολής, καθώς και της θεσμοποίησης των βασανιστηρίων

* η εκτεταμένη διαφθορά –το οικονομικό άνοιγμα (που εν πολλοίς ενθαρρύνεται από τη Δύση) που οδήγησε στην οικειοποίηση του εθνικού πλούτου από μια μαφία στοιχισμένη γύρω από τον αρχηγό του κράτους–, ο επιδεικτικός πλούτος μιας μικρής κάστας, σε απόλυτη αντίθεση με την εντυπωσιακή φτώχεια και σε συνδυασμό με την υποχώρηση του κοινωνικού κράτους (κάτι που επίσης επιθυμούν οι Δυτικοί σύμβουλοι)

*  το βάρος της νεότητας. Η πιο πολυάριθμη γενιά της Ιστορίας ενηλικιώνεται σε όλα τα αραβικά κράτη, μη διαθέτοντας, παρά τη σχετικά καλύτερή της μόρφωση, τα μέσα εισδοχής στην κοινωνία –όσον αφορά την εργασία, αλλά και την ανάληψη ευθυνών– στο μέτρο των προσδοκιών της.

Τι συμβαίνει όμως στη Συρία; Ο πρόεδρος Μπασάρ Aλ-Ασαντ, ο οποίος κατείχε αρχικά ένα κάποιο κεφάλαιο δημοφιλίας, θεώρησε ότι η πολιτική της χώρας του στην περιφέρειά της (αντίθεση με το Ισραήλ και στις πολιτικές των ΗΠΑ) θα τον έθετε στο απυρόβλητο. Πλανήθηκε πλήρως, και στη συνέχεια προσπάθησε να παρουσιάσει την ειρηνική διαμαρτυρία ως στρατιωτικοποιημένη, καθοδηγούμενη από το εξωτερικό, με στόχο την εξαφάνιση ενός καθεστώτος που αντιτίθεται στις ισραηλινές και αμερικανικές φιλοδοξίες. Αρνούμενος να επιχειρήσει σοβαρές μεταρρυθμίσεις και διάλογο με την αντιπολίτευση, καταστέλλοντας αδιακρίτως με βία τις διαδηλώσεις (που παρέμεναν κατά κύριο λόγο ειρηνικές), με τα γενικευμένα βασανιστήρια, συνέβαλε στην αύξηση της βιαιότητας και στο πέρασμα μιας μερίδας της αντιπολίτευσης στον ένοπλο αγώνα· κατάφερε, με μια κίνηση, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την εξωτερική ανάμιξη που προσπαθούσε να αποφύγει (βλ. «Jours de tourmente en Syrie», Le Monde diplomatique, Αύγουστος 2011). Επίσης, εξυπηρέτησε τα σχέδια εκείνων που δεν προσβλέπουν στη μεταρρύθμιση (ούτε προφανώς στη δημιουργία ενός δημοκρατικού καθεστώτος), αλλά προετοιμάζουν την επίθεση ενάντια στο Ιράν και φιλοδοξούν να ρίξουν καταρχάς τον κυριότερο άραβα σύμμαχό του.

Ποιος μπορεί πραγματικά να πιστέψει, έστω και για ένα δευτερόλεπτο, ότι το σαουδαραβικό καθεστώς, ένα καθεστώς που δεν αναγνωρίζει στο εσωτερικό του καμιά διαδικασία εκλογής, επιδιώκει να εγκαθιδρύσει τη δημοκρατία στη Δαμασκό, Ένα καθεστώς, ο υπουργός Εσωτερικών του οποίου μόλις διακήρυξε ότι οι διαδηλώσεις στα ανατολικά της χώρας συνιστούν «μια νέα μορφή τρομοκρατίας»;

Ποιος μπορεί να πιστέψει πως η ελευθερία είναι το κίνητρο πίσω από τις διακηρύξεις των ΗΠΑ, της χώρας που δεν διστάζει να αποστείλει στη Συρία για ανάκριση «τρομοκράτες» που έχει συλλάβει η ίδια (πρακτική που στα αγγλικά είναι γνωστή ως derendition), ακριβώς επειδή σε αυτή τη χώρα χρησιμοποιούνται τα βασανιστήρια;

Ποιος μπορεί να πιστέψει πως η δημοκρατία είναι η έγνοια του Νικολά Σαρκοζί, που υποδεχόταν τον Μπασάρ Αλ-Άσαντ στο Παρίσι τον Ιούλιο του 2008 και του ανταπέδιδε την επίσκεψη τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, υποστήριζε τους δικτάτορες της Τυνησίας και της Αιγύπτου και δεν ξεστόμιζε λέξη για τη σφαγή στη Γάζα μετά την ισραηλινή εισβολή τον Δεκέμβρη του 2008; Μια μικρή αξιοσημείωτη λεπτομέρεια: εκείνη την εποχή, οι δημοσιογράφοι της Le Figaro είχαν λάβει εντολές από την αρχισυνταξία τους να μην αναφέρονται ή υπονοούν επ’ ουδενί στα άρθρα τους τούς πολιτικούς κρατούμενους στη Συρία. Συνέχεια ανάγνωσης

Συρία: κρίση και αδιέξοδο

Standard

του Γιαννη Πλακα

Φωτογραφία του Andrew Carter, από το flickr, 28.3.2011

Σε συνέντευξή του στους Financial Times (31.1.2011), ο σύρος πρόεδρος Μπασάρ Ελ Άσαντ ανέφερε πως η ώρα της μεταρρύθμισης είχε φτάσει εδώ και καιρό για την Μέση Ανατολή και όσοι δεν το είχαν αντιληφθεί πριν από τα γεγονότα της Τυνησίας και της Αιγύπτου είχαν ουσιαστικά χάσει το παιχνίδι, αφού οποιαδήποτε μεταρρύθμιση είναι καταδικασμένη να αποτύχει, υπό το βάρος της λαϊκής πίεσης.[1] Φαίνεται τελικά πως οι παραπάνω δηλώσεις του Άσαντ επαληθεύτηκαν και για τη χώρα του, στην οποία οι μεταρρυθμίσεις καθυστέρησαν μια ολόκληρη δεκαετία.

Η χαμένη άνοιξη της Δαμασκού

Έντεκα χρόνια πριν, όταν ο Μπασάρ Ελ Άσαντ ανέβηκε στον προεδρικό θώκο της Συρίας, εγκαινίασε μια περίοδο μεταρρυθμίσεων και αλλαγής. Ο ίδιος έμοιαζε να έχει τις προϋποθέσεις να εγγυηθεί ένα τέτοιο τολμηρό εγχείρημα. Ήταν νέος, μόλις τριάντα πέντε χρονών, και το γεγονός ότι είχε μείνει στο εξωτερικό, για να μετεκπαιδευτεί στην οφθαλμιατρική, του έδινε τη στόφα κοσμοπολίτη. Επιπλέον, η εμπλοκή του με τη διακυβέρνηση της χώρας ήταν πολύ περιορισμένη όλο το προηγούμενο διάστημα και, άρα, θεωρούνταν άφθαρτος και αποστασιοποιημένος από το καθεστώς, και ειδικά από τη σκληρή πτέρυγα του καθεστώτος, που εκφραζόταν από το στράτευμα και τη μυστική αστυνομία. Έντεκα χρόνια αργότερα, πολύ λίγα έγιναν προς την κατεύθυνση των μεταρρυθμίσεων. Σε αυτά περιλαμβάνονται η συνέχιση της φιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής που είχε ξεκινήσει ο πατέρας Άσαντ, με αποκρατικοποιήσεις και άνοιγμα της χώρας στις διεθνείς αγορές, η επίδειξη ανοχής απέναντι στις γυναικείες οργανώσεις και η ευκολότερη πρόσβαση στα ξένα μέσα ενημέρωσης, με την ευρεία χρήση δορυφορικής τηλεόρασης. Την ίδια στιγμή, όμως, πολλές διευθύνσεις στο διαδίκτυο είναι ακόμα μπλοκαρισμένες και η πολυπόθητη μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος δεν έχει πραγματοποιηθεί. Από το 2005 και μετά, το καθεστώς φρόντισε να καταστείλει οποιαδήποτε διαφορετική άποψη εκφραζόταν στο εσωτερικό της χώρας, συλλαμβάνοντας μέλη παράνομων αντιπολιτευόμενων κομμάτων και ακτιβιστές οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Συνέχεια ανάγνωσης