Τα (τηλε)παιχνίδια της εξαθλίωσης και η κοινωνική πολιτική για τους άστεγους

Standard

του Νίκου Κουραχάνη

6-kouraxanisΠριν λίγες μέρες ο αντιπρόεδρος μεγάλου τηλεοπτικού σταθμού συναντήθηκε με την Αρχιεπισκοπή Αθηνών, για τη διοργάνωση συναυλίας με τραγουδιστές δημοφιλούς τηλεπαιχνιδιού. Σκοπός, η συγκέντρωση χρημάτων για την σίτιση απόρων και αστέγων. Πράγματι, όταν η κρατική κοινωνική πολιτική απουσιάζει, η φιλανθρωπία της εξαθλίωσης αποτελεί είδηση.

Ένα success story δίχως τέλος

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει πρόβλημα αστέγων: αυτή ήταν η επίσημη θέση του κράτους μέχρι το 2012, οπότε και θεσμικά αναγνωρίζεται η ύπαρξη τους, με απώτερο σκοπό την άντληση κοινοτικών κονδυλίων για την ανάπτυξη δράσεων. Παρότι αυτό θα μπορούσε να αποτελεί την απαρχή της χάραξης ολοκληρωμένης κοινωνικής πολιτικής στο συγκεκριμένο πρόβλημα, δυστυχώς οι μέχρι τώρα ενδείξεις δεν επιβεβαιώνουν κάτι τέτοιο. Αν και ένα χρόνο τώρα έχει εκπονηθεί ολοκληρωμένο επιχειρησιακό σχέδιο, η πολιτική ηγεσία δείχνει απροθυμία να το προωθήσει.

Αντ’ αυτού, ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε προεκλογικά τη λειτουργία υπνωτηρίου φιλοξενίας 80 ανθρώπων μέχρι είκοσι μέρες. Ούτε καν σταγόνα στον ωκεανό. Ταυτόχρονα, στο πολυνομοσχέδιο που ψηφίστηκε πριν ένα μήνα προβλέπεται ενίσχυση των αστέγων με 20 εκ. ευρώ. Τα χρήματα δεν προορίζονται για δημιουργία δομών πρόληψης ή άμεσης στέγασης. Αντίθετα, διοχετεύονται στους υπάρχοντες φορείς, δηλαδή μη κυβερνητικές οργανώσεις και την Εκκλησία. Συνεπής στις προεκλογικές του δεσμεύσεις λοιπόν, ο πρωθυπουργός της χώρας και τακτικός συνομιλητής του θεού, την περασμένη Δευτέρα εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του για την προσφορά της Εκκλησίας: «Τώρα που η ανηφόρα είναι πίσω, τονίζω ότι στις δύσκολες στιγμές την ελληνική κοινωνία κράτησαν όρθια η οικογένεια και η Εκκλησία». Πέρα από την επαναφορά του «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια» στα λόγια αυτά κρύβεται μια μεγάλη αλήθεια: στα δύσκολα χρόνια της κρίσης, όταν τα ποσοστά απόλυτης φτώχειας εκτινάχθηκαν, η κοινωνική πολιτική του κράτους απουσίαζε για όσους την είχαν ανάγκη. Συνέχεια ανάγνωσης

Των αφανών

Standard

ME  ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΚΡΙΣΙΜΗ ΤΕΧΝΗ-ΤΕΧΝΗ ΣΕ ΚΡΙΣΗ

του Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Η έκθεση «Κρίσιμη Τέχνη-Τέχνη σε Κρίση» (με έργα Άννας Κινδύνη, Βλάση Κανιάρη, Γιάννη Ψυχοπαίδη, Δημήτρη Κατσούδα) συνεχίζεται μέχρι την Παρασκευή 7 Μαρτίου, στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων (Γερμανικού και Μυλλέρου, Μεταξουργείο). Δημοσιεύουμε σήμερα την ομιλία του ιστορικού Βαγγέλη Καραμανωλάκη στην εκδήλωση «Κρίση και σύγχρονη πόλη», που οργάνωσε, στο πλαίσιο της έκθεσης, η Πρωτοβουλία για την υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας, στις 25.2.2014.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Έργο του Δημήτρη Κατσούδα, από την έκθεση

Έργο του Δημήτρη Κατσούδα, από την έκθεση

Κρίσιμη τέχνη-τέχνη στην κρίση. Κρίση και πόλη. Ιστορία, το παρελθόν: οδός Πειραιώς νυν Παναγή Τσαλδάρη, Πλατεία Κουμουνδούρου νυν Ελευθερίας, το Παλιό Βρεφοκομείο, η παλιά Δημοτική Πινακοθήκη, το παλιό μεταξουργείο, η νυν. Πώς μιλάς για το σήμερα έχοντας το νου σου στο χθες; Ιστορικός· ιστορώ στα μεταβυζαντινά χρόνια σήμαινε ζωγραφίζω. Οι άγιοι των εκκλησιών. Στον Άγιο Γεώργιο, το ναό που απόμεινε από το Ορφανοτροφείο Χατζηκώστα, εδώ δίπλα, απέναντι από την τράπεζα, παλιά Εμπορική τώρα Alpha Bank, στα παγκάκια του περιβόλου τα βράδια κοιμούνται άστεγοι. Το κτίριο, μετέπειτα φυλακή για ποινικούς, έχει πια γκρεμιστεί. Στη θέση του μια τεράστια πολυκατοικία, γεμάτη δορυφορικά πιάτα και Ασιάτες που κατακλύζουν τα διαμερίσματά της. Οι ανοιχτές τηλεοράσεις μιλούν κινέζικα στο πεζοδρόμιο. Το Oρφανοτροφείο έχει μεταφερθεί εδώ και χρόνια, τώρα κινδυνεύει να κλείσει λόγω οικονομικών προβλημάτων. Τα ορφανά στους δρόμους. Ο Τζων Χιλλ, προτεστάντης ιεραπόστολος στην κατεστραμμένη Αθήνα του 1830, έγραφε στους συγγενείς του στην Αμερική ότι δεκάδες ορφανά ζητιανεύουν, έχοντας χάσει τους δικούς τους στην Επανάσταση. Οι ανέστιοι πένητες διέτρεχαν την πόλη στα μέσα του 19ου αιώνα. Η αστυνομία τους συγκέντρωνε σε δυο τμήματα, στο Κακουργοδικείο και το 6ο, μαζί με φρενοβλαβείς και ποινικούς. Συνέχεια ανάγνωσης

Iris, la fleur de Bruxelles

Standard

της Μαρίας Πετρίτση

Έργο του Έγκον Σίλε, 1911

Έργο του Έγκον Σίλε, 1911

Η Ίριδα είναι η γηραιότερη άστεγη του μετρό των Βρυξελλών. Κάθε Μάη βγάζει τα χειμωνιάτικα και φορά ένα πουκάμισο με λουλούδια. Αυτό είναι το δικό της καλωσόρισμα στην άνοιξη, ανήμερα στη γιορτή της, όταν η πόλη γεμίζει με ίριδες, το επίσημο σύμβολό της: «Ίρις, το άνθος των Βρυξελλών».

Τα πρωινά διαβάζει τα free press του μετρό και πίνει καφέ στο κυπελάκι. Την καθημερινή της τουαλέτα την κάνει στις εγκαταστάσεις του μετρό, που φτιάχτηκαν για τους υπαλλήλους που πουλάνε εισιτήρια και ανανεώνουν τις συνδρομές των τρένων. Τα Σάββατα βάζει μπουγάδα στους νιπτήρες.

Παλιά δούλευε στην καντίνα ενός νυχτερινού σχολείου. Οι μαθητές ήταν «εργάτες, κομμώτριες και παραγνωρισμένοι φιλόσοφοι». Παρόλο που ήταν ασφαλισμένη, όταν χρειάστηκε να εγχειριστεί στο στομάχι, το νοσοκομείο αναγκάστηκε να το πληρώσει εξ ολοκλήρου η ίδια. Λίγους μήνες αφότου αρρώστησε για δεύτερη φορά, το αφεντικό της την απέλυσε χωρίς αποζημίωση.

Η έξωση από το διαμέρισμά της δεν άργησε να έρθει και η Ίριδα βρέθηκε άξαφνα στο δρόμο. Συγγενείς δεν έχει πια. Οι φίλοι έκαναν πως δεν βλέπουν.

«Όχι πως είχαν και δεν μου έδιναν. Πλούσιος κανείς δεν ήταν. Όμως ο καθένας έχει να αναμετρηθεί με τα δικά του Τάρταρα. Δεν χρειάζεται και τα δικά μου».

Είναι καλότροπη και γαλήνια. Κανένας πανικός στο πρόσωπό της. Καμία εμπάθεια. Παρόλο που έχει ένα και μοναδικό δόντι σκεπασμένο από μαλακά κίτρινα ούλα, δεν ντρέπεται να χαμογελάσει. Το πρόσωπό της φωτίζεται από τη λάμψη του ελεύθερου ανθρώπου, εκείνου που νιώθει πιο δυνατός από τις περιστάσεις και αγαπά τη ζωή. Του αποφασισμένου. Συνέχεια ανάγνωσης

Να κλαις γοερά και σταματημό να μην έχεις

Standard

της Μαρίας Πετρίτση

nea petrΟ λόφος του Φιλοπάππου, ή λόφος Μουσών, βρίσκεται απέναντι από την Ακρόπολη. Δίπλα του υψώνονται ο λόφος του Αστεροσκοπείου, ή λόφος Νυμφών, και ο λόφος της Πνύκας. Στην κορυφή του υπάρχει το μνημείο Φιλοπάππου, το οποίο έστησε κατά τη ρωμαϊκή περίοδο ο ύπατος Φιλόπαππος και βάφτισε το λόφο. Ο ίδιος κατηγορήθηκε για υπεροψία όταν άφησε εντολή να ταφεί εκεί, έτσι ώστε μετά θάνατον η τελευταία κατοικία του να βρίσκεται στο ίδιο ύψος με τα μνημεία των Θεών που ορθώνονται στους απέναντι λόφους. Χάρη στις ευεργεσίες του στο κράτος των Αθηνών, και στην ευρύτερη προσφορά του στα κοινά, οι Αθηναίοι σεβάστηκαν το θέλημά του.

Το 2002, στο πλαίσιο της Ενοποίησης Αρχαιολογικών Xώρων Αθηνών, ξεκίνησε μια προσπάθεια ο λόφος να περιφραχθεί, να είναι επισκέψιμος με ωράριο, και στα σχέδια ήταν και η ένταξή του στο ενιαίο εισιτήριο των χώρων της ενοποίησης. Το ελληνικό κράτος αποφάσισε πως έπρεπε να εκμεταλλευτεί οικονομικά την ευρύτερη περιοχή, όπου άλλοτε αγόρευαν ρήτορες και συναθροίζονταν πολίτες για να συζητήσουν περί Δημοκρατίας και κοινών, δίνοντας έτσι ένα σύγχρονο νόημα στην τραγική ειρωνεία, που ουδεμία σχέση είχε πλέον με αυτήν του Αισχύλου και του Σοφοκλή.

Το κίνημα των κατοίκων που αναπτύχθηκε αμέσως έβαλε φρένο σε αυτά τα σχέδια και η πρόσβαση στο λόφο παραμένει ελεύθερη. Οι λόφοι δεν έγιναν μουσεία. Από απέναντι, οι Θεοί χαμογελούν. Ο αττικός ουρανός λάμπει.

Στους πρόποδες του λόφου υπάρχουν χαράδρες, βράχια και δύσβατα μονοπάτια. Ο τόπος στολίζεται από πεύκα, πουρνάρια και ελιές. Ο αέρας μυρίζει φρέσκο χώμα. Αλλιώτικο εδώ το μεγαλείο. Εκεί που ξεκινά η αναρρίχηση για τα ιερά μνημεία ο διαβάτης συναντά κάποιες χαμηλοτάβανες, φυσικές σπηλιές. Βράχια και πέτρες με ασύμμετρη είσοδο και τραχύ θόλο. Σπηλιές όπου άλλοτε φώλιαζαν ζώα, προστατευμένα κι ευλογημένα από τους Θεούς. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι πόλεις του Όλιβερ Τουίστ

Standard

του Νίκου Μπελαβίλα

Άγγλοι άστεγοι αναζητούν καταφύγιο στους ξενώνες της κοινωνικής πρόνοιας. Έργο του Sir Luke Fildes (1843-1927), πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα (δημοσιεύτηκε στο τχ. 15 του «the books’ journal», Ιανουάριος 2012)

Στον Πειραιά είχαμε έναν άστεγο: τον Άγγελο. Ηλικιωμένος, άλλοτε Επονίτης, προσάραξε στα μέρη μας, στα χρόνια του ’70. Επιβίωνε με χαρτζιλίκι και ψευτομεροκάματα. Η παρέα των «Πολιτών του Πειραιά» και αργότερα του «Λιμανιού της Αγωνίας» υιοθέτησε τον Άγγελο, κι ο Άγγελος την παρέα. Τον ειδοποιούσαμε όταν εντοπιζόταν κανένα άδειο σπίτι για χειμερινή διαμονή,  τον φροντίζαμε με ρούχα τον χειμώνα, τον κερνούσαμε μεσημεριανό στην Πλατεία Κοραή, παρά τη γκρίνια των νεαρών σερβιτόρων. Ο Άγγελος ένιωθε την ανάγκη να ανταποδώσει. Στο πρώτο εκλογικό κέντρο του «Λιμανιού», παρών από το πρωί μέχρι το βράδυ, στις συγκεντρώσεις μας το ίδιο, χωρίς να του το έχουμε ζητήσει  ποτέ. Του ήταν αδύνατον να επανέλθει στην τακτοποιημένη ζωή. Χαμένος ή ενταγμένος μ’ ένα δικό του τρόπο σ’ ένα δικό του κόσμο, αρνιόταν να επιστρέψει στον κόσμο της νοικοκυροσύνης.

Αυτό δεν ήταν σπάνιο. Για την ψυχολογία της άρνησης επανένταξης των αστέγων των ευρωπαϊκών μητροπόλεων έχουν γραφτεί πολλά. Ένας καλός συγγραφέας, ο Τζωρτζ Ντόουζ Γκρην, έγραψε το 1994 ένα λογοτεχνικό θρίλερ –στα ελληνικά Τι αξία έχει η αλήθεια, ερημίτη μου;— για έναν αυτοεκτοπισμένο στο  Σέντραλ Παρκ της Νέας Υόρκης. Ο καμβάς επάνω στον οποίο στήνεται η κατ’ επίφαση αστυνομική πλοκή της ιστορίας είναι το βίωμα της εξαίρεσης, του μοναχικού αστέγου στη μεγάλη πόλη. Αυτά συνέβαιναν τότε, στις ευημερούσες δυτικές πρωτεύουσες, μεταξύ αυτών και στη δική μας. Άστεγοι ως αμελητέο ποσοστό, δείγματα άξια κοινωνιολογικών παρατηρήσεων, ευγενικές φιγούρες υιοθετημένες από συνανθρώπους.

***

Όταν πριν από μερικούς μήνες γράφτηκε πως η Αθήνα εισέρχεται σε ανθρωπιστική κρίση, η διατύπωση έμοιαζε υπερβολική, ίσως εκφοβιστική. Όταν τα μαγαζιά άρχισαν να κατεβάζουν ρολά το ένα μετά το άλλο, αναρωτιόμασταν τι κάνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Καταφεύγουν στα χωριά τους, μπαίνουν υπάλληλοι; Σε τι δουλειές, που δεν υπάρχουν; Όταν ένα πρωί διαπιστώσαμε πως η συνήθης  πιάτσα της ηρωίνης στην Πατησίων θύμιζε διαδήλωση με εκατοντάδες εξαθλιωμένους στριμωγμένους στα πεζοδρόμια, πως οι κοπέλες-θύματα του τράφικινγκ έκαναν πεζοδρόμιο στην 3ης Σεπτεμβρίου κατά δεκάδες, μέρα-μεσημέρι, πως άνθρωποι κοιμόντουσαν επάνω στις θερμαινόμενες από τον υπόγειο σταθμό σχάρες του Μετρό στην Ομόνοια, τότε άρχισε να φαίνεται πως η Αθήνα καταρρέει. Όχι για τους λόγους που διαλαλούν οι υπεύθυνοι της κρίσης, αλλά λόγω της φτώχειας, της οικονομικής και της κοινωνικής λεηλασίας στην οποία οδήγησαν τη χώρα. Συνέχεια ανάγνωσης