ΕΡΤ: η κυβέρνηση δεν τηρεί πια ούτε τα στοιχειώδη προσχήματα νομιμότητας

Standard

Η Ελλάδα χωρίς δημόσια ραδιοτηλεόραση

(αναδημοσίευση από το περ. «Xρόνος»: http://www.chronosmag.eu/index.php/ths-s-e-p-se-ps.html)

 της Αθηνάς Αθανασίου

Έργο του Τζαίημς Ένσορ

Έργο του Τζαίημς Ένσορ

Η διακοπή του σήματος της Ε.Ρ.Τ. και η απόλυση των 2.656 εργαζομένων της προκαλεί τρόμο και οργή. Η απόφαση της κυβέρνησης να κλείσει τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, και μάλιστα με πράξη νομοθετικού περιεχομένου χωρίς κοινοβουλευτική διαβούλευση και έγκριση, είναι πρωτοφανούς αυταρχισμού. Είναι μια οριακή στιγμή στην πορεία κοινωνικής καταστροφής. 

Δείχνει ότι αυτή η κυβέρνηση δεν τηρεί πια ούτε τα στοιχειώδη προσχήματα νομιμότητας. Έχει περάσει για τα καλά στο «Αποφασίζομεν και διατάσσομεν». Έχει δυσανεξία στη δημόσια και δημοκρατική ενημέρωση, στα δημόσια αγαθά, στον πολιτισμό, στην κριτική, στην πολυφωνία, στα αρχεία, στα μουσικά σύνολα, στην ελεύθερη σκέψη και δημιουργία… Μισεί τη δημοκρατία, μάχεται την κοινωνία. Λογοδοτεί μόνο στην εξουσία των ιδιωτικών συμφερόντων. Είναι μια ακραία κυβέρνηση. Από την άποψη αυτή, είναι εντελώς εύγλωττο το γεγονός ότι η μαύρη οθόνη της δημόσιας τηλεόρασης στηρίχτηκε από τη νεοναζιστική ομάδα. Το μαύρο τούς ενώνει. Συνέχεια ανάγνωσης

Από τον γύψο των συνταγματαρχών στη «μνημονιακή δημοκρατία»: 4 ερωτήματα

Standard
Χαυτεία, 17.11.1973

Χαυτεία, 17.11.1973

Η φετινή επέτειος της 21ης Απριλίου είναι η πρώτη που βρίσκει τους νεοναζιστές στο Κοινοβούλιο, ενώ παράλληλα η συρρίκνωση πολιτικών, κοινωνικών και ατομικών δικαιωμάτων είναι προωτοφανής για την Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία. Θελήσαμε λοιπόν να συζητήσουμε μια σειρά ερωτήματα που είναι στην καθημερινή ατζέντα: τι σημαίνει η απαξίωση της μεταπολίτευσης, αν ζούμε μια «νέα χούντα», τι σημαίνει η συρρίκνωση της δημοκρατίας και πώς πρέπει να την αντιμετωπίσει η Αριστερά, αν ο αυταρχισμός της μνημονιακής εποχής, αλλά και η άνοδος της Ακροδεξιάς αποτελούν «αναβιώσεις» ή νέα φαινόμενα; Απευθυνθήκαμε έτσι στην Αθηνά Αθανασίου (κοινωνική ανθρωπολόγο) την Ελένη Βαρίκα (ιστορικό, Paris VIII), τον Κωστή Κορνέτη (ιστορικό, New York University-NYU), τον Ηλία Νικολακόπουλο (πολιτικό επιστήμονα, Πανεπιστήμιο Αθηνών), τον Μιχάλη Σπουρδαλάκη (πολιτικό επιστήμονα, Πανεπιστήμιο Αθηνών), τον Δημήτρη Σαραφιανό (δικηγόρο), τον Γιάννη Χαμηλάκη (αρχαιολόγο, University of Southampton), Δημήτρη Χριστόπουλο (νομικό, Πάντειο Πανεπιστήμιο). Τους θέσαμε, σε όλους και όλες, τα τέσσερα ερωτήματα που ακολουθούν. Τις απαντήσεις τους, τις διαβάζετε στη συνέχεια. Tους ευχαριστούμε θερμά, όλους και όλες για την ανταπόκρισή τους.

Τα τέσσερα ερωτήματα

1. Το 1974 σηματοδοτεί μια καθοριστική τομή σε πολλά επίπεδα, ταυτόχρονα όμως στοιχεία της χούντας επιβιώνουν. Ποια είναι η κληρονομιά της χούντας που επιβιώνει και ποια η σημασία της;

2. Τα τελευταία χρόνια, από πολλές πλευρές, η μεταπολίτευση αμφισβητείται, ως περίοδος κυριαρχίας του λαϊκισμού, της χαλάρωσης, της διαφθοράς, του κομματισμού κ.ο.κ., που οδήγησε στη σημερινή κρίση. Στην προσέγγιση αυτή συμπίπτουν απόψεις από πολύ διαφορετικές αφετηρίες — από την ακροδεξιά μέχρι νεοφιλελεύθερους και υποστηρικτές του Μνημονίου. Πώς πιστεύετε ότι πρέπει να αποτιμήσουμε τη μεταπολίτευση;

3. Μαζί με την ιδεολογική αυτή αμφισβήτηση, παρακολουθούμε σήμερα την ανατροπή βασικών κατακτήσεων της μεταπολίτευσης, μαζί με την έξαρση του αυταρχισμού. Το σύνθημα «Η χούντα δεν τελείωσε το ’73» φωνάζεται όλο και περισσότερο

στις διαδηλώσεις, ενώ συναντάμε διάχυτη την αντίληψη ότι ζούμε μια «χούντα». Πρώτον, πιστεύετε ότι ζούμε μια «νέα χούντα»; Δεύτερον, γιατί υπάρχει και ενισχύεται αυτή η αντίληψη; Τρίτον, ποια πρέπει να είναι η στάση της Αριστεράς, αφενός απέναντι στη συρρίκνωση της δημοκρατίας και τον αυταρχισμό, αφετέρου στην αντίληψη περί «νέας χούντας»;

4. Βλέπουμε επίσης να αναβιώνουν ιδεολογήματα και όροι όπως ο «εχθρός λαός», ένας νέος αντικομμουνισμός, ένας τιμωρητικός-ιατρικός λόγος κλπ. Για όλα αυτά αλλά και για τη δυναμική εμφάνιση της Χρυσής Αυγής έχει σημασία να αναζητήσουμε τις ιστορικές συνέχειες, τις κληρονομιές λ.χ. της χούντας; Ή πρέπει να τα δούμε ως νέα φαινόμενα που εδράζονται στο σήμερα και στην κρίση;

Διαβάστε τις απαντήσεις:

Ηλίας   Νικολακόπουλος
Μιχάλης  Σπουρδαλάκης
Ελένη Βαρίκα
Δημήτρης Σαραφιανός
Κωστής  Κορνέτης
Αθηνά Αθανασίου
Γιάννης Χαμηλάκης
Δημήτρης  Χριστόπουλος Συνέχεια ανάγνωσης

Τέσσερα ερωτήματα για τη δημοκρατία

Standard

 του Μάκη Κουζέλη

Πάμπλο Πικάσο, «Οι αυλοί του Πανός», 1923

Πάμπλο Πικάσο, «Οι αυλοί του Πανός», 1923

Πολλοί από μας ζήσαμε τη δικτατορία, γι’ αυτό είμαστε συχνά πιο επιφυλακτικοί απέναντι στην εύκολη επίκληση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης ως πλαισίου που περιγράφει τη σημερινή κατάσταση. Και είμαστε επιφυλακτικοί κυρίως απέναντι σε εκείνη την επίκλησή της που επενδύεται με θετικές προσδοκίες. Ίσως αυτός ο βιογραφικός προσδιορισμός μας καθιστά και πιο συγκρατημένους απέναντι στους εύκολους χαρακτηρισμούς των αυταρχικών όψεων του σημερινού καθεστώτος.

Λιγότεροι πια είναι αυτοί που ζήσανε σε ναζιστικό καθεστώς, αλλά, παρά την απόσταση και την καλοστημένη απώθηση, οι παραστάσεις της πολιτικής και κοινωνικής ζωής όπως διαμορφώνεται μετά τη φασιστική ανατροπή της δημοκρατίας, είναι αρκετά ζωντανές για να επιβεβαιώνουν το άτοπο της ταύτισης της σημερινής κατάστασης με εκείνη – μέχρι στιγμής βέβαια, και αυτή η στιγμή εμφανώς έχει γυρίσματα.

Κανείς μας πάντως δεν έχει ούτε ίχνος παραστατικής επαφής με εκείνον τον πολιτισμικό ορίζοντα που προηγείται της αστικής δημοκρατίας. Ίσως να είναι αυτή η θεμελιώδης διαφορά, ανθρωπολογική περισσότερο από χρονική, που μας κάνει πιο ενδοτικούς απέναντι στην απαξίωση της δημοκρατίας ή τουλάχιστον στην ιδέα εγκατάλειψης της αξίας επίκλησής της, στην ιδέα αντικατάστασης της έννοιάς της με κάποια προσφορότερη ως εξεικόνιση ενός μέλλοντος κοινωνικής και προσωπικής χειραφέτησης. Συνέχεια ανάγνωσης

Η βιοπολιτική της αυταρχικής δημοκρατίας και η διακυβέρνηση του επικίνδυνου σώματος

Standard

της Αθηνάς Αθανασίου

Φράνσις Μπέικον, «Δεύτερη εκδοχή του “Πίνακα 1946”», 1971

Ζούμε σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Η εξαίρεση έχει γίνει κανόνας και πρότυπο άσκησης της εξουσίας. Όπως έλεγε ο Καρλ Σμιτ, κυρίαρχος είναι «όποιος μπορεί να κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης». Μέσω της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, η εξουσία εδραιώνει την κατίσχυσή της πάνω στην πολιτικά απογυμνωμένη ζωή, παρουσιάζοντας μάλιστα αυτή την αναστολή όχι ως απόκλιση από το δίκαιο αλλά ως την πλέον συνεπή και ενδεδειγμένη εφαρμογή του.

Με άλλα λόγια, αυτό που διαδραματίζεται στην κατάσταση εξαίρεσης είναι η συγκρότηση και η διαρκής παραγωγή ενός ορίου που αφορά το ποιες ζωές λογίζονται ως αξιοβίωτες και ποιες εγκαταλείπονται και μετατρέπονται σε επισφαλείς, και μάλιστα χωρίς λογοδοσία, αφού στη ζώνη της κατάστασης εξαίρεσης όλα επιτρέπονται εν ονόματι, ακριβώς, μιας αδήριτης και επιτακτικής έκτακτης ανάγκης. Επομένως η κατάσταση εξαίρεσης συνδέεται θεμελιακά με την κανονιστική διαχείριση της ζωής μέσω της παραγωγής σωμάτων που μετράνε ή απλώς μετριούνται. Το σώμα (ως ξένο ή οικείο, πάσχον ή υγιές, λειτουργικό ή δυσλειτουργικό) είναι το κατεξοχήν πεδίο εγκαθίδρυσης των όρων απονομής της ανθρώπινης και της πολιτικής ιδιότητας. Με αυτή την έννοια, η κατάσταση εξαίρεσης είναι μια βιοπολιτική συνθήκη.

Αποτυπώματα της νεοφιλελεύθερης «νέας εθνικοφροσύνης»

 Στην τρέχουσα ελληνική συγκυρία, τα στρατόπεδα κράτησης μεταναστών και η διαπόμπευση των οροθετικών εκδιδόμενων γυναικών δεν συνιστούν απλώς έναν προεκλογικό ελιγμό των αστικών κομμάτων «εθνικής σωτηρίας», αλλά αποτελούν θεμελιώδεις όψεις της εθνο-νεοφιλελεύθερης πολιτικής ηγεμονίας που συνδέεται οργανικά με την καλλιέργεια μιας μικρο-φασιστικής ομοθυμίας. Στην «ακροδεξιά του μεσαίου χώρου» (κατά την έκφραση του Δημοσθένη Παπαδάτου- Αναγνωστόπουλου) συμπυκνώνεται η λογική που συντηρεί το καθεστώς έκτακτης ανάγκης και τη βιοπολιτική της αυταρχικής δημοκρατίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι πλειοψηφίες στο στόχαστρο, φάση δεύτερη

Standard

του Νίκου Παρασκευόπουλου

Έργο του Φρανς Μασερεέλ

Στην αρχή, η παρακάτω θέση έμοιαζε με θεωρία συνωμοσίας και επιπλέον με προφητεία. Πριν τη ξαναδούμε αναδρομικά, θυμίζουμε την αρχική της εμφάνιση.

Όσο η οικονομία παγκοσμιοποιείται τόσο οι κοινωνικές ανισότητες –αντί να αμβλύνονται– εντείνονται. Όλο και λιγότεροι πλούσιοι άνθρωποι βρίσκονται να κατέχουν ίσο πλούτο με όλο και περισσότερους φτωχούς. Έτσι, η φτώχεια θα πλήξει τους πολλούς μεσοαστούς, κι όχι μόνο ολιγάριθμες μειονότητες. Τότε οι πληθυσμοί που συγκροτούν τις πλειοψηφίες θα διαμαρτύρονται και θα έχουν λόγους να εξεγείρονται ή να παραβαίνουν τον νόμο, που δεν τους αφήνει περιθώρια αξιοπρεπούς επιβίωσης ή έστω κοινωνικής ανόδου με νόμιμα μέσα. Για να προληφθούν η αταξία και οι τριβές, πρέπει πλέον να διευρυνθεί η εμβέλεια της επιτήρησης. Χρειάζεται να εισέλθουν στο στόχαστρο της αστυνόμευσης και του ποινικού ελέγχου όχι μόνο οι λίγοι ένοχοι, αλλά οι πολλοί ύποπτοι, ή μάλλον οι πάντες. Αυτό οδηγεί σε μια σειρά αναδιατάξεων: πρέπει να περάσει το κέντρο βάρους του ελέγχου από τα δικαστήρια στην αστυνομία, που κατά συνθήκη ασχολείται με περισσότερους, να συγκροτηθούν ειδικές δυνάμεις για την αντιμετώπιση μαζικών εκδηλώσεων που εκτρέπονται σε πράξεις βίας, να αναπτυχθούν στους δημόσιους χώρους κάμερες ώστε να επισκοπούνται κατά το δυνατό οι πάντες, να σχεδιαστούν και να εφαρμόζονται πολιτικές Νόμου και Τάξης, ή μηδενικής ανοχής, οι οποίοι εμπλέκουν στα δόκανα το μέσο πολίτη. Όταν ο ελεγκτικός αυτός μηχανισμός θα είναι εξοπλισμένος και στελεχωμένος, όταν παράλληλα το κράτους δικαίου με τα ατομικά δικαιώματα θα έχει γίνει ασπίδα διάτρητη, τότε τα πλήγματα στο κράτος πρόνοιας και στους θεσμούς κοινωνικής συνοχής των πολλών θα ακολουθήσουν άνετα και ακίνδυνα. Για τους πλήττοντες, εννοείται.

Τι θα εκτιμήσει άραγε τώρα ο οίκος αξιολόγησης «Αναγνώστες» για τη θεωρία; Ελπίζω ότι αυτή δεν μοιάζει πια με θεωρία συνωμοσίας. Πρώτον, επειδή είναι ένα παραμύθι χωρίς δράκο, χωρίς υπαινιγμούς για σκοτεινά κέντρα εξουσίας. Δεύτερο και κυριότερο, επειδή μετά μια δεκαετία η εικόνα έχει ξεθολώσει και έχει γίνει πλέον ανάγλυφη: όντως οι πολλοί πλήττονται, αναμφίβολα η αστυνόμευση θέτει στο στόχαστρό της πολύ περισσότερους πολίτες, η διεθνής πολιτική πιέζει τις πλειοψηφίες, ενώ στο προπύργιο της δικαιοσύνης οι δικαστές με έκπληξη διαπιστώνουν ότι ο μέσος πολίτης δεν είναι πια ένας συνετός νοικοκύρης. Συνέχεια ανάγνωσης

Νέες μορφές αυταρχισμού

Standard

του Αχμέτ Ινσέλ

μετάφραση: Ιλεάνα Μορώνη

Ο Αχμέτ Ινσέλ, καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Γκαλατά Σαράι της Κωνσταντινούπολης, έγραψε το άρθρο αυτό σε μια συγκυρία στην οποία η τουρκική κυβέρνηση από τη μία επαίρεται για την οικονομική ανάπτυξη που γνωρίζει η Τουρκία (ανάπτυξη η οποία είναι βέβαια αμφίβολο πόσο ωφελεί τους πολλούς, αν σκεφτούμε π.χ. ότι ο καθαρός κατώτατος μισθός είναι μικρότερος από 300 ευρώ), ενώ από την άλλη εντατικοποιεί τις πολιτικές διώξεις, με πρόσχημα την πάταξη της στήριξης στην (κουρδική) τρομοκρατία. Οι αναφορές στην Τουρκία περιορίζονται όμως στο τέλος του άρθρου∙ όσα γράφει ο Ινσέλ έχουν γενική ισχύ και, θα προσθέταμε, είναι ιδιαίτερα επίκαιρα και στην ελληνική και ευρωπαϊκή συγκυρία. Το παρόν δημοσιεύτηκε στο ένθετο «Radikal 2» της εφημερίδας Radikal την Κυριακή 30 Οκτωβρίου.

Ι.Μ.

O «δημοκρατικός αυταρχισμός», συνδυασμός της δημοκρατίας της κοινής γνώμης με την οικονομία της αγοράς

Ζαν-Κλοντ Γκοτράν, «Μαύρα μπουφάν», 1962


Ο Γερμανός πολιτικός επιστήμονας Ραλφ Ντάρενντορφ (Ralf Dahrendorf), σ’ ένα άρθρο του που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Die Zeit το 1997, προέβλεπε ότι «ο 21ος αιώνας μπορεί να είναι ο αιώνας του αυταρχισμού». Επρόκειτο για μια προειδοποίηση προς το υπεραισιόδοξο φιλελεύθερο πνεύμα της εποχής, το οποίο, μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, ισχυριζόταν ότι είχε φτάσει το Tέλος της Ιστορίας κι ότι μπροστά μας ανοιγόταν ο δρόμος μιας μακράς και αδιάλειπτης φιλελεύθερης δημοκρατίας. Τα γεγονότα της πρώης δεκαετίας του 21ου αιώνα, συμπεριλαμβανομένων αυτών της Αραβικής Άνοιξης, έδειξαν ότι δεν είναι δυνατή η μετάβαση από τις δικτατορίες σε αψεγάδιαστες δημοκρατίες σε μια στιγμή, σαν από άγγιγμα μαγικού ραβδιού ή με μια ξαφνική έφοδο. Μια τέτοια εκτίμηση είναι και μεθοδολογικά προβληματική. Συνέχεια ανάγνωσης

Ορθώς κείμενα: Η απολογία της Μαρίνας Δημητριάδου

Standard

Στις 25 Σεπτεμβρίου, η Μαρίνα Δημητριάδου, μεταπτυχιακή φοιτήτρια του Πανεπιστημίου Κρήτης, πέταξε ένα αυγό εναντίον του υφυπουργού Προστασίας του Πολίτη Μανώλη Όθωνα. Συνελήφθη, προπηλακίστηκε από την οθωνική ασφάλεια και κρατήθηκε στο Τμήμα κατόπιν μηνύσεως του υφυπουργού, για «απρόκλητη λόγω και έργω εξύβριση». Στις 10 Οκτωβρίου, το δικαστήριο του Ρεθύμνου, αν και έκρινε ότι η πράξη δεν ήταν απρόκλητη, καταδίκασε τη Μ. Δημητριάδου σε φυλάκιση πέντε μηνών με αναστολή. Το γεγονός είναι πρωτοφανές στα μεταπολιτευτικά χρονικά: όχι βέβαια της ρίψης αυγών (και γιαουρτιών, αλευριού, ντοματών κλπ.), αλλά της μήνυσης και της καταδίκης· εκατοντάδες τέτοιες ενέργειες θεωρούνταν μέχρι σήμερα πράξεις πολιτικής διαμαρτυρίας, και όχι αντικείμενο του Ποινικού Κώδικα. Δεν χρειάζεται κανείς να συμφωνεί με την «αυγοβολή» για να καταλάβει ότι η δίωξη και καταδίκη, σε μια εποχή μάλιστα που η κοινωνική διαμαρτυρία εντείνεται, στρέφεται ευθέως κατά της πολιτικής έκφρασης και ταυτόχρονα δείχνει έλλειψη συναίσθησης εκ μέρους της κυβέρνησης. Συμπαραστεκόμενοι στη Μ. Δημητριάδου, δημοσιεύουμε αποσπάσματα από την απολογία της (ολόκληρη, καθώς και άλλες πληροφορίες για το συμβάν, στο μπλογκ της http://augobolos.blogspot.com/2011/10/blog-post.html).

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 […] Είναι, θαρρώ, φανερός ο εμπαιγμός του κ. Όθωνα σε βάρος μου και σε βάρος όλων των κατοίκων του Ρεθύμνου, ψηφοφόρων του και μη, καθώς άλλα τον ακούγαμε να λέει προεκλογικά και άλλα λέει και πράττει πλέον που είναι στην κυβέρνηση. Σύμφωνα με τα λόγια του μετά το συμβάν για το οποίο δικάζομαι δήλωσε ότι «η έκφραση αντίθεσης και διαμαρτυρίας στην εκάστοτε κυβερνητική πολιτική είναι όχι μόνο θεμιτή, αλλά αποτελεί και θεμελιώδες δικαίωμα κάθε πολίτη.» Ωστόσο, σπεύδει να διευκρινίσει ποιοι είναι εκείνοι που δικαιούνται να εκφράζουν τη διαμαρτυρία τους. Όχι οι «παγκοσμίως και τουλάχιστον πανρεθυμνίως άγνωστοι». Μας θυμίζει τις δηλώσεις του μετά τη φετινή μαθητική παρέλαση της 25ης Μαρτίου κατά την οποία ενεργοί πολίτες του Ρεθύμνου τόλμησαν να εκφραστούν ενάντια στην πολιτική της κυβέρνησης. Χαρακτηρίστηκαν ως «ομάδα πολιτών άνευ σημασίας» και δύο από αυτούς, προσωπικοί μου φίλοι, ξυλοκοπήθηκαν με ιδιαίτερο μένος από τα σώματα προστασίας του πολίτη. Στο ίδιο μήκος κινήθηκε και ο [δήμαρχος Ρεθύμνου] κύριος Μαρινάκης, συμπληρώνοντας τις απαξιωτικές δηλώσεις του κ. Όθωνα, λέγοντας ότι «άκουσε» πως την επίθεση έκανε μια «τριαντατριάχρονη Κύπρια φοιτήτρια, και αυτό τα λέει όλα». Πόσες γενιές πίσω άραγε οφείλω να έχω ρεθυμνιώτικο αίμα, για να δικαιούμαι να διαμαρτύρομαι στο Ρέθυμνο; Πόσο χρονών έπρεπε να είμαι; […]. Συνέχεια ανάγνωσης