Τρόποι «αυτοδίκαιης παύσης» του Συντάγματος

Standard
Η «ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΗ ΑΡΓΙΑ» ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ-1

του Νίκου Παρασκευόπουλου

Πριν λίγες μέρες, το δικαστήριο έκρινε αθώο τον αντιπρύτανη του ΑΠΘ Γιάννη Παντή. Είχε κατηγορηθεί συκοφαντικά για «απιστία στην υπηρεσία», στο πλαίσιο μιας εκστρατείας σπίλωσης του προσώπου του, της πρυτανείας του ΑΠΘ και γενικότερα του δημόσιου πανεπιστημίου. Πρόκειται μια σημαντική ηθική νίκη. Ωστόσο, η δίωξη έφερε στην επιφάνεια και ένα άλλο σοβαρό ζήτημα: τη διάταξη του «νόμου Μανιτάκη», με την οποία τίθενται σε αυτοδίκαιη αργία δημόσιοι υπάλληλοι εναντίον των οποίων ασκείται ποινική δίωξη μέχρι και για πλημμελήματα (ακόμα και για ιδιωτικές υποθέσεις άσχετες με τη δουλειά τους, πριν τελεσιδικήσουν μάλιστα. Η (κακή) αρχή έγινε με τον Γιάννη Παντή και η συνέχεια ήρθε με την αργία του δασκάλου Στέφανου Γκουλιώνη, στη Λάρισα, ο οποίος είχε καταδικαστεί για «αντίσταση κατά της αρχής» μετά τη σύλληψή του σε αντιμνημονιακή διαδήλωση (για υπογραφές διαμαρτυρίας στο http://goo.gl/BPIVq). Η διάταξη αυτή καταπατά κάθε αρχή δικαιοσύνης και λογικής, αφού μπορεί να τεθεί σε αργία (πρακτικά ισοδύναμη με απόλυση) ένας δημόσιος υπάλληλος όχι μόνο λόγω της πολιτικής ή συνδικαλιστικής του δράσης, αλλά και επειδή λ.χ. έχει κτηματικές διαφορές με έναν γείτονα. Θεωρώντας το θέμα από τα σοβαρότερα για τη δικαιοσύνη και τη δημοκρατία, δημοσιεύουμε σήμερα, σε επεξεργασμένη μορφή, τις ομιλίες που έκαναν ο Στέφανος Δημητρίου (Φιλοσοφική Ιωαννίνων), ο Νίκος Κωνσταντόπουλος και ο Νίκος Παρασκευόπουλος (Νομική ΑΠΘ), με συντονιστή τον Δημήτρη Χασάπη (Πανεπιστήμιο Αθηνών), στην εκδήλωση που οργάνωσε ο ΣΥΡΙΖΑ (Αθήνα, 14.5.2013).

Στρ. Μπ.  

   

Πωλ Σεζάν, «Πέντε λουόμενες», 1878

Πωλ Σεζάν, «Πέντε λουόμενες», 1878

Η άμεση απειλή επιβολής αυτοδίκαιης αργίας στον αντιπρύτανη του ΑΠΘ Γ. Παντή αντιμετωπίστηκε από πολλούς σαν ακρότητα: αυτοδίκαιη αργία για μια υπερβολική δίωξη, ένα κινητό (που υποτίθεται ότι έδωσε), αντιπροσφορά σε μια συμφέρουσα τηλεοπτική προβολή του Πανεπιστημίου; Όχι δα! Καθώς όμως πολλές ανάλογες περιπτώσεις έχουν γίνει γνωστές, είναι πια σαφές ότι το «ακραίο» αποτελεί προϊόν μιας γενικευμένης πολιτικής, που θέτει στο στόχαστρο της απειλής κάθε εργαζόμενο στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Ασαφή πειθαρχικά παραπτώματα («ανάρμοστη συμπεριφορά»), καθώς και διώξεις εξαρτώμενες από ενδείξεις και την ανέλεγκτη εκτίμηση εισαγγελικών λειτουργών μπορούν να οδηγήσουν αυτόματα μεγάλο αριθμό εργαζόμενων στο δημόσιο σε αργία μεγάλης διάρκειας (μέχρι την αμετάκλητη δικαστική απόφαση, μετά από έτη), σε φτώχεια και ταπεινωτικό στιγματισμό.

Η γενικευμένη αυτή πολιτική απειλής μπορεί να ενταχθεί στη νεοφιλελεύθερη στρατηγική κατά του δημόσιου τομέα. Όμως, αυτή η αναγωγή δεν είναι η μόνη δυνατή, ούτε αρκετή για να συνειδητοποιήσουμε το εύρος της εξελισσόμενης πολιτικής. Πρόκειται για πολιτικοκοινωνική εξέλιξη ευδιάκριτη από τις απαρχές της νέας χιλιετίας: σταθεροποιείται ένα σύστημα που στοχεύει από πολλές γωνίες τους πολλούς. Το υποκείμενό του, λογικά, θα είναι ολιγαρχικό. Αντίστοιχα, το σύστημα-στόχος δεν μπορεί παρά να εκφράζεται με σχέσεις και θεσμούς δημοκρατίας.

Από το 2001 έως την έναρξη της διεθνούς οικονομικής κρίσης (2006) ξεδιπλώθηκε η επίθεση κατά του κράτους δικαίου. Στο όνομα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας, του οργανωμένου εγκλήματος, της εμπορίας ανθρώπων, υπαρκτών δηλαδή απειλών, καταρρίπτονται διαδοχικά οι φραγμοί των ατομικών δικαιωμάτων. Η έννοια του υπόπτου διευρύνεται, η αστυνομία κερδίζει έδαφος έναντι του δικαστικού μηχανισμού, η μηδενική ανοχή έναντι της αναλογικότητας, ο κύκλος του εγκλεισμού ανοίγει και γίνεται ποικιλώνυμος (κέντρα φιλοξενίας, ασφαλιστική κράτηση), η ηλεκτρονική παρακολούθηση γενικεύεται κ.λπ. Η βία εντωμεταξύ δεν μειώνεται, ίσα-ίσα πολλαπλασιάζεται, επιβεβαιώνοντας ότι τα πλήγματα στους πολλούς δεν είναι μέσο καταπολέμησης του εγκλήματος αλλά αυτοσκοπός.

Με την οικονομική κρίση και το κράτος δικαίου ήδη επαρκώς εξασθενημένο, ξεδιπλώνεται η δεύτερη φάση. Τώρα πλήττεται το κράτος πρόνοιας: παιδεία, περίθαλψη, πολιτισμός για τους πολλούς. Αν κρίνουμε από τον συντονισμό αυτής της φάσης, η ικανή να φοβίζει τον μέσο υπάλληλο αυτοδίκαιη αργία ίσως άργησε να εμφανιστεί. Συνέχεια ανάγνωσης

Πίσω απ’ τα λόγια

Standard

Η «ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΗ ΑΡΓΙΑ» ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ-2

του Νίκου Α. Κωνσταντόπουλου

Έργο του  Χάιντς Φουξ, 1919

Έργο του Χάιντς Φουξ, 1919

Πρέπει διαρκώς και σοβαρά να λογαριάσουμε πώς καταπέσαμε στο σημερινό κατάντημα και τι σημαίνει αυτή η πολιτισμική αναδίπλωση της πατρίδας μας, για τη θέση της στον 21ο αιώνα.

Σ’ αυτή την περίοδο, που μοιάζει να περπατάμε στα κουτουρού, φλυαρώντας ακατάσχετα, με τσόφλια λόγου, περιδεείς και σαστισμένοι για το παρόν και το μέλλον, εξακολουθητικά αυτάρεσκοι και ιδιοτελείς, μέσα στη νευρωτική και ανταλλακτική δημοσιότητα, καλό και χρήσιμο θα ήταν να λογαριάσουμε «τα μεγάλα λόγια που φωνάξαμε στους δρόμους, τις μικρές αλήθειες που αποσιωπήσαμε στον εαυτόν μας», όπως λέει ο Τάσος Λειβαδίτης.

Μπροστά στη δραματική αδυναμία του πολιτικού συστήματος να διαχειρισθεί τις νοσηρότητες του και να απεγκλωβιστεί απ’ τις ψευδείς συνειδήσεις, το άθλιο πολιτικό ήθος και τα νόθα μοντέλα που διέπλασε στον δημόσιο βίο, επιβάλλεται η ριζοσπαστική αυτογνωσία και η ουσιαστική ανάληψη ευθυνών. «Το γνώθι σαυτόν» και το «λόγον διδόναι», η ιστορική αυτογνωσία με αυτοκριτική και λογοδοσία, αποτελούν ουσιαστικό στοιχείο κοινωνικής συνοχής και πολιτικής συνειδητοποίησης, για να σταθεί η χώρα στα πόδια της και για να αναδιαρθρωθούν, δομικά, κοινωνικές συνθήκες, πολιτικοθεσμικές σχέσεις και ηθικοπνευματικές στάσεις ζωής.

Ο καιρός περνάει και η ελληνική πολιτεία ολοένα και περισσότερο δίνει την εικόνα της «μεταλλαγμένης δημοκρατίας», με αποκορύφωμα της εκφυλιστικής της αλλοίωσης τον μνημονικό λόγο των κατεστημένων κύκλων, που σχετικοποιούν και αλλοτριώνουν ακόμα πιο προκλητικά τον εαυτό τους, διακηρύσσοντας την επιδίωξη μιας «δημοκρατίας με περιορισμένες ίσως εξουσίες και αρμοδιότητες, για τον εξορθολογισμό του μεταπολιτευτικού κοινοβουλευτισμού μας». Συνέχεια ανάγνωσης

Η κατάρρευση της δικαιοκρατικής αρχής

Standard
Η «ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΗ ΑΡΓΙΑ» ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ-3

του Στέφανου Δημητρίου

Πάμπλο Πικάσο, "Λουόμενοι που στεγνώνουν", 1909

Πάμπλο Πικάσο, «Λουόμενοι που στεγνώνουν», 1909

«Ας ξεκινήσουμε με μια παραδοχή: Υποθέτω ότι δέχεσθε ότι όσοι ασκούν δημόσια αξιώματα ή καθήκοντα οφείλουν με τη συμπεριφορά τους να τιμούν τον θεσμό που υπηρετούν. Οι φορείς των θεσμών υπάρχουν και λειτουργούν χάριν του θεσμού και φροντίζουν για το κύρος και το συμφέρον του». Με τα παραπάνω λόγια, ο αρμόδιος υπουργός δικαιολόγησε την αντίδρασή του στην τροποποίηση του N. 4093/12. Η παραδοχή είναι ορθή. Και, δεχόμενοι αυτή την παραδοχή, δεχόμαστε και ότι το μέτρο της «αυτοδίκαιης αργίας» υπάγεται στη διασφάλιση ενός αγαθού: του συμφέροντος της διοίκησης. Αυτός είναι ο σκοπός, ενώ η «αυτοδίκαιη αργία» είναι το μέσον. Συνεπώς, ό,τι και αν υποστηρίξει κανείς σχετικά, προϋποτίθεται ο καθορισμός της συνάφειας μέσου προς σκοπό. Αυτή η συνάφεια συνιστά το κριτήριο νομιμοποίησης των κρατικών αποφάσεων, άρα και κριτήριο για τον έλεγχο του μέτρου της «αυτοδίκαιης αργίας».

Ας αναρωτηθούμε τώρα: Είναι το μέτρο δίκαιο και κατάλληλο; Θα πρέπει να το συνδυάσουμε με την απαξία της «ανάρμοστης συμπεριφοράς», η οποία συνιστά λόγο για αυτοδίκαιη αργία. Είναι αόριστη έννοια, όπως και το «προσήκον ήθος» (άρθρο 23 Υπ. Κωδ.). Διακριβώνουμε λοιπόν τη φύση του προβλήματος: τη σύγκρουση έννομων συμφερόντων. Η έλλειψη κριτηρίου προσδιοριστικού της συνάφειας ανάμεσα σε υπηρεσιακό αδίκημα και στο ότι μπορεί να υπαχθεί σε αυτή την κατηγορία –και να τεθεί σε αυτοδίκαιη αργία– υπάλληλος που μηνύθηκε για απλή οικονομική διαφορά ή επειδή δεν υπέκυψε σε εκβιασμό από ιδιώτη ή επειδή η συνδικαλιστική και πολιτική του δραστηριότητα δεν είναι αρεστή, ακόμη και για προσωπικές διαφορές, πλήττει αρχές του πολιτικού φιλελευθερισμού: την ελεύθερη εκδήλωση του φρονήματος, ενώ μπορεί να περιστείλει τη συνδικαλιστική ή πολιτική δραστηριότητα ως έκφραση της αρχής του ίσου πολιτικού αυτοκαθορισμού των πολιτών, μηδέ των δημοσίων υπαλλήλων ή λειτουργών εξαιρουμένων. Συνέχεια ανάγνωσης