Μια ιστορική πρόκληση: το ΕΑΜ

Standard

ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΕΑΜ

 του Σπύρου Ι. Ασδραχά

Για το ΕΑΜ είναι εύκολο στον καθένα να μιλήσει, με έξαρση μάλιστα, αν ανήκει στη γενεαλογία του. Όσοι ήταν ώριμοι στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 έχουν  πάρει το μονοπάτι του θανάτου. Λίγοι από τους νέους της δεκαετίας του 1940 επιζούν. Όσοι ανήκουν στη μικρότερη ηλικιακή κλάση που το αγκάλιασε, τα Αετόπουλα, σήμερα κοντεύουν να γίνουν ογδοηντάρηδες· άλλοι απ’ αυτούς, όσοι βίωσαν φυσιολογικά, έφυγαν και απομείναντες πήγαν στο ξόδι τους. Το ΕΑΜ όμως δεν είναι μια διαγεναϊκή μνήμη που κρατά όσο και η προφορική διαιώνισή της: το ΕΑΜ είναι ιστορία, και η ιστορία δεν έχει τέλος, γιατί δεν είναι μόνο η περιγραφή συμβάντων, αλλά μια ανασηματοδοτούμενη επιθυμία, βούληση και ερμηνευτική προκείμενη του παρόντος. Έχει γίνει μια ζώσα ιστορία.

ΕΑΜ, δηλαδή Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Ας αναστοχαστούμε αυτές τις τεταμένες λέξεις. Εθνικό: ο κύριος συντελεστής του, το ΚΚΕ, ήταν κόμμα διεθνιστικό που υπερέβαινε το έθνος μέσω μιας τάξης που από υποτελής γινόταν ηγεμονική, της εργατικής τάξης· μιας τάξης επαναστατικής.

Η συγκυρία του πολέμου ανάδειξε τον πατριωτισμό, κι αυτός δεν μπορούσε να είναι παρά εθνικός, αφού ο πόλεμος έφερνε αντιμέτωπα κράτη, συνεκτικός δεσμός των οποίων ήταν η εθνική ιδεολογία. Η μητέρα του διεθνισμού ήταν μια αυτοκρατορία πολυσύνθετη, που θέλησε να μεταλλαχθεί σε υπερεθνική ταξική ενότητα. Η πραγματολογία όμως της ιστορίας δεν είναι ταυτόσημη με τη λογική της: το διαλεκτικό σχήμα θέση-αντίθεση-σύνθεση προσέκρουε  στη μεσοχρονική –όπως πιστευόταν– διάρκεια, και στη διαλεκτική αντιπαρατασσόταν η λεγόμενη «τυπική λογική»: ή – ή. Η λήψη αποφάσεων υποτασσόταν, στη συγκεκριμένη συγκυρία, σ’ αυτή τη λογική. Ο πόλεμος δεν μπορούσε παρά να είναι πατριωτικός, δηλαδή εθνικός. Πόλεμος, για τους ηττημένους, απελευθερωτικός.

Απελευθέρωση από ποιους; Όχι από τους ταξικούς κυρίαρχους, αλλά από τους εχθρούς της πατρίδας, συνεπώς του έθνους, του αστικού έθνους στην περίπτωση των χωρών που δεν ανήκαν στους κρατικούς σχηματισμούς που απέρρεαν από την επανάσταση του 1917. Με ποιον μοχλό; Το Μέτωπο. Είχε ήδη δοκιμαστεί ο μοχλός αυτός στο κοινωνικό πεδίο.  Το Μέτωπο συνεπαγόταν τη σύγκλιση ετεροτήτων χάρη  σε έναν γενικώς αποδεκτό ενοποιητικό παράγοντα, την απελευθέρωση από την ξένη κατοχή. Αυτό θέλησε να πραγματοποιήσει το ΕΑΜ, και εν πολλοίς το πραγματοποίησε. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο δυναμισμός και η παλλαϊκή αποδοχή του ΕΑΜ στόχος των αντιπάλων του

Standard

του Προκόπη Παπαστράτη

Συνεδρίαση λαϊκής αυτοδιοίκησης στο χωριό Βλάσι Αγράφων, 1943. Φωτογραφία του Σπύρου Μελετζή

Η απόφαση της Κ.Ε. του ΚΚΕ, τον Ιούλιο του 1941, να καλέσει τον ελληνικό λαό σε αντίσταση και να προτείνει στους αστούς πολιτικούς ηγέτες να συνεργαστούν με το ΕΑΜ προκαλεί την άρνηση των τελευταίων και την ταυτόχρονη απειλή για αιματηρή και αδελφοκτόνο καταστολή ενός τέτοιου κινήματος.  Αυτό υπογραμμίζει κατηγορηματικά ο Στ. Γονατάς, αρχηγός των Συντηρητικών Φιλελεύθερων, στα μέσα  Σεπτεμβρίου του 1941, στον εκπρόσωπο του ΚΚΕ Θανάση Χατζή.

Τόσο η πρόταση αυτή  όσο και η άρνηση προσδιορίζουν άμεσα το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα αναπτυχθεί το κίνημα της Αντίστασης. Σαφή απόδειξη αυτής της αδιάλλακτης στάσης είναι η εχθρική στάση που θα τηρήσουν οι αστοί πολιτικοί ηγέτες, με αξιοζήλευτη συνέπεια, απέναντι σ’ αυτήν τη συνεργασία σ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής.  Αυτή η εχθρότητα και η ενδόμυχη παραδοχή της σημασίας του ΕΑΜ και συνακόλουθα του κινδύνου που ενέχει για τα στενά πολιτικά τους συμφέροντα τους οδηγεί να επιλέξουν την αντιπαράθεση από τη συνεργασία.  Αυτή η επιλογή της αντιπαράθεσης εξηγείται από την αδυναμία της αστικής πολιτικής ηγεσίας να κατανοήσει γιατί στις νέες συνθήκες που επιβάλλει η τριπλή κατοχή το ΕΑΜ κερδίζει συνεχώς έδαφος.

Σε αντίθεση με το ΕΑΜ που απευθύνεται άμεσα στο λαό και αναθέτει πρωτοβουλίες για την υλοποίηση ενός ευρύτατου φάσματος δραστηριοτήτων, με αποτέλεσμα να κερδίζει εμπιστοσύνη σε μια συνεχώς διευρυνόμενη λαϊκή βάση, η στάση που τηρούν οι προσωπικότητες του αστικού πολιτικού χώρου, που εξακολουθούν να συμπεριφέρονται ως αρχηγοί πολιτικών κομμάτων, δείχνει ότι δεν εμπιστεύονται τον κόσμο που διατείνονται ότι εκπροσωπούν.  Αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης οφείλεται στις εγγενείς αδυναμίες του πελατειακού συστήματος που τους διατήρησε στην εξουσία μέχρι το 1936, αδυναμίες τις οποίες αδυνατούν να υπερβούν στη διάρκεια της Κατοχής. Συνέχεια ανάγνωσης

Τότε και τώρα: παραλληλισμοί επί ξυρού ακμής

Standard

της Ιωάννας Παπαθανασίου

Η κρίσιμη συγκυρία στην οποία βρίσκεται σήμερα η ελληνική κοινωνία καλεί την Αριστερά να αντιμετωπίσει την επέτειο των εβδομήντα χρόνων από την ίδρυση του ΕΑΜ με διαφορετικούς όρους. Μας καλεί να εγκαταλείψουμε τους πανηγυρικούς και τις ανέξοδες συνθηματολογίες που είθισται να συνοδεύουν τις επετείους και να στοχαστούμε κάποια σημαντικά ιστορικά παράλληλα. Ξεχασμένα στον πάγκο του ιστορικού, ανάμεσα στα εργαλεία της δουλειάς μας, σωρεύονται τα ανάλεκτα του πρόσφατου παρελθόντος που συναντούν τους σύγχρονους προβληματισμούς για το ρόλο της Αριστεράς στη σημερινή πολυεπίπεδη κρίση. Τα ιστορικά τεκμήρια δεν προβάλλουν ανυπέρβλητα χάσματα ανάμεσα στις δυστοκίες και τις ανεπάρκειες του «σήμερα» με το «λαμπερό και ηρωικό χθές». Αντίθετα, υπογραμμίζοντας τις αποκλίσεις, επιβεβαιώνουν τον ρόλο της Ιστορίας: η γνώση μας για το παρελθόν συμβάλλει στην κατανόηση και στην αναζήτηση λύσεων για τον παρόντα χρόνο.

Ποιο λοιπόν ήταν και τι ήθελε το ΕΑΜ; Αν η απάντηση στο ερώτημα περικλείεται ήδη από τα χρόνια της Αντίστασης στην περίφημη μπροσούρα του Δ. Γληνού, στις χιλιάδες σελίδες που έχουν γραφεί για την ιστορία της Αντίστασης, οι ερμηνείες για το εαμικό «φαινόμενο» ποικίλουν, επηρεασμένες πρωτίστως από τα κυρίαρχα ιδεολογικά σχήματα, τις αντιπαλότητες και τις συναινέσεις που χαρακτήρισαν κάθε εποχή. Ανεξάρτητα ωστόσο από τις ερμηνείες και τα σχήματα, οι συνθήκες και πολύ περισσότερο οι ανάγκες που οδήγησαν στην ίδρυση του ΕΑΜ φαίνεται ότι έχουν σημαντικές αναλογίες με όσα επιτάσσει η σημερινή συγκυρία.

Ακροβατώντας επί ξυρού ακμής, θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε επιγραμματικά κάποια σημεία, δηλώνοντας τις αποστάσεις μας από την επίσημη ιστορία. Είναι γεγονός ότι οι καλογυαλισμένες «επίσημες εκδοχές», που αντιστοιχούν στις ποικίλες κομματικές αποχρώσεις της Αριστεράς, με κυρίαρχη πάντα την εκδοχή του ΚΚΕ, καλλιέργησαν για χρόνια με επιτυχία τη λογική μιας αδιάλειπτης ενότητας ανάμεσα στο περίφημο γράμμα-προσκλητήριο στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του Ν. Ζαχαριάδη του Οκτωβρίου 1940 και στην έναρξη της Αντίστασης. Στον άξονα αυτό, τόνισαν τη γραμμικότητα συνδέοντας –συχνά επιλεκτικά– κάποιες ιστορικές αποφάσεις της ηγεσίας του ΚΚΕ με αντίστοιχα κομματικά σώματα και ολομέλειες που υπάκουσαν εκ των υστέρων σε συνεχόμενη αρίθμηση. Τα περισσότερα έργα της αριστερής ιστοριογραφίας ακολούθησαν εν πολλοίς τις ίδιες κατευθύνσεις. Ενσωμάτωσαν την κυρίαρχη εκδοχή υπογραμμίζοντας από τη μια μεριά την ανάγκη της συνέχειας και το αλάθητο του κόμματος στη φάση της ανασύνταξής του, και από την άλλη την εαμική εποποιία. Έτσι, τα βερνίκια που έδωσαν λάμψη στην ιστορία της περιόδου συγκάλυψαν σημαντικές πτυχές της. Συνέχεια ανάγνωσης

Αναμνήσεις από τη γερμανική επίθεση

Standard

του Νικήτα Χρουστσόφ

μετάφραση: Χρήστος Κεφαλής

 

Ο Οκτώβρης και η Εποχή μας, που  μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τόπος (πρόλογος-εισαγωγή-επιμέλεια: Χρήστος Κεφαλής, 599 σελίδες) είναι μια συλλογή κειμένων για την Οκτωβριανή Επανάσταση, αλλά και την περίοδο μετά την επικράτηση του Στάλιν, ως τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Περιλαμβάνει κείμενα μπολσεβίκων ηγετών από τα 1917-24· μεταγενέστερες προοδευτικές μαρτυρίες και αναλύσεις και πρόσφατες μελέτες μαρξιστών ερευνητών. Το έργο τοποθετείται εντός της μαρξιστικής παράδοσης, επιχειρώντας να φωτίσει τα αίτια αποτυχίας του πρώτου σοσιαλιστικού εγχειρήματος και να συμβάλει στην καλύτερη γνωριμία του κοινού με τα γεγονότα. Η κριτική του σταλινισμού συνδυάζεται με την ανάδειξη εναλλακτικών ιστορικών δυνατοτήτων, αλλά και της συνεισφοράς του Οκτώβρη. Δημοσιεύουμε σήμερα αποσπάσματα των «Αναμνήσεων» του Ν. Σ. Χρουστσόφ (Memoirs of Nikita Khrushchev, τόμ. 1: Commissar, Pennsylvania University Press, 2004), από τη συλλογή.

 

Ο Ν. Χρουστσόφ με τον Στάλιν, το 1936

Ο Στάλιν εκτιμούσε τη μαχητική ετοιμότητα του στρατού μας λαθεμένα, επηρεασμένος από εντυπώσεις από κινηματογραφικές εικόνες που έδειχναν τις παρελάσεις μας και τις στρατιωτικές μανούβρες μας. Για καιρό ο Στάλιν δεν είχε δει τίποτα από την αληθινή ζωή. Ποτέ δεν έφευγε από τη Μόσχα. Πήγαινε έξω από το Κρεμλίνο μόνο για να μεταβεί στην ντάτσα του στο Σότσι, πουθενά αλλού. Έπαιρνε τη σχετική πληροφόρησή του μόνο από τον Βοροσίλοφ. Ο τελευταίος έκανε επίσης λάθος εκτίμηση της κατάστασης του Κόκκινου Στρατού. Θεωρούσε ότι ήταν σε υψηλό επίπεδο, ικανός να αποκρούσει μια εισβολή του Χίτλερ. Και πριν τον πόλεμο ένας τεράστιος αριθμών πραγμάτων δεν έγιναν.

Συνέχεια ανάγνωσης