Can Vies ή η πόλη της Βαρκελώνης σε κρίση

Standard

του Γιόζεπ Κάρλες Ριούς

μετάφραση: Χαρά Κούκη

 Από τη ζωή της γειτονιάς με την CanVies. Φωτογραφία του SergiBernal

Από τη ζωή της γειτονιάς με την Can Vies. Φωτογραφία του Sergi Bernal

Χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους της Βαρκελώνης, της Καταλονίας αλλά και ολόκληρης της Ισπανίας τις προηγούμενες μέρες για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην κατεδάφιση του κτιρίου Can Vies, το οποίο λειτουργούσε ως κοινωνικό αυτοδιαχειριζόμενο κέντρο τα τελευταία δεκάξι χρόνια. Σημείο συνάντησης για όλη την γειτονιά και για διαφορετικές γενιές ανθρώπων, η κατάληψη λειτούργησε όλο αυτό το διάστημα ως μήτρα κοινωνικών και καλλιτεχνικών εγχειρημάτων: φεμινιστικές ομάδες, φοιτητικές συνελεύσεις, αθλητικές και μουσικές δραστηριότητες, εκδοτικές πρωτοβουλίες, μαθήματα νοηματικής. Όλα αυτά και πολλά άλλα έβρισκαν στέγη στην CanVies και παράλληλα έχτιζαν διαφορετικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και, άρα, έναν εναλλακτικό ζωτικό χώρο στην πόλη. Η αλληλεγγύη και η αυτοδιαχείριση κατάφεραν να μετατραπούν σε ζωντανή καθημερινότητα στη γειτονιά του Σαντς: γι’ αυτό τον λόγο οι κάτοικοι βγήκαν στους δρόμους μαζικά, υπερασπιζόμενοι την κατάληψη απέναντι στην αστυνομία. Μετά από πέντε ημέρες αντίστασης και συγκρούσεων, το δημοτικό συμβούλιο της περιοχής αποφάσισε να αναστείλει την κατεδάφιση, ενώ στην γειτονιά ξεκίνησαν αμέσως εργασίες για την επανανέγερση του κτιρίου. 

Χ.Κ.

 barselona-nopasaranΤη Δευτέρα 26 Μαΐου, ο δήμαρχος της Βαρκελώνης Χαβιέ Τρίας διέταξε την εκκένωση της  κατάληψης CanVies, διαπράττοντας  ίσως το μεγαλύτερο λάθος της θητείας τόσο του ίδιου, όσο και του κόμματός του (του συντηρητικού εθνικιστικού καταλανικού CiU), που απαρτίζει την κυβέρνηση του δήμου της Βαρκελώνης. Κι  αυτό γιατί με την απόφαση αυτή ανέτρεψε τις ήδη περίπλοκες κοινωνικές ισορροπίες που επικρατούν στην πόλη. Η CanVies δεν ήταν απλά ένα κατειλημμένο δημοτικό κτίριο, αλλά ένα σύμβολο των λεγόμενων εναλλακτικών κινημάτων, ένα εργαστήριο όπου δουλεύονταν ιδέες, ουτοπίες και πρωτοβουλίες πολιτών, με σκοπό την αλλαγή της πραγματικότητας γύρω τους. Το κέντρο αυτό ήδη μετρούσε δεκάξι χρόνια ζωής στην καρδιά του Σαντς μιας γειτονιάς με ισχυρούς κοινοτικούς ιστούς και συνεργατική δυναμική που αποτελούσε σημείο αναφοράς για ολόκληρη την Καταλονία. Μέσα σε μια τέτοια γειτονιά, η CanVies λειτουργούσε ως σχολείο, όπου διαφορετικές γενιές διδάχτηκαν όλα αυτά τα χρόνια πώς να συμμετέχουν στα κοινά. Με άλλα λόγια, η κατάληψη δεν αποτελούσε πρόβλημα ούτε για την γειτονιά ούτε για την πόλη συνολικά — το αντίθετο. Συνέχεια ανάγνωσης

Αντανακλάσεις

Standard

του Μάνου Αυγερίδη

Carrer de Ferlandina, Ραβάλ, Βαρκελώνη. Φωτογραφία: Μ. Βαλεαρίδης

 Βαρκελώνη, 24 Μαΐου. Δύο μικρές ιστορίες: Μια φίλη περπατάει σ’ ένα απ’ τα στενά δρομάκια της Ραβάλ, στο κέντρο της Βαρκελώνης. Η Ραβάλ, μια από τις παλιότερες συνοικίες της πόλης, συνδυάζει τη φήμη του «εναλλακτικού» και του «ψαγμένου» με αυτή του «επικίνδυνου». Από τη μία είναι γεμάτη μουσεία και γκαλερί, δισκάδικα, ωραία μπαράκια και εστιατόρια, από την άλλη παραμένει μια φτωχογειτονιά, τόπος κατοικίας για πολλούς μετανάστες. Τα περισσότερα κτίρια είναι ψηλά, παλιά και ετοιμόρροπα. Σηκώνοντας το κεφάλι κυριαρχεί η εικόνα των απλωμένων ρούχων, στριμωγμένων στα σκοινιά μπροστά απ’ τα μικρά μπαλκονάκια· μερικές δορυφορικές κεραίες, κάποιες σημαίες της Μπάρτσα και της Καταλονίας εδώ κι εκεί. Στο ισόγειο, μαγαζιά μεταναστών, πουλάνε ή επιδιορθώνουν ό,τι χρειάζεται να καταναλωθεί ή να επιδιορθωθεί. Διάφορες «ύποπτες φάτσες» όπως έχουμε συνηθίσει να ακούμε, συχνάζουν στις γωνίες, συνήθως σε παρέες· καπνίζουν, μιλάνε, γελάνε ή τσακώνονται. Οι έντονες μυρωδιές, ωραίες ή ανυπόφορες, συμπληρώνουν την αίσθηση του ανοίκειου, με την έννοια της ανασφάλειας, συχνά, ιδίως τις νυχτερινές ώρες, και συγχρόνως του ελκυστικού και ενδιαφέροντος. Κάπως έτσι είναι η Ραβάλ, για μένα, στο λίγο διάστημα που την έχω γνωρίσει.

Ξαναρχίζω λοιπόν: Μια φίλη περπατάει σ’ ένα απ’ τα στενά δρομάκια της περιοχής. Είναι μόνη της και ο πεζόδρομος εκείνη την ώρα άδειος. Την πλησιάζει ένας ψηλός, μαύρος άντρας, μια απ’ αυτές τις «ύποπτες φάτσες», όπως έχουμε συνηθίσει να λέμε· της μιλάει. Η κοπέλα κρατάει την τσάντα της σφιχτά, σύμφωνα με τις οδηγίες που παίρνει κανείς όταν φτάνει στην πόλη. Το πρώτο συναίσθημα είναι ο φόβος. Ο άντρας τής λέει πως είναι όμορφη, την καλημερίζει, κάνει μια μικρή κίνηση, σαν υπόκλιση. Η κοπέλα του χαμογελάει, τον ευχαριστεί, ανταποδίδει τον χαιρετισμό και χωρίζουν. Το χαμόγελο τη συντροφεύει για το υπόλοιπο της ημέρας, εκείνη τη μέρα ένιωθε πιο όμορφη, γιατί εκείνος ο άντρας της το είπε. Δεν θυμάμαι να έχω κάνει ποτέ κάτι παρόμοιο, και νιώθω πως αυτός ο άντρας καταλαβαίνει την άνοιξη –ίσως και τη ζωή– κάπως καλύτερα από μένα. Συνέχεια ανάγνωσης