Η βία και ο Ζωρζ Λαμπικά

Standard

Η επικαιρότητα της θεωρητικής σκέψης  (και της αγωνιστικής δράσης) του Ζ. Λαμπικά

της Ελένης Πορτάλιου

Από τις εκδόσεις Εκτός Γραμμής κυκλοφορεί το βιβλίο του Ζωρζ Λαμπικά Η βία; Ποια βία; (μετάφραση: Χρήστος Βαλλιάνος,  Τάσος Μπέτζελος, πρόλογος-επίμετρο: Στάθης Κουβελάκης). Συγκεντρώνει ήδη μεγάλο ενδιαφέρον, όπως φάνηκε και από το πολυπληθές ακροατήριο στην πρώτη παρουσίαση, στις 16 Ιουλίου. Ο Ζωρζ Λαμπικά, φιλόσοφος και πανεπιστημιακός, στρατευμένος κομμουνιστής, μέλος –με κριτική, αυτόνομη σκέψη και δράση– του Γαλλικού ΚΚ μέχρι το 1982, υποστήριξε θεωρητικά και υπηρέτησε έμπρακτα τη βαθιά πεποίθησή του ότι η επανάσταση αποτελεί τον μοναδικό δρόμο για την ανάκτηση της ζωής και της ελευθερίας των κυριαρχούμενων τάξεων, για την απαλλαγή από τη βία και την οδύνη που γεννά ο βάρβαρος παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός του 20ού και των αρχών του 21ου αιώνα.

Αντρέ Μασόν, «Σπουδή για ξεκοιλιασμένα άλογα», 1934-1935

Νέος 26 ετών, καθηγητής φιλοσοφίας στη μέση εκπαίδευση στο Αλγέρι, συνδέεται με το Εθνικό Μέτωπο Απελευθέρωσης (FLN) της Αλγερίας και παίρνει μέρος στον πόλεμο κατά της αποικιακής κατοχής. Ζει από κοντά τη κτηνώδη βία του γαλλικού στρατού, περνά στην παρανομία και καταδικάζεται σε θάνατο από την παρακρατική Οργάνωση Μυστικός Στρατός. Υπηρετεί στο διάστημα αυτό τη θητεία του, όπως και άλλοι αριστεροί, στο τάγμα ανεπιθυμήτων (ένα απάνθρωπο στρατόπεδο στις Νότιες Άλπεις), διαφεύγει για λίγο από την Αλγερία στη Γαλλία το 1962 και επανέρχεται για να συμβάλει σημαντικά στην επανίδρυση του Πανεπιστημίου στο ελεύθερο Αλγέρι. Συμμετέχει στον Μάη του ’68, επιστρέφει οριστικά στη Γαλλία και θα διδάξει φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ. Διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στο Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών και Μελετών του ΓΚΚ, συνιδρύει τη θεωρητική επιθεώρηση Dialectiques, παίρνοντας μέρος στις μεγάλες θεωρητικές και πολιτικές αναζητήσεις για τον μαρξισμό, που σφράγισαν τις δεκαετίες του 1960,  του 1970 και του 1980 (περισσότερα για τη ζωή και το έργο του, στην εισαγωγή του Στ. Κουβελάκη).

Ο  Λαμπικά μάς συστήνει, στο κλείσιμο του βιβλίου, να το επικαιροποιούμε μέσα από παραδείγματα που μας προσφέρονται καθημερινά. Θα αναφερθώ σε δύο: στην επέτειο των σαράντα χρόνων από το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή-κατοχή του 40% του κυπριακού εδάφους και στην πρόσφατη εισβολή των ισραηλινών δυνάμεων κατοχής, για πολλοστή φορά, στη Γάζας.

1974-2014. Σαράντα χρόνια πριν η εγκληματική υπερδύναμη των ΗΠΑ, που ενέχεται σε πάμπολλες δικτατορίες και ιμπεριαλιστικούς πολέμους, βρίσκεται πίσω από το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας στην Κύπρο που άνοιξε τον δρόμο της τουρκικής εισβολής. «ΝΑΤΟ-CIA-προδοσία», κραυγάζουν χιλιάδες Κύπριοι διαδηλωτές. Το σχετικό ντοκιμαντέρ του Μιχάλη Κακογιάννη είναι συγκλονιστικό για τα γεγονότα και την οδύνη που συνθλίβει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, από μωρά μέχρι γέροντες. Την οδύνη στην Κύπρο γεννά η βία των πραξικοπηματιών, που δεν μακροημέρευσαν, και κυρίως η βαρβαρότητα των εισβολέων ενός στρατοκρατικού καθεστώτος, στηριζόμενου από τις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία. Συνέχεια ανάγνωσης

Η Οδύσσεια ενός θύματος

Standard

 της Ελένης Τάκου

Αν μία κρίσιμη πτυχή είναι τα κατάλληλα νομοθετήματα, μια άλλη, εξίσου κρίσιμη είναι η εφαρμογή τους, καθώς οι συγκεκριμένες συνθήκες στις οποίες εφαρμόζονται –παράμετρος που συχνά ξεχνάμε. Όσον αφορά λοιπόν την προστασία των θυμάτων ρατσιστικής βίας (για την οποία το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο δεν λέει λέξη), η πραγματικότητα είναι ζοφερή. Το θυμηθήκαμε ακούγοντας τη Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου, στη συνέντευξη Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ, την Ελένη Τάκου,  βοηθό συντονίστρια του Δικτύου  Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας (οργάνου που έχει συγκροτηθεί από την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες). Παραθέτουμε το σχετικό κομμάτι της τοποθέτησής της, που είναι παραπάνω από αποκαλυπτικό.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Έργο του Έριχ Χέκελ

Έργο του Έριχ Χέκελ

Για μια άλλη φορά πρέπει να υπενθυμίσουμε το αυτονόητο: ότι η δίωξη των αξιόποινων πράξεων με ρατσιστικό κίνητρο και η προστασία της ακεραιότητας όλων των ατόμων που διαβιούν στην επικράτεια δεν είναι θέμα ανθρωπισμού — είναι θέμα στοιχειώδους λειτουργίας του κράτους δικαίου.

Επισημαίνω, ωστόσο, ότι η προστασία θυμάτων εγκλημάτων μίσους παραμένει σε διαστημική απόσταση από το επιθυμητό, ακόμα κι αν το θύμα φέρει νομιμοποιητικά έγγραφα. Επί παραδείγματι, αλλοδαπός-θύμα ρατσιστικής επίθεσης θα πρέπει, για να μπορέσει να καταθέσει μήνυση, να περάσει τουλάχιστον από τα παρακάτω στάδια:

α) εξασφάλιση ιατρικής γνωμάτευσης από νοσοκομείο όπου, ακόμα κι αν έχει ασφαλιστική κάλυψη, υπάρχει ζήτημα γλωσσικής επικοινωνίας,

β) καταγγελία στο αρμόδιο Γραφείο ή Τμήμα Αντιμετώπισης Ρατσιστικής Βίας όπου, ακόμα κι αν έχει νομιμοποιητικά έγγραφα, υπάρχει μείζον ζήτημα γλωσσικής επικοινωνίας για τη διαδικασία της κατάθεσης,

γ)  εξασφάλιση γνωμάτευσης από ιατροδικαστή

δ) να περάσει από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών, όπου επίσης δεν προβλέπεται γλωσσική διερμηνεία.

Εν ολίγοις, ένας χτυπημένος και φοβισμένος άνθρωπος, χωρίς καμία ψυχοκοινωνική υποστήριξη, πρέπει να κάνει τρεις μέρες το γύρο της Αθήνας, περνώντας από εξαντλητικούς ελέγχους εγγράφων και γραφειοκρατίας και συναντώντας από απροθυμία έως εχθρικότητα, για να μπορέσει τελικά να καταθέσει μήνυση, πληρώντας επίσης  χρηματικό παράβολο  ευρώ,  αν δεν προλάβει το αυτόφωρο.

Πέραν από την τυπικό δικαίωμα πρόσβασης στην έννομη προστασία λοιπόν, υπάρχει και το ουσιαστικό δικαίωμα, η ουσιαστική δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ο σκοπός και τα μέσα, ξανά

Standard

 του Μάνου Αυγερίδη

8-manos avgeridis

Ρενέ Μαγκρίτ, «Το τέλος του στοχασμού», 1927

 Την Τρίτη που μας πέρασε, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και πολιτικός αναλυτής Νίκος Μαραντζίδης δέχτηκε επίθεση από ομάδα ατόμων ενώ έπινε καφέ μ’ έναν γνωστό του. Το περιστατικό πήρε δημοσιότητα και σχολιάστηκε εκτενώς στον Τύπο και τα social media. Τι είναι όμως σημαντικό να πει κανείς γι’ αυτό και πού επικεντρώθηκε ο δημόσιος σχολιασμός των τελευταίων ημερών;

Θα ξεκινήσω απ’ το δεύτερο. Γράφτηκαν πολλά για το επιστημονικό έργο, την ακαδημαϊκή διαδρομή και τις πολιτικές απόψεις του Μαραντζίδη, συζητήθηκε ξανά το ζήτημα της βίας (πολιτικής και μη), σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως η άθλια πολιτική και μιντιακή διαχείριση του περιστατικού και, τέλος, το ίδιο το γεγονός της μεγάλης δημοσιότητας που πήρε μια περίπτωση άσκηση βίας, σε σχέση με πολύ χειρότερες που δέχονται καθημερινά άνθρωποι χωρίς την αναγνωρισιμότητα και το στάτους του καθηγητή: η βία, θεσμική και εξωθεσμική, απέναντι σε εργαζόμενους, μετανάστες, ομοφυλόφιλους, αγωνιστές και κάθε λογής διαμαρτυρόμενους, αγνοείται, θάβεται στα ψιλά των μεγάλων μίντια ή ακόμα χειρότερα αντιστρέφεται, διαστρεβλώνεται, κάνει τους θύτες να μοιάζουν θύματα στο πλαίσιο ενός επικοινωνιακού πολέμου χωρίς όρια τα τελευταία χρόνια. Με πολλά απ’ όσα ειπώθηκαν και γράφτηκαν συμφωνώ και θα είχα κι εγώ να πω· δεν είμαι ουδέτερος.

Μπορούμε και πρέπει να τα συζητήσουμε αυτά, όχι όμως σε σχέση με το περιστατικό της Τρίτης· θεωρώ ότι είναι η χειρότερη βάση για να τα συζητήσουμε, όπως επίσης πιστεύω ότι όλα τα παραπάνω δεν μπορούν να επηρεάζουν την άποψή μας για το περιστατικό. Αν και η αυτονόητη ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε (ή θα έπρεπε) να είναι αρκετή, ίσως χρειάζεται να επιμείνουμε λίγο· να πω λοιπόν ξεκάθαρα το εξής: Η πρακτική να πηγαίνεις και να ρίχνεις ξύλο σε κάποιον που κάθεται και πίνει τον καφέ του είναι τουλάχιστον επικίνδυνη και σίγουρα δεν ανήκει στη λογική και τις αξίες της δικής μας Αριστεράς, όπως κι αν αυτοπροσδιορίζονται οι φορείς της. Συνέχεια ανάγνωσης

Το μαχαίρι και το γιαούρτι

Standard

του Θέμη Παπαδέα

themos

Χαρακτικό του Γκόγια

Η βία είναι ένα ζήτημα κρίσιμο: για τα κινήματα, την Αριστερά και τη δημοκρατία. Η πρόσφατη σχετική συζήτηση, λοιπόν, θα ήταν καλοδεχούμενη, αν δεν προσέκρουε σε ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο: από πλευράς όσων την ανακινούν, γίνεται προσχηματικά. Κίνητρο δεν είναι ο προβληματισμός ούτε κάποια υγιής –έστω και συντηρητική– ανησυχία για την ένταση της βίας. Το ερώτημα, «Καταδικάζετε ή όχι τη βία;» (που έθετε ο Γ. Μιχελάκης στην «Ανατροπή») με υψωμένο το δάχτυλο, έχει άλλο στόχο: να στριμώξει την Αριστερά, και γι’ αυτό είναι ακατάλληλο για την εκκίνηση μιας ουσιαστικής συζήτησης. Αναζητώντας τις βάσεις μιας τέτοιας κουβέντας, θέλω να θέσω τρία σημεία.

Πρώτον, πριν καταδικάσουμε ή εγκρίνουμε, πρέπει να κατανοήσουμε. Το «καταδικάζω τη βία από όπου και αν προέρχεται», πέραν των άλλων, είναι πολύ εύκολο. Αν κάποιος ενδιαφέρεται ή ανησυχεί ειλικρινά για τη βία, πρέπει να εγκύψει σε αυτήν. Τον Δεκέμβρη του 2008, λ.χ., πριν απ’ όλα, πριν προχωρήσει κανείς σε αξιολογήσεις, έπρεπε να αντιληφθεί την έκταση και την ποιότητα του φαινομένου. Συνέχεια ανάγνωσης

Η βία και η προπαγάνδα

Standard

του Κώστα  Χ. Χρυσόγονου

Έργο του Μαρκ Σαγκάλ

Έργο του Μαρκ Σαγκάλ

Τις τελευταίες μέρες, η συγκυβέρνηση έχει εξαπολύσει  μια επικοινωνιακή επίθεση, με αφορμή την υποτιθέμενη μη καταδίκη όλων των μορφών βίας από κόμματα της αντιπολίτευσης — και κατεξοχήν τον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν υπάρχει, μας λένε, «καλή» και «κακή» βία, και άρα η μη  καταδίκη σημαίνει επιδοκιμασία της βίας και κατατάσσει το κόμμα στα «άκρα», καθιστώντας ενδεχομένως το ίδιο ή μέλη του υποψήφια για ποινικές και άλλες διώξεις.

Στα παραπάνω υπάρχουν εμφανή στοιχεία «ηθικοπλαστικής» υπεραπλούστευσης και τελικά διαστρέβλωσης  ενός  σύνθετου  νομικού και πολιτικού ζητήματος. Η έννομη τάξη δεν αποδοκιμάζει αδιακρίτως κάθε μορφή βίας. Αντίθετα μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις επιτάσσει τη βίαιη αντίδραση σε μια επίσης βίαιη δράση, όπως ιδίως στο άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος, το οποίο καλεί κάθε πολίτη να αντισταθεί με όλα τα μέσα σε κάθε απόπειρα βίαιης κατάλυσης του Συντάγματος. Σε άλλες περιπτώσεις, το ισχύον δίκαιο απλώς επιτρέπει τη χρήση βίας, όπως π.χ. σε καταστάσεις άμυνας ή έκτακτης ανάγκης (άρθρα 22 και 25 του Ποινικού Κώδικα). Και σε άλλες, τις περισσότερες, ποινικοποιεί τη χρήση βίας, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις και με την πρόβλεψη εγγυήσεων διαφόρων ειδών για τον κατηγορούμενο. Συνέχεια ανάγνωσης

Το αλυσοπρίονο. Και το συνέδριο

Standard

Ή εμείς ή αυτοί

 του Στρατή Μπουρνάζου

205367_10151087463407612_2009750557_n

Αφίσα από τις κινητοποιήσεις των ισπανών ανθρακωρύχων, Ιουλιος 2012

Η εικόνα υπερβαίνει κάθε περιγραφή — θα προσπαθήσω όμως να την αποδώσω. Τρίτη 9 του Ιούλη, μεσημέρι. Άνδρες των ΜΑΤ, εξοπλισμένοι με αλυσοπρίονο, εφορμούν στην πόρτα του περιβόλου της Πρυτανείας του Πανεπιστημίου Αθηνών, που την έχουν κλείσει φοιτητές και υπάλληλοι. Το αλυσοπρίονο μπαίνει σε λειτουργία, αλλά καθώς το εμποδίζουν τα χέρια των ανθρώπων, δεκάδες χέρια, τελικά αναλαμβάνει δράση ο κλειδαράς: ανοίγει την πόρτα, τα ΜΑΤ εισβάλλουν, χώνουν κάμποσους φοιτητές στην κλούβα, ψεκάζουν τρεις παριστάμενους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και αναχωρούν όλοι μαζί για τη ΓΑΔΑ. Υποθέτω ότι ακόμα και οι λιγότερο ένθερμοι θιασώτες των φοιτητικών αιτημάτων θα συμφωνήσουν ότι τα προβλήματα δεν μπορούν να λύνονται, και δεν λύνονται, έτσι. Κι όμως, τα ΜΑΤ και η βία, άνευ και όρων άνευ ορίων, έχουν αναγορευθεί, από την κυβέρνηση, στον βασικό τρόπο επίλυσης κάθε διαφοράς, δίνουν το στίγμα άσκησης της εξουσίας. Το αλυσοπρίονο αποτελεί τον ανώτατο βαθμό αυτής της πολιτικής.

Τι σχέση έχουν όλα αυτά με το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, που άρχισε την Τετάρτη; Φαινομενικά καμία, πλην της χρονικής εγγύτητας. Κατά βάθος, μεγάλη. Γιατί δεν είναι μόνο το αλυσοπρίονο. Είναι και η Ιερισσός. Και η «προστασία» του αρχαιολογικού περίπατου από ειρηνικές διαδηλώσεις με χημικά, ξύλο και συλλήψεις μέρα μεσημέρι. Και το «μαύρο» στην ΕΡΤ. Και η προληπτική επιστράτευση των καθηγητών. Και η –αντισυνταγματική– κράτηση Σακκά. Και οι «ωσμώσεις» Ν.Δ. και Χρυσής Αυγής. Και η –αντισυνταγματική, επίσης– απόλυση χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων, με κυνισμό και ανευθυνότητα. Και οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου. Και η διάλυση του κοινωνικού κράτους, τη στιγμή που το χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ. Και το ξεπούλημα πόρων και δικαιωμάτων, και, και, και… Το αλυσοπρίονο, ποικιλοτρόπως και παντοιοτρόπως, είναι παντού. Δεν είναι εξαίρεση ή ατύχημα, είναι οργανικό κομμάτι αυτής της πολιτικής, όπου η (άγρια) λιτότητα στην οικονομία συνεπάγεται (εξίσου άγρια) λιτότητα στη δημοκρατία, όπου η διάλυση του κοινωνικού κράτους πάει χέρι χέρι με τη διάλυση του πολιτεύματος.

Με δεδομένη αυτή την κατάσταση, που μας βυθίζει ολοένα και πιο βαθιά στην κρίση (το Μνημόνιο δεν είναι μόνο άδικο· είναι και καταστροφικό: καταστρέφει την προοπτική για την πλειονότητα των ανθρώπων της χώρας, τους οδηγεί στην εξαθλίωση και την απελπισία), το ζήτημα της κυβέρνησης αποκτά βιοτική, υπαρξιακή σημασία. Γιατί, όσο και να μη θέλεις να ασχοληθείς με την κεντρική πολιτική, όσο και να λαχταράς να αφιερωθείς στα γραφτά σου, στα παιδιά σου ή τους φίλους σου, να καλλιεργήσεις τον κήπο ή τα ενδιαφέροντά σου, δεν μπορείς. Ούτε μπορείς να μένεις περίκλειστος στον πύργο σου ή να υφαίνεις μόνο κινηματικούς δεσμούς στο μικροεπίπεδο — όπως παλιότερα. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο Τζάνγκο και η πολιτική της βίας

Standard

της Μαρίνας Πρεντουλή

 2-marina-bΕίναι ο Django ένα ακόμα κινηματογραφικό προϊόν της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας; Οι σκηνές βίας της ταινίας συνάδουν και προάγουν την κουλτούρα της βίας που επικρατεί στην Αμερική;Η τελευταία ταινία του Ταραντίνο Django, Unchained (Τζάνγκο, ο τιμωρός), προκάλεσε σειρά συζητήσεων γύρω από αυτά τα θέματα, όπως και σε σχέση με την ιστορική πιστότητα της ταινίας όσον αφορά το καθεστώς της δουλείας στην Αμερική του 19ου αιώνα. Ειδικά στις ΗΠΑ, η ταινία καταδικάστηκε από πολλούς σαν ένα ακόμα κινηματογραφικό προϊόν της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας που εκθειάζει την ατομική αναζήτηση-απελευθέρωση, χωρίς ουσιαστικά να καταδικάζει την πρακτική του δουλεμπορίου και τη ρατσιστική ιδεολογία. Όσο για τις εξαιρετικά ενορχηστρωμένες και ωμές σκηνές βίας, από κοινωνιολογικής απόψεως, για πολλούς συνάδουν απόλυτα με την κουλτούρα της βίας που επικρατεί στην Αμερική και επιπλέον συμβάλλουν στην προώθησή της. Η σχέση μεταξύ αυτών των δυο κάνει την ταινία πιο ενδιαφέρουσα απ’ όσο η μονομερής ανάλυση του κάθε θέματος, και γι’ αυτό τον λόγο ο Django μπορεί να αποτελέσει καλή αφορμήμιας πιο συστηματικής (αν και όχι ενδελεχούς) χαρτογράφησης της βίας, τόσο της κινηματογραφικήςόσο και της πολιτικής.

2-marina-cΑρχίζοντας από την κινηματογραφική βία, μια κατηγοριοποίηση που μπορεί να φανεί χρήσιμη στην κατανόηση της αναπαραστατικής βίας είναι η διάκρισή της σε «τελετουργική», «συμβολική», και «υπερ-ρεαλιστική» (hyperreal) κινηματογραφική βία1. Η πρώτη αναφέρεται στην τυπική, αναμενόμενη βία που χαρακτηρίζει πολλές ταινίες του Αμερικανικού box office, με πρωταγωνιστές όπως ο Μπρους Γουίλις, ο Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ και ο Σιλβέστερ Σταλόνε. Συνήθως οι κεντρικοί ήρωες είναι απολύτως σύμφωνοι με τα πρότυπα του ανδρικού σωβινισμού, ενώ το σενάριο της ταινίας είναι υποτυπώδες. Υπάρχει μια καταιγιστική αλληλουχία πλάνων που αποσκοπεί στον στείρο εντυπωσιασμό του θεατή· η βία είναι αυτοσκοπός. Η «συμβολική» κινηματογραφική βία, αντιθέτως, πραγματεύεται υπαρξιακά θέματα και θέτει ερωτήματα σχετικά με τις ανθρώπινες –και συχνά αντιφατικές– επιλογές. Ο τρίτος τύπος, η «υπερ-ρεαλιστική» βία, η οποία χαρακτηρίζει αρκετές ταινίες από το 1990 και μετά, έχει ειρωνικά στοιχεία, έξυπνους διαλόγους και οι πρωταγωνιστές της προέρχονται από ένα χώρο όπου οι ενοχές και οι ηθικές επιταγές έχουν παραγραφεί. Απευθύνεται στα αρχέγονα ένστικτα του ανθρώπου, και αυτό ακριβώς το στοιχείο είναι που κάνει την «υπερ-ρεαλιστική» βία τόσο τρομακτική, γνώριμη αλλά και μπανάλ.

Αρκετές ταινίες του Ταραντίνο έχουν σχέση με αυτή την τελευταία κατηγορία βίας, όπως παραδείγματος χάρη τα ReservoirDogs και PulpFiction, και ως ένα βαθμό και ο Django, το οποίο περιέχει σκηνές βίας που άλλοτε σοκάρουν με τη σκληρότητά τους και άλλοτε αγγίζουν το κωμικό. Παρόλα αυτά, ο Django δεν μπορεί να ταξινομηθεί εύκολα με βάση τον παραπάνω διαχωρισμό, και αυτό διαφαίνεται και από τους δυο άξονες στους οποίους κινήθηκε η συζήτηση για την ταινία. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η βία, αλλά και η αντιμετώπιση της ιστορικής πραγματικότητας του θεσμού της δουλεμπορίας ή, ακόμα καλύτερα, η σχέση μεταξύ των δυο αυτών παραμέτρων που κάνει την ταινία ενδιαφέρουσα. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η συζήτηση γύρω από την ταινία δεν έχει σχέση μόνο με την αναπαραστατική-κινηματογραφική βία, αλλά και με την ιστορική-πολιτική. Συνέχεια ανάγνωσης

Με αφορμή τα Δεκεμβριανά του 2008: Βία και κοινωνική δράση στην Ελλάδα και την Αργεντινή

Standard
2-marina

Έργο της Λένιας Οικονόμου. Μολύβι σε χαρτί, 250 x 150 (λεπτομέρεια), 2010.

της Μαρίνας Πρεντουλή

Τέσσερα χρόνια μετά τα Δεκεμβριανά του 2008, η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε κατάσταση διαρκούς κρίσης και τα περιστατικά εξεγερσιακής βίας, αν και όχι γενικευμένα ακόμα, είναι πιθανόν να πληθύνουν. Τον Δεκέμβρη του 2008, τα κυβερνητικά κέντρα και τα ΜΜΕ κατηγόρησαν τον ΣΥΡΙΖΑ ως υποκινητή-υπερασπιστή της «άλογης», κατ’ εκείνους, βίας. H δολοφονία του νεαρού Γρηγορόπουλου από αστυνομικό, γεγονός όχι πρωτοφανές για την ελληνική πραγματικότητα, πυροδότησε τότε κύμα διαδηλώσεων, καταλήψεων και χάπενινγκ, βίαιων και μη. Τα βίαια επεισόδια, αυτά που κέρδισαν περισσότερο τηλεοπτικό χρόνο και την κατακραυγή των υπερασπιστών του καθεστώτος, άρχισαν το βράδυ της δολοφονίας στα Εξάρχεια, συνεχίστηκαν την επομένη, Κυριακή 7 Δεκεμβρίου με την πορεία προς τη ΓΑΔΑ, ενώ έως τη Δευτέρα είχαν επεκταθεί γεωγραφικά και διευρυνθεί ποιοτικά, αφού σημειώθηκαν πλήθος μαθητικών καταλήψεων και επιθέσεων σε αστυνομικά τμήματα, σε πολλές συνοικίες της Αθήνας και άλλων πόλεων. Με αφορμή την επέτειο του Δεκέμβρη, και ενώ η πολιτική λιτότητας στην Ελλάδα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχει εντείνει την πολιτική και κοινωνική κρίση, το θέμα της συλλογικής βίας παραμένει στο προσκήνιο. Συνέχεια ανάγνωσης

Τιμωροί με φύλο στον Άγιο Παντελεήμονα

Standard

της Αγγέλικας Ψαρρά

Η υπόθεση είναι λίγο πολύ γνωστή, κι ας μην κρίνεται συνήθως άξια να απασχολήσει την καθημερινή ειδησεογραφία: η νυχτερινή δολοφονική δράση των νεοναζιστικών συμμοριών στον Άγιο Παντελεήμονα συνεχίζεται απρόσκοπτη, ενώ το τελευταίο διάστημα σημειώθηκαν και ορισμένα ιδιαίτερα σοβαρά περιστατικά ρατσιστικής βίας. Εξίσου γνωστή, η ιδιότυπη ασυλία, την οποία απολαμβάνουν οι δράστες των εγκληματικών αυτών επιθέσεων, συνιστά βασική προϋπόθεση για την επιβίωση και την αναπαραγωγή του εμετικού φαινομένου. Ούτως ή άλλως, η συστηματική κατατρομοκράτηση των μεταναστών δεν καταγράφεται, επομένως δεν αμαυρώνει και τις επίσημες εκθέσεις και στατιστικές.

Στο κλίμα αυτό της αορατότητας και της απόλυτης ατιμωρησίας, οι ελάχιστες υποθέσεις που φτάνουν στο δικαστήριο αφορούν συνήθως επιθέσεις κατά αντιφασιστικών εκδηλώσεων. Αύριο, για παράδειγμα, εκδικάζεται η υπόθεση των «Αυτόνομων Εθνικιστών» που επιχείρησαν προ καιρού να διαλύσουν αντιρατσιστική συγκέντρωση στην οδό Πανόρμου. Στο μεταξύ, εκκρεμεί ύστερα από δύο αναβολές η δίκη τριών ατόμων που κατηγορούνται για το μαχαίρωμα αφγανού πρόσφυγα στις 18 Σεπτεμβρίου 2011. Ανάμεσά τους και μία γυναίκα. Η δίκη είχε οριστεί για τις 12 Δεκεμβρίου, αλλά αναβλήθηκε, όταν η κατηγορούμενη κατέθεσε στο δικαστήριο ψυχιατρική γνωμάτευση, σύμφωνα με την οποία πάσχει από «κατάθλιψη και τάσεις αυτοκαταστροφής». Αυτόπτες μάρτυρες διαβεβαιώνουν ότι λίγες ημέρες αργότερα βρισκόταν στο Ναυτοδικείο του Πειραιά ανάμεσα στους θορυβούντες υπερασπιστές των κατηγορούμενων Οϋκάδων. Η δίκη των τριών αναβλήθηκε για δεύτερη φορά στις 12 Ιανουαρίου λόγω της αποχής των δικηγόρων.

Μια γυναίκα, λοιπόν, πρόκειται να δικαστεί για συνέργεια σε δολοφονική επίθεση με θύμα αφγανό πρόσφυγα. Πρόκειται για μία κατά δήλωσή της «κάτοικο του Αγίου Παντελεήμονα», ιδιαίτερα γνωστή για τις ρατσιστικές εξάρσεις της. Σχετικά βίντεο κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, ενώ σε τηλεοπτικές εμφανίσεις της η ίδια δεν έχει αποκρύψει την άποψή της για την ανάγκη «άμεσης απέλασης των μεταναστών», την απέχθειά της για τη «συμμορία του ΣΥΡΙΖΑ» και τη συμπάθειά της για το ΛΑΟΣ και τη Χρυσή Αυγή, «τα μοναδικά δύο κόμματα που τολμήσανε να σταθούν δίπλα μας, οι βουλευτές του ΛΑΟΣ με τη φωνή τους στη Βουλή και η Χρυσή Αυγή στο πεζοδρόμιο». Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση της Αντιφασιστικής Πρωτοβουλίας «Ποτέ Ξανά», η συγκεκριμένη κατ’ επάγγελμα «αγανακτισμένη κάτοικος» του Αγίου Παντελεήμονα «παρουσιάζει ένα μοναδικό στον κόσμο είδος κατάθλιψης, το οποίο, ενώ εμποδίζει την πάσχουσα να πάει στην Ευελπίδων, εντούτοις, ουδόλως την απέτρεψε από το να καθοδηγεί ομάδες μαχαιροβγαλτών, να τραμπουκίζει συστηματικά μετανάστες και προοδευτικούς πολίτες, να πρωτοστατήσει στους προπηλακισμούς του Αλέκου Αλαβάνου και της Ελένης Πορτάλιου, καθώς και να αναλάβει την προεκλογική καμπάνια της Χρυσής Αυγής» (13.12.2011). (Βλ. τον ιστότοπο potexana.wordpress.com).

Εύγλωττα τα διαθέσιμα στοιχεία, σαφείς οι σχετικές μαρτυρίες: ταμπουρωμένη πίσω από την ιδιότητα της «κατοίκου του Αγίου Παντελεήμονα», η γυναίκα αυτή, κατηγορούμενη σήμερα για συνέργεια σε εγκληματική επίθεση, αντλεί από την «εντοπιότητά» της το δικαίωμα να επιδίδεται συστηματικά σε έκνομες –συνήθως, βέβαια, μη κολάσιμες– ρατσιστικές ενέργειες. Ασφαλώς και δεν είναι η μόνη «αγανακτισμένη κάτοικος» της περιοχής, η παρουσία της ωστόσο μοιάζει πρωταγωνιστική. Από την άποψη αυτή, απορία προκαλεί ο τρόπος με τον οποίο συνήθως αντιμετωπίζεται: πολύ συχνά, τα επιχειρήματα εναντίον της εξαντλούνται στα «θηλυκά» χαρακτηριστικά της, αφήνοντας κατά μέρος την αποδεδειγμένη πολυπραγμοσύνη της. Τι ενδιαφέρει, ωστόσο, αν μια δραστήρια ρατσίστρια είναι, όπως ακούσαμε, «οξυζεναρισμένη ξανθιά», «υστερική» και «θα μπορούσε να χρησιμεύσει για διαφήμιση του μπότοξ»;

Ρητορικό μάλλον το ερώτημα, καθώς δύσκολα εγκαταλείπονται οι μύριες ευκολίες του σεξιστικού λόγου Σε πάμπολλες περιπτώσεις, το γένος του/της αντιπάλου υπαγορεύει και τα όπλα που θα χρησιμοποιηθούν εναντίον του/της. Έτσι, ο σχολιασμός της εμφάνισης συνιστά σύνηθες εργαλείο με τη βοήθεια του οποίου επιχειρείται η απονομιμοποίηση της γυναικείας παρουσίας στον δημόσιο χώρο – όποια κι αν είναι αυτή. Σχολιασμός θετικός ή αρνητικός, αδιάφορο. Ας θυμηθούμε, για να συνεννοηθούμε, την υποδοχή της είδησης ότι η Αλέκα Παπαρήγα αναδείχθηκε Γενική Γραμματέας του ΚΚΕ ή το επίμονο βλέμμα που παρακολουθεί νυχθημερόν τις κινήσεις των «ωραίων» της Βουλής. Κι ίσως αξίζει να σημειωθεί ότι η ασυναίσθητη αυτή στάση είναι τόσο ισχυρή, ώστε να επιστρατεύεται ακόμη κι όταν είναι προφανές πως η γελοιογράφηση ενδέχεται να λειτουργήσει απαλλακτικά: ενόψει της εκδίκασης της υπόθεσής της, η τιμωρός από τον Άγιο Παντελεήμονα μόνο οφέλη έχει να αποκομίσει από την τάση κάποιων κατηγόρων της να μην την παίρνουν και πολύ στα σοβαρά.

Ανεξάρτητα από τη συγκεκριμένη υπόθεση, είναι βέβαιο ότι οι ακροδεξιές, φασίζουσες ή/και νεοναζιστικές πρακτικές εμφανίζονται –και γίνονται αντιληπτές– ως πεδία άσκησης ενός πολεμόχαρου ανδρισμού στα οποία ως εκ της φύσεώς τους δεν έχουν θέση οι γυναίκες. Αλλά μήπως το ίδιο δεν ισχύει και για τις πολιτικές εκείνες που κρίνονται πολύ «σκληρές» (=ανδρικές), όταν προτείνονται από πολιτικούς γένους θηλυκού; Πολύ συχνά, η κατηγορία της προδοσίας του φύλου περιμένει τις επίορκες αυτές γυναίκες. Θυμάμαι ακόμη, ύστερα από τόσα χρόνια, το είδος των αντιδράσεων που είχαν προκαλέσει οι χειρισμοί της τότε υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Μαντλίν Ολμπράιτ: «Δεν μπορεί, θα ήταν διαφορετική τη στιγμή που γένναγε τα παιδιά της», ήταν το οργισμένο σχόλιο εγχώριας δημοσιογράφου. Αλλά για να πάρουμε μια γεύση και από το σήμερα: «Ως πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός της Βρετανίας (αλλά και της Ευρώπης) αντί για κραγιόν από την τσαντούλα της βγάζει πυραύλους», διάβασα προ ημερών σε κριτική για την κινηματογραφική Θάτσερ.

Όπως και να έχει, και παρά την έμμονη προσκόλλησή της σε μιαν άκαμπτη έμφυλη ιεραρχία, η ακροδεξιά σε όλες τις δυνατές εκφάνσεις της διαθέτει ειδικά γυναικεία τμήματα και εκπαιδεύει γυναίκες προκειμένου να τους αναθέσει τα χρήσιμα καθήκοντα της εφεδρείας. Στη διαδικασία στρατολόγησης γυναικών, όπως προκύπτει και από την ευρωπαϊκή εμπειρία, ακροδεξιές ομάδες και κόμματα υιοθετούν έναν διττό λόγο και μια διπλή στρατηγική (μισογυνισμός με ταυτόχρονο εγκώμιο της γυναικείας «φύσης», «χειραφέτηση» των γυναικών μέσα από τη μαθητεία και τον περιορισμό τους στα «γυναικεία» καθήκοντα). Κι αν με τον Τομέα Γυναικών του το ΛΑΟΣ επιδιώκει πλέον την ενίσχυση του κυβερνητικού προσωπείου του, στο άκρο του φάσματος το Μέτωπο Γυναικών της Χρυσής Αυγής προβάλλει ως κεντρικό στόχο του την πάλη κατά του «εκφυλισμού, δηλαδή της θηλυκοποίησης των οργανισμών» και την επιστροφή στην «αρρενωπότητα», στους «αληθινούς άντρες και τις αληθινές γυναίκες».

Δεν θα πρωτοτυπήσω αν σημειώσω ότι οι λόγοι της ακροδεξιάς φλυαρούν ακατάπαυστα για το φύλο, ακόμη κι όταν δεν αναφέρονται ρητά σ’ αυτό. Κάποια στιγμή, ωστόσο, πρέπει να αναρωτηθούμε για τη βαρύτητα των έμφυλων νοημάτων που εδώ και καιρό διακινούνται ανεμπόδιστα σε όσες περιοχές της πόλης έχουν περάσει στον έλεγχο των νεοναζιστικών συμμοριών. Ίσως μπορέσουμε τότε να αντιληφθούμε και τις απολύτως υλικές –εφόσον βιωμένες– επιπτώσεις κάποιων (ακροδεξιών) σημασιών του ανδρισμού και της θηλυκότητας στην καθημερινότητα των κατοίκων της γειτονιάς – ανδρών και γυναικών, «ντόπιων» και «ξένων». Ίσως, πάλι, βοηθηθούμε να κατανοήσουμε καλύτερα και τους μηχανισμούς που μεταμορφώνουν μια γειτονιά της Αθήνας σε νυχτερινό ορμητήριο «άριων» ανδρών τιμωρών με κάποιες μυημένες γυναίκες στο ρόλο των μετόπισθεν. Αν μη τι άλλο, ίσως έτσι καταφέρουμε τουλάχιστον να διακρίνουμε  κάπως πιο καθαρά τα πολλά και διαφορετικά πρόσωπα, πρόσωπα ανδρικά και γυναικεία, που ενδύεται ο φόβος την ώρα που βραδιάζει στον Άγιο Παντελεήμονα.

Αγγέλικα Ψαρρά

Χαρακτικό του Καρλ Ρέσινγκ, από το λεύκωμα «Η προκα- τάληψή μου ενάντια στην εποχή μας», Βερολίνο 1932

Η ενδημική βία

Standard

του Πολυμέρη Βόγλη

Εδουάρδος Σακαγιάν, «Λουόμενοι και οθόνες», 2005

Τι θα είχε συμβεί την Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου εάν δεν είχαν γίνει τα θλιβερά περιστατικά και ο θάνατος ενός διαδηλωτή; Ό,τι είχε συμβεί στην πορεία της προηγούμενης μέρας, ό,τι είχε συμβεί στις μεγάλες διαδηλώσεις κατά της ψήφισης του Μεσοπρόθεσμου τον περασμένο Ιούνιο, ό,τι συνέβη στις μεγάλες διαδηλώσεις κατά του Μνημονίου τον Μάιο του 2010, ό,τι συμβαίνει σε πάρα πολλές πορείες τα τελευταία χρόνια, τις τελευταίες δεκαετίες. Κάποια στιγμή προκαλείται ένταση μεταξύ ομάδων διαδηλωτών και αστυνομίας, ακολουθεί πετροπόλεμος, δακρυγόνα, και η πορεία διαλύεται. Η βία στις διαδηλώσεις έχει γίνει εδώ και πολύ καιρό ενδημική. Έχουμε συνηθίσει οι πορείες να καταλήγουν σε συγκρούσεις, τραυματισμούς, κυνηγητό και χημικά. Κατά παράδοξο τρόπο, η βίαιη σύγκρουση έχει μετατραπεί σε μια «κανονικότητα». Είναι καιρός να αντιληφθούμε ότι αυτό είναι κάτι βαθιά προβληματικό.

Συνήθως, και δικαίως, οι ευθύνες για τις συγκρούσεις επιρρίπτονται στην αστυνομία: απρόκλητες επιθέσεις, αλόγιστη χρήση χημικών, κτηνώδεις ξυλοδαρμοί, τακτική συντήρησης των επεισοδίων. Ωστόσο, αυτή είναι η μια μόνο πλευρά της ιστορίας. Η βία στις διαδηλώσεις είναι ενδημική γιατί, πέρα από την αστυνομία, υπάρχουν και ομάδες διαδηλωτών οι οποίες συστηματικά προωθούν την πρακτική της σύγκρουσης με την αστυνομία. Η καταδίκη της πρακτικής αυτών των ομάδων, για να μην είναι απλό ρητορικό σχήμα και ευκαιριακή τοποθέτηση, πρέπει να συνδυάζεται με τη συνολικότερη αντίθεση στη λογική της βίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Ντουμπλ φας

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Η Πέμπτη μαύρισε, εκτός όλων των άλλων, από το θάνατο του διαδηλωτή Δημήτρη Κοτσαρίδη, μέλους του Συνδικάτου Οικοδόμων Βύρωνα και στελέχους του ΠΑΜΕ. Δεν είναι ακόμα ξεκάθαρο αν πέθανε «απλώς» από την καρδιά του ή από χημικά. Επειδή η ανθρώπινη ζωή είναι πράγμα ιερό, δεν θέλουμε να πούμε παραπάνω λόγια, να παίξουμε με τον θάνατο. Λέμε, μόνο, ότι τον θεωρούμε νεκρό του κινήματος (στην πορεία κατέβηκε, όχι για να πιει καφέ στο Ζάππειο), συλλυπούμενοι θερμά την οικογένεια και τους συντρόφους του.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 

Παρίσι, 1936. Φωτογραφία του Ρόμπερτ Κάπα

Tετάρτη 19 Οκτωβρίου. Από το πρωί ακούω φίλους και συντρόφους να τσακώνονται πανευτυχείς: –Διακόσιες χιλιάδες! –Όχι, παραπάνω! –Η αστυνομία δίνει εβδομήντα, άρα ήταν πεντακόσιες χιλιάδες! –Μη γράψουμε με τίποτα κάτω από τετρακόσιες! –Μην το παρακάνουμε, αλλά τριακόσιες χιλιάδες ήταν σίγουρα! –Σε όλη τη χώρα πάνω από εκατομμύριο… Μεταφέρω λίγους μόνο από τους διαλόγους του κόσμου που κατέφθανε, γεμάτος έξαψη και χαρά, στο «στρατηγείο» της Βαλτετσίου 50-52, όπου, με διαρκή ροή ειδήσεων (και τσικουδιάς), καλύπταμε, μαζί με το RedNotebook, τη διαδήλωση.

Τα νούμερα ήταν τεράστια. Μπορεί ίσως να μετρήσει κανείς τις 10.000, τις 20.000, άντε και τις 100.000 σαν τάξη μεγέθους. Από κει πάνω όμως χάνουμε το λογαριασμό. Είναι πιο φρόνιμο να πούμε απλώς ότι ήταν μια από τις μεγαλύτερες μεταπολιτευτικές διαδηλώσεις: η λέξη λαοθάλασσα αποδίδει πιστά το μέγεθος καθώς και το όλο κλίμα, στους δρόμους της Αθήνας αλλά και όλης της χώρας.  Από ένα σημείο και πάνω, ο αριθμός, αυτός που δεν μπορεί να μετρηθεί, συνιστά, αυτός καθαυτός, πολιτικό γεγονός. Αυτή η  λαοθάλασσα, ειρηνική, μαζική και μαχητική, έκανε τα όποια «επεισόδια» ασήμαντα, έκανε να χαλαρώνουν οι διαχωρισμοί και οι κατακερματισμοί (εννοώ κυρίως τις χωριστικές πορείες και τους σιδηρούς κλοιούς του ΚΚΕ).

Μια επιμέρους σημαντική ψηφίδα της Τετάρτης ήταν η πολύ συγκρατημένη στάση της αστυνομίας: καμία σχέση με την μπρούτα βαρβαρότητα του τελευταίου διαστήματος, ιδίως της 28ης Ιουνίου. Απόδειξη τρανή, ότι τα ΜΑΤ είναι απολύτως ελέγξιμα, και ότι, όποτε αφηνιάζουν, η δράση τους είναι ελεγχόμενα ανεξέλεγκτη. Συνέχεια ανάγνωσης

Το επίφοβο κενό

Standard

του Νικόλα Σεβαστάκη

Έγκον Σίλε, «Όρθιος άντρας με κόκκινο μεσοφόρι », 1954

Μια απεργιακή πορεία χιλιάδων ανθρώπων αντιμετωπίζει τη βαναυσότητα των ΜΑΤ με αποτέλεσμα πολλούς σοβαρά τραυματίες και έναν άνθρωπο τριάντα χρόνων, τον Γιάννη Καυκά, σε κρίσιμη κατάσταση στην εντατική. Στη συνέχεια οργανώνεται πορεία εναντίον της αστυνομικής βίας και των ρατσιστικών επιθέσεων στο κέντρο της Αθήνας. Και, κάποια στιγμή, μια ομάδα κρετίνων αποφασίζει να παίξει πόλεμο με την αστυνομία περνώντας μέσα από τον κόσμο μιας λαϊκής αγοράς. Αποτέλεσμα; Τραυματίες με σοβαρά εγκαύματα και ένας άνθρωπος στα πρόθυρα του θανάτου από εισπνοή τοξικών αερίων. Πώς να χωρέσουν άραγε όλες αυτές οι στιγμές σε μια αφήγηση της παρούσας κατάστασης; Πώς να χωρέσουν τόσα συντρίμμια το νόημα που θα ήθελε να τους δώσει ο καθένας μας;

Αυτό τον καιρό καταλαβαίνω κάπως περισσότερο όλους εκείνους που τηρούν επιφυλακτική στάση απέναντι στον δημόσιο σχολιασμό και στην έκφραση θέσης. Ακόμα και εκείνους που ισχυρίζονται ότι σε αυτούς τους καιρούς ο πρώτος λόγος «πρέπει να ανήκει στους ειδικούς» και όλοι εμείς οι υπόλοιποι καλό θα ήταν «να κάνουμε απλώς τη δουλειά μας».

Καταλαβαίνω, δίχως βεβαίως να συμφωνώ. Είναι σίγουρα πιο ανακουφιστικό να γράφεις μια επιφυλλίδα για τις μεταφορές στον Σεφέρη ή ένα άρθρο για τις υποθετικές κρίσεις στον Καντ, από το να αγγίζεις μια πραγματικότητα που μοιάζει συχνά με παραλήρημα. Και μάλλον λέμε ψέματα στον εαυτό μας ότι ετούτη η πραγματικότητα μπορεί να πιαστεί από κάπου, ότι μπορούμε να εξηγήσουμε την τάση ή το γενικό πλάνο των εξελίξεων. Τα ίδια τα γεγονότα έρχονται να στραπατσάρουν με αναίδεια θεωρήματα και διανοητικές κατασκευές. Τα γεγονότα ως πολλαπλασιαστές απορίας και επιταχυντές της διάλυσης των όποιων βεβαιοτήτων χτίστηκαν την προηγουμένη. Συνέχεια ανάγνωσης