Μεγάλες προωθήσεις

Standard

της Ιωάννας Μεϊτάνη

PUBLIC

Η αλυσίδα πολυκαταστημάτων Public έχει κάνει αισθητή την παρουσία της τα τελευταία χρόνια. Τα πολυκαταστήματα Public πουλάνε και βιβλία, εκτός από γκάτζετ, αξεσουάρ, ρολόγια, τηλέφωνα, εισιτήρια, «δώρα» — 18 κατηγορίες προϊόντων μετράω στο σάιτ. Τα πολυκαταστήματα Public, του ομίλου Γερμανός, έχουν κακή φήμη στην αγορά εργασίας αλλά και σε άλλους τομείς: μη προσβασιμότητα και αγενής αντιμετώπιση ΑΜΕΑ (από σεκιουριτάδες), απαξιωτική συμπεριφορά απέναντι στους εργαζόμενους, χαμηλοί μισθοί, πλήρης ελαστικοποίηση του ωραρίου.

Το Public, λοιπόν, τους τελευταίους μήνες, κάνει μια προωθητική ενέργεια, τα «Βραβεία Βιβλίου Public», και παροτρύνει τους επισκέπτες του σάιτ να συμμετέχουν, αναδεικνύοντας το αγαπημένο τους βιβλίο. Η συμμετοχή επιβραβεύεται με δώρα (τάμπλετς και δωροεπιταγές). Κάθε εταιρεία μπορεί βέβαια να ονομάζει τις προωθητικές της ενέργειες όπως αγαπάει. Το περίεργο αρχίζει εκεί όπου αυτές προβάλλονται, αναδεικνύονται και συζητιούνται ως πολιτιστικό γεγονός.

Καταρχάς, μια διαδικασία που με ιντερνετική ψήφο αναδεικνύει τα «αγαπημένα» βιβλία ενός τυχαίου κοινού είναι ακόμη πιο αδιάφορη από τη βράβευση των «καλύτερων» βιβλίων της χρονιάς από μια επιτροπή, η οποία εκθέτει, τουλάχιστον, ένα σκεπτικό. Είναι ακόμη πιο αδιάφορη κι από τη λίστα των ευπώλητων, η οποία δείχνει, τουλάχιστον, τι αγοράζει ο κόσμος. Δεύτερον, στο «διαγωνισμό» δεν μπορείς να ψηφίσεις οποιοδήποτε βιβλίο του περασμένου χρόνου, αλλά μόνο τα βιβλία που «λαμβάνουν μέρος στο διαγωνισμό», προτεινόμενα από κάποιους εκδοτικούς οίκους. Τα οποία, τρίτον, είναι ατάκτως εριμμένα σε κατηγορίες (βιβλίων, πάντα) που αρμόζουν μάλλον σε ράφια σούπερ μάρκετ: μυθιστορήματα και διηγήματα σε ένα τσουβάλι, η ποίηση ξεχωριστά βέβαια, βιογραφίες-μελέτες-δοκίμια-μαρτυρίες συνωστίζονται στη μη λογοτεχνική κατηγορία, παιδικό βιβλίο εντάξει, μαγειρική αλίμονο, και το καλύτερο για το τέλος: η κατηγορία-έκπληξη «μεγάλες συγκινήσεις». Συνέχεια ανάγνωσης

Μισό ψωμί κι ένα βιβλίο

Standard

Oμιλία στα εγκαίνια της Δημοτικής Βιβλιοθήκης του Φουέντε Βακέρος

του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

μετάφραση από τα γαλλικά: Γιώργος Παπαπαναγιώτου

lorca

O Λόρκα μαθητής λυκείου, με τη μικρή του αδερφή

Ο Λόρκα (1898-1936) γεννήθηκε και έζησε μέχρι τα έντεκά του στην αγροτική κωμόπολη Fuente Vaqueros, δεκαεφτά χιλιόμετρα δυτικά της Γρανάδας. Τον Μάιο του 1929, στη διάρκεια ενός δείπνου που παρατέθηκε από τους συγχωριανούς του για να γιορτάσουν το ανέβασμα στη Γρανάδα του θεατρικού του «Μαριάννα Πινέντα», ο Λόρκα ανακοίνωσε την πρόθεσή του να δημιουργήσει μια τοπική βιβλιοθήκη, στην οποία θα πρόσφερε τα δικά του βιβλία και βιβλία φίλων του συγγραφέων. Η πρόταση εγκρίθηκε από τον δήμαρχο, ο οποίος ανέθεσε στον Λόρ-κα να οργανώσει τα επίσημα εγκαίνια τον Σεπτέμβρη του 1931, στη διάρκεια της γιορτής του χωριού. Ας σημειώσουμε τη συγκυρία. Τον Ιούνιο έχει καταργηθεί η βασιλεία και έχει ανακηρυχθεί η «Δημοκρατία όλων των εργαζομένων», μετά από οχτώ χρόνια δικτατορίας, με το Σύνταγμα του 1931, που προέβλεπε, μεταξύ άλλων: ελευθερία της έκφρασης, καθολική ψηφοφορία (συμπεριλαμβανομένων των γυναικών και των φαντάρων), οχτάωρο, κοινωνική ασφάλιση, αύξηση των μισθών, αγροτική μεταρρύθμιση, διαχωρισμό κράτους και Εκκλησίας, ελευθερία θρησκεύματος, διαζύγιο και πολιτικό γάμο, αυτονομία των επαρχιών, κατάργηση των προνομίων των αριστοκρατών, δημόσια υποχρεωτική μη θρησκευτική εκπαίδευση (οι αναλφάβητοι αποτελούσαν το 45% του πληθυσμού) κ.ά. Το κείμενο που ακολουθεί είναι η ομιλία του Λόρκα στα εγκαίνια.
Γ. ΠΑΠ.

Όταν κάποιος πηγαίνει στο θέατρο, σ’ ένα κονσέρτο, σε μια οποιαδήποτε καλλιτεχνική εκδήλωση ή γιορτή, εφόσον του αρέσει το θέαμα, αναπολεί αμέσως τους δικούς του που απουσιάζουν, και θλίβεται επειδή σκέφτεται: «Πόσο θ’ άρεσε αυτό στην αδερφή μου, στον πατέρα μου!». Από εκεί και πέρα, θα χαρεί το θέαμα, αλλά με μια ελαφρά μελαγχολία. Τέτοια μελαγχολία αισθάνομαι κι εγώ, όχι για τα μέλη της οικογένειάς μου –αυτό θα ήταν ποταπό– αλλά για όλους τους ανθρώπους που λόγω έλλειψης χρημάτων και εξαιτίας της κακοτυχίας τους δεν απολαμβάνουν το ύψιστο αγαθό της ομορφιάς, της ομορφιάς που είναι ζωή, καλοσύνη, γαλήνη και πάθος. Συνέχεια ανάγνωσης

Αντρέ Σιφρίν: Φανατικά ανεξάρτητος και ριζοσπάστης

Standard

Αντρέ Σιφρίν, o γίγαντας των εκδόσεων-1

 του Ταρίκ Αλί

μετάφραση:  Δημήτρης Ιωάννου

Ο γαλλοαμερικανός Αντρέ Σιφρίν, διανοούμενος ανεξάρτητος εκδότης, θρύλος στον χώρο του βιβλίου, πέθανε την περασμένη Κυριακή, σε ηλικία 78 χρονών. Στην Ελλάδα τον πρωτογνωρίσαμε από το βιβλίο Εκδότες χωρίς εκδόσεις, μια ένθερμη συνηγορία υπέρ των ανεξάρτητων οίκων και της ανεξαρτησίας του πνεύματος, μια καταγγελία της εκδοτικής βιομηχανίας. Το βιβλίο (που πρωτοκυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις) σήμερα, μαζί με το Οι λέξεις και το χρήμα, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αιώρα. Δημοσιεύουμε στη συνέχεια, με μικρές περικοπές, τις νεκρολογίες του Tariq Ali (από το μπλογκ του εκδοτικού οίκου Verso) και του δημοσιογράφου D.D. Guttenblat (από το περιοδικό The Nation).

Στρ. Μπ.

schiffrinbloΜε τον θάνατο του Αντρέ Σιφρίν, ο εκδοτικός κόσμος έχασε έναν γίγαντα και ο Verso έναν συγγραφέα που έχαιρε γενικού σεβασμού, οι οξυδερκείς αναλύσεις του οποίου για την εκδοτική βιομηχανία έχουν δικαιωθεί κατ’ επανάληψη.

Πολιτισμικά, πνευματικά και σωματικά, ο Σιφρίν έζησε σε δύο κόσμους: στο Παρίσι και τη Νέα Υόρκη. Η σημαντικότερη επιρροή που δέχθηκε στη ζωή του ήταν από τον πατέρα του Ζακ Σιφρίν,  πρόσφυγα από την Αγία Πετρούπολη που έφτασε στη Γαλλία το 1920 και, ήδη το 1923, είχε ιδρύσει τον εκδοτικό οίκο La Pléiade, ένα αειθαλές κληροδότημα στoν γαλλικό πολιτισμό. O οίκος ξεκίνησε τη διαδρομή του με τους ρώσους κλασικούς, μεταφρασμένους στα γαλλικά από τον ίδιο τον Σιφρίν. Πολύ γρήγορα απέκτησε τη φήμη ενός εκδοτικού οίκου πάνω απ’ όλα ποιοτικού, ο οποίος –σημειωτέον– έμεινε υπό τον απόλυτο έλεγχο του πατρός Σιφρίν, ακόμα κι όταν, αργότερα, εντάχθηκε στον Gallimard. Ο Αντρέ γεννήθηκε το 1935. Συνέχεια ανάγνωσης

Αντρέ Σιφρίν: έξαψη και ενθουσιασμός

Standard

Αντρέ Σιφρίν, ο γίγαντας των εκδόσεων -2

 του Ντ. Ντ. Γκάτενμπλατ

μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου

 8-shifrinΠροσπαθήστε να φανταστείτε τον κόσμο μας χωρίς τα έργα του Νόαμ Τσόμσκυ, της Μαργκερίτ Ντυράς, της Μπάρμπαρα Έρενραϊχ, του Μισέλ Φουκώ, του Έντουαρντ Σαΐντ ή του Στατζ Τέρκελ. Έτσι θα αποκτήσετε μια αίσθηση του αντίκτυπου που είχε στην πνευματική ζωή του καιρού μας ο Αντρέ Σίφριν. Ως εκδότης του Pantheon Books, εξέδωσε όλους αυτούς τους συγγραφείς, που δεν αποτελούν παρά ένα μικρό δείγμα ενός μακρότατου καταλόγου που περιλαμβάνει επίσης τον Χούλιο Κορτάσαρ, τη Σιμόν ντε Μπωβουάρ, τον Ρ. Ντ. Λαινγκ, τον Γκούναρ Μύρνταλ, τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ και τον Γκύντερ Γκρας, του οποίου το πολύ επιτυχημένο μυθιστόρημα Το τενεκεδένιο ταμπούρλο ήταν, το 1962, ένα από τα πρώτα αποκτήματα του Σίφριν.

Η δουλειά στις εκδόσεις Pantheon αποτέλεσε για μένα ένα ολοκληρωτικό, εκπαιδευτικό βάπτισμα στην αμερικανική και την ευρωπαϊκή πνευματική ζωή. Από  όσους δούλευαν στον Pantheon –ακόμα κι απ’ τους πιο χαμηλόβαθμους βοηθούς– αναμενόταν, όχι μόνο να κάνουν όλα όσα ήταν απαραίτητα για την έκδοση ενός βιβλίου, αλλά και να το διαβάζουν. Και μη νομίζετε ότι μας ήθελαν απλούς θεατές των εξελίξεων Συνέχεια ανάγνωσης