Aντιπροσωπεία περιορισμένης αντιπροσωπευτικότητας

Standard

του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Ρενέ Μαγκρίτ, "Πανικός τον Μεσαίωνα", 1927

Ρενέ Μαγκρίτ, «Πανικός τον Μεσαίωνα», 1927

Ακόμα κι αν έβγαλε ειδήσεις (την αναβάθμιση Βορίδη, τα σενάρια για νέο ανασχηματισμό, την επιστροφή Νικ. Κακλαμάνη και τις προτάσεις Λυκούδη-Ανεξάρτητων για κυβέρνηση «εθνικής συνεννόησης»), η τριήμερη συζήτηση στη Εθνική Αντιπροσωπεία δεν μας έκανε σοφότερους. Περισσότερο επιβεβαίωσε δύο πράγματα: Πρώτον, ότι το πολιτικό κεφάλαιο της συγκυβέρνησης έχει εξανεμιστεί: η ίδια δεν διαθέτει δυναμική για εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, ενώ το πολιτικό της προσωπικό, ακόμα και σε επίπεδο κορυφής πλέον, αποδεικνύεται αναλώσιμο. Δεύτερον, ότι όπως συνέβη ξανά και ξανά τα τελευταία χρόνια, οι αποτυχίες των κυβερνώντων και η ισχυροποίηση των αντιπάλων τους, αντί να σημάνουν αλλαγή πλεύσης, οδηγούν στην αναζήτηση ακόμα πιο αυταρχικών εναλλακτικών για τη συνέχεια στην ίδια ρότα. Αυτό σήμαιναν, το 2011, η αναβάθμιση Βενιζέλου και η τρικομματική Παπαδήμου με τη συμμετοχή του ΛΑΟΣ. Και στην ίδια λογική κινείται η άτυπη πρωθυπουργοποίηση Βορίδη — που όχι, δεν δηλώνει την έμφαση της κυβέρνησης στην υγεία, όπως υποστήριξε η υφυπουργός υγείας Κ. Παπακώστα, αφήνοντας άφωνους και τους πιο επινοητικούς σκιτσογράφους.

Αυτές τις τρεις μέρες, λοιπόν, η κυβέρνηση ζήτησε πολιτική σταθερότητα για να διαπραγματευτεί το χρέος, επιχειρώντας να καθησυχάσει ότι το Μνημόνιο τελειώνει «ενάμιση χρόνο νωρίτερα απ’ ό,τι ήταν να τελειώσει» (Βορίδης). Κι όμως, αντί πανηγυρισμών, ο πρωθυπουργός μοιάζει να περνάει σε δεύτερο ρόλο, στη Ν.Δ. συζητούν για μεταβατικές λύσεις, το ΠΑΣΟΚ διχάζεται όσο δεν πάει και τα σενάρια ανασυγκρότησης της Κεντροαριστεράς καίγονται το ένα μετά το άλλο — ιδίως όσο οι επιτυχίες διαψεύδονται: τόσο στο εσωτερικό (από τα εκλογικά αποτελέσματα του Μαΐου μέχρι τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις) όσο και στο εξωτερικό, και μάλιστα… από τα δύο τρίτα της τρόικας (βλ. δηλώσεις Ντράγκι και Λαγκάρντ). Συνέχεια ανάγνωσης

Προς ένα «αμερικανικό» (μη) σύστημα υγείας με αυξημένες δαπάνες και μειωμένες παροχές;

Standard

Οι εξαγγελίες Βορίδη για την υγεία και την περίθαλψη

του Γιώργου Νικολαΐδη

.Eιρωνεία της συγκυρίας: Η κυβέρνηση δημοσιοποίησε τις αλλαγές στον κανονισμό κάλυψης των προληπτικών διαγνωστικών εξετάσεων και των θεραπευτικών καλύψεων, αλλά και την ανάθεση της διαχείρισης των οικονομικών των δημοσίων νοσοκομείων σε μια ανώνυμη εταιρεία, την ίδια στιγμή που τα βρετανικά συνδικάτα του εκεί Εθνικού Συστήματος Υγείας οργανώνουν σειρά κινητοποιήσεων ενάντια στην ενδεχόμενη παράδοση των νοσοκομείων σε αμερικάνικες πολυεθνικές. Και διαμαρτύρονται όχι για τη μια ή την άλλη από τις όντως αλλοπρόσαλλες πολιτικές που εφαρμόζει η κυβέρνηση Κάμερον (όπως και η προηγούμενη των Εργατικών) σε εθνικό επίπεδο, αλλά ενάντια στην Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων (TTIP), που η Ευρωπαϊκή Ένωση διαπραγματεύεται με τις ΗΠΑ: οι πρόνοιες της τελευταίας δίνουν τη δυνατότητα σε κάθε πολυεθνική να μηνύσει τα κράτη, εφόσον τα μέτρα που παίρνουν παρεμποδίζουν ενδεχόμενη μελλοντική κερδοφορία των επιχειρηματικών της συμφερόντων! Μάλιστα, η διαφοροποίηση (σε σχέση με την παλαιότερη GATS ή ανάλογες συμφωνίες της ΕΕ με άλλη κράτη) είναι ότι ανάμεσα στα αγαθά που αφορά η ΤΤIP συγκαταλέγεται και η περίθαλψη — με τη βρετανική κυβέρνηση να διατυπώνει επιφύλαξη μόνο για την υπηρεσία άμεσης επέμβασης (το ΕΚΑΒ, σαν να λέμε). Και αυτό έχει εξοργίσει τα βρετανικά συνδικάτα και την κοινή γνώμη, που υποστηρίζουν ότι αποτελεί δούρειο ίππο για την ιδιωτικοποίηση του βρετανικού συστήματος αλλά και την παράδοση της οικονομικής του διαχείρισης σε ιδιωτικές πολυεθνικές, κυρίως αμερικανικών συμφερόντων. Άλλωστε, τα διάφορα «πειράματα» των τελευταίων δεκαετιών έχουν προετοιμάσει καταλλήλως το έδαφος, φτιάχνοντας εταιρικά σχήματα διαχείρισής του σε περιφερειακή βάση, που αρχικώς παρουσιάστηκαν ως ευέλικτα δημόσια μοντέλα διοίκησης για τη βελτίωση της αποδοτικότητας και τον περιορισμό της σπατάλης…

Φωτογραφία του Κόλιν Στιλ (από το facebook του Τάκη Γέρου)

Φωτογραφία του Κόλιν Στιλ
(από το facebook του Τάκη Γέρου)

Την ίδια στιγμή, η ελληνική κυβέρνηση εφαρμόζει μια δέσμη μέτρων που συνοψίζεται στα εξής: α) δραστικός περιορισμός των διαγνωστικών εξετάσεων, προληπτικών και μη, β) περιορισμός, με το μοντέλο των κλειστών σφαιρικών προϋπολογισμών, των δαπανών θεραπείας, τόσο σε νοσοκομειακή όσο και σε εξωνοσοκομειακή βάση, γ) ανάθεση της διαχείρισης (οικονομικής και διοικητικής) των δημόσιων νοσοκομείων σε εταιρεία, με υπεραντιπροσώπευση των ιδιωτικών συμφερόντων του κλάδου της περίθαλψης και σαφέστατη εντολή να λειτουργήσει την «αγορά» υπηρεσιών περίθαλψης με ίσους όρους ανταγωνισμού ανάμεσα στα νοσοκομεία του ΕΣΥ και τις ιδιωτικές κλινικές. Βέβαια, είχαν προηγηθεί η σταδιακή μείωση του ποσοστού συμμετοχής του ΕΟΠΥΥ στο κόστος των φαρμάκων (είτε άμεσα είτε μέσω της κάλυψης του κόστους μόνο του φθηνότερου γενοσήμου είτε μέσω του παντελώς άνευ νοήματος πλαφόν κόστους συνταγογράφησης στους γιατρούς), η διάλυση του συστήματος πρωτοβάθμιας περίθαλψης των ασφαλιστικών ταμείων, οι συγχωνεύσεις νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Το μήνυμα είναι σαφές: το δημόσιο σύστημα περίθαλψης πρέπει να λειτουργεί σαν ιδιωτική επιχείρηση. Αν μεν «βγαίνει» οικονομικά, έχει καλώς, αν όχι…

Πώς όμως μπορεί να «βγαίνει» ένα νοσοκομείο; Πώς «βγαίνουν» οι ιδιωτικές κλινικές; Στην πραγματικότητα, όλα τα παραπάνω συνιστούν μια γιγαντιαία επιχείρηση μεταφοράς πόρων από το δημόσιο στο ιδιωτικό σύστημα περίθαλψης. Και, φυσικά, με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια τα δημόσια νοσοκομεία, όσο και αν διώχνουν κλοτσηδόν τους «ξεδοντιάρηδες», που λέει και ο σοσιαλιστής γάλλος Πρόεδρος, για να μειώσουν τις ζημίες, μάλλον δεν θα μπορέσουν να ανταγωνιστούν τα ιδιωτικά. Έτσι, οι (σπάνιοι πια) πόροι θα μεταφέρονται προνομιακά προς τα τελευταία, με τάχα «αντικειμενικούς» κανόνες. Και με την υποστελέχωση, τις ελλείψεις στα υλικά, την κομματική διοίκηση και όλα τα σχετικά, οι κυβερνώντες θα φροντίσουν ώστε το δημόσιο σύστημα να κατέβει στον αγώνα με σοβαρά χάντικαπ: σαν να βάζεις δυο αθλητές να παραβούν κατοστάρι, και πριν τον αγώνα να τραυματίζεις τον ένα στα πόδια, να του δένεις τα χέρια και να του ρίχνεις πεπονόφλουδες στον δρόμο. Συνέχεια ανάγνωσης

Φονικά τσεκούρια και γύφτικα σκεπάρνια

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

 του Νίκου Σαραντάκου

 Τις περισσότερες φορές, κάτι που συνέβη πριν από μερικές εβδομάδες επισκιάζεται από τα πιο πρόσφατα γεγονότα, αλλά κατά τη γνώμη μου η συμμετοχή της άκρας δεξιάς στην κυβέρνηση είναι αναμφίβολα το γεγονός που σημάδεψε (και στιγμάτισε, αν χρησιμοποιήσουμε τη λέξη με τη σωστή της σημασία) το μήνα που μας πέρασε, ιδίως με την ανάδειξη δυο προβεβλημένων στελεχών του ακροδεξιού κόμματος σε υπουργικούς θώκους — δυο στελεχών, από τα οποία ο ένας στα νιάτα του συμμετείχε σε ακροδεξιές ομάδες κρούσης κραδαίνοντας τσεκούρι και μέχρι σχετικά πρόσφατα ήταν ομοτράπεζος του Λεπέν, ενώ ο άλλος, ο εκπρόσωπος του εμπρόθετου και επιδεικτικού καραγκιοζισμού (κατά την εύστοχη έκφραση του Γιάννη Χάρη), καμαρώνει στα υπουργικά έδρανα σαν γύφτικο σκεπάρνι. Από εκεί και ο τίτλος λοιπόν.

Το σκεπάρνι, εργαλείο των μαστόρων, μαραγκών και οικοδόμων, είναι από παλιά μαζί μας: στον Όμηρο διαβάζουμε για «σκέπαρνον εΰξοον» (ε 237), σκεπάρνι ακονισμένο. Ο σκέπαρνος και το σκέπαρνον έδωσε στα ελληνιστικά χρόνια το σκεπάρνιον, και από εκεί στο σκεπάρνι. Το οποίο σκεπάρνι σήμερα, ως λέξη, το χρησιμοποιούν κι αυτοί που δεν μαστορεύουν, λόγω της πολύ διαδεδομένης φράσης, που την έβαλα και στον τίτλο, «καμαρώνει σαν το γύφτικο σκεπάρνι», που τη λέμε για κάποιον που κορδώνεται και καμαρώνει υπερβολικά, επιδεικτικά, συχνά χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος. Οι γύφτοι ήταν τεχνίτες στα χωριά, σιδεράδες και χαλκιάδες, κι η φράση βγήκε επειδή το γύφτικο σκεπάρνι έχει λαβή κυρτή, κι έτσι θυμίζει τον άνθρωπο που κορδώνεται με την κοιλιά προς τα έξω, ακριβώς τη στάση του σώματος που είχε ο Άδωνης Γεωργιάδης όταν πήγαινε να ορκιστεί υφυπουργός.

Το τσεκούρι, από την άλλη, είναι μεγαλύτερο από το σκεπάρνι, και το βρίσκουμε με τρία βασικά συνώνυμα στο ελληνικό λεξιλόγιο· τα άλλα δύο είναι ο πέλεκυς και ο μπαλτάς. Ο πέλεκυς είναι ιθαγενής, ήδη ομηρικός, όπως και το σκέπαρνον: στην Ιλιάδα (Γ60), ο Πάρης κατηγορεί τον  Έκτορα ότι η καρδιά του είναι σκληρή σαν το τσεκούρι που σκίζει τον κορμό του δέντρου («κραδίη πέλεκυς… ατειρής»). Η λέξη έχει περάσει στη δημοτική (πελέκι), δώσει ρήματα (πελεκάω) και παράγωγα, έχουμε και την παροιμία για τον άνθρωπο αγράμματο που είναι ξύλο απελέκητο, ενώ ακούγεται πολύ το κλισέ για τον πέλεκυ της δικαιοσύνης που θα πέσει βαρύς και αμείλικτος πάνω σε όσους παρανομούν, μόνο που, αν κρίνουμε από τα αποτελέσματα, αυτός ο πέλεκυς φαίνεται να έχει στομώσει· μάλλον απαλό σαν χάδι είναι το άγγιγμά του για τους ημέτερους, πιο πολύ σαν φτερό που ξεσκονίζει.

Ο μπαλτάς, από την άλλη, μας ήρθε από ανατολικά, τούρκικο δάνειο (balta), από εκεί και ο μπαλτατζής, δηλαδή ο ξυλοκόπος, που είναι και επώνυμο. Το τσεκούρι, αντίθετα, που ήρθε από τα δυτικά, έχει πιο ενδιαφέρουσα ετυμολογική διαδρομή, από το μεσαιωνικό τσεκούριον και το ελληνιστικό σεκούριον φτάνουμε στο λατινικό securis, που σήμαινε τον πέλεκυ. Αυτό το securis, παρά την ηχητική ομοιότητα, δεν έχει καμιά σχέση με την οικογένεια λέξεων του security. Προέρχεται από το ρήμα secare, που σημαίνει «κόβω, τέμνω», απ’ όπου προέκυψαν τα διάφορα section (τομέας) των αγγλικών και γαλλικών.

Βαρύ και κοφτερό το τσεκούρι, όταν πέφτει δεν συγχωρεί: τσεκουράτος είναι αυτός που φέρεται με σκληρή αποφασιστικότητα· μιλάει τσεκουράτα όποιος λέει κάτι ωμά και χωρίς περιστροφές· η φρασεολογία μας διαθέτει κάμποσα συνώνυμα: τσεκουράτα, χύμα και τσουβαλάτα, ορθά κοφτά, νέτα σκέτα.

Φωτιά και τσεκούρι, είναι έκφραση που δηλώνει την ολοσχερή καταστροφή, ιδίως σε καιρό πολέμου· αυτή την τακτική εφάρμοσε ο Ιμπραήμ για να γονατίσει τον επαναστατημένο Μοριά, ως αντίποινα φωτιά και τσεκούρι υποσχέθηκε στους προσκυνημένους ο Κολοκοτρώνης, τον ίδιο τίτλο διάλεξε για το (όχι και πολύ αμερόληπτο) βιβλίο που αφιέρωσε στον Εμφύλιο ο Ευάγγελος Αβέρωφ.

Οι μαθητές κι οι φοιτητές λένε «έπεσε τσεκούρι» όταν στις εξετάσεις κοπούν πολλοί. Όμως εδώ και κάμποσο καιρό στον τόπο μας έχει αρχίσει να πέφτει ανελέητο και ασταμάτητο τσεκούρωμα στα πάντα: στους μισθούς και στις συντάξεις, στα δικαιώματα και στα κεκτημένα, στις ελπίδες των μεγαλύτερων και στα όνειρα των νέων. Δεν είναι τυχαίο που το πρόγραμμα αυτό ανέλαβε να το φέρει σε πέρας, καμαρώνοντας σαν γύφτικο σκεπάρνι, μια κυβέρνηση που έχει υπουργό της κάποιον που κράδαινε στα νιάτα του τσεκούρι. Μάθε τέχνη κι άστηνε, που λέμε.

Ο Νίκος Σαραντάκος είναι συγγραφέας, μεταφραστής και κατοικοεδρεύει στα sarantakos.wordpress.com και http://www.sarantakos.com