Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Βρετανία: η κατασκευή της μνήμης

Standard

 του Νταν Τόντμαν

μετάφραση: Αγάπιος Λάνδος

 bp-ww1-posterΥπάρχει μια διάσταση μεταξύ του δημόσιου και του ακαδημαϊκού λόγου σχετικά με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η δημόσια εικόνα για το τι ήταν ο Πόλεμος (αίμα και λάσπη) και ποιος ο σκοπός του (μάταιος) έχει παραμείνει ακλόνητη τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Ωστόσο, εδώ και πολλά χρόνια –από τα τέλη της δεκαετίας του 1980– είχαμε μια εντυπωσιακή παραγωγή μελετών νέων επιστημόνων για τον Α΄ Παγκόσμιο, που εισήγαγε νέες οπτικές.

Το ρευστό και το ακίνητο. Η έρευνα στο τεράστιο αρχειακό υλικό για τον Πόλεμο –το οποίο παρέμεινε ανεκμετάλλευτο μέχρι πρόσφατα, παρά τα σχετικά βιβλία που εκδόθηκαν κατά τη διάρκεια αυτών των εννέα δεκαετιών– έχει αναδείξει μια πολυδιάστατη άποψη για πολλές πτυχές του Πολέμου: για τις στρατιωτικές τακτικές, τις σχέσεις μεταξύ του πεδίου της μάχης και του «εσωτερικού μετώπου», την κινητοποίηση του πληθυσμού, το φαινόμενο του «πολεμικού ενθουσιασμό». Η έρευνα επίσης επισήμανε ότι οι προηγούμενες ακαδημαϊκές γενιές θεωρούσαν εσφαλμένα τη μεταπολεμική ρητορική ως τεκμήριο για τις πραγματικότητες του Πολέμου — λ.χ. σε θέματα όπως η σημασία του πολέμου για τις γυναίκες, η πεποίθηση ότι ο πόλεμος ήταν «μάταιος» και η φύση του πένθους:

* Η επί μακρόν επικρατούσα ιδέα ότι η συμβολή των γυναικών στον Πόλεμο τις έκανε να κερδίσουν το δικαίωμα ψήφου παραγνωρίζει τους αγώνες που έδωσαν οι σουφραζέτες προπολεμικά και αποκρύπτει την πολιτική επιλογή να δοθούν πολιτικά δικαιώματα στις μεγαλύτερες γυναίκες, σε μια προσπάθεια ανακοπής του ριζοσπαστισμού. Η ιδέα μπορεί να έτυχε ευρείας αποδοχής μετά το 1918, αλλά αυτό δεν συνιστά αποδεικτικό στοιχείο για το ότι ο πόλεμος αποτέλεσε ορόσημο — πολλώ δε μάλλον κάτι «καλό» για τις Βρετανίδες.

* Το πένθος εκατομμυρίων ανθρώπων καθώς και οι ακρωτηριασμοί πολλών από τους επιζώντες έκανε πολλούς Βρετανούς να αναρωτηθούν αν ο πόλεμος άξιζε αυτές τις θυσίες. Η απάντησή τους φαίνεται ότι συχνά ήταν καταφατική. Ήταν ένας πόλεμος με πλατιά λαϊκή υποστήριξη, και ίσως περισσότερο καθώς πλησίαζε στο τέλος παρά στο ξεκίνημά του. Μονάχα όταν είχαμε πια απομακρυνθεί κάπως από τον Πόλεμο, αλλά και λόγω της οικονομικής ύφεσης της δεκαετίας του 1920, η πίστη στη ματαιότητα του πολέμου άρχισε να κερδίσει ευρεία αποδοχή.

www-1* Η βρετανική εμπειρία του θανάτου φαίνεται διαφορετική αν την εντάξουμε σε μια ευρωπαϊκή προοπτική — και μάλιστα καθιστά σαφές ότι η Βρετανία βγήκε με σχετικά ελαφρές απώλειες από έναν ολοκληρωτικό πόλεμο. Αυτό, βέβαια, δεν υποβαθμίζει την τραγωδία των νέων που χάθηκαν ούτε ακυρώνει τη θλίψη που συνέτριψε τους οικείους τους. Αλλά υποδηλώνει ότι ένα βασικό πρόβλημα για τη μεταπολεμική μνήμη δεν ήταν να θεραπεύσει το τραύμα του πένθους, αλλά να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα σε εκείνους που είχαν χάσει κοντινούς συγγενείς και εκείνους που δεν είχαν.

Αυτή η ακαδημαϊκή επανάσταση είχε ελάχιστη επίδραση στη συλλογική μνήμη. Η κυρίαρχη εκδοχή του πολέμου που ανακυκλώνεται στην τηλεόραση, σε κύρια άρθρα εφημερίδων και διαδικτυακά φόρουμ είναι σταθερή: Ο πόλεμος ήταν μάταιος, και όσον αφορά τον τρόπο που διεξήχθη και όσον αφορά το αποτέλεσμά του. Ήταν μια μοναδική φρίκη: μια βρετανική τραγωδία (τείνοντας να ξεχάσουμε όλα τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη). Μια γενιά χάθηκε. Ο καλύτερος μάρτυρας της εμπειρίας τους είναι το έργο των ποιητών του πολέμου. Ο πόλεμος άλλαξε τα πάντα.

Ο κακός πόλεμος. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν συνιστά πλήρη διαστρέβλωση των γεγονότων και των αντιλήψεων της περιόδου του Α΄ Παγκοσμίου· αποτελούν όμως μια επιλεκτική και μεροληπτική ανάγνωση. Αυτά τα σύμβολα και οι ερμηνείες μπορούν να αναχθούν σε πραγματικές εμπειρίες του πολέμου, και ήταν σίγουρα ισχυρά στα χρόνια του Μεσοπολέμου. Ωστόσο, από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 άρχισαν να περιβάλλονται με το κύρος της αδιαμφισβήτητης αλήθειας. Έχουν καταστεί πλέον η «προεπιλεγμένη ρύθμιση» για κάθε δημόσια συζήτηση. Για τους Βρετανούς, ο Α΄ Παγκόσμιος είναι ο «κακός πόλεμος», σε αντίθεση με τον Β΄ Παγκόσμιο. Και εκπληρώνει την εν λόγω λειτουργία τόσο καλά, που οι μελέτες είναι ανίκανες να τον μετακινήσουν απ’ αυτή τη συμβολική του θέση. Το μάλλον μελαγχολικό συμπέρασμα –για μια κοινωνία που έχει εμμονή με τον πόλεμο, καθώς και με την ιστορία– είναι ότι μια βαθύτερη κατανόηση της ιστορίας της δεν τη βοηθάει να διαυγάσει τις πράξεις της σήμερα. Συνέχεια ανάγνωσης

ΑΦΙΕΡΩΜΑ-7: Οι ξεχασμένες φωνές που ξαναζωντανεύουν

Standard

του Τρίστραμ Χαντ

Προς πώλησιν («Guardian», 22.1.2011)

Στους πρόποδες του Χάμπστεντ Χιθ, όπου ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Έγκελς συνήθιζαν να κάνουν τον απογευματινό τους περίπατο, βρίσκεται το σπίτι του Έρικ και της Μαρλίν Χομπσμπάουμ. Η είσοδος στο σαλόνι της οδού Νάσινγκτον, για μια συζήτηση με τον Χομπσμπάουμ, ήταν παράλληλα και ένα ταξίδι στους μεγάλους ιδεολογικούς αγώνες του 20ού αιώνα των άκρων. Εδώ οι ιδέες είχαν σημασία, η ιστορία σκοπό, και η πολιτική έπαιζε κεντρικό ρόλο.

Το εύρος του έργου και η εμβέλεια της πνεύματός του με εντυπωσίαζαν πάντα. Έως το τέλος της ζωής του, επέμεινε να συναντά διανοούμενους, ποτέ δεν απέτυχε να «βασανίσει» έναν αντίπαλο και συνέχισε να γράφει. Σε ένα απογευματινό τσάι με τον Χομπσμπάουμ η συζήτηση θα μπορούσε να απλωθεί από τα επιτεύγματα του προέδρου Λούλα στη Βραζιλία και τα όρια του Ισάια Μπερλίν ως ιστορικού, μέχρι την κατάρρευση του Κομμουνιστικού Κόμματος στη Δυτική Βεγγάλη και το τι έπρεπε να είχε κάνει ο Ραλφ Μίλιμπαντ με τους γιους του, τον Ντέιβιντ και τον Εντ. Συνέχεια ανάγνωσης

Περί «αξιοποιήσεων», «αποκρατικοποιήσεων» και άλλων δαιμονίων

Standard

της Έλλης Σιαπκίδου

 Στην πρόσφατη ομιλία του στη Βουλή, κατά τη διάρκεια των προγραμματικών δηλώσεων, ο νυν υπουργός Οικονομικών και πρώην σύμβουλος του Κ. Σημίτη, Γιάννης Στουρνάρας, ανακοίνωσε έναν μακρύ κατάλογο αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του δημοσίου. Όπως ανέφερε, υπάρχουν εννέα αποκρατικοποιήσεις (sales leaseback 28 ακινήτων, ΕΥΑΘ, ΕΛΠΕ, ΕΓΝΑΤΙΑ, ΕΛΤΑ, ΟΠΑΠ, ΛΑΡΚΟ, ΟΔΙΕ, ΕΥΔΑΠ) που βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο προετοιμασίας και δεκατρείς ακόμη (λιμάνια, αεροδρόμια, μαρίνες, ΤΡΑΙΝΟΣΕ κ.ά.) που διαμορφώνονται τώρα.

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Ο όρος «αποκρατικοποίηση» είναι συνώνυμος του όρου «ιδιωτικοποίηση», αλλά ακούγεται καλύτερα. Είναι δε ελληνική πατέντα, καθώς στις περισσότερες γλώσσες η μετάφραση της «αποκρατικοποίησης» είναι παραλλαγές του privatisation, που σημαίνει ιδιωτικοποίηση. Όσον αφορά την «αξιοποίηση», είναι μια εύηχη λέξη, που μέσα στην όμορφη αοριστία της μπορεί να συμπεριλαμβάνει από το ενοίκιο που εισπράττει ο Δήμος από τις καφετέριες για τα τραπεζάκια τους στο πεζοδρόμιο μέχρι την πώληση ακινήτων και επιχειρήσεων του δημοσίου. Συνέχεια ανάγνωσης

Η επίθεση στα Πανεπιστήμια: ένα βρετανικό μανιφέστο αντίστασης

Standard

Στα τέλη Αυγούστου, κυκλοφόρησε από τον βρετανικό εκδοτικό οίκο Pluto Press ο  συλλογικός τόμος The Assault on Universities: A Manifesto for Resistance, σε επιμέλεια τoυ Michael Bailey (Essex University) και του Des Freedman (Goldsmiths, University of London). Στον απόηχο του περσινού θερμού βρετανικού χειμώνα, με τις μαζικές διαδηλώσεις και τις καταλήψεις ενάντια στην αύξηση των διδάκτρων, ο τόμος περιέχει άρθρα πανεπιστημιακών και φοιτητών που πρωτοστάτησαν στον κίνημα αυτό. Όπως γράφουν  οι επιμελητές, είναι μια συνεισφορά στον αγώνα για τη σωτηρία της ψυχής της ανώτατης εκπαίδευσης στη Βρετανία.

Ξεκινώντας από την κριτική στην πολιτική της κυβέρνησης Κάμερον, τα άρθρα επικεντρώνονται όχι μόνο στο ζήτημα σε ποιο πανεπιστήμιο εναντιωνόμαστε, αλλά και για ποιο πανεπιστήμιο παλεύουμε, ενώ εξετάζουν στρατηγικές με τις οποίες μπορεί να προχωρήσει η καμπάνια το τρέχον ακαδημαϊκό έτος, καθώς τα προβλήματα οξύνονται: οι περικοπές της χρηματοδότησης συνεχίζονται, ενώ πολλά ιδρύματα  αυξάνουν τα ετήσια δίδακτρά τους μέχρι το ανώτατο όριο των 9.000 λιρών,  καθιστώντας έτσι την πανεπιστημιακή εκπαίδευση απλησίαστη για όλο και περισσότερους. Συνέχεια ανάγνωσης

Ταραχές, πολιτική, επανάσταση

Standard

του Micah White

Το θεμελιώδες ερώτημα για μένα είναι: Από ποιο σημείο και πέρα οι ταραχές μετατρέπονται σε επανάσταση; Πρέπει πρώτα η λονδρέζικη νεολαία να βάλει τις φορεσιές του μπλακ μπλοκ και να βροντοφωνάζει ουτοπικά αναρχικά συνθήματα καίγοντας ταυτόχρονα τα αυτοκίνητα των μπάτσων, προκειμένου οι πράξεις τους να αναγνωριστούν ως ένα είδος πολιτικής εξέγερσης; Πρέπει να φτιάξουν τον εαυτό τους με τρόπο που να είναι κατανοητός στους αναγνώστες του Αλαίν Μπαντιού, του Τζόρτζιο Αγκάμπεν και του Αντόνιο Νέγκρι, ώστε οι πράξεις τους να αναγνωριστούν ως η υψηλότερη μορφή δικτυωμένης εξέγερσης που έχει επιτευχθεί;

Υποψιάζομαι ότι όταν καταφθάσει η επανάσταση, αυτοί που τόσο καιρό την περίμεναν θα είναι εκείνοι ακριβώς που θα τη χάσουν. Γιατί, ακριβώς, έχουν μάθει τόσο πολύ να κοιτάζουν στη λάθος κατεύθυνση, περιμένοντας τα λάθος λόγια, τους λάθος πρωταγωνιστές, το λάθος είδος πολιτικών πράξεων.

Βρισκόμαστε σε μια επαναστατική στιγμή. Ετοιμαστείτε: αυτή η παγκόσμια εξέγερση θα ξεδιπλωθεί με τρόπους που, σε εμάς τους αριστερούς, μπορεί να μην αρέσουν. Μπορεί να εκδηλωθεί βίαια, παρόλο που είμαστε οπαδοί της τη μη βίας, μπορεί να έχουμε λεηλασίες, παρόλο που επιθυμούμε την ειρηνική μεταβίβαση του πλούτου. Αλλά ας κάνουμε μια στάση για να σκεφτούμε, πριν τις απορρίψουμε μετά βδελυγμίας, τις δυνάμεις που απελευθερώνονται, ακόμα κι αν δεν λειτουργούν με τον τρόπο που θα προτιμούσαμε. […] Συνέχεια ανάγνωσης

Το λυκαυγές της αντίστασης

Standard

του Jeff Sparrow 

μετ. Στρ. Μπουλαλάκης

«Ο καπιταλισμός είναι», εξηγούσε ο Μαρκ Φίσερ πριν από λίγα χρόνια, «αυτό που απομένει όταν τα πιστεύω έχουν καταρρεύσει, στο επίπεδο της τελετουργικής ή συμβολικής επεξεργασίας, και το μόνο που απομένει είναι ο καταναλωτής-θεατής, που σέρνεται ανάμεσα στα ερείπια και τα χαλάσματα». Δεν θα μπορούσα να σκεφτώ καλύτερη περιγραφή των πρόσφατων γεγονότων στη Βρετανία.

Οι ταραχές του Λονδίνου δεν ήταν απόδειξη μιας «κατεστραμμένης κοινωνίας». Αντίθετα, στο βαθμό που οι φτωχοί και όσοι στερούνται πολιτικών δικαιωμάτων εφορμούν ενάντια στις ίδιες τους τις κοινότητες, η συμπεριφορά τους δεν απεικονίζει μια αποτυχία, αλλά μια επιτυχία: αποτελεί μια εντυπωσιακή απόδειξη της εσωτερίκευσης του νεοφιλελευθερισμού. […]

Όταν αντικρίζουμε έναν τέτοιο ηθικό αυτισμό του συστήματος [όταν η κατάρρευση των αγορών καταστρέφει τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων], υπάρχει κανένας που να περιμένει να επιδείξουν υπευθυνότητα οι κάτοικοι των γκέτο; Όπως έχει πει κάποτε ο Πωλ Φουτ, τίποτα δεν διαφθείρει όσο η έλλειψη εξουσίας, και διαφθείρει απόλυτα. Δεν μπορούμε λοιπόν να κατηγορούμε τους απλούς ανθρώπους της πόλης του Λονδίνου επειδή είναι διεφθαρμένοι, όπως και οι χρηματιστές του.

Αλλά εδώ έγκειται το όλον ζήτημα: δεν είναι.

Πράγματι, συνέβησαν φοβερά πράγματα κατά τη διάρκεια των ταραχών. Αλλά ας μην ξεχνάμε ότι η εξέγερση ξεκίνησε ως απάντηση στο θάνατο του Μαρκ Ντάγκαν. Με άλλα λόγια, εκείνο που ξεχωρίζει όσους μετείχαν στις ταραχές δεν ήταν ο αμοραλισμός που έδειξαν κάποιοι απ’ αυτούς. Δεν υπάρχει τίποτα αξιοσημείωτο σ’ αυτό: πρόκειται για την προεπιλεγμένη ρύθμιση (defaut setting) του καπιταλισμού. Εκείνο που τους ξεχωρίζει είναι ότι, σε πείσμα όλων αυτών, απαιτούσαν δικαιοσύνη.

Αυτή η εξέγερση πιθανόν μοιάζει συγκεχυμένη και αντιφατική, από κάθε άποψη. Αλλά γιατί να μην είναι; «Η κρίση», έγραφε ο Γκράμσι, «συνίσταται ακριβώς στο γεγονός ότι, ενώ το παλιό πεθαίνει, το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί. Σε αυτό το μεσοδιάστημα κάνει την εμφάνισή της μια μεγάλη ποικιλία νοσηρών συμπτωμάτων».

Καθώς οδεύουμε προς νέα ύφεση, ζούμε, προφανώς, μια εποχή της νοσηρότητας. Οι ταραχές αποτελούν αντανάκλαση αυτού του γεγονότος. Αλλά επίσης αφήνουν να φανεί, τρεμάμενη και αχνή, η αναλαμπή κάτι πιο υγιούς: της διάθεσης για αντίσταση.

Ο Jeff Sparrow είναι εκδότης του περιοδικού Overland και συγγραφέας του βιβλίου Killing: Misadventures in Violence. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο «Counterpunch», στις 12.8.2011 http://www.counterpunch.org/2011/08/12/fighting-back-in-london

Η βλακώδης αντίληψη του νεοφιλελεύθερου μπαμπούλα

Standard

του Brendan O’Neill

μετ. Στρ. Μπουλαλάκης

Υπάρχει άραγε οποιοδήποτε κακό στον κόσμο για τον οποίο δεν ευθύνεται ο «νεοφιλελευθερισμός»; Το βιβλίο συμβάντων μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Αυτή η νεφελώδης αλλά προφανώς απεχθής ιδεολογία κατηγορείται ότι έχει προξενήσει δύο πολέμους στη Μέση Ανατολή, μια οικονομική Ύφεση, και τη γενική αποσύνθεση της ανθρώπινης ηθικότητας. Και τώρα βρίσκεται στο εδώλιο για την καταστροφή τμημάτων του Τότεναμ, του Χάκνεϋ και άλλων προαστίων του Λονδίνου, καθώς οι αναλυτές σπεύδουν να υποστηρίξουν ότι οι πρόσφατες ταραχές είναι νόθα τέκνα της ένθερμης προώθησης των αξιών της αγοράς. Όσοι μετείχαν στις ταραχές είναι «εγγόνια της Θάτσερ» έγραψε ένας σχολιαστής: η ζωή τους έγινε σμπαράλια και οι εγκέφαλοί τους έχουν υποστεί πλύση από την «ανηθικότητα του νεοφιλελεύθερου πιστεύω», το οποίο «αδιαμφισβήτητα ηγεμόνευσε από την εποχή της Θάτσερ».

Αυτός ο ισχυρισμός, το πλήρες οργής αλλά κενό περιεχομένου επιχείρημα ότι η εξέγερση είναι προϊόν της απελευθέρωσης των δυνάμεων της αγοράς σε όλα τα πεδία του βίου, απεικονίζει πολύ εύγλωττα το τι σημαίνει ο όρος «νεοφιλελευθερισμός» στη δημόσια συζήτηση της εποχής: όχι μια σοβαρή προσπάθεια να αναλύσουμε ή να περιγράψουμε τα γεγονότα, αλλά μια έκφραση της πολιτικής αγανάκτησης, μια εντελώς παιδαριώδη πεποίθηση ότι ένας μπαμπούλας, φορώντας μια θατσερική μάσκα ευθύνεται για οτιδήποτε τρομακτικό που συμβαίνει. Η κραυγή «Νεοφιλελευθερισμός!» θέλει να ακούγεται διεκδικητική, ακόμα και ριζοσπαστική, αλλά στην πραγματικότητα απευθύνεται σε ένα εντελώς παθητικό πνεύμα, απρόθυμο να αντιμετωπίσει τις αληθινές δυνάμεις που οδηγούν στην καταστροφή τις κοινότητες της Βρετανίας. […] Συνέχεια ανάγνωσης

Μια νέα μορφή πολιτικής διαμαρτυρίας

Standard

του Musab Younis

«Mόνος». Έργο του Darkfeign. Από το darkfeign.deviantart.com.

Στην Αγγλία πολύ συχνά λένε, σαν να είναι κάτι εντελώς αυτονόητο, ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε τις ταραχές ως πολιτική ενέργεια ή να θεωρούμε ότι έχουν πολιτικά αίτια. Έχω μπερδευτεί, γιατί αν δεν ανήκουν στη σφαίρα του πολιτικού, φαίνεται ότι αντιπροσωπεύουν απλώς ένα ηθικό έλλειμμα, μια παθολογική τάση μιας ομάδας ατόμων. Έτσι, οι ταραχές μετατρέπονται σε μια συλλογική πράξη τύπου Όσλο: ανεξήγητη καταστροφή. […].

Ο James Scott, ένα πολύ γνωστός ανθρωπολόγος, έχει ασκήσει κριτική στη διάκριση που γίνεται συχνά μεταξύ «πραγματικής» και «συμβολικής» αντίστασης. Συχνά, φαίνεται ότι η πραγματική πολιτική αντίσταση είναι οργανωμένη, συλλογική και ανιδιοτελής, ενώ οι πολιτικές πράξεις που παραμένουν ανοργάνωτες, ατομικές και σκοπεύουν στο ίδιον συμφέρον θεωρούνται ήσσονος σημασίας· ίσως δεν αξίζουν καν τον χαρακτηρισμό «αντίσταση». Ας σκεφτούμε όμως τις μαζικές λιποταξίες σε έναν στρατό ή τη μαζική μη συμμόρφωση σε μια κυβερνητική πολιτική. Οι μεμονωμένες ενέργειες μπορεί να συνιστούν πολιτική αντίσταση, υποστηρίζει ο Σκοτ, ακόμα και αν διεξάγονται σε ατομική βάση και προς το ίδιον συμφέρον, ακόμα και αν όσοι συμμετέχουν δεν έχουν πολύ ξεκάθαρες πολιτικές ιδέες. Και, ακόμα παραπέρα: τέτοιες δράσεις συχνά είναι πιο αποτελεσματικές ως παράγοντες της ιστορικής αλλαγής σε σχέση με τις μεγάλες εξεγέρσεις ή τις στρατιές των αγροτών που προσελκύουν την προσοχή των ιστορικών. Οι κοινωνικοί επιστήμονες μπορεί να προτιμούν οι άνθρωποι να εκφράζουν τις πολιτικές τους προτιμήσεις με μετρήσιμα μέσα –να ψηφίζουν, να γράφονται σε κόμματα, να διαβάζουν εφημερίδες–, αλλά θα ήταν αφελές να αποκλείσουν την πιθανότητα ότι φαινομενικά τυχαία, άνευ νοήματος πράξεις μπορεί να αποτελούν τη συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα.

Ωστόσο, έχοντας δει τα μέσα, πρέπει να ρωτήσουμε: ποιας πολιτικής; Οι οξυδερκέστεροι αναλυτές αποδέχονται ότι οι ταραχές δεν αποτελούν ένα πολιτικό κίνημα, αλλά αναγνωρίζουν ότι δεν μπορεί να μη συσχετιστούν με την εφαρμογή των προγραμμάτων λιτότητας — αυτών ακριβώς που είναι γενικά αποδεκτό ότι οδήγησαν σε ταραχές από τη δεκαετία του 1980 και μετά. Δεν είναι τυχαίο ότι ο όρος «ταραχές του ΔΝΤ» αποτελεί κλισέ για τις κοινωνικές επιστήμες ή ότι οι περικοπές του Κάμερον στον δημόσιο τομέα αποτελούν καθρέφτη των προγραμμάτων διαρθρωτικής προσαρμογής του ΔΝΤ — ενώ ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Νικ Κλεγκ είχε προβλέψει «ελληνικού τύπου αναταραχές». Συνέχεια ανάγνωσης

Βασιλικοί γάμοι: ο θρίαμβος της μοναρχίας

Standard

του Τζόναθαν Τζόουνς

μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης

Η Ρήτζεντ Στρητ, σημαιοστολισμένη για τους πριγκιπικούς γάμους

Λονδίνο, 19 Απριλίου 2011. Το Λονδίνο ετοιμάζεται για ένα γάμο, λες και ετοιμάζεται για κηδεία. Έτσι τουλάχιστον αισθάνεται όποιος περνάει από τη Ρήτζεντ Στρητ, όπου τεράστιες βρετανικές σημαίες κρέμονται κάθετα, στερεωμένες καλά για να μην κυματίζουν στον άνεμο, δημιουργώντας μια αυστηρή, πένθιμη και στρατιωτική ατμόσφαιρα, που θα ταίριαζε καλύτερα στην κηδεία της βασίλισσας Βικτωρίας –ή, αν θέλετε να γίνω πιο κακός, σε έναν σημαιοστολισμένο δρόμο της Νυρεμβέργης τη δεκαετία του 1930– παρά στη χαρμόσυνη περίσταση ενός γάμου. Αν μη τι άλλο, έτσι το βλέπω εγώ, ένας ορκισμένος δημοκράτης.

Για μένα λοιπόν, η εικόνα της σημαιοστολισμένης Ρήτζεντ Στρητ αντιστοιχεί στις ζοφερές εικόνες της μοναρχίας και του πατριωτισμού ως επιτύμβιων αναπαραστάσεων για το αυτοκρατορικό παρελθόν ενός έθνους παγιδευμένου στην ιστορία του. Αλλά αν θέλουμε να επιβιώσει το ρεύμα της αβασίλευτης δημοκρατίας στη Βρετανία, πρέπει να ξεπεράσουμε τέτοιες σπασμωδικές αντιδράσεις και να αναγνωρίσουμε τη δεξιοτεχνία της μοναρχίας στη διαχείριση των εικόνων, που αποτελεί και το μυστικό όπλο της.

Οι φιλοβασιλικές εφημερίδες δημοσίευσαν με ενθουσιασμό πρωτοσέλιδες φωτογραφίες των τρίχρωμων σημαιών οι οποίες είχαν κατακλύσει όλη τη Ρήτζεντ Στρητ, κολακεύοντας το κοινό τους, που βρίσκει τις αντιδράσεις μας υστερικές και κωμικές. Οι βασιλικοί σαν χιτλερίσκοι; Οι πατριωτικοί σημαιοστολισμοί σαν απολίθωμα μιας αρχαϊκής μεγαλοπρέπειας; Μα, σας παρακαλώ πολύ, μας λένε, όλα αυτά είναι κομμάτι της γιορτής και της διασκέδασης, και κανένας άνθρωπος που είναι στα συγκαλά του δεν θεωρεί τη μεγαλοπρέπεια της βρετανικής μοναρχίας απειλή για τις ελευθερίες.

Έχουν δίκιο. Όταν πρόκειται για τη βρετανική μοναρχία, το δημοκρατικό μάτι δεν βλέπει καθαρά. Είναι ένα πράγμα να χλευάζεις τον σημαιοστολισμό της Ρήτζεντ Στρητ σαν αδέξια επίδειξη που κατά λάθος φαίνεται υπερβολικά μιλιταριστική, και είναι κάτι εντελώς διαφορετικό να πιστέψεις ότι η εικονογραφική αυτή αστοχία σημαίνει πάρα πολλά. Η μοναρχία και οι οπαδοί της έχουν αποδειχθεί πολύ πιο εκλεπτυσμένοι από εμάς στον τομέα της εικονογραφίας, εδώ και αιώνες.

«Εικών βασιλική» (1649): η προμετωπίδα

Το ιδρυτικό κείμενο του σύγχρονου βρετανικού μοναρχισμού ονομάζεται Εικών βασιλική. Συγγραφέας του [υποτίθεται ότι] είναι ο μοναδικός βρετανός βασιλιάς που ηττήθηκε από τους οπαδούς της δημοκρατίας, ο Κάρολος ο Α΄, και τα πρώτα αντίτυπα εμφανίστηκαν τη μέρα που εκτελέστηκε, την 30ή Ιανουαρίου 1649.

Ο θρίαμβος της μοναρχίας στη σύγχρονη Βρετανία χρονολογείται από εκείνο το πρωινό. Τη στιγμή που έπεφτε ο πέλεκυς, την ίδια στιγμή ρίχτηκε και ο σπόρος για τις σημαίες, τους σημαιοστολισμούς και τα βασιλικά χαμόγελα που βλάστησαν τους επόμενους αιώνες. Γιατί οι βασιλικοί κέρδισαν αμέσως τη μάχη των εικόνων. Η προμετωπίδα της Εικόνος βασιλικής αναπαριστά τον Κάρολο τον Α΄ ως μάρτυρα, να προσεύχεται γονυπετής. Έδωσε τη ζωή του, ενσαρκώνοντας την αξιοπρέπεια και τη γαλήνη στο ικρίωμα, γνωρίζοντας ότι όφειλε να ανταποκριθεί στην ιερή εικόνα του θύματος.

Έκτοτε, για τους περισσότερους Βρετανούς, δεν είναι η μοναρχία εκείνη που έχει συνδεθεί με την τυραννία, αλλά ο βασιλοκτόνος Όλιβερ Κρόμγουελ και οι μισαλλόδοξοι «Στρογγυλοκέφαλοι» — δηλαδή οι οπαδοί της Δημοκρατίας. Στον κλασικό βικτωριανό πίνακα του Γουίλιαμ Φρέντερικ Γέεμς «Και πότε είδες για τελευταία φορά τον πατέρα σου;», ένα καλοντυμένο αγοράκι, γόνος φιλομοναρχικής οικογένειας, βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα βλοσυρό δικαστήριο Κρομγουελιανών ζηλωτών. Η υπόθεση των κοινών ταυτίζεται με την κρατική καταπίεση, ενώ η λεπτεπίλεπτη μοναρχική παράταξη με το φως και τη ζωή. Ο Γέεμς βασίζεται σε μια μακρά απεικονιστική ιστορία του μοναρχισμού: το αγόρι είναι ντυμένο στα μπλε, υπενθυμίζοντας το «Μπλε αγόρι» του Γκένσμπορο (18ος αιώνας), το οποίο με τη σειρά του υπήρξε ένας φόρος τιμής στα κυνηγητικά πορτρέτα του Καρόλου Α΄, που είχε φιλοτεχνήσει ο καλλιτέχνης της αυλής Βαν Ντάικ.

Γ. Φ. Γέεμς, «Και πότε είδες για τελευταία φορά τον πατέρα σου;», 1878

Το πιο ευφυές εικονιστικό παιχνίδι που έπαιξαν ωστόσο οι μοναρχικοί, από την Παλινόρθωση του 1660 και μετά, είναι η σχετικοποίηση της εικόνας του βασιλικού αξιώματος, εκ μέρους των ίδιων των υποστηριχτών του. Οι οπαδοί της δημοκρατίας πιστεύουν ότι οι υποστηρικτές της βασιλικής οικογένειας είναι ηλίθιοι, αλλά τι πιο έξυπνο από το να προσφέρεις στον λαό την ψυχαγωγία μιας βασιλικής τελετής και ενός λαμπρού θεάματος, κλείνοντας ταυτόχρονα το μάτι κι αφήνοντας να εννοηθεί ότι αυτό δεν είναι δα και κάτι τόσο σημαντικό; Συνέχεια ανάγνωσης

Ντόροθυ Τόμσον (1923-2011): μια σημαντική μορφή της αγγλικής ιστοριογραφίας και Αριστεράς

Standard

Η Dorothy Tompson,  μια σημαντική μορφή της αγγλικής ιστοριογραφίας και Αριστεράς, πέθανε στις 29.1.2011. Έστω και με καθυστέρηση, δημοσιεύουμε τη νεκρολογία της ιστορικού και φεμινίστριας Sheila Rowbotham (The Guardian, 7.2.2011).

της Σιλα Ροουμπάθαμ

Η ιστορικός Ντόροθυ Τόμσον, που πέθανε σε ηλικία ογδόντα εφτά χρονών, ήταν γνωστή κυρίως από τις μελέτες της για τις κοινωνικές και πολιτισμικές όψεις του κινήματος του Χαρτισμού του 19ου αιώνα. Το ενδιαφέρον της σχετικά με τους  αγώνες των εργατών και των γυναικών για τα δικαιώματα ξεκίνησε στα σχολικά της χρόνια, στο προάστιο Μπρούμλεϊ του Κεντ, οπότε και δραστηριοποιούνταν σε έναν πυρήνα της κομμουνιστικής νεολαίας, και στη συνέχεια εμβαθύνθηκε από τη μακρά της στράτευση στη ριζοσπαστική πολιτική. Το αποτέλεσμα ήταν μια πλούσια κατανόηση της διαδικασίας της ένταξης και της στράτευσης, που εκφράστηκε στο ιστοριογραφικό της έργο.

Ντόροθυ Τόμσον

Πάντοτε εν εγρηγόρσει, η Ντόροθυ προχωρούσε την έρευνά της ψάχνοντας κάτω από την επιφάνεια των στοιχείων. Οι επιτεύξεις της ήταν καινοτόμες. Τα τεκμήρια που συγκέντρωσε στον τόμο The Early Chartists (1971) έφεραν στο φως τον ταραχώδη και επικίνδυνο εσωτερικό κόσμο  των συναντήσεων, των συνεδρίων και των εφημερίδων της εργατικής τάξης, ενώ το βιβλίο The Early Chartists αποκάλυψε εντελώς παραγνωρισμένα  πεδία, όπως η συμμετοχή της μεσαίας τάξης και ο ρόλος των γυναικών. Στο Outsiders: Class, Gender and Nation (1993), η Τόμσον καταφέρνει να συνταιριάξει την εκτενή γνώση του αντικειμένου με την εννοιολογική σαφήνεια, ένας συνδυασμός που απέσπασε τον θαυμασμό τόσο των ειδικών όσο και των –ανακουφισμένων– μαθητών.

Η Ντόροθυ Τάουερς γεννήθηκε στο Γκρήνουιτς, στο νοτιοανατολικό Λονδίνο. Το 1942 άρχισε να σπουδάζει Ιστορία στο Girton College του Καίμπριτζ, όπου  εντάχθηκε ενεργά στο Κομμουνιστικό Κόμμα και συμμετείχε στις συναντήσεις της ομάδας των ιστορικών του Κόμματος. Το 1945 άρχισε η σχέση της, που κράτησε μια ολόκληρη ζωή, με τον ιστορικό Έντουαρντ Πάλμερ Τόμσον. Μετά το ταξίδι τους στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο όπου βοήθησαν στην κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου, παντρεύτηκαν και εγκαταστάθηκαν στο Χάλιφαξ του Νιου Γιορκσάιρ, όπου ασχολήθηκαν με τη λαϊκή επιμόρφωση ενηλίκων. Το πρώτο εγχείρημα στο οποίο αναμείχθηκε δραστήρια η Ντόροθυ ήταν μια καμπάνια για να μην κλείσουν οι παιδικοί σταθμοί της εποχής του Πολέμου, στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Συνέχεια ανάγνωσης

Κατάληψη στο LSE για να σταματήσει η χρηματοδότηση από τον Καντάφι

Standard

 

Από την κατάληψη: "Το LSE παίρνει 300 χιλιάδες ματωμένεςλ λίρες από τον Καντάφι. Λέμε Όχι!"

Την Τρίτη 22 Φεβρουαρίου, φοιτητές του London School of Economics (LSE), κατέλαβαν μια αίθουσα στο Παλαιό Κτίριο, απαιτώντας το σταμάτημα κάθε σχέσης της Σχολής με το καθεστώς της Λιβύης. Πέτρα του σκανδάλου, η επιχορήγηση του LSE, το 2009, από το Διεθνές Φιλανθρωπικό και Αναπτυξιακό Ίδρυμα Καντάφι (GICDF) με 1,5 εκατομμύρια λίρες, με σκοπό τη δημιουργία ενός ερευνητικού προγράμματος για την πολιτική, την οικονομία και την κοινωνία της Βόρειας Αφρικής. Ας σημειωθεί επίσης ότι ο γιος και «διάδοχος» του Καντάφι, Σαΐφ, έχει πάρει το διδακτορικό του από το LSE, με θέμα τον ρόλο της κοινωνίας των πολιτών και των διεθνών οργανισμών στον εκδημοκρατισμό της παγκόσμιας διακυβέρνησης.

Υπό το φως των πρόσφατων εξελίξεων, η διοίκηση του LSE, είχε αναγκαστεί να ανακοινώσει, μια μέρα πριν, ότι θα αρνηθεί στο εξής χορηγίες συνδεόμενες με το καθεστώς Καντάφι.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Η προκήρυξη των φοιτητών

Ζητάμε:

α) Η διοίκηση του LSE να καταγγείλει δημόσια την πρόσφατη βάναυση καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το καθεστώς Καντάφι, καθώς τις απειλές που εκτόξευσε ο Σαΐφ Καντάφι εναντίον των διαδηλωτών στη Λιβύη.

Σκίτσο του Τζων Σπρινγκς, από το NYRB

β) Το LSE να δεσμευτεί επισήμως ότι θα σταματήσει κάθε συνεργασία με το καθεστώς της Λιβύης, όπως και οποιοδήποτε άλλο δικτατορικό καθεστώς που είναι γνωστό ότι ευθύνεται για σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

γ) Το LSE να αρνηθεί το υπολειπόμενο ποσό της χορηγίας του Διεθνούς Φιλανθρωπικού και Αναπτυξιακού Ιδρύματος Καντάφι (GICDF), που ανερχόταν συνολικά σε 1,5 εκατομμύριο λίρες· και να εργαστεί

για τη δημιουργία ενός κεφαλαίου για τη χορήγηση υποτροφιών σε άπορους λίβυους φοιτητές, το οποίο θα χρηματοδοτηθεί από τις 300.000 λίρες που έχει ήδη λάβει το LSE από το Ίδρυμα Καντάφι και δεν τις έχει ακόμα αξιοποιήσει.

δ) Να διαγραφεί ο Σαΐφ Καντάφι από τον σύλλογο των αποφοίτων, διότι οι δημόσιες δηλώσεις του την Κυριακή 20 Φεβρουαρίου, αλλά και μια σειρά εκθέσεις διεθνών οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα δείχνουν με σαφήνεια ότι εμπλέκεται στη δολοφονία αθώων πολιτών, καθώς και άλλες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η ένταξή του στην κοινότητα του LSE, και κυρίως στο σώμα όσων σπούδασαν σε αυτό, είναι ένα όνειδος που δεν μπορούμε να ανεχθεί κανένας από εμάς, εργαζόμενους, φοιτητές και αποφοίτους του LSE. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι φοιτητικές κινητοποιήσεις στη Βρετανία:«You marketise our education, we educate your market»

Standard

Συνέντευξη του Γιάννη Χαμηλάκη από το Λονδίνο

Ποιες ήταν οι βασικές αλλαγές που προξένησαν τις αντιδράσεις;

 

Από την κατάληψη της αίθουσας Jeremy Bentham στο UCL: o Καρτέσιος («Σκέφτομαι, άρα αγωνίζομαι») και ο Μπένθαμ («Ο Τζέρεμυ λέει Όχι!») συμπαρίστανται στον αγώνα των φοιτητών.

Υπήρξαν πρόσφατα δύο μεγάλες εξελίξεις. Πρώτον, ο προϋπολογισμός του 2011, όπου, ως απάντηση στην οικονομική κρίση, προβλέπεται η περικοπή των κονδυλίων για τα πανεπιστήμια κατά 40%. Δεύτερον, η δημοσιοποίηση της έκθεσης Browne, που είχε ζητήσει η προηγούμενη κυβέρνηση των Εργατικών. Η έκθεση προτείνει το κόστος της εκπαίδευσης, ειδικά στις ανθρωπιστικές επιστήμες, να το αναλάβουν οι φοιτητές, μέσω των διδάκτρων. Η κρατική χρηματοδότηση συνεχίζεται, και αυτή μόνο εν μέρει, στις ιατρικές, τις θετικές και τις μηχανολογικές σπουδές, ίσως και στις γλώσσες (με την έννοια της εκμάθησης μιας γλώσσας, όχι της γλωσσολογίας ή της λογοτεχνίας). To κράτος αποσύρεται εντελώς από τη χρηματοδότηση των ανθρωπιστικών και κοινωνικών σπουδών, που πρέπει να καλύψουν το κόστος από τα δίδακτρα. Έτσι εξαγγέλθηκε ο τριπλασιασμός των διδάκτρων (είχαν εισαχθεί αρχικά επί κυβέρνησης Μπλερ, στα τέλη της δεκαετίας του 1990), τα οποία θα φτάσουν τις 9.000 λίρες το χρόνο.

Υπάρχουν και άλλες περικοπές στο χώρο της παιδείας. Για παράδειγμα, η περικοπή του επιδόματος Education Maintenance Allowance (ΕΜΑ), που απευθύνεται κυρίως σε μαθητές από φτωχές οικογένειες, που έχουν ολοκληρώσει την υποχρεωτική εκπαίδευση: τους δίνει 30 λίρες τη βδομάδα, για να εξασφαλίσουν τα μικροέξοδά τους ένα-δυο χρόνια, διαβάζοντας για να δώσουν εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Επίσης, καταργείται το AimHigher, ένα πολύ επιτυχημένο πρόγραμμα, που είχε στόχο να φέρει σε επαφή τους μαθητές υποβαθμισμένων περιοχών με τα πανεπιστήμια: καθηγητές, διοικητικό προσωπικό, ακόμα και φοιτητές πήγαιναν στα σχολεία και μιλούσαν για το πανεπιστήμιο, εξηγώντας στους μαθητές γιατί αυτό έπρεπε να είναι μέσα στους ορίζοντές τους, σε μια προσπάθεια να αμβλυνθεί το λεγόμενο «culture barrier», που υπάρχει ιστορικά στη Βρετανία.

Επομένως, μιλάμε για μια συνολικότερη αλλαγή, έτσι δεν είναι;

Ο συνδυασμός της περικοπής της κρατικής χρηματοδότησης, των επιδομάτων και του τριπλασιασμού των διδάκτρων δίνει το στίγμα της όλης μεταρρύθμισης στην παιδεία: είναι ξεκάθαρα μια μεταρρύθμιση ταξικού χαρακτήρα, που θα πλήξει κυρίως τα παιδιά από χαμηλά στρώματα. Η κυβέρνηση βέβαια, για να χρυσώσει το χάπι, λέει ότι υπάρχουν ασφαλιστικές δικλίδες, λ.χ. ότι τα δίδακτρα θα έχουν τη μορφή δανείων, τα οποία θα αποπληρώνουν οι φοιτητές μετά την αποφοίτησή τους, όταν αρχίσουν να δουλεύουν. Είναι ένα τέχνασμα, οι φοιτητές φοβούνται, και δικαίως, ότι θα είναι χρεωμένοι όλη τους τη ζωή. Κάποιος, αποφοιτώντας, θα χρωστάει τουλάχιστον 27.000 λίρες, αυτό είναι το ύψος των διδάκτρων — και λέω τουλάχιστον, γιατί πιθανόν να έχει πάρει και κάποιο άλλο δάνειο, για τα έξοδά του, όσο σπουδάζει.

Δεν μιλάμε λοιπόν απλώς για μια πολύ μεγάλη αύξηση των διδάκτρων, αλλά για μια συνολική αλλαγή, που ουσιαστικά ιδιωτικοποιεί τα πανεπιστήμια, και ειδικά τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές σπουδές. Υπάρχει κίνδυνος να επιστρέψουμε στην κατάσταση του 1950-1960 όπου μόνο οι εύποροι σπούδαζαν ανθρωπιστικές επιστήμες.

Συνέχεια ανάγνωσης