Οι κυπριακές εξελίξεις: σημείο καμπής;

Standard

 του Αριστείδη Μπαλτά

 

Kρίστιαν Μπολτάνσκι, «Θεατρική σύνθεση», 1981 (λεπτομέρεια)

Kρίστιαν Μπολτάνσκι, «Θεατρική σύνθεση», 1981 (λεπτομέρεια)

Ψυχρά και από απόσταση. Για να δούμε καλύτερα τη γενική εικόνα.

Α. Η στρατηγική του κεφαλαίου

1. Σύνθετες συνθήκες τείνουν να αποτρέπουν τις παραγωγικές λεγόμενες επενδύσεις, παροχετεύοντας μεγάλες μερίδες του κεφαλαίου στα ιδιαίτερα κερδοφόρα (αλλά επισφαλή) «στοιχήματα» άμεσης απόδοσης. Η κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού τομέα, με όλα τα συμπαρομαρτούντα (επενδυτικά funds, εξωχώριες εταιρείες, σύνθετα χρηματιστηριακά προϊόντα, οίκοι αξιολόγησης κλπ.), συναρτάται ευθέως με αυτή τη γενική τάση.

2. Η τάση αυτή δημιούργησε και διατηρεί έναν υπερδιογκωμένο χρηματοπιστωτικό τομέα, που κατά κανόνα αποτιμάται σε μεγέθη πολύ μεγαλύτερα από το εκάστοτε αντίστοιχο ΑΕΠ. Η τρέχουσα κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος συναρτάται ευθέως με την εν λόγω υπερδιόγκωση ενώ η τελευταία –ως φούσκα που κινδυνεύει να σκάσει– συνιστά μόνιμη απειλή για ολόκληρο τον χρηματοπιστωτικό τομέα και, από κει, για ολόκληρη την καπιταλιστικά οργανωμένη παγκόσμια οικονομία.

3. Η ίδια κρίση, όπως κάθε καπιταλιστική κρίση υπερσυσσώρευσης, καταστρέφει κεφάλαιο. Η καταστροφή αυτή μετατρέπει πολλές τράπεζες σε κελύφη που, για να επιβιώσουν, απαιτούν ανακεφαλαιοποίηση.

4. Ανακεφαλαιοποίηση απαιτείται γιατί, λόγω της στενής αλληλοδιαπλοκής των τραπεζικών ιδρυμάτων, η κατάρρευση μιας μεγάλης τράπεζας συμπαρασύρει άλλες και οδηγεί σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Κάποιες τράπεζες ονομάζονται «συστημικές» γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο. Συνέχεια ανάγνωσης

H γερμανική «ενεργειακή στροφή» και ο ευρωπαϊκός Νότος

Standard

 Η Γερμανία αξιοποιεί την κρίση για να υλοποιήσει με τον συμφερότερο γι’ αυτήν τρόπο την ενεργειακή αλλαγή. Ο ευρωπαϊκός Νότος προσφέρεται ιδιαίτερα για την παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας, με όρους όμως επαχθείς για τις χώρες του Νότου.

του Διονύση Γρανά

Ξυλογραφία του Hap Grieshaber, 1964

Ξυλογραφία του Hap Grieshaber, 1964

Η Γερμανία, εδώ και δεκαετίες, βρίσκεται σε διαδικασία αλλαγής των πηγών ενέργειας που χρησιμοποιεί, με βασική της προτεραιότητα την ενεργειακή της ασφάλεια και την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ανεξαρτησία. Σε ολόκληρη τη μεταπολεμική της πορεία, η Γερμανία προσπάθησε να εμποδίσει την εκτεταμένη χρήση πετρελαίου έναντι πηγών ενέργειας που δεν την καθιστούσαν τόσο εξαρτημένη από εξαγωγές: αρχικά το εγχώριο κάρβουνο και στη συνέχεια την ατομική ενέργεια. Από τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του ’70 έγινε ακόμη σαφέστερη η αδυναμία των ευρωπαϊκών χωρών, που συνδέεται με την εξάρτησή τους από εισαγόμενες πηγές ενέργειας. Ειδικά το πετρέλαιο όχι μόνο παρουσιάζει συνεχή άνοδο τιμών, αλλά η προμήθειά του εξαρτάται κατά κύριο λόγο από πολιτικά ασταθείς περιοχές. Τέλος, από τη δεκαετία του ’80 το πρόβλημα του φαινομένου του θερμοκηπίου πρόσθεσε το επιχείρημα της προστασίας του κλίματος στο οπλοστάσιο των υποστηρικτών της αλλαγής των πηγών ενέργειας, και διαμόρφωσε το αίτημα για μια βιώσιμη ενεργειακή αλλαγή, βασιζόμενη κυρίως σε ανανεώσιμες πηγές (Energiewende). Συνέχεια ανάγνωσης

Ο ηγεμόνας, η ηγεμονία και η θέση της Γερμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Standard

του Θόδωρου Παρασκευόπουλου

Έργο του Τατλίν, 1913

Όταν μιλάμε για ηγεμονία και ηγεμόνες, προβάλλει αναπόφευκτα το ερώτημα γιατί υπάρχουν ή πρέπει να υπάρχουν ηγεμονικές διεκδικήσεις, ηγεμόνες και ηγεμονίες. Το ερώτημα διαφέρει από το ερώτημα προς τι υπάρχουν ηγεμονικές δυνάμεις, στο οποίο εν πολλοίς απαντάμε αν παρουσιάσουμε τις λειτουργίες που επιτελούν στο παγκόσμιο οικοδόμημα οι μεγάλες και οι περιφερειακές δυνάμεις, οι οποίες τοποθετούνται ηγεμονικά. Το ερώτημα όμως εκ μέρους της κριτικής επιστήμης πρέπει να τίθεται ως εξής: γιατί είναι έτσι κατασκευασμένο το παγκόσμιο οικοδόμημα, ώστε να πρέπει να επιτελούνται οι λειτουργίες αυτές; — η εξασφάλιση των θαλασσίων οδών δικαίως αναφέρεται ως παράδειγμα. Υπάρχουν όμως άλλες πιθανότητες συνύπαρξης ανθρώπων και ανθρώπινων κοινοτήτων, οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ένα πιο φιλικό παγκόσμιο οικοδόμημα; Και εκεί, κατά τη γνώμη μου, θα έρθουμε αντιμέτωποι με το ερώτημα που θέτουμε εμείς οι μαρξιστές, το ερώτημα για τις σχέσεις ιδιοκτησίας.

Για να προλάβω τις παρεξηγήσεις: η τυπολογία, η ιστορία, η συγκριτική ιστορική μελέτη είναι πολύτιμες. Χωρίς τη γνώση που παρέχουν αυτοί οι επιστημονικοί κλάδοι δεν μπορούν να απαντηθούν θεμελιώδη ερωτήματα, συνήθως δε δεν μπορούν καν να τεθούν. Μόνο στη βάση των αποτελεσμάτων τέτοιων ερευνών μπορεί να τεθεί η ερώτηση που θέτω. H επιστήμη δεν μπορεί να την αποφύγει, γιατί αλλιώς θα χάσει την κριτική της –δηλαδή τη χειραφετητική της– λειτουργία. Συνέχεια ανάγνωσης

Η περιπέτεια της γέννησης του μοντέρνου χορού

Standard

 συνέντευξη της Στέισυ Πρίκετ στην Έλενα Πατρικίου

Ντόρις Χάμφρεϋ, Χοροί Γυναικών, 1931

H Stacey Prickett διδάσκει ιστορία του χορού στο Πανεπιστήμιο του Roehampton. Σήμερα, Κυριακή, μιλάει στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών (18.30), στην ημερίδα με τίτλο «Σώμα σε Κρίση» (στην ημερίδα, που αρχίζει στις 11 π.μ., οργανωμένη από τον Σύνδεσμο Υποτρόφων του Ωνασείου, μιλάνε και οι: Γ. Πετραλή, Π. Φαραντάκης, Θ. Σακελλαριάδης, Ε. Λέμη, Αικ. Ντινοπούλου, Ε. Αντάπαση, Μ. Παπαδημητρίου, Λ. Αμπατζή, Σ. Λύκου, Μ. Ανθυμίδου, Στ Κωνσταντακόπουλος, Ι. Κονδύλη, Κ. Αρβανιτάκης, Ν. Χασσιώτη, Έ. Πατρικίου, St. Maher, Στ. Τσιντζιλώνη). Η Πρίκετ, έχοντας μελετήσει ιδιαίτερα την περιπέτεια της γέννησης του μοντέρνου χορού στην Αμερική και τη Γερμανία, μας μιλάει για μια τέχνη που ξεπήδησε μέσα στην κρίση του Μεσοπολέμου, αφομοιώνοντας πλήρως τις αντιφάσεις της περιόδου. Αναπαράσταση του σώματος με όργανο το σώμα του χορευτή, ο μοντέρνος χορός πορεύτηκε μέσα στις επαναστάσεις και τις κρίσεις που συντάραξαν τις δυτικές κοινωνίες, απορροφώντας τις νέες ιδέες και προσφέροντας νέους τρόπους έκφρασης και, ίσως, ύπαρξης, στα σώματα των αντρών και των γυναικών του 20ού αιώνα.

Ε. Π.

 

Ο μοντέρνος χορός, που γεννήθηκε στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, έχει πατρίδες, ταυτοχρόνως, την Αμερική και την Γερμανία. Γιατί στην Αμερική πολιτικοποιήθηκε τόσο έντονα και τόσο «αριστερά»;

Μάρθα Γκράχαμ, «Άμεση τραγωδία» (χορογραφία για τον Ισπανικό Εμφύλιο), 1937

Ο αμερικάνικος μοντέρνος χορός αναπτύχθηκε σε μια πάλλουσα εποχή. Οι περισσότεροι από όσους ενεπλάκησαν στον επαναστατικό χορό του ’30 προέρχονταν από οικογένειες μεταναστών, ειδικά την εβραϊκή εργατική τάξη, και η θεματολογία των χορογραφιών τους βρισκόταν πολύ κοντά στην καθημερινή πραγματικότητα αυτού του περιβάλλοντος. Οι χορευτές αποτελούσαν μέρος ενός ευρύτερου καλλιτεχνικού κύκλου, μέσα στον οποίο η κοινωνική ευθύνη των καλλιτεχνών και η κοινωνική σημασία της φόρμας ήταν κεντρικά θέματα. Μέσα σ’ αυτή την αλληλοστηριζόμενη κοινότητα, οι χορευτές παρουσίαζαν τη δουλειά τους σε κοινές πολιτικές και κοινωνικές εκδηλώσεις και μοιράζονταν την σκηνή με αριστερούς θιάσους, αριστερούς μουσικούς και αριστερούς πολιτικούς: η τεχνική αναζήτηση και η χορογραφική αισθητική αναπτύσσονταν παράλληλα και αυτό ισχύει τόσο για τους «Τέσσερις Μεγάλους», την Μάρθα Γκράχαμ, την Ντόρις Χάμφρεϋ, τη Χάνυα Χόλμ και τον Τσαρλς Βάισμαν, όσο και τις μαθήτριές τους, που διέδωσαν τα παιδαγωγικά συστήματα και τις χορογραφικές δομές του μοντέρνου χορού στις ΗΠΑ. Συνέχεια ανάγνωσης

Μνήμες της Βαϊμάρης

Standard

 Ο Έρικ Χομπσμπάουμ θυμάται τα εφηβικά  του χρόνια, στο  ταραγμένο και συναρπαστικό Βερολίνο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Μας περιγράφει τη βερολινέζικη κουλτούρα του Μεσοπολέμου, το πολιτικό κλίμα,  την  άνοδο του Χίτλερ.

 του Έρικ Χομπσμπάουμ

μετάφραση: Αλέξανδρος Κεσσόπουλος

Πότσνταμερ Πλατς, δεκαετία του 1920

Έζησα την περίοδο που επηρέασε περισσότερο  τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς  μου, τα χρόνια 1931-33, ως  γυμνασιόπαις και εκκολαπτόμενος ενεργός κομμουνιστής, στη  θνήσκουσα Δημοκρατία της Βαϊμάρης.  Το φθινόπωρο  του 2007 μου ζήτησαν να θυμηθώ εκείνη την εποχή σε μια διαδικτυακή γερμανική συνέντευξη, με τίτλο «Ich bin ein Reisefuehrer in die Geschichte» («Είμαι ένας ξεναγός στην Ιστορία»). Μερικές βδομάδες αργότερα μίλησα στο ετήσιο δείπνο των αποφοίτων –όσων ζουν ακόμα–  του σχολείου όπου φοίτησα όταν ήρθα στη Βρετανία, του St Marylebone Grammar School, το οποίο δεν υπάρχει πια· στην ομιλία μου,  προσπάθησα να εξηγήσω τις αντιδράσεις ενός δεκαπεντάχρονου που τον κουβάλησαν ξαφνικά σε τούτη τη χώρα, το 1933. «Φανταστείτε», είπα στα υπόλοιπα μέλη των Old Philologians, του συλλόγου των αποφοίτων του σχολείου,  «ότι είστε  ανταποκριτής μιας εφημερίδας με έδρα στο Μανχάταν, κι ο εκδότης  σας ξαποστέλνει στην Ομάχα της Νεμπράσκα! Έτσι ένιωσα όταν πρωτοέφτασα στην Αγγλία, αφού είχα ζήσει  δύο  περίπου χρόνια στο απίστευτα συναρπαστικό, το φίνο Βερολίνο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, με το διανοητικά και πολιτικά εκρηκτικό κλίμα. Η Αγγλία ήταν μια τρομακτική απογοήτευση για μένα».

Άρθουρ Κάουφμαν, «Τρία κορίτσια στο παράθυρο», 1927

Το εξώφυλλο του εξαιρετικού, και θαυμάσια εικονογραφημένου,  βιβλίου του Έριχ Βάιτς Η Γερμανία της Βαϊμάρης: υπόσχεση και τραγωδία ανακαλεί πολλές μνήμες. Απεικονίζει την παλιά Πότσνταμερ Πλατζ  πολύ προτού καταλήξει  ένας σωρός ερειπίων στα χέρια του Χίτλερ ή σε  δείγμα της «ντίσνεϋλαντ αρχιτεκτονικής»,   στην επανενωμένη Γερμανία. Βέβαια, τα café της πλατείας,  γεμάτα με  άντρες που φορούσαν ρεπούμπλικες, όπως ο θείος μου, δεν ήταν το στέκι των Βερολινέζων εφήβων.  Ο λογισμός μας έτρεχε  μάλλον σε  βάρκες στη λίμνη Βάνζεε, η οποία, τότε ακόμα, δεν παρέπεμπε στην έννοια της σχεδιασμένης γενοκτονίας.

 

Το διεθνές ενδιαφέρον για τη Βαϊμάρη και την κατάλυσή της από τον Χίτλερ

 Είναι δύσκολο να θυμηθεί κανείς (παρότι αυτό υπήρξε κεντρικό μοτίβο της ρητορικής του Χίτλερ, κατά τη διάρκεια της πληθώρας των εκλογικών αναμετρήσεων, οι οποίες –οποία ειρωνεία!–   έλαβαν  χώρα κατά το τελευταίο της έτος), ότι η Δημοκρατία διήρκεσε μόλις δεκατέσσερα χρόνια, από τα οποία μονάχα τα έξι, συμπιεσμένα ανάμεσα στα ματωμένα χρόνια της γέννησής της και την τελική καταστροφή του Μεγάλου Κραχ, διέθεταν μια επίφαση κανονικότητας. Το τεράστιο διεθνές ενδιαφέρον για τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης είναι, εν πολλοίς, μεταθανάτιο και σχετίζεται με την κατάλυσή της από τον Χίτλερ. Γιατί αυτό ακριβώς  το γεγονός πυροδότησε τα ερωτήματα για  την άνοδο του Χίτλερ  στην εξουσία, καθώς και το αν αυτή θα μπορούσε να αποφευχθεί, ερωτήματα τα οποία συζητιούνται ακόμα έντονα στους κόλπους των ιστορικών. Συνέχεια ανάγνωσης

Το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ στην Ελλάδα: Μια είδηση και τρεις ερωτήσεις

Standard

της Ιωάννας Μεϊτάνη

Το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ έρχεται στην Ελλάδα: Την Τρίτη εγκαινιάζεται το Ελληνικό του Παράρτημα, που εδρεύει στην οδό Καλλιδρομίου 17. Με την ευκαιρία αυτή, καθώς θεωρούμε ότι πρόκειται για ένα σημαντικό γεγονός στη σφαίρα της πολιτικής, της ιδεολογίας και του πολιτισμού, και καθώς συντονίστρια του Ελληνικού Παραρτήματος είναι ένας δικός μας άνθρωπος, η Ιωάννα Μεϊτάνη, της ζητήσαμε να μας εξηγήσει τη φυσιογνωμία, τους στόχους και τα σχέδια του Ιδρύματος, γενικά και ειδικότερα στην Ελλάδα.

Στρ. Μπ.

1. Τι είναι και τι θα κάνει το Παράρτημα αυτό; Η είδηση γνωστή, το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ ανοίγει Παράρτημα στην Ελλάδα. Προφανής η πρώτη ερώτηση: Τι είναι και τι θα κάνει το Παράρτημα αυτό; Ας τα πιάσουμε, λοιπόν, απ’ την αρχή: το Ίδρυμα (ΙΡΛ) ιδρύθυκε το 1990 στη Γερμανία ως φορέας πολιτικής επιμόρφωσης. Στα 22 χρόνια παρουσίας του στη γερμανική πολιτική και κοινωνική σκηνή, το ΙΡΛ έχει εξελιχθεί σε μεγάλο και έγκυρο οργανισμό κοινωνικής ανάλυσης και πολιτικής επιμόρφωσης: με παραρτήματα σε όλα τα ομόσπονδα κρατίδια της Γερμανίας και 18 γραφεία ανά τον κόσμο (από το Πεκίνο ως τη Νέα Υόρκη και από το Νέο Δελχί ως τη Μόσχα, το Κίτο του Ισημερινού και το Γιοχάνεσμπουργκ), φιλοδοξεί σε κάθε περιοχή να συμβάλλει στις επίκαιρες συζητήσεις, να διαδίδει την αριστερή σκέψη και ιδεολογία, να υποστηρίζει ομάδες και ενέργειες που προάγουν την ειρήνη, την ισότητα, τη δημοκρατία. Εργάζεται για την ανάπτυξη του δημοκρατικού σοσιαλισμού και συνεργάζεται με τους κατά τόπους φορείς και οργανώσεις. Στο πνεύμα αυτό, στην Ελλάδα το ΙΡΛ, σε συνεργασία με ομόλογα ιδρύματα (όπως κατεξοχήν είναι το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς), φορείς, ομάδες και ανθρώπους, σκοπεύει να δώσει βάρος στη μελέτη των κοινωνικών αλλαγών και εξελίξεων και να υποστηρίξει, όσο του επιτρέπει η θέση και τα μέσα του, τον αγώνα ενάντια στην πολιτική που επιβάλλει τα σκληρά μέτρα που υπαγορεύονται από το Μνημόνιο. Με άξονα πάντα την ανταλλαγή εμπειρίας ανάμεσα σε έλληνες και γερμανούς εταίρους, φορείς, ανθρώπους, τα θέματα με τα οποία θα ασχοληθεί κατ’ αρχήν το Παράρτημα Ελλάδας του ΙΡΛ είναι η άνοδος του νεοναζισμού, η κρίση και οι απαντήσεις της Αριστεράς, οι επιπτώσεις της ιδιωτικοποίησης των κοινών αγαθών, η ανταλλαγή εμπειρίας ανάμεσα σε πολιτικούς της τοπικής αυτοδιοίκησης, η κατάσταση των μεταναστών και μεταναστριών στην Ελλάδα. Εκφάνσεις της δραστηριότητάς του θα είναι ομιλίες και διαλέξεις, συνέδρια και συναντήσεις, επιμορφωτικά ταξίδια, επισκέψεις, προβολές, μελέτες, εκδόσεις· στόχοι του, να ενημερώσει, να ευαισθητοποιήσει, να δικτυώσει, να αποτελέσει δίαυλο επικοινωνίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Υπάρχει και άλλος δρόμος για την αντιμετώπιση της κρίσης, για μια διαφορετική Ευρώπη!

Standard

Δημοκρατία αντί για Δημοσιονομικό Σύμφωνο

μετάφραση από τα γερμανικά: Ιωάννα Μεϊτάνη

Στην Αυγή της προηγούμενης Κυριακής (18.3.2012) δημοσιεύτηκε η είδηση για την έκκληση που έκανε η Ένωση για την Κριτική Κοινωνική Έρευνα (μια ομάδα εργασίας κοινωνικών επιστημόνων του γερμανόφωνου χώρου που λειτουργεί από το 2004) με θέμα τη διαφορετική αντιμετώπιση της κρίσης στην Ευρώπη. Δημοσιεύουμε εδώ μεταφρασμένο ολόκληρο το κείμενο της ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας και μαχητικής αυτής έκκλησης, το οποίο είχε συγκεντρώσει, ως την Πέμπτη το μεσημέρι, 1.724 υπογραφές (http://www.demokratie-statt-fiskalpakt.org), και καλεί σε συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ημέρα Δράσης «Ο καπιταλισμός είναι η κρίση» στις 31 Μαρτίου και στις επόμενες κινητοποιήσεις που ανακοινώνονται.

«Ε»

Έργο του Τζορτζ Μπέλοους, 1917

Άνοιξη 2012. Η Μέρκελ και ο Σαρκοζύ τρέχουν από τη μια σύσκεψη κορυφής στην άλλη, προκειμένου να σώσουν το ευρώ. Ο κίτρινος Τύπος στρέφεται εναντίον των Ελλήνων. Ο αγώνας για την επίλυση της κρίσης παίρνει δραματικές διαστάσεις: μια αυταρχική νεοφιλελεύθερη συμμαχία, αποτελούμενη από συνδέσμους μεγαλοεπιχειρηματιών, τη χρηματοπιστωτική βιομηχανία, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τη γερμανική κυβέρνηση και άλλες μεγάλες εξαγωγικές χώρες, θέλει να περάσει από τα κοινοβούλια με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, έως τις αρχές του 2013, το «Δημοσιονομικό Σύμφωνο» που υπογράφηκε πρόσφατα στις Βρυξέλλες. Το Σύμφωνο αυτό υπαγορεύει μια πολιτική λιτότητας εχθρική προς την κοινωνία και προβλέπει ποινές για τις χώρες που αντιτίθενται στην πολιτική αυτή. Το Σύμφωνο περιορίζει, συνεπώς, ακόμη περισσότερο τη δημοκρατική αυτοδιάθεση. Είναι μια πρώτη κορύφωση σε μια αυταρχική εξελικτική πορεία στην Ευρώπη. Συνέχεια ανάγνωσης

Το Σύνταγμα σε περιόδους κρίσεων, το γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο και οι μισθοί των πανεπιστημιακών

Standard

 του Σπύρου Βλαχόπουλου

Φραντς Μαρκ, "Τα μεγάλα γαλάζια άλογα", 1911

Α. Το Σύνταγμα δεν είναι ένα οποιοδήποτε νομικό κείμενο, και σίγουρα δεν είναι ευχολόγιο. Έχει αυξημένη τυπική ισχύ και –μέχρι να αναθεωρηθεί με τη διαδικασία που το ίδιο προβλέπει– δεν επιτρέπει παρεκκλίσεις. Από την άποψη αυτή, το Σύνταγμα έχει ταυτόχρονα και «συντηρητικό» και «προοδευτικό» χαρακτήρα, αφού, αντιστεκόμενο στις αλλαγές, προασπίζει τις δικαιοκρατικές και κοινωνικές συνιστώσες του πολιτεύματός μας.

Θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς: Όλα αυτά ισχύουν σε ομαλές περιόδους, όταν όμως η χώρα διέρχεται κρίσιμες στιγμές –όπως συμβαίνει σήμερα– δεν είναι «πολυτέλεια» να μιλάμε για τήρηση του Συντάγματος; Θα συζητάμε γι’ αυτές τις «λεπτομέρειες», όταν κινδυνεύουμε με πτώχευση; Όπως το είχαν θέσει ήδη από την αρχαιότητα, «δεινής ανάγκης ουδέν ισχύει πλέον» (Ευριπίδης), «ανάγκη κρατεί πάντων» (Πλούταρχος) και «salus populi suprema lex» (Κικέρωνας). Ακόμη πιο χαρακτηριστικοί είναι οι έλληνες πολιτικοί του Μεσοπολέμου: «Τα πολιτεύματα γίνονται διά τους λαούς, και ουχί οι λαοί διά τα πολιτεύματα» (Α. Μιχαλακόπουλος), με αποκορύφωμα τη ρήση του δικτάτορα Ι. Μεταξά ότι είναι «προτιμότερον να σωθή η χώρα και να ανατραπή το Σύνταγμα, παρά να καταστραφή η χώρα διά να σωθή το Σύνταγμα».

Σίγουρα, το Σύνταγμα δεν μπορεί από μόνο του να αποτρέψει ή να δώσει διέξοδο σε μια οξεία οικονομική κρίση. Δύσκολα επίσης μπορεί να αμφισβητηθεί ότι πρέπει να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, γι’ αυτό άλλωστε τα συνταγματικά κείμενα είναι σκοπίμως λιτά και γενικόλογα. Πέρα όμως από το ότι η «σωτηρία της πατρίδας» χρησιμοποιείται συνήθως ως πρόσχημα, το Σύνταγμα αποκτάει νόημα στους δύσκολους καιρούς. Τότε πρέπει να ξεδιπλώσει την κανονιστική του δύναμη και να λειτουργήσει ως ανάχωμα σε πρακτικές και πολιτικές που αντιστρατεύονται θεμελιώδεις επιλογές του. Ένα Σύνταγμα που εφαρμόζεται σε ανέφελες περιόδους και παραβιάζεται σε δύσκολες εποχές δεν είναι Σύνταγμα. Συνέχεια ανάγνωσης

Αστοχίες και στοχεύσεις της οικονομικής πολιτικής Α΄ ΜΕΡΟΣ

Standard

του Χρήστου Χατζηιωσήφ

Γιόζεφ Σαρλ, "Ιεραρχία", 1937

Η συναίνεση που απαιτούσαν οι εγχώριοι και ξένοι υποστηρικτές της πολιτικής που εφαρμόζεται στη χώρα μας από τον Μάη του 2010 επιτέλους επιτυγχάνεται, αλλά εναντίον αυτής της πολιτικής.

Μια νέα συναίνεση φαίνεται να διαμορφώνεται ανάμεσα στους εκπροσώπους του αστικού κόσμου της χώρας: Η πολιτική που υιοθετήθηκε με το Μνημόνιο του Μαΐου του 2010 ήταν «καταστροφική». Δημοσιογράφοι που την υποστήριξαν με φανατισμό, σήμερα την καταδικάζουν απερίφραστα. Πολιτικοί που την εισήγαγαν ή την κάλυψαν την αποκηρύσσουν. Αυτή τη νέα ομοφωνία συνόψισε και αιτιολόγησε ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης, μπροστά στους γερμανούς ακροατές του, στο Βερολίνο στις 24 Ιανουαρίου: «Το Μνημόνιο, χωρίς ικανοποιητική προετοιμασία», συνοδευόταν από «εξωπραγματικούς όρους» και αποτέλεσε «πολιτικά μοιραίο λάθος». Το «λάθος» της οικονομικής πολιτικής, σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, συνίστατο στο ότι η περικοπή των δαπανών προκάλεσε μια «πρωτόγνωρη» ύφεση.

Μπροστά στην ομόφωνη καταδίκη αυτής της πολιτικής είναι φυσικό ότι ορισμένοι από αυτούς που την υποδέχθηκαν να δηλώνουν τώρα είτε ότι αγνοούσαν το περιεχόμενο του Μνημονίου (Μ. Χρυσοχοΐδης) είτε ότι είχαν μόνο τρεις ώρες στη διάθεσή τους για να το διαβάσουν (Λ .Κατσέλη). Άλλοι πάλι, όπως ο Χάρης Καστανίδης, κατηγόρησαν τους συντάκτες του Μνημονίου ότι δεν έλαβαν υπόψη τους τις συμβουλές του μεγάλου μονεταριστή οικονομολόγου Μίλτον Φρήντμαν (ραδιόφωνο ΝΕΤ, 31.1.2012).

Οι καθυστερημένες καταδίκες και διαφοροποιήσεις προκαλούν εύλογες απορίες. Πρώτον, γιατί επί δύο χρόνια το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιμένουν σε αυτή την πολιτική, εάν είναι πράγματι τόσο εμφανώς λανθασμένη; Δεύτερον, γιατί οι έλληνες πολιτικοί εξακολούθησαν να ψηφίζουν τις επικαιροποιήσεις του Μνημονίου και μόλις ψήφισαν τη νέα ενισχυμένη μορφή του;

Η ομιλία του Κ. Σημίτη στο Βερολίνο προσφέρει έμμεσα την απάντηση. Κατά τον πρώην πρωθυπουργό, το δημόσιο χρέος δεν ήταν η αιτία της κρίσης. «Η μειωμένη ανταγωνιστικότητα των περιφερειακών χωρών και τα μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών τους ήταν ένας πολύ σοβαρότερος λόγος για την έξαρση του χρέους στις χώρες της περιφέρειας της Ένωσης από τη διαχειριστική ανικανότητα των διοικούντων της. Κατά μέσο όρο το διάστημα 2000-07 το ετήσιο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου της Ελλάδος ήταν -8,4% και της Πορτογαλίας – 9,4% ενώ το πλεόνασμα της Γερμανίας ήταν 3,2% και της Ολλανδίας 5,4%. Για να καλύψουν το έλλειμμα, οι περιφερειακές χώρες είναι υποχρεωμένες να δανείζονται όλο και περισσότερο. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του δημόσιου χρέους τους».

Αυτή η ερμηνεία της ελληνικής κρίσης δεν είναι πρωτότυπη· ενυπήρχε σε όλες τις συνταγές που προτάθηκαν για το ξεπέρασμά της μέσω της εσωτερικής υποτίμησης. Ο δηλωμένος στόχος της εσωτερικής υποτίμησης ήταν να καταστήσει τα εγχώρια παραγόμενα προϊόντα φθηνότερα και ανταγωνιστικότερα στις εξωτερικές αγορές και, κάτι που συνήθως αναφέρεται ασαφώς και φευγαλέα, να μειώσει το διαθέσιμο εισόδημα για την πραγματοποίηση εισαγωγών. Αθροιστικό αποτέλεσμα της εσωτερικής υποτίμησης, η μείωση του ελλείμματος στις εξωτερικές συναλλαγές.

Ήταν επίσης γνωστή η σύγκρουση ανάμεσα στους δύο στόχους, δηλαδή ότι η εσωτερική υποτίμηση με τη μείωση των εισοδημάτων μειώνει αυτόματα και τα φορολογικά έσοδα του δημοσίου, και έτσι αντιστρατεύεται την επιδιωκόμενη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Αυτό έλπιζαν ότι θα ξεπερνιόταν με ακόμα μεγαλύτερη περικοπή των κρατικών δαπανών. Πρόκειται για το περίφημο «εμπροσθοβαρές» του αρχικού προγράμματος.

Είναι αλήθεια ότι στις σχετικές τοποθετήσεις, όπως για παράδειγμα στις δηλώσεις του Στρως-Καν περί της ανάγκης εσωτερικής υποτίμησης, η σχέση δημόσιου χρέους και εμπορικού ελλείμματος παρέμενε ασαφής. Οι εγχώριοι υποστηρικτές του Μνημονίου, όταν ανέφεραν το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο, το παρουσίαζαν ως ένα παράλληλο ή πρόσθετο πρόβλημα χωρίς άμεση σύνδεση με το δημόσιο χρέος. Στην ομιλία Σημίτη, η σχέση αυτή αναγνωρίζεται ως άμεση: «Οι περιφερειακές χώρες είναι υποχρεωμένες να δανείζονται όλο και περισσότερο. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του δημόσιου χρέους τους». Η παρέμβαση Σημίτη, όσο διστακτική και αν ηχούσε, αποτέλεσε πραγματική ρήξη με τις επανειλημμένες δημόσιες αυτοενοχοποιήσεις ελλήνων πολιτικών και ανώτερων δημόσιων λειτουργών στο εξωτερικό. Συνέχεια ανάγνωσης

Η Αθήνα δεν έχει λησμονήσει

Standard

Ένας γερμανός δημοσιογράφος γράφει για τις γερμανικές αποζημιώσεις

του Achim Beer

Aθήνα, 27 Απριλίου 1941. Στην Ακρόπολη υψώνεται η σβάστικα (Αρχείο Κ. Μεγαλοκονόμου)

Έσση, Οκτώβριος 2011. Τον περασμένο Μάρτιο κατέβαζαν στα χέρια, στα σκαλάκια έξω από το ελληνικό Κοινοβούλιο, τον Μανώλη Γλέζο, έναν οργισμένο γέροντα 89 ετών με το πρόσωπο συσπασμένο από τον πόνο των δακρυγόνων. Ήταν στην πρώτη γραμμή της διαδήλωσης, όπως πάντα· εκεί ήταν και πριν εβδομήντα χρόνια η θέση του. Μια νύχτα του Μάη του 1941 σκαρφάλωσε στην Ακρόπολη και ξέσκισε τη σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό, η οποία ανέμιζε εκεί, διότι ο στρατός του Χίτλερ είχε μόλις καταλάβει τη χώρα. Ο Μανώλης Γλέζος μισούσε τους ναζί, τώρα μισεί το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Και είναι ο γνωστότερος ανάμεσα σε ένα αυξανόμενο πλήθος Ελλήνων, οι οποίοι δεν θέλουν να αποκαλούνται διαρκώς από τους απογόνους των ναζί τεμπελχανάδες — και οι οποίοι υπενθυμίζουν στη Γερμανία ανοιχτούς λογαριασμούς. Κι έτσι, ο οργισμένος γέροντας πρόσθεσε τον ανθρώπινο πόνο, τον ληστευμένο πλούτο και τα έξοδα των δυνάμεων Κατοχής τα οποία αποσπάστηκαν με τη βία και μετά παρουσίασε τον λογαριασμό: «Υπολογίζω», είπε, «ότι μας οφείλουν 162 δισεκατομμύρια ευρώ». Συνέχεια ανάγνωσης

Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε

Standard

της Ιωάννας Μεϊτάνη

Blu + Os Gémeos, γκράφιτι στη Λισσαβώνα

Τα τελευταία είκοσι χρόνια ο δρ Σλόσερ, καθηγητής στο Ινστιτούτο Γερμανικής Λογοτεχνίας και Διδακτικής του Πανεπιστημίου Γκαίτε της Φραγκφούρτης, έχει καθιερώσει το βραβείο για την «αντιλέξη» (Unwort) της χρονιάς, τη χειρότερη, την πιο άκυρη, δηλαδή, λέξη, από την άποψη της χρήσης της. Κάθε Γενάρη, μια ανεξάρτητη μόνιμη εξαμελής επιτροπή, αποτελούμενη από φιλολόγους, δημοσιογράφους και συγγραφείς, συνεδριάζει για να διαλέξει τη χειρότερη λέξη, αντλώντας υλικό από τις 1.700 περίπου επιστολές με προτάσεις πολιτών που δέχεται κάθε χρόνο. Οι υποψήφιες λέξεις και εκφράσεις πρέπει να προέρχονται από τον δημόσιο λόγο, η χρήση τους να είναι στρεβλή και ανάρμοστη, δηλαδή αναντίστοιχη με την έννοια που εκφράζουν, ή/και να είναι προσβλητικές για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Οι προτάσεις αντλούνται από οποιονδήποτε τομέα της δημόσιας ζωής, όπως την πολιτική, τη διοίκηση, την οικονομία, την τεχνολογία, την επιστήμη, τα ΜΜΕ κ.ά., και πρέπει πάντοτε να αναφέρουν την πηγή τους. Εκτός από την πιο άκυρη λέξη της χρονιάς, η επιτροπή διαλέγει και δυο-τρεις ακόμη λέξεις, τη χρήση των οποίων θεωρεί προβληματική.

* * *

 

Banksy, AL-crat

Από την ιστορία του θεσμού και τις λέξεις που αναδεικνύει κάθε χρόνο, φαίνεται ότι η κριτική επιτροπή δεν χαρίζει κάστανα. Η αιτιολογία που συνοδεύει κάθε χρόνο την πιο άκυρη λέξη είναι λακωνική, εύστοχη και τσουχτερή. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που ως «αντιλέξη» της χρονιάς επιλέχθηκε μια λέξη ή μια έκφραση που είπε διακεκριμένο δημόσιο πρόσωπο. Το 1993 σχολίασαν την έκφραση του τότε καγκελάριου Χέλμουτ Κολ ότι η Γερμανία είναι «ένα απέραντο λούνα παρκ», επειδή οι Γερμανοί «θέλουν να έχουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο και να δουλεύουν λιγότερο απ’ ό,τι οι άλλοι λαοί» — πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα η επιτροπή να έρθει σε σύγκρουση με την Εταιρεία Γερμανικής Γλώσσας, στην οποία εντασσόταν ως τότε, και να συνεχίσει την πορεία της ως αυτόνομος θεσμός.

Για να πάρουμε μια εικόνα της κατεύθυνσης στην οποία κινείται η κριτική επιτροπή, ορισμένα παραδείγματα από προηγούμενες χρονιές: μια από τις εκφράσεις που κατακρίθηκαν το 1991 ήταν τα «έξυπνα όπλα», που χρησιμοποιήθηκε στον πόλεμο του Κόλπου· «παράπλευρες απώλειες» ήταν η χειρότερη λέξη της χρονιάς το 1999, όπως χρησιμοποιήθηκε από αξιωματικούς του ΝΑΤΟ στον πόλεμο του Κοσσόβου· «ανθρώπινο κεφάλαιο» το 2004, έκφραση που υποβιβάζει τους ανθρώπους σε μετρήσιμο μέγεθος σε οικονομικά συμφραζόμενα· την ίδια χρονιά, μια από τις λέξεις που κατέκρινε η επιτροπή ήταν τα «κέντρα υποδοχής», όπως ονομάστηκαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών· «εθελούσια έξοδος» το 2006, όπως χαρακτηρίστηκε η εκδίωξη προσφύγων από τη Γερμανία των οποίων η αίτηση ασύλου δεν είχε εγκριθεί, έπειτα από έντονη «φιλική παρότρυνση και συμβουλή» των αρχών στα λεγόμενα «κέντρα αναχώρησης»· «αναξιοπαθούσες τράπεζες» το 2008, λέξη η οποία αντιστρέφει εντελώς τη σχέση αιτίου και αιτιατού στην παγκόσμια οικονομική κρίση. Συνέχεια ανάγνωσης

Η μακριά σκιά ενός μύθου

Standard

της Ιωάννας Μεϊτάνη

O υπουργός Εξωτερικών του Ράιχ, Γιόαχιμ φον Ρίμπεντροπ, ο ιταλός ομόλογός του Γκαλεάτσο Τσιάνο, ο Χίτλερ και ο Γκέρινγκ.

Στα τέλη Οκτωβρίου παρουσιάστηκε στο Βερολίνο, σε ένα κατάμεστο θέατρο, η μελέτη, έκτασης 890 σελίδων, που συνέταξε επιτροπή ιστορικών με τίτλο Το Υπουργείο Εξωτερικών και το παρελθόν. Οι γερμανοί διπλωμάτες στο Τρίτο Ράιχ και την ΟΔΓ (Eckart Conze, Norbert Frei, Peter Hayes, Moshe Zimmermann, Das Amt und die Vergangenheit. Deutsche Diplomaten im Dritten Reich und in der Bundesrepublik, εκδ. Blessing, Βερολίνο 2010). Την εντολή για τη σύσταση της επιτροπής και την εκπόνηση της μελέτης την είχε δώσει το 2005 ο τότε υπουργός εξωτερικών, Γιόσκα Φίσερ. Στο βιβλίο, λοιπόν, αποκαλύπτεται ότι το διάστημα 1939-1945 το Υπουργείο Εξωτερικών ήταν ένας «εγκληματικός οργανισμός», αναμεμειγμένος κανονικότατα στα εγκλήματα των εθνικοσοσιαλιστών, ότι οι γερμανοί διπλωμάτες σε όλες τις χώρες της Ευρώπης συμμετείχαν ενεργά στην εφαρμογή της «τελικής λύσης» και στη συστηματική εξόντωση των Εβραίων, και ότι όλοι οι υπάλληλοι, και όχι μεμονωμένοι αξιωματούχοι, γνώριζαν τα πάντα για το Ολοκαύτωμα από την πρώτη μέρα. Επίσης, ότι μετά το ’45, φανατικοί ναζί όχι μόνο συνέχισαν να δουλεύουν στο υπουργείο, αλλά κατάφεραν να δημιουργήσουν εκεί δομές νομικής προστασίας συναδέλφων τους εγκληματιών και να βοηθούν καταζητούμενους ναζί δολοφόνους.

Εσωτερικό έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών, όπου ως σκοπός ταξιδιού αναφέρεται «Εξολόθρευση των Εβραίων, πράγμα που αποδεικνύει ότι η «τελική λύση» ήταν κοινό μυστικό μέσα στην υπηρεσία.

Τι το περίεργο, θα αναρωτηθεί οποιοσδήποτε μη Γερμανός. Στη Γερμανία όμως, η συλλογική ενοχή είναι ακόμη βαριά. Τα αποτελέσματα της μελέτης καταρρίπτουν έναν συστατικό μύθο της ίδρυσης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, τον οποίον καλλιέργησαν, μεταξύ άλλων, και οι ίδιοι οι υπάλληλοι του υπουργείου και είναι ένας από τους μακροβιότερους μύθους περί το Τρίτο Ράιχ: ότι δηλαδή το υπουργείο αυτό επί Χίτλερ έκανε τάχα ό,τι μπορούσε για να αποτρέψει τα χειρότερα, ήταν εστία αντίστασης με σχετικά αυτόνομη υπόσταση, και ότι οι γερμανοί διπλωμάτες δεν γνώριζαν τις λεπτομέρειες των χιτλερικών εγκλημάτων.

Δεν αποτελεί βέβαια είδηση ότι μεταπολεμικά στη Γερμανία σε όλα τα υπουργεία παρέμειναν αξιωματούχοι και υπάλληλοι με ναζιστικό παρελθόν, ότι η «αποναζιστικοποίηση» δεν συντελέστηκε πλήρως και σε βάθος και ότι το γεγονός αυτό δεν θιγόταν επισήμως. Από το 1971 κιόλας, διάφοροι ιστορικοί έχουν μελετήσει το θέμα — πάντα όμως είχαν να αντιμετωπίσουν το καθεστώς των διπλωματών που διαμαρτύρονταν και ένα κράτος που τους διέψευδε και τους αντιμαχόταν ώστε να συντηρήσει το μύθο του. Αφορμή για τη σύσταση της τωρινής επιτροπής, η οποία, σημειωτέον, ερεύνησε μόνο ό,τι αφορά το Υπουργείο Εξωτερικών και δεν ασχολήθηκε καθόλου με άλλες υπηρεσίες, στάθηκε η επιμονή μιας ηλικιωμένης υπαλλήλου του υπουργείου, που επισήμανε με επιστολή της στον Φίσερ, τότε υπουργό, και κατόπιν στον καγκελάριο Σρέντερ ότι στη νεκρολογία ενός διπλωμάτη δεν αναφερόταν λέξη για το ναζιστικό του παρελθόν. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι γερμανοί διπλωμάτες στο Γ΄ Ράιχ

Standard

των Eckart Conze, Norbert Frei, Peter Hayes, Moshe Zimmermann

μετάφραση: Ιωάννα Μεϊτάνη

(Απόσπασμα από την εισαγωγή της μελέτης  Das Amt und die Vergangenheit. Deutsche Diplomaten im Dritten Reich und in der Bundesrepublik, εκδ. Blessing, Βερολίνο 2010)

 

Βερολίνο, 1933

Σε ένα φυλλάδιο με τίτλο Η εξωτερική πολιτική σήμερα, που εξέδωσε το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών το 1979 –ένα χρόνο μετά την έρευνα του Κρίστοφερ Μπράουνινγκ,[1] η οποία δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας–, συνοψίζεται σε μερικές προτάσεις η ιστορία του υπουργείου το διάστημα 1933-1945: «Το Υπουργείο Εξωτερικών πρόβαλλε σκληρή και επίμονη αντίσταση στα σχέδια των αξιωματούχων του εθνικοσοσιαλισμού, δεν κατάφερε ωστόσο να αποτρέψει τα χειρότερα. Το υπουργείο παρέμεινε για καιρό μια “απολιτική” υπηρεσία και οι εθνικοσοσιαλιστές το θεωρούσαν θύλακα αντιπολίτευσης. Στην είσοδο του καινούργιου υπουργείου στη Βόννη βρίσκεται αναρτημένη μια αναμνηστική πινακίδα για τους συνεργάτες του Υπουργείου Εξωτερικών που θυσίασαν τη ζωή τους στον αγώνα ενάντια στη δικτατορία του Χίτλερ». Ακόμη και με την ευμενέστερη ματιά, αυτή ήταν μόνο η μισή αλήθεια. Γιατί η ιστορία του Υπουργείου Εξωτερικών την περίοδο του εθνικοσοσιαλισμού δεν είναι γραμμένη με το μελάνι της αντίστασης και της αντιπολίτευσης. Η εικόνα που καλλιεργούσε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία το ίδιο το Υπουργείο Εξωτερικών για την ιστορία του είναι ένας μύθος.

Συνέχεια ανάγνωσης

Οικονομική κρίση και κατανομή βαρών: η γερμανική εμπειρία στο Μεσοπόλεμο

Standard

του Αλέξανδρου Κεσσόπουλου

«Επί τη βάσει του Συντάγματος». Χαρακτικό του Καρλ Ρέσινγκ, από το λεύκωμα «Η προκατάληψή μου ενάντια στην εποχή μας», Βερολίνο 1932

Μετά το κραχ του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης τον Οκτώβριο του 1929, οι αντοχές της γερμανικής οικονομίας δοκιμάστηκαν, καθώς η κρίση, η οποία έγινε αισθητή και στην Ευρώπη, έπληξε κυρίως τη Γερμανία, που επιβαρυνόταν επιπρόσθετα και με την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεων στους νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η πολιτική αποσταθεροποίηση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’30 παρουσιάζει στις μέρες μας ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού προκλήθηκε αφενός από μια κρίση δανεισμού και αφετέρου από τους ιδιαίτερα επαχθείς όρους των διεθνών συμβάσεων, τις οποίες αναγκαζόταν να συνάπτει το γερμανικό κράτος. Όπως είναι λοιπόν προφανές, το γερμανικό πολιτικό σύστημα βρέθηκε αντιμέτωπο με προκλήσεις που παρουσιάζουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά με τις αντίστοιχες σημερινές της ελληνικής περίπτωσης. Υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υποπέσει κανείς στο λάθος να προχωρήσει σε ευθείες αναγωγές και απλοϊκές συγκρίσεις δύο πολύ διαφορετικών συγκυριών, είναι χρήσιμο να εξετασθούν τόσο τα διλήμματα, που τέθηκαν στις πολιτικές δυνάμεις της Γερμανίας κατά τον Μεσοπόλεμο, όσο και οι μεταξύ τους συγκρούσεις, οι οποίες προήλθαν από τις διαφορετικές λύσεις που υποστήριζε καθεμιά από αυτές.[1]

Κρίση δανεισμού και ανάγκη εξυγίανσης της οικονομίας

Είναι αξιοσημείωτο ότι η εταιρεία Goldman Sachs Trading Company ήταν μια από τις κυρίως υπεύθυνες για την κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος στις ΗΠΑ, αφού η τιμή των μετοχών της παρουσίασε ραγδαία πτώση. Ένα από τα αποτελέσματα του πανικού που προκλήθηκε ήταν η απαίτηση των αμερικανικών τραπεζών να τους επιστραφούν αμέσως τα βραχυπρόθεσμα δάνεια που είχαν συνάψει με Ευρωπαίους, καθώς αντιμετώπιζαν σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας. Υπ’ αυτές τις συνθήκες ο Hjalmar Schacht, διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της χώρας (Reichsbank), προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει το γερμανικό κράτος να δανειστεί, εφόσον όμως αυτό προχωρούσε σε μια εκτεταμένη «εξυγίανση» της εθνικής οικονομίας. Ο σοσιαλδημοκράτης υπουργός Οικονομικών, Rudolf Hilfreding, προέβη πράγματι στην κατάρτιση ενός νομοσχεδίου, το οποίο προέβλεπε τη μείωση των άμεσων φόρων και την αύξηση των έμμεσων φόρων του καπνού και της μπύρας. Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε τον Δεκέμβριο του 1929, παρά τις έντονες αντιδράσεις της κοινοβουλευτικής ομάδας των σοσιαλδημοκρατών (SPD), καθώς είχε αποσπάσει τη σύμφωνη γνώμη ακόμη και του πιο δεξιού κόμματος του κυβερνητικού συνασπισμού, του Γερμανικού Λαϊκού Κόμματος (Deutsche Volkspartei).

Συνέχεια ανάγνωσης

Χρειαζόμαστε την Ευρώπη!

Standard

του Γιούργκεν Χάμπερμας

Έρνστ Λούντβιχ Κίρχνερ, «Τανγκό», π. 1919-1921

Μοιραίες μέρες: Η Δύση γιορτάζει στις 8, η Ρωσία στις 9 Μαΐου τη νίκη επί της ναζιστικής Γερμανίας — και σ’ εμάς, στην επίσημη γλώσσα, αποκαλούνται «Ημέρες της Απελευθέρωσης». Φέτος, οι Ένοπλες Δυνάμεις των Συμμάχων του πολέμου κατά της Γερμανίας (μαζί και μια πολωνική μονάδα) βάδισαν μαζί στην παρέλαση της νίκης. Στην Κόκκινη Πλατεία της Μόσχας η Άγγελα Μέρκελ στεκόταν ακριβώς δίπλα στον Πούτιν. Η παρουσία της υπογράμμιζε το πνεύμα μιας «νέας» Γερμανίας: οι μεταπολεμικές γενιές δεν έχουν λησμονήσει ότι απελευθερώθηκαν και από το ρωσικό στρατό — αυτόν με τις μεγαλύτερες θυσίες.

Η καγκελάριος ερχόταν από τις Βρυξέλλες, όπου είχε παρευρεθεί με εντελώς διαφορετικό ρόλο σε μιαν ήττα εντελώς διαφορετική. Η εικόνα εκείνης της συνέντευξης Τύπου, όπου ανακοινώθηκε η απόφαση των αρχηγών των κυβερνήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης να συγκροτήσουν ένα κοινό ταμείο διάσωσης για το χτυπημένο ευρώ, προδίδει την αγκυλωμένη νοοτροπία, όχι της νέας, αλλά της σημερινής Γερμανίας. H φωτογραφία αποτυπώνει τα πετρωμένα πρόσωπα της Μέρκελ και του Σαρκοζί — εξοντωμένων αρχηγών κυβερνήσεων που δεν έχουν πια τίποτα να πουν μεταξύ τους. Θα καταλήξει το εικονογραφικό ντοκουμέντο για την αποτυχία ενός οράματος που σφράγιζε τη μεταπολεμική ευρωπαϊκή ιστορία πάνω από μισό αιώνα; Συνέχεια ανάγνωσης

Όχι στη Γερμανία της εθνικής αναδίπλωσης!

Standard

του Ούλριχ Μπεκ

Πωλ Κλέε, "Υποψήφιος άγγελος", 1939

Ο υπ’ αριθμόν ένα νόμος της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας της διακινδύνευσης μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: Μην αφήνεις ποτέ ανεκμετάλλευτο έναν παγκόσμιο κίνδυνο,  αποτελεί  πάντα μια ευκαιρία για σπουδαία επιτεύγματα.  Η ερμηνεία του νόμου αυτού δεν εκβάλλει απαραιτήτως σε μια πολυμερή και «κοσμοπολίτικη» προοπτική· κάποιος μπορεί να τη δει σαν αφετηρία για μια μονομερή εθνική πολιτική. Έτσι, η καγκελάριος της Γερμανίας Άγκελα Μέρκελ επωφελείται από την ευρωπαϊκή νομισματική κρίση για να επαναπροσδιορίσει τη δημοσιονομική πολιτική της ευρωζώνης σύμφωνα με την οπτική μιας γερμανικής Ευρώπης. […]

Σήμερα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αγωνίζονται ενάντια σε εκείνο που μέχρι χτες έμοιαζε αδιανόητο: το φάσμα μιας ενδεχόμενης δημοσιονομικής χρεοκοπίας και της κατάρρευσης του ευρώ έχει στοιχειώσει τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Και να που αίφνης εμφανίζεται ένα μεγάλο πολιτικό δίλημμα: συνεργασία ή αποτυχία! Αμέσως είπα: Θεέ μου, τι τύχη! Ακόμα και αν η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υπήρχε, θα έπρεπε να την εφεύρουμε, για να αποτρέψουμε την κατάρρευση του ευρώ. Ο Ιμμάνουελ Καντ ή η καταστροφή! Συνέχεια ανάγνωσης

Ένας ευρωπαϊκός δημόσιος χώρος: Πώς και με ποιους όρους;

Standard

της Ιλεάνας Μορώνη

Ραούλ Ντυφύ, "Ο κόλπος της Σαιντ Αντρές", 1906

Αν κάτι δείχνει η τελευταία κρίση στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ξέσπασε με αφορμή το πρόβλημα ελλείμματος και δανεισμού της Ελλάδας, αυτό είναι η επιτακτική ανάγκη να δημιουργηθεί ένας ευρωπαϊκός δημόσιος χώρος. Όσο δεν υπάρχει κοινή οικονομική πολιτική, που να είναι πρωτίστως πολιτική, δηλαδή να ξεφεύγει από τα στενά όρια της οικονομικής/νομισματικής διαχείρισης, είναι αδύνατο για την Ευρωπαϊκή Ένωση να υπερασπιστεί το κοινό της νόμισμα. Είναι επίσης αδύνατο, όσο δεν δημιουργείται ένας κοινός ευρωπαϊκός δημόσιος χώρος, να υπερασπίσουν οι ευρωπαίοι εργαζόμενοι, οι ευρωπαίοι πολίτες, τα δικαιώματά τους. Το ερώτημα που τίθεται είναι πώς και με ποιους καταστατικούς όρους θα συγκροτηθεί ο ευρωπαϊκός δημόσιος χώρος. Όσο δεν υπάρχει ένας ευρωπαϊκός λαός, τα παραδείγματα που έχουμε για τον τρόπο και τους όρους συγκρότησης του δημόσιου χώρου είναι τα εθνικά παραδείγματα. Φαίνεται ότι, προς το παρόν, η σύγκρουση για τους όρους συγκρότησης του δημόσιου χώρου διεξάγεται μεταξύ εθνών-κρατών. Συνέχεια ανάγνωσης