Η δημοκρατία στην Ευρώπη του ευρώ

Standard

Ο Σόϊμπλε δεν είναι «πεισματάρης»· είναι ένας ικανός εκπρόσωπος της γερμανικής πολιτικής

του Μίχαελ Χάινριχ

μετάφραση: Κρινιώ Παππά, Στέλιος Χρονόπουλος

Και τι δεν άκουσε ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε μετά τον επιτυχημένο εκβιασμό σε βάρος του Αλέξη Τσίπρα και της κυβέρνησής του. Η κριτική ήταν σφοδρή: ότι έβλαψε τη δημοκρατία στην Ευρώπη, ότι έβλαψε την καλή φήμη της Γερμανίας στο εξωτερικό και, βέβαια, ότι έβλαψε την «ευρωπαϊκή ιδέα». Έχεις την εντύπωση πως ο άνθρωπος αυτός δεν θέλει να αφήσει τίποτα όρθιο. Δεν είναι παράξενο, έτσι, που έχει ξεκινήσει συγκέντρωση υπογραφών στο διαδίκτυο με αίτημα την παραίτησή του. Κι αν ο Σόιμπλε δεν είναι απλώς πεισματάρης, κακός και ακοινώνητος; Αν είναι απλώς ένας καλός και ικανός εκπρόσωπος της γερμανικής πολιτικής;

Έργο του Καρλ Σμιντ-Ρότλουφ

Τα τελευταία χρόνια συντελούνται σημαντικές αλλαγές στην πολιτική της Γερμανίας. Και αυτό γίνεται τώρα εντελώς φανερό στην περίπτωση της Ελλάδας. Εδώ και δεκαετίες η γερμανική οικονομία επωφελείται από την Ε.Ε. (και προηγουμένως από την ΕΟΚ) περισσότερο από την οικονομία κάθε άλλου κράτους-μέλους. Το γερμανικό κράτος επωφελείται κι αυτό, αφού αυξάνονται τα φορολογικά του έσοδα. Ανεξάρτητα από το ποιο κόμμα όριζε τον ή την καγκελάριο, η πολιτική της Γερμανίας για την Ευρώπη στηριζόταν στην εξεύρεση συμβιβαστικών λύσεων και στην χωρίς επιφυλάξεις αποδοχή του ρόλου του μεγαλύτερου πληρωτή στην Ένωση. Γιατί το ποσό που πληρώνει η Γερμανία στην Ε.Ε. είναι ασήμαντο σε σύγκριση με τα κέρδη που αποκομίζει από αυτήν. Αυτή ακριβώς η πολιτική εξεύρεσης συμβιβαστικών λύσεων εγκαταλείφθηκε επιδεικτικά στη σύγκρουση με την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Παρόλο που πολλές χώρες ήταν ιδιαιτέρως επιφυλακτικές, η Μέρκελ και ο Σόιμπλε υιοθέτησαν και επέβαλαν μια απολύτως ασυμβίβαστη στάση: η Ευρωζώνη δεν θα αποδέχονταν τίποτα άλλο από την πλήρη και χωρίς όρους παράδοση της ελληνικής κυβέρνησης. Και δεν πρόκειται απλώς για εγκατάλειψη της συμβιβαστικής πολιτικής από μεριάς της Γερμανίας, αλλά και για μια σαφέστατη επίδειξη αυτού του γεγονότος – ως προειδοποίησης προς όλους. Συνέχεια ανάγνωσης

Από την Ανατολική Γερμανία στον ευρωπαϊκό Νότο

Standard

ΑΣΤΟΧΙΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟΧΕΥΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ, ΜΕΡΟΣ Β΄

του Χρήστου Χατζηιωσήφ

Τζωρτζ Γκρος, «Ρομπότ της δημοκρατίας», 1920

Γκρέθε Γιούργκενς, «Γραφείο ευρέσεως εργασίας», 1929

Τα χρόνια 1991-1993, στην πρώην Ανατολική Γερμανία, πουλήθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες χιλιάδες επιχειρήσεις, συχνά ως απλά ακίνητα, και βρέθηκαν στο δρόμο 2,5 εκατομμύρια εργαζόμενοι. Οι αγοραστές ήταν γνωστές δυτικογερμανικές και μεγάλες ξένες επιχειρήσεις, μαζί με εκατοντάδες τυχάρπαστους επιχειρηματίες ποικίλων προελεύσεων. Η αξία της κρατικής βιομηχανίας της Ανατολικής Γερμανίας είχε εκτιμηθεί ανάμεσα σε 200 και 600 δισεκατομμύρια μάρκα. Από τη ρευστοποίησή της όμως η Treuhand εισέπραξε μόνο 44 δισεκατομμύρια και πήρε υποσχέσεις από τους αγοραστές ότι θα επένδυαν άλλα 170 δισεκατομμύρια στις επιχειρήσεις που απέκτησαν.

Η όλη επιχείρηση εξελίχθηκε σε λεηλασία της δημόσιας περιουσίας τόσο της τέως Ανατολικής, αλλά και της Δυτικής Γερμανίας. Παρά τον στόχο της ιδιωτικοποίησης στο όνομα της μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας του ιδιωτικού σε σχέση με το δημόσιο, η διαδικασία ήταν άκρως πολιτικοποιημένη. Το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα έλεγχε την Treuhand, η Μπρίγκιτ Μπρόυελ, που διαδέχθηκε τον Ρόβεντερ, ήταν υπουργός Οικονομικών της χριστιανοδημοκρατικής κυβέρνησης της Κάτω Σαξωνίας και συγγένευε με επικεφαλής ιδιωτικών τραπεζών και μεγάλων βιομηχανιών. Οι Χριστιανοδημοκράτες φαίνεται ότι επωφελήθηκαν από παράνομες πληρωμές, οι οποίες ως σκάνδαλα σημάδεψαν την αποχώρηση του Χέλμουτ Κολ από την πολιτική. Ορισμένα από αυτά φημολογείται ότι συνδέονταν με παρεμβάσεις ξένων κυβερνήσεων υπέρ των δικών τους επιχειρήσεων, που διεκδικούσαν κομμάτια από το κουφάρι της ανατολικογερμανικής βιομηχανίας.

Τα σκάνδαλα της Treuhand απασχόλησαν επί σειρά ετών τα δικαστήρια, καθώς δεκάδες υπάλληλοί της κατηγορήθηκαν ότι χρηματίσθηκαν και πολλοί αγοραστές επιχειρήσεων διώχθηκαν για αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων και απάτη. Για την ανατολικογερμανική κοινωνία το τραύμα δεν υπήρξε όμως μόνο οικονομικό, αλλά ταυτόχρονα δημογραφικό και ηθικό. Μέσα σε λίγα χρόνια, ο πληθυσμός της πρώην Ανατολικής Γερμανίας μειώθηκε από 18 σε 15 περίπου εκατομμύρια, ενώ η πτωτική τάση συνεχίζεται. Ειδικευμένοι εργάτες, μηχανικοί, γιατροί και γενικότερα τα νεότερα και δυναμικότερα μέλη της κοινωνίας εγκαταστάθηκαν στη Δυτική Γερμανία, όπου μπορούσαν να βρουν εργασία και με καλύτερους όρους. Αντίστροφα, μερικές χιλιάδες στελέχη της πολιτικής, της διοίκησης, της εκπαίδευσης και των επιχειρήσεων από τη Δυτική Γερμανία, που δεν είχαν σπουδαίες προοπτικές εκεί, βρήκαν διέξοδο αναλαμβάνοντας ως οιονεί στελέχη αποικιακής διοίκησης ανώτερες θέσεις στις ανατολικογερμανικές «Νέες Χώρες». Συνέχεια ανάγνωσης