Βασανιστήρια, ψυχικός τραυματισμός και αντιστάσεις

Standard

ΑΠΟ ΤΗ ΧΟΥΝΤΑ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ

Βασανιστήρια, ΕΑΤ-ΕΣΑ, Σπύρος Μουστακλής: λέξεις άρρηκτα συνδεδεμένες με τη χούντα. Δεν είναι όμως λόγοι ιστορικής μνήμης που μας κάνουν να ασχολούμαστε με τα βασανιστήρια, καθώς κάθε άλλο παρά περασμένη ιστορία μπορούν να θεωρηθούν στις αρχές του 21ου αιώνα. Μιλήσαμε λοιπόν για τον βασανισμό, τις επιπτώσεις του, τους βασανιστές, την εξουσία με τον ψυχίατρο Δημήτρη Πλουμπίδη, αναπληρωτή καθηγητή ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 συνέντευξη του Δημήτρη Πλουμπίδη

Αντιδικτατορική αφίσα της Διεθνούς Ένωσης Σπουδαστών, την εποχή της χούντας (Συλλογή Γιάνη Γιανουλόπουλου-Αρχείο ΕΜΙΑΝ).

Αντιδικτατορική αφίσα της Διεθνούς Ένωσης Σπουδαστών, την εποχή της χούντας (Συλλογή Γιάνη Γιανουλόπουλου-Αρχείο ΕΜΙΑΝ).

Τα βασανιστήρια είναι ένα από τα πρώτα πράγματα που μας έρχονται αμέσως στο μυαλό, μιλώντας για τη χούντα…

Η φράση «γίνονται βασανιστήρια» δεν ειπώθηκε ποτέ από τους ιθύνοντες. Δεν μπορούσαν να το πουν ανοιχτά, γιατί τα βασανιστήρια απαγορεύονταν ρητά από τις διεθνείς συμβάσεις. Σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, διαβάζουμε στην εισηγητική έκθεση του Γ.Α. Μαγκάκη στη Βουλή, για το σχέδιο νόμου «Περί ποινικού κολασμού των βασανιστηρίων» το 1984, ότι όλα τα ελληνικά Συντάγματα τα απαγόρευαν, αρχίζοντας από το Σύνταγμα της Επιδαύρου του 1821, ενώ το Σύνταγμα του 1975 προβλέπει και την τιμωρία των βασανιστών. Ούτε καν ένα δικτατορικό καθεστώς δεν μπορεί με υπερηφάνεια να δηλώσει ότι βασανίζει. Μην ξεχνάτε, και ο Λεπέν, που ήταν βασανιστής στην Αλγερία, είχε πει: «Μα τι λέτε! Μόλις άρχιζαν να μιλάνε, σταματάγαμε αμέσως» (να τους βασανίζουμε)… Τα βασανιστήρια όμως αφήνονταν να εννοηθούν, υπήρχαν ως απειλή, για όποιον δεν ήταν υπάκουος.

Τα βασανιστήρια της χούντας, αλλά και η χούντα συνολικότερα, είναι μια συνέχεια, μια «αναπαραγωγή» της εμφυλιακής Ελλάδας. Έτσι, είχαμε κυρίως σωματικό βασανισμό: ξύλο, απομόνωση σε κακές συνθήκες, πρόκληση σωματικού πόνου, εκφοβισμό και ταπείνωση. Δεν είχαμε, όσο ξέρω, «λευκά κελιά», αισθητηριακή αποστέρηση, βασανιστήρια τύπου Γκουαντάναμο. Είχαμε τα «παραδοσιακά» βασανιστήρια.

 Πώς ορίζουμε το βασανιστήριο;

Θα έλεγα ότι βασανιστήριο έχουμε όταν, με τον φυσικό πόνο και με την εκμηδένιση των ψυχολογικών αντιστάσεων, επιδιώκεται το χάσιμο των ορίων που στηρίζουν την προσωπικότητά και η «συνεργασία» του βασανιζόμενου στο έργο της ανάκρισης.

 Αν πάμε τώρα στην άλλη πλευρά, ποιοι είναι αυτοί που γίνονται βασανιστές;

Υπάρχει το ωραίο φιλμ που βασίστηκε στην έρευνα της Μίκας Φατούρου για τους ΕΣΑτζήδες («Ο γιος του γείτονά σου: Πώς κατασκευάζεται ένας βασανιστής», 1982). Βέβαια, το φιλμ έγινε αφού έπεσε η Χούντα, όταν οι τέως βασανιστές ήταν μετέωροι στο νέο κοινωνικό περιβάλλον.

Δέχομαι το γενικό συμπέρασμα της Φατούρου: ο βασανιστής μπορεί να είναι ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Υπό κάποιες συνθήκες, πολλοί άνθρωποι μπορούν να γίνουν βασανιστές. Όλοι; Θα έλεγα όχι. Χρειάζονται κάποια ειδικά στοιχεία, λ.χ. κάποιες δόσεις σαδισμού, που δεν τα έχουν όλοι. Δεν πρόκειται όμως για ξεχωριστό είδος ανθρώπων — αν τους δεις χωρίς εξουσία, πολύ συχνά είναι ανθρωπάκια. Συνέχεια ανάγνωσης

Δέκα χρόνια (ανθρώπινα) κομμάτια

Standard

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

της Ιωάννας Μεϊτάνη

«Φυλακισμένοι στο Άγαλμα της Ελευθερίας». Σκίτσο του Κhaldoon Gharaibeh. Πηγή: gharaibehweb.com

Την Τετάρτη που μας πέρασε, στις 11 Ιανουαρίου, συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από τότε που άνοιξε –ή μάλλον έκλεισε– τις πόρτες του το κολαστήριο του Γκουαντάναμο. Πολλά άρθρα γράφτηκαν για να θυμίσουν το γεγονός και να υπενθυμίσουν ότι ο Ομπάμα αθέτησε την υπόσχεσή του να κλείσει το κρατητήριο, ότι στο Γκουαντάναμο κρατούνται ακόμη 171 άτομα, 12 από τα οποία είναι εκεί από την πρώτη μέρα, 11 από τα οποία χωρίς να τους έχουν ασκηθεί κατηγορίες. Η Διεθνής Αμνηστία κυκλοφόρησε, πριν ακόμη από τη μαύρη αυτή επέτειο, μια έκθεση σχετικά με τη «δεκαετή κατακρεούργηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων» στο Γκουαντάναμο, όπου ασκεί οξεία κριτική και παρουσιάζει με σκληρή γλώσσα την κατάσταση των πραγμάτων.

Όλα αυτά ξαναζωντάνεψαν στη μνήμη τις φωτογραφίες που ξεθωριάζουν: τις φωτογραφίες των κρατουμένων με τις πορτοκαλί στολές και τις κουκούλες στο κεφάλι, των πολλαπλών συρματοπλεγμάτων, των ωμών βασανιστηρίων. Αναρωτήθηκα πώς γίνεται να ξεθωριάζουν τέτοιες εικόνες βίας, και ανέτρεξα στο βιβλίο της Άντζελας Ντέιβις, Δημοκρατία χωρίς δεσμά (μετάφραση Κώστα Ράπτη, Άγρα, Αθήνα 2008). Κοντά στην εξαιρετική της ανάλυση για τις φυλακές και το λεγόμενο «σωφρονιστικοβιομηχανικό σύμπλεγμα», η Ντέιβις δίνει καίριες και εύστοχες απαντήσεις και στο παραπάνω ερώτημα. Συνέχεια ανάγνωσης