Mίλα μου για γλώσσα

Standard

  του Φοίβου Παναγιωτίδη

(από το βιβλίο του που μόλις κυκλοφόρησε από τις ΠΕΚ)

Ανρί Ματίς, «Δύο χορευτές (σπουδή στο κόκκινο και στο μαύρο)", 1938

Ανρί Ματίς, «Δύο χορευτές (σπουδή στο κόκκινο και στο μαύρο)», 1938

Τι είναι η γλώσσα; Πώς και πού παράγεται; Πώς αναπτύσσεται; Από τι αποτελείται; Πώς μαθαίνεται; Πώς διαφοροποιείται στον χρόνο και στους τόπους; Πώς, πότε και γιατί αποκτά άλλο ειδικό βάρος πέρα από την αξία της για την επικοινωνία; Σε τι διαφέρει απ’ τη γραφή και τη σκέψη; Πώς νοείται το «γλωσσικό σφάλμα»; Αυτά και πολλά άλλα προσεγγίζονται σε μια εκλαϊκευμένη «εισαγωγή στη γλωσσολογία» ή καλύτερα στη σύγχρονη γλωσσολογία (στην παράδοση των Φερντινάν Σωσσύρ, Νόαμ Τσόμσκυ, Τζόζεφ Γκρήνμπεργκ και Ουίλλιαμ Λάμποφ) από τον  γλωσσολόγο  Φοίβο Παναγιωτίδη. Που, εκτός από το να επιχειρεί να δώσει έγκυρες απαντήσεις σε κοινές απορίες και προβληματισμούς, ανοίγει με επιστημονικούς όρους τη συζήτηση για τη γλώσσα, αυτό το «πανανθρώπινο κτήμα» και εξηγεί πως παρά «την προσιτότητα του [γλωσσικού] υλικού» και τις μυριάδες εξατομικευμένες εμπειρίες, η γλωσσολογία είναι μια επιστήμη, δόξη και τιμή. Με θεωρία, δεδομένα παρατήρησης, υποθέσεις και συμπεράσματα. Και όρια.

Το βιβλίο Μίλα μου για γλώσσα. Μικρή εισαγωγή στη γλωσσολογία του Φοίβου Παναγιωτίδη, αναπληρωτή καθηγητή γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, στην εξαιρετική σειρά «Προοπτικές». Δύσκολη δουλειά το απάνθισμα από ένα τόσο πυκνό και πλούσιο βιβλίο, που προσεγγίζει τη γλώσσα ως αντικείμενο και εμπειρία από τόσο πολλές και διαφορετικές όψεις. Διαλέξαμε όμως αποσπάσματα που μαρτυρούν τη γνήσια επιστημονική ματιά του συγγραφέα, αλλά και την απλότητα στις εξηγήσεις που δίνει σ’ αυτές τις «κοινές [μας] απορίες». Δυστυχώς, δεν προσφέρεται ο χώρος για παραπομπή στο εξαιρετικό «γλωσσάριο όρων» που συνοδεύει τη δουλειά αυτή. Το προνόμιο αυτό επιφυλάσσεται σε όσους και όσες το πάρουν στα χέρια τους. Καλοτάξιδο λοιπόν!

 Μαρία Καλαντζοπούλου

***

 Οι γλωσσολόγοι και οι άλλοι: Περιγραφή και ρύθμιση. […] Γλωσσολογία είναι η επιστημονική μελέτη της γλώσσας από όλες τις απόψεις και σε όλες ανεξαιρέτως τις εκφάνσεις της· άρα, και μόνο από αυτή την άποψη, πρόκειται για ένα ευρύτατο πεδίο. Έτσι, το πεδίο της γλωσσολογίας ναι μεν περιέχει στον πυρήνα του τη θεωρητική γλωσσολογία, τη μελέτη δηλαδή της δομής της γλώσσας, όμως απλώνεται πολύ πιο μακριά και συνομιλεί με όλους σχεδόν τους κλάδους των κοινωνικών και των ανθρωπιστικών σπουδών, και επιπλέον με τις επιστήμες της συμπεριφοράς, αλλά και με τις φυσικές επιστήμες.

Ωστόσο, τα παραπάνω δεν συνεπάγονται ότι η γλωσσολογία εναγκαλίζεται και εμπεριέχει oποιονδήποτε λόγο περί γλώσσας: όπως κάθε συζήτηση γύρω από τη μουσική δεν είναι μουσικολογία, έτσι και κάθε λόγος για τη γλώσσα δεν είναι γλωσσολογία. Απεναντίας, μεγάλο μέρος του λόγου για τη γλώσσα βρίσκεται εκτός γλωσσολογίας, Συνήθως, μάλιστα, εμπίπτει σε μία από τις εξής τρεις κατηγορίες: την ψευδογλωσσολογία, τη ρυθμιστική γραμματεία και, τέλος, τον βιωματικό λόγο για τη γλώσσα. […] Συνέχεια ανάγνωσης

Κόκκινα αβγά, κόκκινες σημαίες

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

1-SARANTAKOS-b

Eπαναστάτριες ξεσηκώνουν τον λαό, 1843

Παρά τον τίτλο, η στήλη απλώς αφορμή θα πάρει από το πασχαλινό έθιμο με τα αβγά που τα βάφουμε κόκκινα και τα τσουγκρίζουμε· έτσι κι αλλιώς, αν με ρωτήσετε για ποιο λόγο βάφουμε τ’ αβγά, και ειδικότερα γιατί τα βάφουμε κόκκινα, θα σας απαντήσω ότι δεν ξέρω. Έχουν διατυπωθεί δεκάδες θεωρίες· ας περιοριστούμε στο ότι το κόκκινο χρώμα συμβολίζει το αίμα του Ιησού ή στην πιο πρακτική προτροπή που έδωσε ένας επίσκοπος στον νεαρό Εμμ. Ροΐδη που τον είχε ρωτήσει σχετικά: «Τρώγε και μη ερεύνα!». Ευκαιρία είναι όμως να πούμε μερικά πράγματα για το κόκκινο χρώμα.

Το κόκκινο είναι το χρώμα του αίματος και του κινδύνου, του πάθους και της φωτιάς, της θυσίας και του θυμού, της επανάστασης και του κομμουνισμού. Κόκκινο, σε διάφορες αποχρώσεις, φορούσαν οι αυτοκράτορες και οι άλλοι εστεμμένοι, κόκκινο είναι το χρώμα των απαγορευτικών πινακίδων της τροχαίας και των πυροσβεστικών οχημάτων, των χρεωμένων λογαριασμών και των σπιτιών του πληρωμένου έρωτα. Κόκκινη κάρτα δείχνει ο διαιτητής στους άτακτους παίχτες, κόκκινες γραμμές υποτίθεται ότι βάζει η κυβέρνηση στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές (αλλά πάσχει από αχρωματοψία), κόκκινες είναι και οι ματωμένες φράουλες της Μανωλάδας.

Η αρχαία λέξη, ερυθρός, ήδη μυκηναϊκή, ομόρριζη με τις άλλες των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών (red, λατινικό ruber απ’ όπου γαλλ. rouge κτλ.), επιβιώνει και σήμερα, στον Ερυθρό Σταυρό, τους ερυθρόδερμους και τους ερυθρόλευκους, στο ερύθημα (κοκκίνισμα) αλλά και στο λυθρίνι (ερυθρίνος).

Ωστόσο, συνήθως λέμε κόκκινος, που και αυτό αρχαίο είναι, αλλά ελληνιστικό, και προέρχεται από τον κόκκο· κόκκος σήμαινε κυρίως κουκούτσι, αλλά στην προκειμένη περίπτωση ήταν τα αβγά ενός εντόμου, που λέγεται κόκκος ο βαφικός, και που συσσωματωμένα πολλά μαζί σε μικρές μπαλίτσες σαν μεγάλες φακές, τις κηκίδες ή πρινοκόκκια, τα έβρισκαν κολλημένα στις βελανιδιές και σε άλλα δέντρα (και στην αρχή τα νόμιζαν καρπούς των δέντρων).

Αφίσα της Παρισινής Κομμούνας

Αφίσα της Παρισινής Κομμούνας

Ο κόκκος από τα νεολιθικά χρόνια χρησίμευε, αφού τον ξέραιναν και τον άλεθαν, για την παρασκευή κόκκινης χρωστικής, κι έτσι η λέξη «κόκκινος» από την αρχική της σημασία (ύφασμα βαμμένο με κόκκο, π.χ. καταπέτασμα εξ υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου κεκλωσμένου, στη μετάφραση των Εβδομήκοντα) υποκατέστησε τελικά την παλιότερη «ερυθρός».

Και το πορφυρό χρώμα είναι επισημότερη και βαθύτερη απόχρωση του κόκκινου, και οφείλει κι αυτό την ονομασία του σε ζώο: σε ένα οστρακοφόρο μαλάκιο που χρησίμευε για την παρασκευή του χρώματος, την πορφύρα, που από τον αδένα του έβγαζε τη βαθυκόκκινη χρωστική που χρησιμοποιούσαν για τα πανάκριβα ρούχα των εστεμμένων, γι’ αυτό και ονομάστηκε Πορφυρογέννητος ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ — η λέξη έχει περάσει και στο αγγλικό purple. Έχουμε ακόμα το πυρρό (της φωτιάς το χρώμα) ή το ρούσο, το ξανθοκόκκινο, το χρώμα των Ρουσίων του βυζαντινού ιπποδρόμου, από το λατινικό russeus και άσχετο με τους Ρώσους. Αλλά και πολλές άλλες λέξεις υπάρχουν για αποχρώσεις του κόκκινου: το άλικο (ανοιχτό κόκκινο, τουρκικό δάνειο), το κρεμεζί (δάνειο από τα τουρκικά, που ανάγεται τελικά στην περσική λέξη για το ίδιο εντομάκι που παράγει την κόκκινη χρωστική, από εκεί και το αγγλικό crimson) ή το σκαρλάτο (που ανάγεται μέσω του βυζαντινού σιγιλλάτος στο λατινικό sigillum, σφραγίδα, στάμπα).

Η σύνδεση του κόκκινου με τα αριστερά κινήματα έχει τις ρίζες της στη Γαλλική Επανάσταση. Αρχικά, η Εθνοφρουρά ύψωνε την κόκκινη σημαία σαν προειδοποίηση ότι θα ανοίξει πυρ· έτσι έγινε και στη σφαγή του Πεδίου του Άρεως, στις 17 Ιουλίου 1791, όταν οι Εθνοφρουροί έπνιξαν στο αίμα μια αντιμοναρχική διαδήλωση, και από τότε οι Γιακωβίνοι υιοθέτησαν το κόκκινο σε ανάμνηση των θυμάτων της μέρας εκείνης. Η κόκκινη σημαία πρωταγωνίστησε και στην Επανάσταση του 1848, όταν παραλίγο να αντικαταστήσει την τρίχρωμη ως εθνική σημαία της Γαλλίας, και δέθηκε αδιάρρηκτα με τα σοσιαλιστικά, εργατικά και κομμουνιστικά κινήματα μετά την Κομμούνα του Παρισιού το 1871. Όπως έγραψε ο Κάρολος Μαρξ στον Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία, «ο παλιός κόσμος έβγαζε αφρούς λύσσας μπροστά στην Κόκκινη Σημαία, το σύμβολο της δημοκρατίας της εργασίας, που ανέμιζε στο δημαρχείο». Και σ’ ένα ελληνικό Εγκόλπιον εργάτου του 1893 διαβάζουμε: «Η ερυθρά σημαία του σοσιαλισμού φέρει χρυσοίς γράμμασιν: Ελευθερία, όλοι ίσοι». Συνέχεια ανάγνωσης

Οι Νεφελίμ και τα φωνήεντα

Standard

του Χρήστου Τριανταφύλλου

 «Οι συγγραφείς του εγχειριδίου παραδέχονται στον πρόλογο ότι “τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του βιβλίου υπαγόρευσαν κάποιες απαραίτητες απλοποιήσεις”! Χωρίς να έχουν την εξουσιοδότηση κανενός, αυτοί οι άνθρωποι αποπειρώνται να κάνουν λοβοτομή στο μέλλον του έθνους αλλάζοντας –επί τα χείρω– τον πηγαίο κώδικα του ανθρώπινου μυαλού, που είναι η γλώσσα! Με τις… ευλογίες της πανελίστριας της λέσχης Μπίλντερμπεργκ κυρίας Διαμαντοπούλου, οι συγγραφείς του βιβλίου έκαναν κανονική επίθεση στον σκληρό πυρήνα της εθνικής ιδιοσυστασίας μας και το δηλητηριώδες πόνημά τους διανέμεται στα μικρά και ανυπεράσπιστα παιδιά». Το απόσπασμα προέρχεται από ένα άρθρο της εφημερίδας Δημοκρατία, με τον εύγλωττο τίτλο «Εθνική Λοβοτομή» (11.7.2012, goo.gl/Ah4cD), και αποδίδει στον ύψιστο βαθμό τον πυρήνα του ζητήματος, το οποίο προέκυψε σχετικά με το βιβλίο Γραμματικής της Ε΄ και ΣT΄ Δημοτικού σχετικά με την υποτιθέμενη «μείωση των φωνηέντων». Ως προς το γλωσσολογικό σκέλος, αφενός ο Νίκος Σαραντάκος και αφετέρου οι 140 επιστήμονες[i] (αλλά και ο Ι. Καζάζης και ο Γ. Μπαμπινιώτης) απάντησαν με εξαιρετικό τρόπο στη σκοταδιστική επίθεση. Ο απόηχος που απομένει, όμως, είναι ιδιαίτερα θορυβώδης για να αγνοηθεί, ως θέμα τόσο κοινωνικό όσο και ιδεολογικό — υπό την έννοια της διάχυσης και εμπέδωσης επιστημονικών ή ψευδοεπιστημονικών ερμηνευτικών σχημάτων.

Όπως παρατηρεί εύστοχα και πάλι ο Ν. Σαραντάκος,[ii] πρόκειται για ένα ζήτημα που, παρά τα κοινά στοιχεία, διαφέρει από εκείνο του βιβλίου της Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού (με τον περίφημο «συνωστισμό»): οι τωρινές αντιδράσεις προέρχονταν κυρίως από τον χώρο της αντιδραστικής — λαϊκής θα πω εγώ– Δεξιάς και Ακροδεξιάς, σε αντίθεση με το 2007 που εξέφραζαν ένα ευρύτερο φάσμα. Μάλιστα, οι αντιδρώντες υποστηρίζουν, ρητά ή υπόρητα, ότι το «πρόβλημα» έγκειται στις γλωσσικές μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του 1970 και του 1980, αναπολώντας έναν χαμένο παράδεισο — με αυτή την έννοια μπορεί κανείς να βρει αναλογίες λ.χ. με τα Μαρασλειακά.

Αν και οι αντιδράσεις έχουν ως κοινό παρονομαστή τα εθνικά διακυβεύματα, διακρίνεται σαφώς ένα σκέλος που προσεγγίζει το ζήτημα σε μια πιο «λόγια» βάση∙ εξέχον παράδειγμα –χαρακτηριστικός και ο χώρος όπου φιλοξενείται– είναι το άθρο του Απόστολου Διαμαντή,[iii] ο οποίος ξεσπαθώνει κατά των επιστημόνων που προσπαθούν να νοθεύσουν την αναλλοίωτη ουσία του Ελληνισμού μειώνοντας τα φωνήεντα του ελληνικού αλφαβήτου. Το άρθρο αυτό δεν περιλαμβάνει τίποτα το καινοφανές, απλά επαναλαμβάνει τα γνωστά εθνοκεντρικά και συνωμοσιολογικά στερεότυπα, εφαρμόζοντας και το σχήμα που θέλει τον «απλό και άδολο λαό» να αντιπαρατίθεται στους πάσης φύσεως υπηκόους των ξένων κέντρων εξουσίας. Το ιδιαιτέρως ενδιαφέρον –καθώς μάλιστα ο συγγραφέας είναι και πανεπιστημιακός– είναι πως προσκομίζονται οι ρήσεις δύο μορφών του παρελθόντος, στις οποίες γίνεται επίκληση ως αυθεντίες: η μια είναι ο Βιτγκενστάιν και η άλλη ο Ζαμπέλιος. Ο δεύτερος μάλιστα με τα «έξοχα ελληνικά του», προφανώς σε αντίθεση με τα άθλια ελληνικά των συγγραφέων της Γραμματικής. Δεν θέλω να σταθώ εδώ στην αιτία της δημοσίευσης αρχετυπικά λαϊκίστικων άρθρων σε μια σελίδα «σοβαρή» και «φιλελέυθερη», όσο στον μηχανισμό στήριξης της αυθεντίας στο «λόγιο» σκέλος των αντιδράσεων για το βιβλίο της Γραμματικής. Συνέχεια ανάγνωσης

Μαϊντανός στη σούπα

Standard

OI ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Το δηλητηριώδες κώνειο, της ίδιας οικογένειας με τον μαϊντανό (Mathews F. Schuyler, «Field Book of American Wild Flowers, G. P. Putnam’s Sons, Νέα Υόρκη 1902.

Όταν ήμουν μικρός, στην αρχή μπέρδευα τον μαϊντανό με τον άνηθο. Στα θελήματα που μ’ έστελναν ίσαμε τον μανάβη της γωνίας, η πιθανότητα να ψωνίσω το σωστό χορταρικό ήταν πενήντα-πενήντα, αφού άλλοτε ξεχνούσα τι μου είχαν πει κι άλλοτε έπαιρνα το λάθος ματσάκι. Είδε κι απόειδε κι η μητέρα μου, και μου έδινε παραγγελία και για τα δύο, αφού συνήθως μαζί χρησιμοποιούνται στην κουζίνα. Μετά, μου εντυπώθηκε ότι ο μαϊντανός είναι σγουρός και σταμάτησα να τους μπερδεύω. Αν όμως και τα δυο χορταρικά είναι χρήσιμα στη μαγειρική ως αρτύματα, ο μαϊντανός έχει πολύ μεγαλύτερη γλωσσική νοστιμιά και γι’ αυτό θα μας απασχολήσει σήμερα. Αν και ποτέ δεν είμαστε βέβαιοι ποιο ακριβώς φυτό περιγράφουν οι αρχαίοι συγγραφείς, πρώτη αναφορά στον μαϊντανό βρίσκουμε στο έργο Περί ύλης ιατρικής του Διοσκουρίδη, τον πρώτο αιώνα, ο οποίος αναφέρει το πετροσέλινον, το οποίο «φύεται εν Μακεδονία εν αποκρήμνοις τόποις». Ονομάστηκε δηλαδή ο μαϊντανός «σέλινο των βράχων», πράγμα που υποβάλλει την ιδέα ότι ίσως το φυτό έγινε γνωστό στα μέρη μας εκείνη περίπου την εποχή, ενώ το σέλινο ήταν πανταχού παρόν στον ελληνικό χώρο από τα πανάρχαια χρόνια· ακόμα και σε μυκηναϊκές πινακίδες της Γραμμικής Β΄ βρίσκουμε αναφορά σε se-ri-no.

Το πετροσέλινον λοιπόν, ονομασία που διατηρείται και σήμερα, έχει στη συνέχεια πυκνή παρουσία στα ιατρικά και διαιτητικά κείμενα του Γαληνού και των άλλων μεγάλων Ελλήνων γιατρών-συγγραφέων της ρωμαϊκής περιόδου και της ύστερης αρχαιότητας, συχνά ως συστατικό σε αντίδοτα και για τις θεραπευτικές του ιδιότητες (π.χ. διουρητικές). Πέρασε στα λατινικά ως petroselinum και από εκεί σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες, αν και πολλές φορές έγινε αγνώριστο: αγγλικά parsley, γαλλικά persil, ιταλικά prezzemolo, γερμανικά petersilie, ισπανικά perejil, ρουμανικά pătrunjel. Πέρασε επίσης στα εβραϊκά, petrosilia, φτάνοντας στα ανατολικά έως τα ινδονησιακά, peterseli, και τα γιαπωνέζικα, paseri.

Από το ιταλικό prezzemolo, με αντιμετάθεση των φθόγγων, η λέξη επιστρέφει αντιδάνειο στα ελληνικά ως περσέμολο ή περσέμουλο κι έτσι έχει εξασφαλίσει μια γωνίτσα στην αθανασία επειδή περιλαμβάνεται σε ένα διάσημο απόσπασμα από το Άξιον Εστί του Ελύτη, μαζί με άλλα σπάνια και ιδιωματικά ονόματα φυτών: «Να το σπαράγγι να ο ριθιός, να το σγουρό περσέμολο, το τζεντζεφύλλι και το πελαργόνι, ο στύφνος και το μάραθο, Οι κρυφές συλλαβές όπου πάσχιζα την ταυτότητά μου ν’ αρθρώσω». Συνέχεια ανάγνωσης

Τα εφαρμοστικά του μακροπρόθεσμου

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Έργο του Ζωρζ Ρουώ

Το σημείωμα αυτό γράφεται μερικές μέρες νωρίτερα, οπότε δεν παίρνει υπόψη του όσα έχουν ενδεχομένως μεσολαβήσει την τελευταία εβδομάδα. Οι εφημερίδες έχουν επικαιρότητα με κλίμακα ημέρας, εμείς όμως συζητάμε για τη λέξη του μήνα που μας πέρασε — και γι’ άλλη μια φορά, οι λέξεις του μήνα μάς έρχονται ζευγάρι.

Προηγείται βέβαια το περιβόητο μεσοπρόθεσμο πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής, που απειλεί να βάλει ταφόπλακα πάνω σε κάθε ελπίδα ανάκαμψης της οικονομίας μας και να ξεπουλήσει μπιρ παρά όχι μόνο τα ασημικά, αλλά και τα μπακίρια μας. Λέγεται μεσοπρόθεσμο επειδή (υποτίθεται ότι) αφορά μια περίοδο τεσσάρων ετών, δηλαδή η πραγματοποίησή του δεν τοποθετείται ούτε στο άμεσο μέλλον, έστω σε έναν χρόνο, οπότε θα ήταν βραχυπρόθεσμο, αλλά ούτε και σε μακρινό ορίζοντα: κάπου ενδιάμεσα, άσχετα αν οι συνέπειές του υπάρχει φόβος να σημαδέψουν μια ή δυο γενιές.

Η σημαντική λέξη εδώ είναι η προθεσμία, που είναι αρχαία· στο αττικό δίκαιο σήμαινε την προκαθορισμένη ημέρα κατά την οποία έπρεπε οπωσδήποτε να πληρωθούν τα οφειλόμενα χρήματα ή να γίνει αγωγή στο δικαστήριο, μετά την παρέλευση της οποίας δεν επιτρεπόταν καμιά σχετική δικαστική ενέργεια. Σύνθετη λέξη φυσικά, από το προ και το θέσμιος, από τη μεγάλη οικογένεια του ρήματος τίθημι. Συνέχεια ανάγνωσης

Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε

Standard

της Ιωάννας Μεϊτάνη

Blu + Os Gémeos, γκράφιτι στη Λισσαβώνα

Τα τελευταία είκοσι χρόνια ο δρ Σλόσερ, καθηγητής στο Ινστιτούτο Γερμανικής Λογοτεχνίας και Διδακτικής του Πανεπιστημίου Γκαίτε της Φραγκφούρτης, έχει καθιερώσει το βραβείο για την «αντιλέξη» (Unwort) της χρονιάς, τη χειρότερη, την πιο άκυρη, δηλαδή, λέξη, από την άποψη της χρήσης της. Κάθε Γενάρη, μια ανεξάρτητη μόνιμη εξαμελής επιτροπή, αποτελούμενη από φιλολόγους, δημοσιογράφους και συγγραφείς, συνεδριάζει για να διαλέξει τη χειρότερη λέξη, αντλώντας υλικό από τις 1.700 περίπου επιστολές με προτάσεις πολιτών που δέχεται κάθε χρόνο. Οι υποψήφιες λέξεις και εκφράσεις πρέπει να προέρχονται από τον δημόσιο λόγο, η χρήση τους να είναι στρεβλή και ανάρμοστη, δηλαδή αναντίστοιχη με την έννοια που εκφράζουν, ή/και να είναι προσβλητικές για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Οι προτάσεις αντλούνται από οποιονδήποτε τομέα της δημόσιας ζωής, όπως την πολιτική, τη διοίκηση, την οικονομία, την τεχνολογία, την επιστήμη, τα ΜΜΕ κ.ά., και πρέπει πάντοτε να αναφέρουν την πηγή τους. Εκτός από την πιο άκυρη λέξη της χρονιάς, η επιτροπή διαλέγει και δυο-τρεις ακόμη λέξεις, τη χρήση των οποίων θεωρεί προβληματική.

* * *

 

Banksy, AL-crat

Από την ιστορία του θεσμού και τις λέξεις που αναδεικνύει κάθε χρόνο, φαίνεται ότι η κριτική επιτροπή δεν χαρίζει κάστανα. Η αιτιολογία που συνοδεύει κάθε χρόνο την πιο άκυρη λέξη είναι λακωνική, εύστοχη και τσουχτερή. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που ως «αντιλέξη» της χρονιάς επιλέχθηκε μια λέξη ή μια έκφραση που είπε διακεκριμένο δημόσιο πρόσωπο. Το 1993 σχολίασαν την έκφραση του τότε καγκελάριου Χέλμουτ Κολ ότι η Γερμανία είναι «ένα απέραντο λούνα παρκ», επειδή οι Γερμανοί «θέλουν να έχουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο και να δουλεύουν λιγότερο απ’ ό,τι οι άλλοι λαοί» — πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα η επιτροπή να έρθει σε σύγκρουση με την Εταιρεία Γερμανικής Γλώσσας, στην οποία εντασσόταν ως τότε, και να συνεχίσει την πορεία της ως αυτόνομος θεσμός.

Για να πάρουμε μια εικόνα της κατεύθυνσης στην οποία κινείται η κριτική επιτροπή, ορισμένα παραδείγματα από προηγούμενες χρονιές: μια από τις εκφράσεις που κατακρίθηκαν το 1991 ήταν τα «έξυπνα όπλα», που χρησιμοποιήθηκε στον πόλεμο του Κόλπου· «παράπλευρες απώλειες» ήταν η χειρότερη λέξη της χρονιάς το 1999, όπως χρησιμοποιήθηκε από αξιωματικούς του ΝΑΤΟ στον πόλεμο του Κοσσόβου· «ανθρώπινο κεφάλαιο» το 2004, έκφραση που υποβιβάζει τους ανθρώπους σε μετρήσιμο μέγεθος σε οικονομικά συμφραζόμενα· την ίδια χρονιά, μια από τις λέξεις που κατέκρινε η επιτροπή ήταν τα «κέντρα υποδοχής», όπως ονομάστηκαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών· «εθελούσια έξοδος» το 2006, όπως χαρακτηρίστηκε η εκδίωξη προσφύγων από τη Γερμανία των οποίων η αίτηση ασύλου δεν είχε εγκριθεί, έπειτα από έντονη «φιλική παρότρυνση και συμβουλή» των αρχών στα λεγόμενα «κέντρα αναχώρησης»· «αναξιοπαθούσες τράπεζες» το 2008, λέξη η οποία αντιστρέφει εντελώς τη σχέση αιτίου και αιτιατού στην παγκόσμια οικονομική κρίση. Συνέχεια ανάγνωσης

Εξαπτέρυγα και ξεφτέρια πάνω από την κάλπη

Standard

Έργο του Ανρί Ματίς, από την ενότητα "Τζαζ"

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ


του Νίκου Σαραντάκου

Οι πρωινοί θα έχουν ήδη ρίξει το ψηφοδέλτιο στην κάλπη, αλλά το σημερινό σημείωμα της στήλης δεν μπορεί να μην έχει σχέση με τις εκλογές. Όμως, η σημερινή είναι η τρίτη εκλογική αναμέτρηση μέσα στα δυο χρόνια που λεξιλογώ από τις φιλόξενες σελίδες της Αυγής, οπότε τα βασικά του εκλογικού λεξιλογίου (κάλπη, ψήφος και τα τοιαύτα) τα έχω καλύψει. Για να μη σας σερβίρω λοιπόν ξαναζεσταμένο φαγητό, θα εξετάσω μια λέξη που δεν ήταν ανέκαθεν εκλογική αλλά ακούστηκε αρκετά στις φετινές εκλογές, τη λέξη «εξαπτέρυγα».

Η λέξη αυτή τον τελευταίο καιρό έχει μπει στο παραπολιτικό λεξιλόγιο για τα καλά. Η αρχή ίσως έγινε από τον Αντώνη Σαμαρά τον Ιούνιο, όταν, φωτογραφίζοντας τον Καρατζαφέρη και τη Ντόρα Μπακογιάννη που έδωσαν θετική ψήφο στο μνημόνιο, έκανε λόγο για όσους προσχώρησαν σε αυτή την πολιτική ως εξαπτέρυγα του ΠΑΣΟΚ… Ο όρος έπιασε στα φιλικά του έντυπα, με αποτέλεσμα ο κ. Σαμαράς να συνεχίσει να τον χρησιμοποιεί — για παράδειγμα, στις αρχές Οκτωβρίου, στο φεστιβάλ της ΟΝΝΕΔ, έκανε λόγο για «εξαπτέρυγα και παπαγαλάκια της κυβέρνησης». Το είπε μια, το είπε δυο ο Σαμαράς, ο έτερος ένοικος της πολυκατοικίας δεν βάσταξε άλλο και αντέδρασε: «Όσο είμαι εγώ εξαπτέρυγο του ΠΑΣΟΚ, άλλο τόσο ο Σαμαράς είναι εξαπτέρυγο της αριστεράς», είπε την περασμένη εβδομάδα ο Γ. Καρατζαφέρης.

Συνέχεια ανάγνωσης