Mίλα μου για γλώσσα

Standard

  του Φοίβου Παναγιωτίδη

(από το βιβλίο του που μόλις κυκλοφόρησε από τις ΠΕΚ)

Ανρί Ματίς, «Δύο χορευτές (σπουδή στο κόκκινο και στο μαύρο)", 1938

Ανρί Ματίς, «Δύο χορευτές (σπουδή στο κόκκινο και στο μαύρο)», 1938

Τι είναι η γλώσσα; Πώς και πού παράγεται; Πώς αναπτύσσεται; Από τι αποτελείται; Πώς μαθαίνεται; Πώς διαφοροποιείται στον χρόνο και στους τόπους; Πώς, πότε και γιατί αποκτά άλλο ειδικό βάρος πέρα από την αξία της για την επικοινωνία; Σε τι διαφέρει απ’ τη γραφή και τη σκέψη; Πώς νοείται το «γλωσσικό σφάλμα»; Αυτά και πολλά άλλα προσεγγίζονται σε μια εκλαϊκευμένη «εισαγωγή στη γλωσσολογία» ή καλύτερα στη σύγχρονη γλωσσολογία (στην παράδοση των Φερντινάν Σωσσύρ, Νόαμ Τσόμσκυ, Τζόζεφ Γκρήνμπεργκ και Ουίλλιαμ Λάμποφ) από τον  γλωσσολόγο  Φοίβο Παναγιωτίδη. Που, εκτός από το να επιχειρεί να δώσει έγκυρες απαντήσεις σε κοινές απορίες και προβληματισμούς, ανοίγει με επιστημονικούς όρους τη συζήτηση για τη γλώσσα, αυτό το «πανανθρώπινο κτήμα» και εξηγεί πως παρά «την προσιτότητα του [γλωσσικού] υλικού» και τις μυριάδες εξατομικευμένες εμπειρίες, η γλωσσολογία είναι μια επιστήμη, δόξη και τιμή. Με θεωρία, δεδομένα παρατήρησης, υποθέσεις και συμπεράσματα. Και όρια.

Το βιβλίο Μίλα μου για γλώσσα. Μικρή εισαγωγή στη γλωσσολογία του Φοίβου Παναγιωτίδη, αναπληρωτή καθηγητή γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, στην εξαιρετική σειρά «Προοπτικές». Δύσκολη δουλειά το απάνθισμα από ένα τόσο πυκνό και πλούσιο βιβλίο, που προσεγγίζει τη γλώσσα ως αντικείμενο και εμπειρία από τόσο πολλές και διαφορετικές όψεις. Διαλέξαμε όμως αποσπάσματα που μαρτυρούν τη γνήσια επιστημονική ματιά του συγγραφέα, αλλά και την απλότητα στις εξηγήσεις που δίνει σ’ αυτές τις «κοινές [μας] απορίες». Δυστυχώς, δεν προσφέρεται ο χώρος για παραπομπή στο εξαιρετικό «γλωσσάριο όρων» που συνοδεύει τη δουλειά αυτή. Το προνόμιο αυτό επιφυλάσσεται σε όσους και όσες το πάρουν στα χέρια τους. Καλοτάξιδο λοιπόν!

 Μαρία Καλαντζοπούλου

***

 Οι γλωσσολόγοι και οι άλλοι: Περιγραφή και ρύθμιση. […] Γλωσσολογία είναι η επιστημονική μελέτη της γλώσσας από όλες τις απόψεις και σε όλες ανεξαιρέτως τις εκφάνσεις της· άρα, και μόνο από αυτή την άποψη, πρόκειται για ένα ευρύτατο πεδίο. Έτσι, το πεδίο της γλωσσολογίας ναι μεν περιέχει στον πυρήνα του τη θεωρητική γλωσσολογία, τη μελέτη δηλαδή της δομής της γλώσσας, όμως απλώνεται πολύ πιο μακριά και συνομιλεί με όλους σχεδόν τους κλάδους των κοινωνικών και των ανθρωπιστικών σπουδών, και επιπλέον με τις επιστήμες της συμπεριφοράς, αλλά και με τις φυσικές επιστήμες.

Ωστόσο, τα παραπάνω δεν συνεπάγονται ότι η γλωσσολογία εναγκαλίζεται και εμπεριέχει oποιονδήποτε λόγο περί γλώσσας: όπως κάθε συζήτηση γύρω από τη μουσική δεν είναι μουσικολογία, έτσι και κάθε λόγος για τη γλώσσα δεν είναι γλωσσολογία. Απεναντίας, μεγάλο μέρος του λόγου για τη γλώσσα βρίσκεται εκτός γλωσσολογίας, Συνήθως, μάλιστα, εμπίπτει σε μία από τις εξής τρεις κατηγορίες: την ψευδογλωσσολογία, τη ρυθμιστική γραμματεία και, τέλος, τον βιωματικό λόγο για τη γλώσσα. […] Συνέχεια ανάγνωσης

Σπίτια στο σφυρί

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

 spitiΌλον τον Αύγουστο, που υποτίθεται πως δεν υπάρχουν ειδήσεις, τα κανάλια αναφέρονταν συχνά στην «άρση των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας»· μακάρι να κυριολεκτούσαν, και να αίρονταν, παναπεί να καταργούνταν, οι αποφασισμένοι πλειστηριασμοί, όμως ήταν μια φριχτά παραπλανητική φραστική οικονομία αφού εννοούσαν «άρση της αναστολής πλειστηριασμών», αναστολή που είχε θεσπιστεί το 2008 και στις 31 Δεκεμβρίου 2013 εκπνέει, οπότε, αν δεν παραταθεί, κινδυνεύουν χιλιάδες συμπολίτες μας που αδυνατούν να πληρώσουν το στεγαστικό τους δάνειο, κι έτσι θα βγουν σπίτια σε πλειστηριασμό, θα βγουν στο σφυρί όπως λέμε, έκφραση γεννημένη από το σφυράκι που χρησιμοποιεί ο διευθυντής της δημοπρασίας για να κατακυρώνει το έκθεμα στον πλειοδότη.

Το σπίτι και η κατοικία θα είναι λοιπόν οι λέξεις του μήνα. Η κατοικία παράγεται από την «οικία» και αυτή από τον «οίκο», που είναι λέξη αρχαία, και αντικατέστησε το ακόμα αρχαιότερο «δόμος» που περιέπεσε σε αχρησία. Στα αρχαία ελληνικά, η οικία είχε σημασία πιο στενή από τον οίκο· περιέγραφε το οίκημα καθαυτό, το κτίριο της διαμονής, ενώ ο οίκος δήλωνε όλη την περιουσία, κινητή και ακίνητη, του ιδιοκτήτη.

Οι λέξεις οικία και οίκος διατηρούνται βέβαια και στα νέα ελληνικά, αν και η οικία μόνο σε επίσημο ύφος χρησιμοποιείται, ή σε σατιρικό (καλώς ορίσατε εις την οικία του σπιτιού μου, έλεγε ένας αγαπημένος φίλος), ενώ ο οίκος μόνο σε εξειδικευμένες χρήσεις (οίκος ευγηρίας, εκδοτικός οίκος, οίκος μόδας, το άλλο που σκεφτήκατε), πολλές από τις οποίες είναι μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά ή τα γαλλικά. Βέβαια, η ρίζα οικο- είναι πανταχού παρούσα στο νεότερο λεξιλόγιο, καμιά φορά λιγάκι κρυμμένη (διότι και ο νοικοκύρης από εκεί παράγεται, με επανανάλυση της αιτιατικής: τον οικοκύρη à το νοικοκύρη), και μάλιστα έχει πάρει νέα ορμητική ώθηση μετά την εμφάνιση της οικολογίας, ως αντίληψης, ως επιστήμης και ως ορολογικού πεδίου, με τους πάμπολλους νεολογισμούς που γεννήθηκαν. Συνέχεια ανάγνωσης

Διγλωσσία: Πρόβλημα, δικαίωμα ή κοινωνικό κεφάλαιο;

Standard

του Γιώργου Μπουγελέκα

Φερνάν Λεζέ, «Σύνθεση με τρεις μορφές», 1932

Φερνάν Λεζέ, «Σύνθεση με τρεις μορφές», 1932

Σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια διαπιστώνεται η έντονη πλέον παρουσία δίγλωσσου μαθητικού πληθυσμού. Τα φαινόμενα διγλωσσίας στην Ελλάδα άρχισαν να παρατηρούνται και να μελετούνται κυρίως την τελευταία δεκαετία, καθώς η χώρα έχει αλλάξει από χώρα εξαγωγής μεταναστών σε χώρα υποδοχής από πολλά μέρη του κόσμου. Για τον λόγο αυτό, τα θέματα διγλωσσίας και δίγλωσσης εκπαίδευσης έχουν ορμητικά καταλάβει μια από τις πρωτεύουσες θέσεις στα ελληνικά κοινωνικά και εκπαιδευτικά πλαίσια. Μέχρι τώρα, το μοναδικό μέλημα των ελληνικών πολιτικών και εκπαιδευτικών αρχών είναι η επιτυχής διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας. Μια τέτοια πολιτική είναι πια εντελώς αναντίστοιχη με τις συνθήκες.

Γενικά, οι άλλες γλώσσες είναι δυνατόν να αντιμετωπισθούν από ορισμένους ως πρόβλημα, από κάποιους άλλους ως δικαίωμα, ενώ από κάποιους τρίτους ως κοινωνικός πόρος ή κεφάλαιο.

Α. Αν αντιμετωπισθεί η γλωσσική ετερότητα ως πρόβλημα, τότε η γλωσσική αφομοίωση είναι αποκλειστικός μακροπρόθεσμος στόχος που επιτάσσει είτε την απευθείας παράκαμψη της όποιας άλλης γλώσσας είτε τη σταδιακή μετάβαση από αυτήν προς την ελληνική. Αυτές οι προσεγγίσεις υπηρετούνται με τα μοντέλα εμβύθισης (submersion) ή και με τα μοντέλα μεταβατικής δίγλωσσης εκπαίδευσης(transitionalbilingualeducation). Πρόκειται για δύο προγράμματα ενάντια στη δίγλωσση εκπαίδευση, τα οποία εμφανίστηκαν αρχικά στις ΗΠΑ, τις δύο τελευταίες δεκαετίες.1

Η συνήθης διδακτική πρακτική είναι η απαίτηση των διδασκόντων προς τους γονείς των νηπίων για άμεση διακοπή ακόμη και της ενδοοικογενειακής χρήσης της μητρικής τους γλώσσας, θεωρώντας ότι εκεί βρίσκεται το πρόβλημα της σχολικής τους αποτυχίας. Πρόκειται, κατά τον JimCummins, για λανθασμένη αντίληψη «της διγλωσσίας των παιδιών ως δήθεν προβλήματος που πρέπει να λυθεί» και η οποία «συχνά οδηγεί σε τύπους αλληλεπίδρασης δασκάλου-μαθητή που μεταδίδουν στους μαθητές το μήνυμα ότι πρέπει να αφήσουν έξω από την πόρτα του σχολείου τη γλώσσα τους και τον πολιτισμό τους».2 Συνέχεια ανάγνωσης

Ανεργία, εργασία και δουλειά

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Εργάτριες, τέλη του 19ου αιώνα

Εργάτριες, τέλη του 19ου αιώνα

Κάποιες ειδήσεις ξεσπούν με κρότο, κυριαρχούν στην επικαιρότητα και τραβάνε αμέσως την προσοχή, κάποιες άλλες πλησιάζουν αθόρυβα, και καμιά φορά είναι οι πιο επικίνδυνες. Σύμφωνα με την έκθεση του ΙΟΒΕ που δημοσιεύτηκε τις προάλλες στην Αυγή, η ανεργία στο τέλος του 2013, κατά το αισιόδοξο σενάριο θα φτάσει το 27,6%. Η αύξηση της ανεργίας, στην Ελλάδα και στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, ειδικά των νέων, με ποσοστά πλειοψηφικά πλέον, που ξεπερνούν αρκετά το 50% στη χώρα μας και σε άλλες χώρες του Νότου, είναι κάτι που δεν αποτελεί συνταρακτική είδηση αλλά θλιβερή πραγματικότητα.

Η λέξη άνεργος εμφανίζεται μια φορά όλη κι όλη σε κείμενα της κλασικής αρχαιότητας και φυσικά όχι με τη σημερινή σημασία· στην Ελένη του Ευριπίδη, διεκτραγωδείται η τύχη της Τροίας, που οδηγείται στον όλεθρο «δι έργ’ άνεργα», για πράξη που δεν έγινε. Η λέξη ανεργία, εμφανίζεται και αυτή στην ελληνιστική εποχή με τη σημασία της απραξίας, αλλά με τη σημερινή της σημασία είναι ουσιαστικά παιδί της βιομηχανικής επανάστασης, αφού και στις ευρωπαϊκές γλώσσες τότε εμφανίστηκαν οι αντίστοιχες λέξεις με αυτή τη σημασία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Το λόμπι της δραχμής και ο θίασος της ύφεσης

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

 του Νίκου Σαραντάκου

drx neo Τελικά, στη συνεδρίαση του Γιούρογκρουπ την περασμένη Δευτέρα φαίνεται πως αποφασίστηκε να μας χορηγηθεί η δόση, η δόση του δανείου για να εξηγούμαστε, έστω και αν πρόκειται για δόση με δόσεις, αφού το ένα μέρος (η μερίδα του λέοντος, λένε) θα εκταμιευθεί μέσα στον Δεκέμβριο, ενώ τα υπόλοιπα θα καταβληθούν σε δυο ή τρεις επόμενες δόσεις, και αυτό μόνο εφόσον η ελληνική κυβέρνηση ψηφίσει το φορολογικό και άλλα νομοσχέδια που θα αποτελειώσουν ό,τι ακόμα κινείται στην οικονομία. Πάντως, ακόμα και για την πρώτη από τις δόσεις της δόσης υπάρχει αρκετή αβεβαιότητα, αφού προϋπόθεση είναι να έχει ολοκληρωθεί ως τότε η επαναγορά χρέους, δηλαδή το νέο άγριο κούρεμα των ήδη κουρεμένων ομολόγων που έχουν στα χέρια τους τα ασφαλιστικά ταμεία και οι φουκαράδες μικρομολογιούχοι. Οπότε να κρατάμε μικρό καλάθι, διότι το αν θα εκταμιευτεί όντως η πρώτη δόση της δόσης εξαρτάται από τους ισχυρούς εταίρους μας (μάλλον γι’ αυτό την είπαν μερίδα του λέοντος). Συνέχεια ανάγνωσης

Το εκβιαστικό δίλημμα των τελεσιγράφων

Standard

 

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

Κώστας Μπαλάφας, «Στο δρόμο για τα χειμαδιά, Πίνδος 1959» (από το ημερολόγιο 2012 του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ με τίτλο «Κώστας Μπαλάφας. Η άλλη Ελλάδα»)

Τις τελευταίες μέρες διαβάζουμε παντού για τελεσίγραφα των εταίρων μας, για εκβιασμούς της τρόικας, για σκληρά διλήμματα, οπότε σκέφτηκα να φτιάξω έναν (κάπως τεχνητό, είναι η αλήθεια) τίτλο με τις τρεις λέξεις που θα δούμε στο σημερινό σημείωμα, λέξεις που έχουν σαν κοινό τους χαρακτηριστικό ότι κάποιος καλείται να αποφασίσει υπό συνθήκες πίεσης ανάμεσα σε δύο επιλογές.
Το δίλημμα φυσικά μπορεί να είναι και ανώδυνο, να μην υπάρχουν συνθήκες πίεσης, όπως όταν κάποιος έχει να διαλέξει αν θα πάει διακοπές στο βουνό ή στη θάλασσα, αλλά συνήθως η λέξη χρησιμοποιείται όταν οι εναλλακτικές επιλογές έχουν και οι δυο κάποιο κόστος, συχνά δυσβάσταχτο, σαν τον εργαζόμενο που αντιμετωπίζει το δίλημμα αν θα προδώσει τους συναδέλφους του ή θα χάσει τη δουλειά του.
Η λέξη δίλημμα είναι βέβαια παλιά, αλλά όχι τόσο αρχαία όσο φαίνεται• δεν ανήκει στην κλασική αρχαιότητα, αλλά στην ύστερη ελληνιστική εποχή, στον 5ο αιώνα μ.Χ. Προηγουμένως υπήρχε το ουσιαστικό το διλήμματον, από το λήμμα, με τη σημασία της λογικής πρότασης. Ο όρος πέρασε στα λατινικά ως dilemma και από εκεί στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, αρχικά στη φιλοσοφία και μετά σε καθημερινές χρήσεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Μια περιήγηση στις λέξεις του 2011

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Aπό ζωγραφικό κάλυμμα κασέλας. Σάμος, 18ος αιώνας (Μουσείο Μπενάκη)

Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, εφημερίδες και περιοδικά συνηθίζουν να δημοσιεύουν ανασκοπήσεις της χρονιάς που πέρασε, που τις υπογράφουν διάφοροι αρθρογράφοι, από τη σκοπιά του και στον δικό του τομέα ο καθένας, κι έτσι πιθανότατα θα διαβάσατε, τόσο στην Αυγή όσο και σε άλλα έντυπα, άρθρα για τα βιβλία ή τους δίσκους ή τις κινηματογραφικές ταινίες της χρονιάς. Λογικό είναι λοιπόν κι η στήλη η δική μας, που σχολιάζει κάθε μήνα τις λέξεις της επικαιρότητας, να επιχειρήσει να καταγράψει τις λέξεις της χρονιάς, μ’ άλλα λόγια τις λέξεις που σημάδεψαν το 2011, που συζητήθηκαν και ακούστηκαν πολύ, μερικές φορές που γεννήθηκαν μέσα στη χρονιά που πέρασε.

Βέβαια, πολλές από αυτές τις λέξεις έχουν ήδη αναλυθεί, ετυμολογικά και λεξικογραφικά, από αυτήν εδώ τη στήλη μέσα στη χρονιά, αφού είναι αναμενόμενο οι λέξεις της χρονιάς να έχουν προηγουμένως χαρακτηριστεί λέξεις του μήνα. Όχι όμως όλες. Μια από αυτές τις λέξεις του 2011 που δεν έτυχε να συζητήσουμε εδώ είναι η εφεδρεία, ο ευφημισμός που επιλέχτηκε για να μασκαρευτεί η απόλυση με αναστολή, ο αποδεκατισμός των δημόσιων υπηρεσιών ενόψει της πλήρους αποξήλωσης του δημόσιου τομέα. Η εφεδρεία, που είναι αρχαία λέξη, από την πρόθεση επί και την έδρα, δηλαδή το κάθισμα, είχε ως τώρα θετική απόχρωση, μια και σήμαινε τους έμψυχους πόρους ή τα μέσα που περιμένουν να χρησιμοποιηθούν σε κατάσταση ανάγκης — ενώ τώρα δηλώνει όσους θεωρούνται περιττό βάρος.

Ωστόσο, η λέξη της χρονιάς κατά τη γνώμη μου είναι οι αγανακτισμένοι, σε πληθυντικό, το αυθόρμητο κίνημα που πλημμύρισε την πλατεία Συντάγματος και τις άλλες πλατείες της χώρας στα μέσα της χρονιάς και που επηρέασε, σε απροσδιόριστον ακόμα βαθμό, τις εξελίξεις. Είχαμε αναφερθεί σ’ αυτή τη λέξη, και είχαμε πει ότι γραμματικά είναι ανυπόταχτη (αφού, σύμφωνα με τον κανόνα, το ρήμα αγανακτώ θα έδινε μετοχή *αγανακτημένοι), μένει όμως να δείξουν οι αγανακτισμένοι την εξεγερτική τους διάθεση και έξω από τη γραμματική.

Την τριάδα των λέξεων της χρονιάς τη συμπληρώνουν, θα έλεγα, άλλες δυο λέξεις που επίσης πολύ ακούστηκαν και που ίσως να είναι η πρώτη επιλογή για πολλούς. Καταρχάς, το κούρεμα, απόδοση του αγγλικού haircut, που σημαίνει την απομείωση της αξίας των ελληνικών ομολόγων, και που μας απασχόλησε όλη τη χρονιά που πέρασε, μαζί με κάποιες άλλες λογιότερες λέξεις όπως αναδιάρθρωση του χρέους, καθώς και με το αγγλικό ακρώνυμο PSI που ακούγεται πολύ τελευταία μια και πρέπει, υποτίθεται, να ολοκληρωθεί επιτυχώς για να μπορέσουμε έστω και να σκεφτούμε το ενδεχόμενο εκλογών (παρεμπιπτόντως, τα αρχικά PSI σημαίνουν private sector involvement, συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα).

Τρίτη λέξη της χρονιάς, το χαράτσι, που προφητικά (ή άκαιρα) το είχαμε συζητήσει από αυτήν εδώ τη στήλη πολύ νωρίς, τον Φεβρουάριο του 2010, οπότε θα αναφερθώ σ’ αυτήν λίγο εκτενέστερα. Να θυμίσω ότι ετυμολογικά το χαράτσι είναι δάνειο από τα τουρκικά (haraç), η δε τουρκική λέξη έχει αραβική αρχή (kharadj). Το πιθανότερο όμως είναι η αραβική λέξη να έχει απώτερη ελληνική αρχή, να ανάγεται δηλαδή στην αρχαία χορηγία, που ήταν ένας από τους θεσμούς της αρχαίας Αθήνας. Η λέξη πέρασε στα συριακά ή στα αραμαϊκά, ίσως μέσω του χριστιανικού λεξιλογίου, και από εκεί στα αραβικά, όπου αρχικά σήμαινε τον φόρο της εγγείου ιδιοκτησίας που έπρεπε να πληρώνουν οι μη μουσουλμανικοί πληθυσμοί της Συρίας, της Παλαιστίνης, της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου, αλλά όταν στον 8ο αιώνα οι πληθυσμοί των περιοχών αυτών είχαν πια εξισλαμισθεί, ο φόρος γενικεύτηκε και έπαψε πια να σημαίνει τον φόρο της γης αλλά σήμαινε τον φόρο γενικώς. Η λέξη περνάει στα τουρκικά και μετά στα ελληνικά, ως χαράτζιον και χαράτσιον και μετά χαράτσι, είναι δηλαδή αντιδάνειο. Συνέχεια ανάγνωσης

Φονικά τσεκούρια και γύφτικα σκεπάρνια

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

 του Νίκου Σαραντάκου

 Τις περισσότερες φορές, κάτι που συνέβη πριν από μερικές εβδομάδες επισκιάζεται από τα πιο πρόσφατα γεγονότα, αλλά κατά τη γνώμη μου η συμμετοχή της άκρας δεξιάς στην κυβέρνηση είναι αναμφίβολα το γεγονός που σημάδεψε (και στιγμάτισε, αν χρησιμοποιήσουμε τη λέξη με τη σωστή της σημασία) το μήνα που μας πέρασε, ιδίως με την ανάδειξη δυο προβεβλημένων στελεχών του ακροδεξιού κόμματος σε υπουργικούς θώκους — δυο στελεχών, από τα οποία ο ένας στα νιάτα του συμμετείχε σε ακροδεξιές ομάδες κρούσης κραδαίνοντας τσεκούρι και μέχρι σχετικά πρόσφατα ήταν ομοτράπεζος του Λεπέν, ενώ ο άλλος, ο εκπρόσωπος του εμπρόθετου και επιδεικτικού καραγκιοζισμού (κατά την εύστοχη έκφραση του Γιάννη Χάρη), καμαρώνει στα υπουργικά έδρανα σαν γύφτικο σκεπάρνι. Από εκεί και ο τίτλος λοιπόν.

Το σκεπάρνι, εργαλείο των μαστόρων, μαραγκών και οικοδόμων, είναι από παλιά μαζί μας: στον Όμηρο διαβάζουμε για «σκέπαρνον εΰξοον» (ε 237), σκεπάρνι ακονισμένο. Ο σκέπαρνος και το σκέπαρνον έδωσε στα ελληνιστικά χρόνια το σκεπάρνιον, και από εκεί στο σκεπάρνι. Το οποίο σκεπάρνι σήμερα, ως λέξη, το χρησιμοποιούν κι αυτοί που δεν μαστορεύουν, λόγω της πολύ διαδεδομένης φράσης, που την έβαλα και στον τίτλο, «καμαρώνει σαν το γύφτικο σκεπάρνι», που τη λέμε για κάποιον που κορδώνεται και καμαρώνει υπερβολικά, επιδεικτικά, συχνά χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος. Οι γύφτοι ήταν τεχνίτες στα χωριά, σιδεράδες και χαλκιάδες, κι η φράση βγήκε επειδή το γύφτικο σκεπάρνι έχει λαβή κυρτή, κι έτσι θυμίζει τον άνθρωπο που κορδώνεται με την κοιλιά προς τα έξω, ακριβώς τη στάση του σώματος που είχε ο Άδωνης Γεωργιάδης όταν πήγαινε να ορκιστεί υφυπουργός.

Το τσεκούρι, από την άλλη, είναι μεγαλύτερο από το σκεπάρνι, και το βρίσκουμε με τρία βασικά συνώνυμα στο ελληνικό λεξιλόγιο· τα άλλα δύο είναι ο πέλεκυς και ο μπαλτάς. Ο πέλεκυς είναι ιθαγενής, ήδη ομηρικός, όπως και το σκέπαρνον: στην Ιλιάδα (Γ60), ο Πάρης κατηγορεί τον  Έκτορα ότι η καρδιά του είναι σκληρή σαν το τσεκούρι που σκίζει τον κορμό του δέντρου («κραδίη πέλεκυς… ατειρής»). Η λέξη έχει περάσει στη δημοτική (πελέκι), δώσει ρήματα (πελεκάω) και παράγωγα, έχουμε και την παροιμία για τον άνθρωπο αγράμματο που είναι ξύλο απελέκητο, ενώ ακούγεται πολύ το κλισέ για τον πέλεκυ της δικαιοσύνης που θα πέσει βαρύς και αμείλικτος πάνω σε όσους παρανομούν, μόνο που, αν κρίνουμε από τα αποτελέσματα, αυτός ο πέλεκυς φαίνεται να έχει στομώσει· μάλλον απαλό σαν χάδι είναι το άγγιγμά του για τους ημέτερους, πιο πολύ σαν φτερό που ξεσκονίζει.

Ο μπαλτάς, από την άλλη, μας ήρθε από ανατολικά, τούρκικο δάνειο (balta), από εκεί και ο μπαλτατζής, δηλαδή ο ξυλοκόπος, που είναι και επώνυμο. Το τσεκούρι, αντίθετα, που ήρθε από τα δυτικά, έχει πιο ενδιαφέρουσα ετυμολογική διαδρομή, από το μεσαιωνικό τσεκούριον και το ελληνιστικό σεκούριον φτάνουμε στο λατινικό securis, που σήμαινε τον πέλεκυ. Αυτό το securis, παρά την ηχητική ομοιότητα, δεν έχει καμιά σχέση με την οικογένεια λέξεων του security. Προέρχεται από το ρήμα secare, που σημαίνει «κόβω, τέμνω», απ’ όπου προέκυψαν τα διάφορα section (τομέας) των αγγλικών και γαλλικών.

Βαρύ και κοφτερό το τσεκούρι, όταν πέφτει δεν συγχωρεί: τσεκουράτος είναι αυτός που φέρεται με σκληρή αποφασιστικότητα· μιλάει τσεκουράτα όποιος λέει κάτι ωμά και χωρίς περιστροφές· η φρασεολογία μας διαθέτει κάμποσα συνώνυμα: τσεκουράτα, χύμα και τσουβαλάτα, ορθά κοφτά, νέτα σκέτα.

Φωτιά και τσεκούρι, είναι έκφραση που δηλώνει την ολοσχερή καταστροφή, ιδίως σε καιρό πολέμου· αυτή την τακτική εφάρμοσε ο Ιμπραήμ για να γονατίσει τον επαναστατημένο Μοριά, ως αντίποινα φωτιά και τσεκούρι υποσχέθηκε στους προσκυνημένους ο Κολοκοτρώνης, τον ίδιο τίτλο διάλεξε για το (όχι και πολύ αμερόληπτο) βιβλίο που αφιέρωσε στον Εμφύλιο ο Ευάγγελος Αβέρωφ.

Οι μαθητές κι οι φοιτητές λένε «έπεσε τσεκούρι» όταν στις εξετάσεις κοπούν πολλοί. Όμως εδώ και κάμποσο καιρό στον τόπο μας έχει αρχίσει να πέφτει ανελέητο και ασταμάτητο τσεκούρωμα στα πάντα: στους μισθούς και στις συντάξεις, στα δικαιώματα και στα κεκτημένα, στις ελπίδες των μεγαλύτερων και στα όνειρα των νέων. Δεν είναι τυχαίο που το πρόγραμμα αυτό ανέλαβε να το φέρει σε πέρας, καμαρώνοντας σαν γύφτικο σκεπάρνι, μια κυβέρνηση που έχει υπουργό της κάποιον που κράδαινε στα νιάτα του τσεκούρι. Μάθε τέχνη κι άστηνε, που λέμε.

Ο Νίκος Σαραντάκος είναι συγγραφέας, μεταφραστής και κατοικοεδρεύει στα sarantakos.wordpress.com και http://www.sarantakos.com

Τέλη δίχως τέλος

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Έργο του Αντρέ Φουζερόν, 1944

Η λέξη «τέλος» μπήκε ορμητικά στην επικαιρότητα με το ειδικό τέλος ακινήτων που σοφίστηκε ο υπουργός κ. Βενιζέλος για να βουλώσει τις τρύπες που ο ίδιος και η κυβέρνηση προκάλεσαν. Βέβαια, στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για τέλος αλλά για φόρο, που βαφτίστηκε «τέλος» επειδή για την επιβολή φόρου χρειάζεται να ψηφιστεί νόμος, κάτι χρονοβόρο, ενώ για το τέλος αρκεί τροπολογία σε άσχετο νομοσχέδιο, όσο κι αν προσπάθησε ο κ. Βενιζέλος να εφεύρει ανταποδοτικό χαρακτήρα στο χαράτσι, το οποίο στο μεταξύ και πολλαπλασιάστηκε σε ύψος και απειλεί να γίνει μόνιμο, επιβεβαιώνοντας για μία ακόμη φορά τη σοφή παροιμία «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού». Όμως αυτά είναι νομικά και δεν θα συνεχίσω, εμείς εδώ λεξιλογούμε — και θα ομολογήσω ότι το τέλος, αν και απεχθές και επαχθές στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι ταυτόχρονα και αρκετά ενδιαφέρον∙ δεν εννοώ το πράγμα, αλλά τη λέξη. Τη λέξη «τέλος», στην οποία θα αφιερωθεί το σημερινό σημείωμα.

Φυσικά, τέλος δεν είναι μόνο το χρηματικό ποσό που πληρώνουμε ως αντάλλαγμα για υπηρεσίες (ή και χωρίς αντάλλαγμα στην προκείμενη περίπτωση)· είναι και το τέρμα, το έσχατο σημείο, χρονικά ή τοπικά· στα αρχαία μάλιστα υπάρχει και μια τρίτη σημασία, «σκοπός», που επιβιώνει στους τελικούς συνδέσμους (π.χ. να) και τις τελικές προτάσεις της γραμματικής: δεν λέγονται έτσι επειδή μπαίνουν στο τέλος της πρότασης, αλλά επειδή δηλώνουν σκοπό.

Λέξη αρχαία με αβέβαιη ετυμολογία, το τέλος έχει γεννήσει πάμπολλες άλλες λέξεις: το ρήμα τελώ με τα πολλά σύνθετά του (εκτελώ, συντελώ, αποτελώ) και τα δικά τους παράγωγα, την τελετή, τον τέλειο και την τελεία, τον τελεστή των μαθηματικών (που όμως υπάρχει από τα ομηρικά χρόνια), τον τελευταίο, το τελωνείο και το τελώνιο. Καμιά φορά οι σημασίες κονταροχτυπιούνται, έτσι ο ατελής μπορεί να είναι είτε ο μισοτελειωμένος (άρα και ο ελαττωματικός), είτε αυτός που δεν επιβαρύνεται με τέλη. Κι από την ατέλεια, όχι το ελάττωμα αλλά την απαλλαγή από τα ταχυδρομικά τέλη, έπλασαν οι Γάλλοι τον όρο philatélie, σα να λέμε φιλατέλεια, διότι τα γραμματόσημα ήταν ένας τρόπος για να πληρώνει τα ταχυδρομικά έξοδα ο αποστολέας, και όχι πια ο παραλήπτης όπως γινόταν παλιά· μόνο που εμείς όταν πήραμε τον ελληνογενή όρο, τον γυρίσαμε σε φιλοτελισμό κι έτσι φαίνεται σαν να προέρχεται απευθείας από το τέλος. Συνέχεια ανάγνωσης

Όλα για πούλημα: κοψοχρονιά τα φιλέτα

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

 

Νίκος Βλάχος, «Prostitute», 2011 (από την έκθεση-δημοπρασία «Συμβολή 39 καλλιτεχνών για τα ΑΣΚΙ», Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, 7-9 Απριλίου)

Την πρώτη φορά που έγινε λόγος για την ανάγκη να αντληθούν 50 δισεκατομμύρια από την πώληση δημόσιας περιουσίας, βγήκαν χαράματα οι υπουργοί και βγάζανε κραυγές και διαψεύσεις. Τελικά η πώληση θα γίνει, μόνο που καταφέραμε να αποκληθεί «αξιοποίηση», και το παρουσιάσαμε περίπου σαν εθνικό θρίαμβο ανήμερα της 25ης Μαρτίου. Βέβαια, η αναγγελία για την «αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας» προκάλεσε μεγάλη αίσθηση, και όχι άδικα, αν αναλογιστούμε προηγούμενες επιδόσεις του νεοελληνικού κράτους στο ξεπούλημα, που μάλιστα είχαν γίνει σε ομαλές συνθήκες ήρεμης και αβίαστης διαφθοράς, και όχι τώρα που θα έχουμε επιπλέον το μνημονιακό πιστόλι στον κρόταφο και όπου όλα δείχνουν ότι η αξιοποίηση θα είναι, στην πραγματικότητα, εκποίηση, κάτι που δεν μας ξαφνιάζει, εμάς που λεξιλογούμε, αφού οι δυο λέξεις έχουν… κοινή κατάληξη.

Η εκποίηση είναι αρχαία, με αρχαιότερη ανεύρεση στον Ηρόδοτο (αν και, στο πνεύμα της αδιατάρακτης συνέχειας της ελληνικής γλώσσας, στον Ηρόδοτο σήμαινε «εκσπερμάτωση»), ενώ η αξιοποίηση είναι νεότερος λόγιος σχηματισμός. Οι αρχαίοι δεν αξιοποιούσαν, φαίνεται. Πιο κοινά, θα την πούμε πώληση, πούλημα, ή και ξεπούλημα.

Συνέχεια ανάγνωσης

Τζαμπατζήδες που δεν πληρώνουν

Standard

OΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Ο μήνας που πέρασε έφερε μπόλικη επικαιρότητα που αξίζει να λεξιλογηθεί, σε σημείο που να έχω αμηχανία εκλογής — αλλά τελικά αποφάσισα να κρατήσω σειρά αρχαιότητας κι έτσι να αφιερώσω το σημερινό σημείωμα στο κίνημα «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω», από λεξιλογική βέβαια άποψη.

Οι τίτλοι κινηματογραφικών και θεατρικών έργων δεν είναι σπάνιο να αποκτούν παροιμιακή αξία και να μετατρέπονται σε σλόγκαν, σε τίτλους άρθρων σε εφημερίδες ή σε συνθήματα, αλλά συνήθως αυτό γίνεται αμέσως μετά την προβολή του αντίστοιχου έργου· από αυτή την άποψη, το «Δεν πληρώνω! Δεν πληρώνω!» του Ντάριο Φο αποδείχτηκε εξόχως βραδυφλεγές, μια και έχουν περάσει πάνω από τριάντα χρόνια από το πρώτο του ανέβασμα, από τον Στέφανο Ληναίο και την Έλλη Φωτίου (το 1979, όπως μας θύμισε η Αυγή της περασμένης Κυριακής που είχε την καλή ιδέα να μοιράσει το έργο)· βέβαια, όλα αυτά τα χρόνια ακουγόταν αριά και πού το σύνθημα — αλλά μόνο τώρα πέρασε στο προσκήνιο, καθώς όλο και περισσότεροι πολίτες αρνούνται να πληρώσουν τις εξωφρενικές τιμές διοδίων και εισιτηρίων, σε σημείο που η… άρση μπαρών να κοντεύει να γίνει το νέο εθνικό άθλημα. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο φράχτης, οι μετανάστες, το άσυλο

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

 

Έντβαρντ Μυνκ, "Αγωνία", 1896

Ο μήνας που μας πέρασε άρχισε με τις εξαγγελίες για τον φράχτη στον Έβρο, και τελείωσε με τους μετανάστες απεργούς πείνας της Νομικής και τις συζητήσεις για το άσυλο — δεν είναι λοιπόν περίεργο που το σημερινό σημείωμα θα έχει άξονα αυτές τις τρεις λέξεις, αρχίζοντας από το τέλος.

Το άσυλο προέρχεται από το ρήμα συλώ, που είναι ομηρικό και σήμαινε αρχικά «αφαιρώ τα όπλα από σκοτωμένον εχθρό, λαφυραγωγώ» και στη συνέχεια απλώς «αποσπώ, παίρνω». Το ρήμα διατηρείται ακόμα, ιδίως για αρχαίους τάφους –ενώ βέβαια υπάρχει και ο ιερόσυλος. Άσυλος στα αρχαία ήταν ο τόπος ο ιερός και απαραβίαστος ή ο άνθρωπος ο προστατευμένος και ασφαλής· υπήρχαν ορισμένοι ναοί που έδιναν ασυλία σε όποιον ικέτη κατέφευγε εκεί, όπως ήταν στην Αθήνα το Θησείο και ο ναός της Αθηνάς στην Ακρόπολη — και ξέρουμε ότι όταν οι Αλκμεωνίδες παραβίασαν το άσυλο και σκότωσαν τους (πραξικοπηματίες) οπαδούς του Κύλωνα, αυτό θεωρήθηκε άγος και μίασμα.

Από τα αρχαία ελληνικά η λέξη πέρασε στα λατινικά και από εκεί στις ευρωπαϊκές γλώσσες όπου και πήρε τις νεότερες ιδιαίτερες σημασίες, όπως του ιδρύματος προστασίας ασθενών που δεν μπορούν να φροντίσουν τον εαυτό τους (asile στα γαλλικά), σημασίες που επανέκαμψαν και στα ελληνικά. Συνέχεια ανάγνωσης

Αναζητώντας τις λέξεις της χρονιάς

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του  Νίκου Σαραντάκου

 

Νίκος Εγγονόπουλος, «Οι τρεις μοίρες»

Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες συνηθίζεται στις εφημερίδες και στα περιοδικά να κάνουν οι αρθρογράφοι ανασκόπηση της χρονιάς που πέρασε, από τη σκοπιά του και στον δικό του τομέα ο καθένας, κι έτσι πιθανότατα θα διαβάσατε –στην Αυγή και αλλού– για τα βιβλία ή τους δίσκους ή τις κινηματογραφικές ταινίες της χρονιάς. Λογικό είναι λοιπόν κι η στήλη η δική μας, που σχολιάζει κάθε μήνα τις λέξεις της επικαιρότητας, να επιχειρήσει να καταγράψει τις λέξεις της χρονιάς, μ’ άλλα λόγια τις λέξεις που σημάδεψαν το 2010, που ακούστηκαν πολύ, μερικές φορές που γεννήθηκαν μέσα στη χρονιά που πέρασε.

Βέβαια, πολλές από αυτές τις λέξεις έχουν ήδη αναλυθεί σε προηγούμενα άρθρα από ετυμολογική ή λεξικογραφική σκοπιά, όχι όμως όλες. Για παράδειγμα, δεν έτυχε να αναφερθώ σε μια λέξη που ακούστηκε αρκετά στο τέλος του 2009 και στις αρχές του 2010, ύστερα υποχώρησε και ξανάρχισε να πολυακούγεται τον τελευταίο καιρό: μια λέξη δανεική από τ’ αγγλικά, που ήρθε να προστεθεί στην ολιγομελή ομάδα των λέξεων που αρχίζουν από σπρ-, μαζί με το σπριντ και το σπρέι· θα καταλάβατε ότι αναφέρομαι στη λέξη σπρεντ, αν και δεν θεωρώ πως είναι αυτή η λέξη της χρονιάς. Με την ευκαιρία, να σας δώσω και μια άχρηστη αλλά γουστόζικη πληροφορία: δεν υπάρχει καμιά αρχαία ελληνική λέξη που να αρχίζει από σπρ- ενώ μόνο μία είναι η νεοελληνική μη δάνεια λέξη που αρχίζει από το ίδιο σύμπλεγμα, η λέξη σπρώχνω (και οι παραφυάδες της). Συνέχεια ανάγνωσης

Με γεια το κούρεμα!

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Τη φράση αυτή τη λέμε σε κάποιον φίλο που παρουσιάζεται φρεσκοκουρεμένος, και στα μαθητικά μου χρόνια, επί χούντας, όπου κουρευόμασταν συχνά, όσο κι αν προσπαθούσαμε, βρέχοντας με λεμόνι τα μαλλιά μας, να αναβάλουμε το μοιραίο για λίγες μέρες, τότε λοιπόν η φράση «με γεια το κούρεμα» συνοδευόταν απαραιτήτως από μια φάπα στο αποψιλωμένο σβέρκο, συνήθως χαϊδευτική και φιλική, αλλά κάποτε γερή από κανέναν άγαρμπο συμμαθητή. Όμως η Αυγή δεν μου παραχωρεί γενναιόδωρα τις στήλες της για να παρουσιάζω τις παιδικές μου αναμνήσεις αλλά για να λεξιλογώ — και αυτό ακριβώς σκοπεύω να κάνω και να σας μιλήσω για το κούρεμα και για άλλα συναφή.

Η λέξη «κούρεμα» πράγματι βρίσκεται στην επικαιρότητα, αλλά όχι με την κυριολεκτική της σημασία, αφού όλο και συχνότερα διαβάζουμε, στην Αυγή και αλλού, ότι το κούρεμα του χρέους, με άλλα λόγια η αναδιάρθρωσή του με γενναία περικοπή του, είναι η πιθανότερη εξέλιξη όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για την Ιρλανδία, την Πορτογαλία, ίσως και άλλες χώρες της ευρωζώνης (και αναρωτιέμαι τι να λένε τώρα όσοι εγχώριοι αναλυτές μάς επέπλητταν που δεν αδράξαμε την ευκαιρία να γίνουμε Ιρλανδία).

Το κούρεμα λοιπόν του χρέους είναι απόδοση του αγγλικού haircut, που σημαίνει το ίδιο. Στην πιο καθωσπρέπει οικονομική ορολογία λέγεται «περικοπή» αλλά στη γλώσσα της δημοσιογραφίας το «κούρεμα» είναι ακαταμάχητο, όσο κι αν το ψαλίδισμα θα ήταν σωστότερο. Κούρεμα λοιπόν, λέξη που ανήκει σε μια πολύ μεγάλη αρχαία οικογένεια λέξεων. Από το ρήμα κείρω, που δεν σήμαινε μόνο «κουρεύω» αλλά και γενικώς «κόβω», έχουμε το κέρμα, το κομματάκι δηλαδή, που γρήγορα εξειδικεύτηκε στη σημασία του μικρού νομίσματος. Από εκεί και η κουρά, που σήμαινε ακριβώς το κούρεμα, π.χ. των προβάτων, και που τη διατηρούμε στη σημερινή μας γλώσσα για την τελετή χειροτονίας των μοναχών πριν μπουν στο μοναστήρι — και χρησιμοποιούμε, τότε, τον άχρηστο πια αόριστο του ρήματος, όταν λέμε «εκάρη μοναχός», που μας θυμίζει και την απολιθωμένη μετοχή παρακειμένου κεκαρμένος, που έδωσε τον τίτλο στο μυθιστόρημα του Νίκου Κάσδαγλη για τη ζωή στο στρατό.

Από την ίδια οικογένεια και ο κουρεύς, και το κουρείον, που όλα τους είναι αρχαία, και το ρήμα κουρεύομαι και κουρεύω, αλλά υπάρχουν και μερικά απρόσμενα ξαδερφάκια. Καταρχάς, αν θυμάστε τη Βαβυλωνία, ο μεγάλος καβγάς ανάμεσα στον Κρητικό και τον Αλβανό έγινε όταν ο Κρητικός του είπε ότι οι Αλβανοί  «έφαγαν κουράδια» στην Κρήτη, εννοώντας κοπάδια με αιγοπρόβατα — και φυσικά ο Αλβανός κατάλαβε το κακέμφατο ομόηχό του. Αυτά τα κρητικά κουράδια μάλλον, αν και όχι σίγουρα, προέρχονται από την κουρά, αφού τα πρόβατα τα κουρεύουμε για το μαλλί τους. Επειδή όμως στον Μεσαίωνα το κούρεμα, είτε του δόκιμου μοναχού που αμάρτησε είτε της γυναίκας που λοξοκοίταξε στον έρωτα, ήταν μια επίπονη και εξευτελιστική τιμωρία (δεν θα γινόταν και με τις ανέσεις των σημερινών κομμωτηρίων, αλλά μάλλον με την προβατοψαλίδα), από την κουρά βγήκε το ρήμα κουράζω με σημασία τιμωρώ, ταλαιπωρώ, για να πάρει αργότερα τη σημερινή σημασία της καταπόνησης. Κι επειδή οι ευτυχείς θεατές της κουράς και της διαπόμπευσης αποκαλούσαν κουρόγιδο, κουρεμένο γίδι, τον δύστυχο ή τη δύστυχη που υπέφερε, πιθανώς να βγήκε από εκεί η λέξη κορόιδο και το ρήμα κοροϊδεύω.

Τους προηγούμενους αιώνες, τον κουρέα τον είπαμε μπαρμπέρη και το κουρείο μπαρμπέρικο, λέξεις που είχαν προσωρινά επικρατήσει — είναι δάνειο από το ιταλικό barbiere, που ανάγεται στο barba, τη γενειάδα. Από εκεί είναι και ο βαρβάτος αλλά και ο μπάρμπας, ο θείος δηλαδή, όμως αν ξεστρατίσουμε δεν θα μας πάρει ο χώρος. Πάντως, ενώ ο μανάβης και ο μπακάλης και άλλες δάνειες ονομασίες επαγγελματιών διατηρήθηκαν, ο μπαρμπέρης δεν τα κατάφερε, ίσως επειδή το ρήμα κουρεύομαι παρέμεινε πάντοτε σε χρήση.

Και μάλιστα, πρόκειται για ρήμα που έχει έντονη φρασεολογική και παροιμιακή παρουσία. Ακριβώς από το κούρεμα της διαπόμπευσης βγήκε η περιφρονητική φράση άστον να κουρεύεται ή άντε να κουρεύεσαι!, δήλωση αδιαφορίας για πρόσωπα που δεν αξίζουν προσοχή ή σεβασμό. Και ίσως επειδή τα μαλλιά είναι ένδειξη αφθονίας και πλούτου, όταν κάποιος στήνει μια (συνήθως όχι πολύ καθαρή) επιχείρηση για να κερδίσει αλλά τελικά βγαίνει ζημιωμένος, λέμε ότι πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος. Για μπερδεμένα ή παράλογα πράγματα από τα οποία δεν βγαίνει νόημα, λέμε πιάσ’ τ’ αυγό και κούρεφ ’το — οι αρχαίοι έλεγαν «Ωόν τίλλεις». Και για τον αρχάριο επαγγελματία που πειραματίζεται με αποτέλεσμα να υποφέρουν οι πελάτες του, λέμε ότι μαθαίνει κουρευτική στου κασίδη το κεφάλι, φράση που θα μπορούσαμε κάλλιστα να τη χρησιμοποιήσουμε για τους κυβερνώντες μας, τους τωρινούς και τους περασμένους.

Όπως και κάμποσες άλλες από τις παραπάνω φράσεις. Και για να μην υποστούν κι άλλο κούρεμα τα κεκτημένα δεκαετιών, η λύση ίσως είναι ένα γενναίο κούρεμα του χρέους, αλλά με τέτοιους όρους ώστε να φύγουν κουρεμένοι όσοι ήρθαν για μαλλί. Μ’ άλλα λόγια, να τους στείλουμε να κουρεύονται. Και να πούμε στο τέλος «Με γεια το κούρεμα!».

Ο Νίκος Σαραντάκος είναι συγγραφέας, μεταφραστής και κατοικοεδρεύει στα sarantakos.wordpress.com και http://www.sarantakos.com

Εξαπτέρυγα και ξεφτέρια πάνω από την κάλπη

Standard

Έργο του Ανρί Ματίς, από την ενότητα "Τζαζ"

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ


του Νίκου Σαραντάκου

Οι πρωινοί θα έχουν ήδη ρίξει το ψηφοδέλτιο στην κάλπη, αλλά το σημερινό σημείωμα της στήλης δεν μπορεί να μην έχει σχέση με τις εκλογές. Όμως, η σημερινή είναι η τρίτη εκλογική αναμέτρηση μέσα στα δυο χρόνια που λεξιλογώ από τις φιλόξενες σελίδες της Αυγής, οπότε τα βασικά του εκλογικού λεξιλογίου (κάλπη, ψήφος και τα τοιαύτα) τα έχω καλύψει. Για να μη σας σερβίρω λοιπόν ξαναζεσταμένο φαγητό, θα εξετάσω μια λέξη που δεν ήταν ανέκαθεν εκλογική αλλά ακούστηκε αρκετά στις φετινές εκλογές, τη λέξη «εξαπτέρυγα».

Η λέξη αυτή τον τελευταίο καιρό έχει μπει στο παραπολιτικό λεξιλόγιο για τα καλά. Η αρχή ίσως έγινε από τον Αντώνη Σαμαρά τον Ιούνιο, όταν, φωτογραφίζοντας τον Καρατζαφέρη και τη Ντόρα Μπακογιάννη που έδωσαν θετική ψήφο στο μνημόνιο, έκανε λόγο για όσους προσχώρησαν σε αυτή την πολιτική ως εξαπτέρυγα του ΠΑΣΟΚ… Ο όρος έπιασε στα φιλικά του έντυπα, με αποτέλεσμα ο κ. Σαμαράς να συνεχίσει να τον χρησιμοποιεί — για παράδειγμα, στις αρχές Οκτωβρίου, στο φεστιβάλ της ΟΝΝΕΔ, έκανε λόγο για «εξαπτέρυγα και παπαγαλάκια της κυβέρνησης». Το είπε μια, το είπε δυο ο Σαμαράς, ο έτερος ένοικος της πολυκατοικίας δεν βάσταξε άλλο και αντέδρασε: «Όσο είμαι εγώ εξαπτέρυγο του ΠΑΣΟΚ, άλλο τόσο ο Σαμαράς είναι εξαπτέρυγο της αριστεράς», είπε την περασμένη εβδομάδα ο Γ. Καρατζαφέρης.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ώστε όλοι μαζί τα φάγαμε;

Standard

OI ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ


του Νίκου Σαραντάκου

Τζωρτζ Γκρος, «Από τη ζωή ενός σοσιαλιστή». Από το λεύκωμα «Το πρόσωπο της άρχουσας τάξης», Βερολίνο 1921

Σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, «όλοι μαζί τα φάγαμε τα λεφτά». Η δήλωση προκάλεσε, φυσικά, κατακραυγή, και για να τα συμμαζέψει ο κ. Πάγκαλος έδωσε νέα συνέντευξη στην οποία περίπου προανήγγειλε απολύσεις «άχρηστων» δημόσιων υπαλλήλων. Κάποιοι αποκάλεσαν κυνικές τις παγκαλικές δηλώσεις, χαρακτηρισμό που τον θεωρώ ενμέρει άστοχο, διότι ναι μεν ο κυνικός χαρακτηρίζεται από απόλυτη έλλειψη ευαισθησίας, κάτι που ταιριάζει γάντι στον συγκεκριμένο πολιτικό, όμως συχνά θεωρείται ότι λέει, έστω ωμά, αλήθειες — και μόνο αλήθεια δεν είναι η δήλωση ότι «όλοι μαζί τα φάγαμε», εκτός βέβαια αν ο κ. Πάγκαλος εννοεί ως υποκείμενο του φαγοποτιού τα στελέχη των δυο μεγάλων κομμάτων.

***

Όμως σ’ αυτήν εδώ τη στήλη, το έχω ξαναπεί, λεξιλογούμε. Για τον κ. Πάγκαλο έχουν ήδη γραφτεί πολλά και εύστοχα, εδώ θα δούμε μερικά λεξιλογικά του φαγητού, αν και όχι όλα διότι θα θέλαμε ολόκληρες σελίδες.  Θα ξεκινήσουμε από το ρήμα, «τρώω», μια λέξη που είναι μαζί μας από την αρχαιότητα, αν και οι αρχαίοι μας πρόγονοι όταν έτρωγαν συνήθως δεν έτρωγαν. Θέλω να πω, το κατεξοχήν ρήμα που χρησιμοποιούσαν δεν ήταν το τρώγω, αλλά το εσθίω, που από τον επικό του τύπο, έδω, έχουν επιβιώσει μερικές λέξεις που τις λέμε και σήμερα, όπως το έδεσμα, κανονικά το φαγητό, αλλά στη γλώσσα της γκλαμουράτης δημοσιογραφίας χρησιμοποιείται φυσικά μόνο για υποτίθεται εκλεκτά και ασφαλώς πανάκριβα φαγητά. Από εκεί και η ξεχασμένη εδωδή, δηλαδή η τροφή, και ο εδώδιμος, δηλαδή ο φαγώσιμος, που επίσης έχει επιβιώσει ως τα σήμερα — αν και κάποτε μερικοί τον μπερδεύουν, όπως ο αξιότιμος κ. Καρατζαφέρης, που είχε δηλώσει πριν από μερικά χρόνια πως οι άγνωστοι που έριξαν ρουκέτα στην αμερικάνικη πρεσβεία «δεν είναι εδώδιμοι» εννοώντας ότι είναι ξένοι, δεν είναι από εδώ! Αλλά πλατειάζω.

Συνέχεια ανάγνωσης

Και παίζει και παιδεύει

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Φωτογραφία του Ανρί Κσρτιέ-Μπρεσόν, 1954

Σεπτέμβρης, ο μήνας που παραδοσιακά είναι ταυτισμένος με το άνοιγμα των σχολείων, που φέτος βέβαια θα γίνει (την ερχόμενη Δευτέρα) με τεράστιες ελλείψεις, καθώς οι καθηγητές κι οι δάσκαλοι έσπευσαν να αποχωρήσουν από την υπηρεσία (και ποιος τους αδικεί;) πριν τους κουτσουρέψει κι άλλο τις συντάξεις η λαίλαπα αυτών που βάλθηκαν να μας διδάξουν να ζούμε Δίχως Να Τρώμε. Σεπτέμβρης λοιπόν αφιερωμένος στα παιδιά και στην παιδεία και σ’ αυτή τη μεγάλη οικογένεια θα είναι αφιερωμένο το σημερινό σημείωμα.

Το παιδί προέρχεται από το παιδίον, που είναι υποκοριστικό της αρχαίας ελληνικής λέξης παις. Παις ήταν κατά βάση το τέκνο, αγόρι ή κορίτσι (αν και θα βρείτε και σε αρχαία κείμενα, π.χ. στους Νόμους του Πλάτωνα, διατυπώσεις που θυμίζουν το υποτιθέμενο νεοελληνικό ή μανιάτικο «δυο παιδιά και τέσσερα κορίτσια»). Παις ήταν και γενικά το άτομο νεαρής ηλικίας (εδώ ταιριάζει και το «Έλληνες αεί παίδες» που είπε τάχα ο Αιγύπτιος στον Σόλωνα), αλλά παις ήταν στ’ αρχαία και ο υπηρέτης, ακόμα και ηλικιωμένος — σημασία που επίσης επιβιώνει ή επιβίωνε μέχρι πρόσφατα, στο «παιδί» των μπακάλικων και των άλλων μαγαζιών, που μπορεί καμιά φορά να ήταν μεγάλος στην ηλικία, αν και συνήθως ήταν νέος.

Συνέχεια ανάγνωσης

Το ήρεμο καύμα

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Αργύρης Στυλιανίδης, «Θερισμός», 1935

Όσο κι αν φέτος βοηθάει το αεράκι, είναι βέβαιο πως έχουμε μπει στις πιο ζεστές μέρες του χρόνου. Για να θυμηθούμε τα δημοσιογραφικά κλισέ, η Αθήνα έγινε καμίνι, ο ήλιος σκάει την πέτρα, η άσφαλτος βράζει, ο υδράργυρος σκαρφαλώνει σε νέα ύψη· μ’ άλλα λόγια: καύσωνας· οπότε και το θέμα του σημερινού σημειώματος θα είναι ακριβώς ο καύσωνας, που έρχεται κάθε χρόνο περίπου τέτοιον καιρό σε μια πόλη που και με πιο ήπιες θερμοκρασίες γίνεται πολύ συχνά αβίωτη.

Κάποιος πιο παλιομοδίτης μπορεί να χρησιμοποιήσει την έκφραση «κυνικά καύματα». Το ακούμε κάθε τόσο κι αυτό το κλισέ όταν σφίγγουν οι ζέστες. Και γεννιέται εύλογα η απορία: μόνο οι σκύλοι ζεσταίνονται; Όμως η έκφραση αυτή γεννήθηκε όχι από τη ζωολογία αλλά απ’ την αστρονομία. Το τελευταίο δεκαήμερο του Ιούλη, ο Σείριος, το πιο λαμπρό αστέρι του αστερισμού του Μεγάλου Κυνός, που λεγόταν στην αρχαιότητα και κύναστρος ή κύναστρον, ανέτελλε και έδυε περίπου ταυτόχρονα με τον Ήλιο, κι επειδή τότε ακριβώς παρατηρούνται οι πιο ζεστές μέρες του χρόνου, οι αρχαίοι είχαν ονομάσει «κυνάδες ημέρες» τις μέρες τούτες που περνάμε, και «κυνικά καύματα» τις μεγάλες ζέστες που μας ταλαιπωρούν. Συνέχεια ανάγνωσης

Επισφαλιστικό νομοσχέδιο

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Ρενέ Μαγκρίτ, "Κικέρων", 1947

Όλον αυτό τον καιρό ετοιμάζεται να έρθει στη Βουλή το ασφαλιστικό νομοσχέδιο, που απέκτησε στην πορεία κι ένα δεύτερο σκέλος, μια και ρυθμίζει και τα εργασιακά, διευκολύνοντας τις απολύσεις με μειωμένη αποζημίωση, έτσι που η ανασφάλεια και η επισφάλεια να χαρακτηρίζουν ολόκληρο τον εργασιακό μας βίο στο μέλλον. Μοιραία, η λέξη του μήνα θα είναι το ασφαλιστικό και οι παραφυάδες του.

Η ασφάλεια είναι λέξη με πολλές σημασίες: είναι η αίσθηση που έχεις όταν είσαι προφυλαγμένος, σαν το παιδί στη μητρική αγκαλιά, είναι η προστασία από κινδύνους­· στο πλαίσιο του οργανωμένου κράτους, σώματα ασφαλείας είναι οι αστυνομικές δυνάμεις και Ασφάλεια με κεφαλαίο είναι η υπηρεσία που συγκεντρώνει πληροφορίες για τον «εσωτερικό εχθρό» — κάτι ξέρουμε από αυτά εμείς οι αριστεροί. Στις διεθνείς σχέσεις, έχουμε το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών με τα πολλαπλά μέτρα και σταθμά του. Σε πιο πρακτικές χρήσεις έχουμε διάφορους μηχανισμούς που εμποδίζουν την παραβίαση, όπως στις πόρτες, ή που διακόπτουν την παροχή ρεύματος, και βέβαια έχουμε τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, ασφάλειες ζωής, αυτοκινήτου, πυρός και κλοπής. Συνέχεια ανάγνωσης

Η τρόικα, το μνημόνιο, οι κόκκινες γραμμές

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Πάμπλο Πικάσο, «Τρεις καθισμένες γυμνές», 1933

Κάποιες φορές η λέξη του μηνός είναι μία και επιβάλλει αμέσως την παρουσία της, κάποτε οι υποψήφιες λέξεις είναι πολλές και δυσκολεύομαι να διαλέξω, όπως τούτο το μήνα. Και η αναβολή της μιας εβδομάδας, που έγινε για το αφιέρωμα στη μνήμη του Άγγελου Ελεφάντη, αντί να βοηθήσει να κατασταλάξω μάλλον περιέπλεξε τα πράγματα, αφού μπήκαν στη μέση κι άλλες λέξεις που έγιναν κομμάτι της επικαιρότητας. Θα μπορούσα να μιλήσω για την πειρατεία, ας πούμε, αλλά προτιμώ να μείνω στα δικά μας.

Οπότε, στην εσωτερική επικαιρότητα, μία από τις λέξεις που κυριαρχούν είναι κι αυτή η τρόικα, που έχει αφηνιάσει και ζητάει όλο και σκληρότερα μέτρα — κι αμέσως μόλις έντρομοι οι υπουργοί μας συμμορφωθούν, η τρόικα κάνει ρελάνς στον εαυτό της, κατά παράβαση κάθε χαρτοπαιχτικής δεοντολογίας, και ζητάει τρίδιπλα. Αλλά παρασύρομαι, εμείς εδώ λεξιλογούμε. Η λέξη τρόικα λοιπόν είναι δάνειο από τα ρώσικα, μάλλον μέσω των γαλλικών. Στα ρώσικα, τρόικα είναι το αμάξι ή το έλκηθρο που το σέρνουν τρία άλογα, είναι όμως και το τριάρι στα χαρτιά. Μεταφορικά, πήρε τη σημασία της ομάδας τριών ατόμων που ασκούν από κοινού κάποια εξουσία.

Οι πρώτες εφαρμογές της λέξης με τη μεταφορική σημασία στις ευρωπαϊκές γλώσσες φαίνεται να είναι σε ρωσικά συμφραζόμενα: στη δεκαετία του 1920 στα γαλλικά, για τους Στάλιν-Ζηνόβιεφ-Κάμενεφ που είχαν κάνει μέτωπο κατά του Τρότσκι, αλλά και μεταπολεμικά, στα αγγλικά, για την τριανδρία που άσκησε την εξουσία στη μεταβατική περίοδο μετά τον θάνατο του Στάλιν. Τότε πρέπει να πέρασε και στα ελληνικά σε μεταφορική χρήση, στη δεκαετία του 1950 δηλαδή. Με τον καιρό, η λέξη εφαρμόστηκε σε κάθε λογής περιπτώσεις τριών προσώπων στην εξουσία: διάσημη τρόικα ήταν της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που αντιπροσώπευε την Ε.Ε. σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Αλλά αυτή που μας νοιάζει και μας καίει είναι η τωρινή τρόικα, που λέγεται έτσι διότι περιλαμβάνει τρεις εκπροσώπους, έναν από την Ε.Ε., έναν από το ΔΝΤ κι έναν από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Συνέχεια ανάγνωσης