Mίλα μου για γλώσσα

Standard

  του Φοίβου Παναγιωτίδη

(από το βιβλίο του που μόλις κυκλοφόρησε από τις ΠΕΚ)

Ανρί Ματίς, «Δύο χορευτές (σπουδή στο κόκκινο και στο μαύρο)", 1938

Ανρί Ματίς, «Δύο χορευτές (σπουδή στο κόκκινο και στο μαύρο)», 1938

Τι είναι η γλώσσα; Πώς και πού παράγεται; Πώς αναπτύσσεται; Από τι αποτελείται; Πώς μαθαίνεται; Πώς διαφοροποιείται στον χρόνο και στους τόπους; Πώς, πότε και γιατί αποκτά άλλο ειδικό βάρος πέρα από την αξία της για την επικοινωνία; Σε τι διαφέρει απ’ τη γραφή και τη σκέψη; Πώς νοείται το «γλωσσικό σφάλμα»; Αυτά και πολλά άλλα προσεγγίζονται σε μια εκλαϊκευμένη «εισαγωγή στη γλωσσολογία» ή καλύτερα στη σύγχρονη γλωσσολογία (στην παράδοση των Φερντινάν Σωσσύρ, Νόαμ Τσόμσκυ, Τζόζεφ Γκρήνμπεργκ και Ουίλλιαμ Λάμποφ) από τον  γλωσσολόγο  Φοίβο Παναγιωτίδη. Που, εκτός από το να επιχειρεί να δώσει έγκυρες απαντήσεις σε κοινές απορίες και προβληματισμούς, ανοίγει με επιστημονικούς όρους τη συζήτηση για τη γλώσσα, αυτό το «πανανθρώπινο κτήμα» και εξηγεί πως παρά «την προσιτότητα του [γλωσσικού] υλικού» και τις μυριάδες εξατομικευμένες εμπειρίες, η γλωσσολογία είναι μια επιστήμη, δόξη και τιμή. Με θεωρία, δεδομένα παρατήρησης, υποθέσεις και συμπεράσματα. Και όρια.

Το βιβλίο Μίλα μου για γλώσσα. Μικρή εισαγωγή στη γλωσσολογία του Φοίβου Παναγιωτίδη, αναπληρωτή καθηγητή γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, στην εξαιρετική σειρά «Προοπτικές». Δύσκολη δουλειά το απάνθισμα από ένα τόσο πυκνό και πλούσιο βιβλίο, που προσεγγίζει τη γλώσσα ως αντικείμενο και εμπειρία από τόσο πολλές και διαφορετικές όψεις. Διαλέξαμε όμως αποσπάσματα που μαρτυρούν τη γνήσια επιστημονική ματιά του συγγραφέα, αλλά και την απλότητα στις εξηγήσεις που δίνει σ’ αυτές τις «κοινές [μας] απορίες». Δυστυχώς, δεν προσφέρεται ο χώρος για παραπομπή στο εξαιρετικό «γλωσσάριο όρων» που συνοδεύει τη δουλειά αυτή. Το προνόμιο αυτό επιφυλάσσεται σε όσους και όσες το πάρουν στα χέρια τους. Καλοτάξιδο λοιπόν!

 Μαρία Καλαντζοπούλου

***

 Οι γλωσσολόγοι και οι άλλοι: Περιγραφή και ρύθμιση. […] Γλωσσολογία είναι η επιστημονική μελέτη της γλώσσας από όλες τις απόψεις και σε όλες ανεξαιρέτως τις εκφάνσεις της· άρα, και μόνο από αυτή την άποψη, πρόκειται για ένα ευρύτατο πεδίο. Έτσι, το πεδίο της γλωσσολογίας ναι μεν περιέχει στον πυρήνα του τη θεωρητική γλωσσολογία, τη μελέτη δηλαδή της δομής της γλώσσας, όμως απλώνεται πολύ πιο μακριά και συνομιλεί με όλους σχεδόν τους κλάδους των κοινωνικών και των ανθρωπιστικών σπουδών, και επιπλέον με τις επιστήμες της συμπεριφοράς, αλλά και με τις φυσικές επιστήμες.

Ωστόσο, τα παραπάνω δεν συνεπάγονται ότι η γλωσσολογία εναγκαλίζεται και εμπεριέχει oποιονδήποτε λόγο περί γλώσσας: όπως κάθε συζήτηση γύρω από τη μουσική δεν είναι μουσικολογία, έτσι και κάθε λόγος για τη γλώσσα δεν είναι γλωσσολογία. Απεναντίας, μεγάλο μέρος του λόγου για τη γλώσσα βρίσκεται εκτός γλωσσολογίας, Συνήθως, μάλιστα, εμπίπτει σε μία από τις εξής τρεις κατηγορίες: την ψευδογλωσσολογία, τη ρυθμιστική γραμματεία και, τέλος, τον βιωματικό λόγο για τη γλώσσα. […] Συνέχεια ανάγνωσης

Σπίτια στο σφυρί

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

 spitiΌλον τον Αύγουστο, που υποτίθεται πως δεν υπάρχουν ειδήσεις, τα κανάλια αναφέρονταν συχνά στην «άρση των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας»· μακάρι να κυριολεκτούσαν, και να αίρονταν, παναπεί να καταργούνταν, οι αποφασισμένοι πλειστηριασμοί, όμως ήταν μια φριχτά παραπλανητική φραστική οικονομία αφού εννοούσαν «άρση της αναστολής πλειστηριασμών», αναστολή που είχε θεσπιστεί το 2008 και στις 31 Δεκεμβρίου 2013 εκπνέει, οπότε, αν δεν παραταθεί, κινδυνεύουν χιλιάδες συμπολίτες μας που αδυνατούν να πληρώσουν το στεγαστικό τους δάνειο, κι έτσι θα βγουν σπίτια σε πλειστηριασμό, θα βγουν στο σφυρί όπως λέμε, έκφραση γεννημένη από το σφυράκι που χρησιμοποιεί ο διευθυντής της δημοπρασίας για να κατακυρώνει το έκθεμα στον πλειοδότη.

Το σπίτι και η κατοικία θα είναι λοιπόν οι λέξεις του μήνα. Η κατοικία παράγεται από την «οικία» και αυτή από τον «οίκο», που είναι λέξη αρχαία, και αντικατέστησε το ακόμα αρχαιότερο «δόμος» που περιέπεσε σε αχρησία. Στα αρχαία ελληνικά, η οικία είχε σημασία πιο στενή από τον οίκο· περιέγραφε το οίκημα καθαυτό, το κτίριο της διαμονής, ενώ ο οίκος δήλωνε όλη την περιουσία, κινητή και ακίνητη, του ιδιοκτήτη.

Οι λέξεις οικία και οίκος διατηρούνται βέβαια και στα νέα ελληνικά, αν και η οικία μόνο σε επίσημο ύφος χρησιμοποιείται, ή σε σατιρικό (καλώς ορίσατε εις την οικία του σπιτιού μου, έλεγε ένας αγαπημένος φίλος), ενώ ο οίκος μόνο σε εξειδικευμένες χρήσεις (οίκος ευγηρίας, εκδοτικός οίκος, οίκος μόδας, το άλλο που σκεφτήκατε), πολλές από τις οποίες είναι μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά ή τα γαλλικά. Βέβαια, η ρίζα οικο- είναι πανταχού παρούσα στο νεότερο λεξιλόγιο, καμιά φορά λιγάκι κρυμμένη (διότι και ο νοικοκύρης από εκεί παράγεται, με επανανάλυση της αιτιατικής: τον οικοκύρη à το νοικοκύρη), και μάλιστα έχει πάρει νέα ορμητική ώθηση μετά την εμφάνιση της οικολογίας, ως αντίληψης, ως επιστήμης και ως ορολογικού πεδίου, με τους πάμπολλους νεολογισμούς που γεννήθηκαν. Συνέχεια ανάγνωσης

Διγλωσσία: Πρόβλημα, δικαίωμα ή κοινωνικό κεφάλαιο;

Standard

του Γιώργου Μπουγελέκα

Φερνάν Λεζέ, «Σύνθεση με τρεις μορφές», 1932

Φερνάν Λεζέ, «Σύνθεση με τρεις μορφές», 1932

Σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια διαπιστώνεται η έντονη πλέον παρουσία δίγλωσσου μαθητικού πληθυσμού. Τα φαινόμενα διγλωσσίας στην Ελλάδα άρχισαν να παρατηρούνται και να μελετούνται κυρίως την τελευταία δεκαετία, καθώς η χώρα έχει αλλάξει από χώρα εξαγωγής μεταναστών σε χώρα υποδοχής από πολλά μέρη του κόσμου. Για τον λόγο αυτό, τα θέματα διγλωσσίας και δίγλωσσης εκπαίδευσης έχουν ορμητικά καταλάβει μια από τις πρωτεύουσες θέσεις στα ελληνικά κοινωνικά και εκπαιδευτικά πλαίσια. Μέχρι τώρα, το μοναδικό μέλημα των ελληνικών πολιτικών και εκπαιδευτικών αρχών είναι η επιτυχής διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας. Μια τέτοια πολιτική είναι πια εντελώς αναντίστοιχη με τις συνθήκες.

Γενικά, οι άλλες γλώσσες είναι δυνατόν να αντιμετωπισθούν από ορισμένους ως πρόβλημα, από κάποιους άλλους ως δικαίωμα, ενώ από κάποιους τρίτους ως κοινωνικός πόρος ή κεφάλαιο.

Α. Αν αντιμετωπισθεί η γλωσσική ετερότητα ως πρόβλημα, τότε η γλωσσική αφομοίωση είναι αποκλειστικός μακροπρόθεσμος στόχος που επιτάσσει είτε την απευθείας παράκαμψη της όποιας άλλης γλώσσας είτε τη σταδιακή μετάβαση από αυτήν προς την ελληνική. Αυτές οι προσεγγίσεις υπηρετούνται με τα μοντέλα εμβύθισης (submersion) ή και με τα μοντέλα μεταβατικής δίγλωσσης εκπαίδευσης(transitionalbilingualeducation). Πρόκειται για δύο προγράμματα ενάντια στη δίγλωσση εκπαίδευση, τα οποία εμφανίστηκαν αρχικά στις ΗΠΑ, τις δύο τελευταίες δεκαετίες.1

Η συνήθης διδακτική πρακτική είναι η απαίτηση των διδασκόντων προς τους γονείς των νηπίων για άμεση διακοπή ακόμη και της ενδοοικογενειακής χρήσης της μητρικής τους γλώσσας, θεωρώντας ότι εκεί βρίσκεται το πρόβλημα της σχολικής τους αποτυχίας. Πρόκειται, κατά τον JimCummins, για λανθασμένη αντίληψη «της διγλωσσίας των παιδιών ως δήθεν προβλήματος που πρέπει να λυθεί» και η οποία «συχνά οδηγεί σε τύπους αλληλεπίδρασης δασκάλου-μαθητή που μεταδίδουν στους μαθητές το μήνυμα ότι πρέπει να αφήσουν έξω από την πόρτα του σχολείου τη γλώσσα τους και τον πολιτισμό τους».2 Συνέχεια ανάγνωσης

Ανεργία, εργασία και δουλειά

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Εργάτριες, τέλη του 19ου αιώνα

Εργάτριες, τέλη του 19ου αιώνα

Κάποιες ειδήσεις ξεσπούν με κρότο, κυριαρχούν στην επικαιρότητα και τραβάνε αμέσως την προσοχή, κάποιες άλλες πλησιάζουν αθόρυβα, και καμιά φορά είναι οι πιο επικίνδυνες. Σύμφωνα με την έκθεση του ΙΟΒΕ που δημοσιεύτηκε τις προάλλες στην Αυγή, η ανεργία στο τέλος του 2013, κατά το αισιόδοξο σενάριο θα φτάσει το 27,6%. Η αύξηση της ανεργίας, στην Ελλάδα και στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, ειδικά των νέων, με ποσοστά πλειοψηφικά πλέον, που ξεπερνούν αρκετά το 50% στη χώρα μας και σε άλλες χώρες του Νότου, είναι κάτι που δεν αποτελεί συνταρακτική είδηση αλλά θλιβερή πραγματικότητα.

Η λέξη άνεργος εμφανίζεται μια φορά όλη κι όλη σε κείμενα της κλασικής αρχαιότητας και φυσικά όχι με τη σημερινή σημασία· στην Ελένη του Ευριπίδη, διεκτραγωδείται η τύχη της Τροίας, που οδηγείται στον όλεθρο «δι έργ’ άνεργα», για πράξη που δεν έγινε. Η λέξη ανεργία, εμφανίζεται και αυτή στην ελληνιστική εποχή με τη σημασία της απραξίας, αλλά με τη σημερινή της σημασία είναι ουσιαστικά παιδί της βιομηχανικής επανάστασης, αφού και στις ευρωπαϊκές γλώσσες τότε εμφανίστηκαν οι αντίστοιχες λέξεις με αυτή τη σημασία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Το λόμπι της δραχμής και ο θίασος της ύφεσης

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

 του Νίκου Σαραντάκου

drx neo Τελικά, στη συνεδρίαση του Γιούρογκρουπ την περασμένη Δευτέρα φαίνεται πως αποφασίστηκε να μας χορηγηθεί η δόση, η δόση του δανείου για να εξηγούμαστε, έστω και αν πρόκειται για δόση με δόσεις, αφού το ένα μέρος (η μερίδα του λέοντος, λένε) θα εκταμιευθεί μέσα στον Δεκέμβριο, ενώ τα υπόλοιπα θα καταβληθούν σε δυο ή τρεις επόμενες δόσεις, και αυτό μόνο εφόσον η ελληνική κυβέρνηση ψηφίσει το φορολογικό και άλλα νομοσχέδια που θα αποτελειώσουν ό,τι ακόμα κινείται στην οικονομία. Πάντως, ακόμα και για την πρώτη από τις δόσεις της δόσης υπάρχει αρκετή αβεβαιότητα, αφού προϋπόθεση είναι να έχει ολοκληρωθεί ως τότε η επαναγορά χρέους, δηλαδή το νέο άγριο κούρεμα των ήδη κουρεμένων ομολόγων που έχουν στα χέρια τους τα ασφαλιστικά ταμεία και οι φουκαράδες μικρομολογιούχοι. Οπότε να κρατάμε μικρό καλάθι, διότι το αν θα εκταμιευτεί όντως η πρώτη δόση της δόσης εξαρτάται από τους ισχυρούς εταίρους μας (μάλλον γι’ αυτό την είπαν μερίδα του λέοντος). Συνέχεια ανάγνωσης

Το εκβιαστικό δίλημμα των τελεσιγράφων

Standard

 

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

Κώστας Μπαλάφας, «Στο δρόμο για τα χειμαδιά, Πίνδος 1959» (από το ημερολόγιο 2012 του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ με τίτλο «Κώστας Μπαλάφας. Η άλλη Ελλάδα»)

Τις τελευταίες μέρες διαβάζουμε παντού για τελεσίγραφα των εταίρων μας, για εκβιασμούς της τρόικας, για σκληρά διλήμματα, οπότε σκέφτηκα να φτιάξω έναν (κάπως τεχνητό, είναι η αλήθεια) τίτλο με τις τρεις λέξεις που θα δούμε στο σημερινό σημείωμα, λέξεις που έχουν σαν κοινό τους χαρακτηριστικό ότι κάποιος καλείται να αποφασίσει υπό συνθήκες πίεσης ανάμεσα σε δύο επιλογές.
Το δίλημμα φυσικά μπορεί να είναι και ανώδυνο, να μην υπάρχουν συνθήκες πίεσης, όπως όταν κάποιος έχει να διαλέξει αν θα πάει διακοπές στο βουνό ή στη θάλασσα, αλλά συνήθως η λέξη χρησιμοποιείται όταν οι εναλλακτικές επιλογές έχουν και οι δυο κάποιο κόστος, συχνά δυσβάσταχτο, σαν τον εργαζόμενο που αντιμετωπίζει το δίλημμα αν θα προδώσει τους συναδέλφους του ή θα χάσει τη δουλειά του.
Η λέξη δίλημμα είναι βέβαια παλιά, αλλά όχι τόσο αρχαία όσο φαίνεται• δεν ανήκει στην κλασική αρχαιότητα, αλλά στην ύστερη ελληνιστική εποχή, στον 5ο αιώνα μ.Χ. Προηγουμένως υπήρχε το ουσιαστικό το διλήμματον, από το λήμμα, με τη σημασία της λογικής πρότασης. Ο όρος πέρασε στα λατινικά ως dilemma και από εκεί στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, αρχικά στη φιλοσοφία και μετά σε καθημερινές χρήσεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Μια περιήγηση στις λέξεις του 2011

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Aπό ζωγραφικό κάλυμμα κασέλας. Σάμος, 18ος αιώνας (Μουσείο Μπενάκη)

Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, εφημερίδες και περιοδικά συνηθίζουν να δημοσιεύουν ανασκοπήσεις της χρονιάς που πέρασε, που τις υπογράφουν διάφοροι αρθρογράφοι, από τη σκοπιά του και στον δικό του τομέα ο καθένας, κι έτσι πιθανότατα θα διαβάσατε, τόσο στην Αυγή όσο και σε άλλα έντυπα, άρθρα για τα βιβλία ή τους δίσκους ή τις κινηματογραφικές ταινίες της χρονιάς. Λογικό είναι λοιπόν κι η στήλη η δική μας, που σχολιάζει κάθε μήνα τις λέξεις της επικαιρότητας, να επιχειρήσει να καταγράψει τις λέξεις της χρονιάς, μ’ άλλα λόγια τις λέξεις που σημάδεψαν το 2011, που συζητήθηκαν και ακούστηκαν πολύ, μερικές φορές που γεννήθηκαν μέσα στη χρονιά που πέρασε.

Βέβαια, πολλές από αυτές τις λέξεις έχουν ήδη αναλυθεί, ετυμολογικά και λεξικογραφικά, από αυτήν εδώ τη στήλη μέσα στη χρονιά, αφού είναι αναμενόμενο οι λέξεις της χρονιάς να έχουν προηγουμένως χαρακτηριστεί λέξεις του μήνα. Όχι όμως όλες. Μια από αυτές τις λέξεις του 2011 που δεν έτυχε να συζητήσουμε εδώ είναι η εφεδρεία, ο ευφημισμός που επιλέχτηκε για να μασκαρευτεί η απόλυση με αναστολή, ο αποδεκατισμός των δημόσιων υπηρεσιών ενόψει της πλήρους αποξήλωσης του δημόσιου τομέα. Η εφεδρεία, που είναι αρχαία λέξη, από την πρόθεση επί και την έδρα, δηλαδή το κάθισμα, είχε ως τώρα θετική απόχρωση, μια και σήμαινε τους έμψυχους πόρους ή τα μέσα που περιμένουν να χρησιμοποιηθούν σε κατάσταση ανάγκης — ενώ τώρα δηλώνει όσους θεωρούνται περιττό βάρος.

Ωστόσο, η λέξη της χρονιάς κατά τη γνώμη μου είναι οι αγανακτισμένοι, σε πληθυντικό, το αυθόρμητο κίνημα που πλημμύρισε την πλατεία Συντάγματος και τις άλλες πλατείες της χώρας στα μέσα της χρονιάς και που επηρέασε, σε απροσδιόριστον ακόμα βαθμό, τις εξελίξεις. Είχαμε αναφερθεί σ’ αυτή τη λέξη, και είχαμε πει ότι γραμματικά είναι ανυπόταχτη (αφού, σύμφωνα με τον κανόνα, το ρήμα αγανακτώ θα έδινε μετοχή *αγανακτημένοι), μένει όμως να δείξουν οι αγανακτισμένοι την εξεγερτική τους διάθεση και έξω από τη γραμματική.

Την τριάδα των λέξεων της χρονιάς τη συμπληρώνουν, θα έλεγα, άλλες δυο λέξεις που επίσης πολύ ακούστηκαν και που ίσως να είναι η πρώτη επιλογή για πολλούς. Καταρχάς, το κούρεμα, απόδοση του αγγλικού haircut, που σημαίνει την απομείωση της αξίας των ελληνικών ομολόγων, και που μας απασχόλησε όλη τη χρονιά που πέρασε, μαζί με κάποιες άλλες λογιότερες λέξεις όπως αναδιάρθρωση του χρέους, καθώς και με το αγγλικό ακρώνυμο PSI που ακούγεται πολύ τελευταία μια και πρέπει, υποτίθεται, να ολοκληρωθεί επιτυχώς για να μπορέσουμε έστω και να σκεφτούμε το ενδεχόμενο εκλογών (παρεμπιπτόντως, τα αρχικά PSI σημαίνουν private sector involvement, συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα).

Τρίτη λέξη της χρονιάς, το χαράτσι, που προφητικά (ή άκαιρα) το είχαμε συζητήσει από αυτήν εδώ τη στήλη πολύ νωρίς, τον Φεβρουάριο του 2010, οπότε θα αναφερθώ σ’ αυτήν λίγο εκτενέστερα. Να θυμίσω ότι ετυμολογικά το χαράτσι είναι δάνειο από τα τουρκικά (haraç), η δε τουρκική λέξη έχει αραβική αρχή (kharadj). Το πιθανότερο όμως είναι η αραβική λέξη να έχει απώτερη ελληνική αρχή, να ανάγεται δηλαδή στην αρχαία χορηγία, που ήταν ένας από τους θεσμούς της αρχαίας Αθήνας. Η λέξη πέρασε στα συριακά ή στα αραμαϊκά, ίσως μέσω του χριστιανικού λεξιλογίου, και από εκεί στα αραβικά, όπου αρχικά σήμαινε τον φόρο της εγγείου ιδιοκτησίας που έπρεπε να πληρώνουν οι μη μουσουλμανικοί πληθυσμοί της Συρίας, της Παλαιστίνης, της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου, αλλά όταν στον 8ο αιώνα οι πληθυσμοί των περιοχών αυτών είχαν πια εξισλαμισθεί, ο φόρος γενικεύτηκε και έπαψε πια να σημαίνει τον φόρο της γης αλλά σήμαινε τον φόρο γενικώς. Η λέξη περνάει στα τουρκικά και μετά στα ελληνικά, ως χαράτζιον και χαράτσιον και μετά χαράτσι, είναι δηλαδή αντιδάνειο. Συνέχεια ανάγνωσης