Εξορμώντας για την «Αυγή» τις δεκαετίες του 1950 και 1960

Standard

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΑΠΟ ΤΟ ΛΥΚΟΦΩΣ ΣΤΟ ΛΥΚΑΥΓΕΣ»

του Θανάση Καλαφάτη

Kalafatis-1 Tον Θανάση Καλαφάτη τον ξέραμε με αρκετές ιδιότητες: του οικονομικού ιστορικού, του καθηγητή Πανεπιστημίου, του προέδρου της ΕΜΙΑΝ. Τώρα μας αποκαλύπτει μια ακόμα: του αφηγητή ξέρει να πει με τρόπο και τέχνη τις ιστορίες του, ιστορίες ατομικές αλλά που αφορούν πολλούς της γενιάς του, ιστορίες γνήσιες και συγκινητικές. Το βιβλίο Από το λυκόφως στο λυκαυγές. Μικρές ιστορίες ατομικής ωρίμανσης και πολιτικής στράτευσης 1944-1959, που κυκλοφορεί τις επομένες μέρες από τις εκδόσεις Θεμέλιο, περιέχει 64 μικρές ιστορίες. Όπως λέει ο ίδιος, «πολλοί φίλοι μού λένε ότι είμαι ένας παλιάς κοπής αριστερός και άλλοι ότι είμαι ένας ιστορικός έξω από τις μόδες αλλά επί της ουσίας. Εγώ θεωρώ τον εαυτό μου έναν πεισματάρη που έχει στρατευθεί στον δικό του κοινωνικό αγώνα υπηρετώντας πάγιες και καθολικές αρχές της κοινωνικής αλλαγής».

Το βιβλίο, που κυκλοφορεί συμπληρώνουν ένας πρόλογος του Σπύρου Ι. Ασδραχά και τρία έργα του Γιάννη Ψυχοπαίδη. Ο Γιάννης Ψυχοπαίδης εμπνεύστηκε 23 πίνακες διαβάζοντας τις ιστορίες του Καλαφάτη θα κυκλοφορήσουν τον Ιανουάριο σε λεύκωμα (και αυτό από τις εκδόσεις Θεμέλιο). Προδημοσιεύουμε αποσπάσματα από την ιστορία αρ. 16, που αναφέρεται στην προδικτατορική «Αυγή».

Στρ. Μπ.

 

 Μετά τις εκλογές του 1952, ιδιαίτερα μετά τα γεγονότα του Βερολίνου του ίδιου έτους, γίνονταν έντονες πολιτικές συζητήσεις, έστω και κάτω από τη μύτη της τοπικής Ασφάλειας. Εκτός βέβαια από τους ίδιους χρησιμοποιούσαν και ορισμένους πρώην αριστερούς που είχαν ανανήψει και οι οποίοι εισχωρούσαν σε χώρους που γίνονταν συνήθως πολιτικές συζητήσεις: κουρεία, ραφεία και άλλες μικρές «γιάφκες».

Τα οικονομικά μας ήταν δύσκολα· ακόμη και η αγορά μιας ημερήσιας εφημερίδας ήταν πρόβλημα. Όταν συζητούσα με συνομήλικους ή μεγαλύτερούς μου για τα πολιτικά θέματα, είχα την ανάγκη να είμαι ενημερωμένος και για τις αντίθετες απόψεις. Έτσι δεν αρκούσε η ανάγνωση της Αυγής. Η Αυγή ήταν καταδιωκόμενη εφημερίδα, κανείς δεν μπορούσε να την αγοράσει ελεύθερα, την έδιναν οι μυημένοι εφημεριδοπώλες στους ενδιαφερόμενους διπλωμένη μέσα σε άλλη εφημερίδα, συνήθως Ακρόπολη ή Καθημερινή. Όποιος τη διάβαζε στο δρόμο οδηγούνταν στο αστυνομικό τμήμα για τα περαιτέρω. Τα καφενεία ήταν αριστερά, κεντρώα και δεξιά. Το κύριο αριστερό καφενείο ήταν στην κεντρική πλατεία σε περίοπτη θέση. Ο ιδιοκτήτης του, αριστερός του Μεσοπολέμου, είχε ξεπεράσει τις πιέσεις της Ασφάλειας και νοίκιασε το καφενείο σε έναν πρώην εξόριστο ο οποίος κατέβαλλε κάθε προσπάθεια ώστε η Αυγή να είναι παρούσα στα τραπέζια του μαγαζιού. Η εφημερίδα ερχόταν με καθυστέρηση γιατί το καράβι, που ήταν η μόνη μας συγκοινωνία με το κέντρο, είχε να διέλθει από πολλές σκάλες-λιμάνια. Όταν αργότερα αποκαταστάθηκε η οδική συγκοινωνία με την Αθήνα κι άρχισαν να κυκλοφορούν τα λεωφορεία, οι εφημερίδες έφταναν την ίδια μέρα αλλά αργά το βράδι και η αγορά αντιλαλούσε από τις φωνές των εφημεριδοπωλών που διαφήμιζαν την πραμάτεια τους: Εφημερίδες! Καθημερινή-Ακρόπολη-Βήμα-Ελευθερία-Νέα-Έθνος Νεολόγος των Πατρών. Εφημερίδες… Συνέχεια ανάγνωσης

Ο διάλογος Χαΐνη – Κόττου για την τεχνοκριτική και η «Ομάδα τέχνης α΄»

Standard

της Μαρίας Πούλου

 

Κερατσίνι, Δημαρχείο, Ιανουάριος 1963. Συζήτηση της Ομάδας τέχνης α’

Κερατσίνι, Δημαρχείο, Ιανουάριος 1963. Συζήτηση της Ομάδας τέχνης α’

Στις αρχές του 1961 παίρνει μορφή στον εικαστικό χώρο μια νέα συσπείρωση καλλιτεχνών, αποτελούμενη από αριστερούς ζωγράφους και γλύπτες, η Ομάδα τέχνης α΄. Η ιδιαιτερότητά της ήταν ότι τα μέλη της, αρχικά ο Κώστας Κλουβάτος, ο Δημοσθένης Κοκκινίδης, ο Γιάννης Μαλτέζος, ο Κοσμάς Ξενάκης, ο Πάνος Σαραφιανός, ο Αιμίλιος Φρέρης και ο Γιάννης Χαΐνης, είχαν την πρόθεση να φέρουν τα λαϊκά στρώματα σε επαφή με την τέχνη, και ειδικότερα με τις καινοτομικές κατευθύνσεις των ελλήνων καλλιτεχνών, μέσω ενός προγράμματος εξωθεσμικών και αποκεντρωμένων δραστηριοτήτων.[1]

Το ζήτημα της αισθητικής καλλιέργειας του ευρύτερου κοινού θα αναδείξει τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς ο τεχνοκρίτης της Αυγής, Γιώργος Φωκάς, δημοσιεύοντας ένα εκτενές άρθρο για τις πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στο σκοπό αυτό.[2] Το άρθρο του, το οποίο κατά τα μέλη της ομάδας απηχεί και προκύπτει από τις δικές τους σχετικές διεργασίες,[3] θα γίνει αφορμή για την εκκίνηση ενός απροσχεδίαστου διαλόγου πάνω σ’ έναν από τους συντελεστές της αισθητικής αγωγής, τον παιδευτικό ρόλο που μπορεί να ασκήσει η τεχνοκριτική.

Το διάλογο θα ανοίξει ο εμπνευστής της ομάδας, ζωγράφος Γιάννης Χαΐνης, ο οποίος την προηγούμενη δεκαετία υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες της Επιθεώρησης Τέχνης. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 εκδήλωσε σταθερό ενδιαφέρον για την αισθητική αγωγή των λαϊκών στρωμάτων, με πρωτοβουλίες θεωρητικού χαρακτήρα και με την πρωτοπόρο δράση της Ομάδας τέχνης α΄ την περίοδο 1962-1967.

Το εγχειρίδιο που εξέδωσε η Λίζα Κόττου το 1959

Το εγχειρίδιο που εξέδωσε η Λίζα Κόττου το 1959

Στο άρθρο που απευθύνει στην εφημερίδα, αφού εξηγεί ότι επιλέγει να μιλήσει για την τεχνοκριτική γιατί αυτή δεν εξαρτάται από την κρατική πρόθεση ή τον οικονομικό παράγοντα, θα διευκρινίσει ότι αναφέρεται στην προοδευτική κριτική, η οποία οφείλει να έχει εξηγητικό και αποδεικτικό χαρακτήρα: «Η προοδευτική κριτική θάπρεπε νάχει βάλει σαν κύριο στόχο της όχι την μ’ εξωτερικά μέσα επιβολή των υποκειμενικών αξιολογήσεων του κριτικού. […] Πρέπει να αποβλέπει στον βαθμιαίο εξοπλισμό του κοινού της με τις προσλαμβάνουσες εκείνες παραστάσεις που θα του επιτρέψουν τελικά να κινήσει τον δικό του προβληματισμό, βοηθώντας το έτσι να καταλήξει σε δικές του αισθητικές αξιολογήσεις και να «εισπράξει» για λογαριασμό του την αισθητική συγκίνηση και την όποια άλλη αξία περιέχει το έργο τέχνης».[4]

Με ποιο τρόπο μπορεί να γίνει αυτό δυνατό; Για τον Χαΐνη, η τέχνη είναι πρώτα απ’ όλα ένα σύστημα επικοινωνίας, τα μέσα του οποίου επιδέχονται αντικειμενική ανάλυση ως ένα βαθμό, μέσω της οποίας οι βασικές σημασιακές και εκφραστικές ιδιότητες των εικαστικών στοιχείων μπορούν να γίνουν κτήμα του καθενός. Η σημειολογική προσέγγιση του εικαστικού έργου είναι, λοιπόν, το πρώτο βήμα. Ακολουθεί μια ακόμη αντικειμενική παράμετρος, αυτή της «νευροψυχοφυσιολογίας», καθώς, κατά τον ζωγράφο, η δημιουργική διαδικασία και η πρόσληψή της ανάγονται καταρχήν στη σφαίρα της φυσιολογίας, στις νευροψυχικές λειτουργίες του ανθρώπινου εγκεφάλου, οι οποίες συγκαθορίζουν ως δομική αφετηρία τις δημιουργικές επιλογές του καλλιτέχνη και την ανταπόκριση του θεατή. Η στοιχειώδης γνώση της δράσης των νευροψυχικών αυτών μηχανισμών κατά τη δημιουργία και πρόσληψη του εικαστικού έργου αποτελεί για τον Χαΐνη προϋπόθεση της πληρέστερης κατανόησης του τελευταίου από το θεατή. Με αφετηρία τη γνωστική αυτή σκευή, μπορεί κανείς να προχωρήσει στη συνέχεια στην αισθητική και εντέλει την ιστορική αποτίμηση του εικαστικού έργου. Καταλήγοντας, η εξασφάλιση της υποδομής αυτής, σε μια στοιχειώδη μορφή, είναι αναγκαία προϋπόθεση για να αναπτύξει σταδιακά ο θεατής μια αυτενεργή στάση απέναντι στο αισθητικό φαινόμενο και την άποψη του τεχνοκρίτη.

Οι θέσεις του θα προκαλέσουν τον αντίλογο, όχι του Φωκά, αλλά της Λίζας Κόττου, φιλολόγου με συγγραφικό έργο πάνω στην εκπαίδευση και συμμετοχή στην επιμέλεια σχολικών βιβλίων λογοτεχνίας. Η Κόττου, η μορφή της οποίας έχει συνδεθεί ανεξίτηλα με την αβρή παρουσία που παρέδωσε στο χρόνο ζωγραφίζοντάς την ο Γιώργος Μπουζιάνης, ανέπτυξε έντονη κοινωνική και φεμινιστική δράση ήδη από το μεσοπόλεμο, μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ, και υπέστη σκληρές διώξεις για τις ιδέες της. Παράλληλα, ενδιαφέρθηκε για την εκλαΐκευση και διάδοση των τεχνών και ιδιαίτερα της εικαστικής παιδείας. Συνέχεια ανάγνωσης

Για την κομματικότητα της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη (ΔΝΛ): Ανακρίβειες και αποσιωπήσεις

Standard

(σχετικά με το άρθρο του Στ. Παναγιωτίδη «Ιστορία και προτιμήσεις. Το ζήτημα της αυτονομίας της Νεολαίας Λαμπράκη», «Ενθέματα», 4.8.2013. Απάντηση του Στ. Παναγιωτίδη,εδώ)

του Δημήτρη Παπανικολόπουλου και του Βασίλη Ρόγγα

DNL4

Ο Μίκης Θεοδωράκης στα Γιάννενα, στη Λέσχη Νεολαίας Λαμπράκη, σε προσυνεδριακή συγκέντρωση, Χειμώνας 1964. ΕΜΙΑΝ, Φωτογραφική Συλλογή Παναγιώτη Σταμάτη.

Πρώτον, δεν ισχύει ότι «ήδη από το 1963 […] η Νεολαία ΕΔΑ είχε αρχίσει να μαζικοποιείται έντονα». Η προσχώρηση των παράνομων Επονιτών το ’58 και οι προσχωρήσεις μελών μέχρι το ’63 δεν είναι τίποτα μπροστά στην οργανωτική έκρηξη μετά τη δολοφονία του Λαμπράκη. Άλλωστε, η έκρηξη οφείλεται στην ίδρυση της Δημοκρατικής Κίνησης Νέων Γρηγόρης Λαμπράκης (ΔΚΝΓΛ), και όχι στη μαζικοποίηση της Ν. ΕΔΑ. Και, ως γνωστόν, η ΔΚΝΓΛ αφενός επέδειξε ευελιξία ως προς τον τύπο ένταξης, αφετέρου είχε διακηρύξει ότι δεν ανήκει σε κανένα κόμμα. Αυτή η αυτονομία υπήρξε καθοριστική ώστε να μαζικοποιηθεί η αριστερή νεολαία την οποία κληρονόμησε η ΔΝΛ με τη συγχώνευση Ν. ΕΔΑ και ΔΚΝΓΛ.

Δεύτερον, πράγματι «η πολιτική σύνδεση ΔΝΛ και ΕΔΑ ήταν απολύτως γνωστή». Τι σχέση έχει όμως με τη δυναμική και τη μαζικοποίηση, θετική ή αρνητική; Για να απαντήσουμε, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι το απόγειο της οργανωτικής ανάπτυξης της ΔΝΛ υπήρξε το ιδρυτικό Συνέδριο (Μάρτης ’65), και όχι κάποια στιγμή της μετέπειτα «κομματικής» της πορείας. Από τη στιγμή που ο Μίκης δήλωσε ρητά ότι ο ίδιος και οι Λαμπράκηδες είναι κομμουνιστές, αυτό στοίχισε στην Οργάνωση. Όχι μόνο το εκμεταλλεύθηκε δεόντως η Δεξιά και έκτοτε η καταστολή άρχισε να πλήττει παντοιοτρόπως τη ΔΝΛ, περιορίζοντας τη μαζικότητά της, αλλά και πολλοί νέοι δεν ήθελαν να ταυτιστούν με τέτοιο τρόπο. Όπως σημειώνει εξέχον στέλεχος της ΔΝΛ, «το άπλωμα αυτής της επιρροής νομίζω ότι το υπερεκτιμήσαμε ως κατάκτηση και περιουσιακό στοιχείο της Αριστεράς. Αυτή η Οργάνωση έγινε γρήγορα κομματική οργάνωση. Τα συνθήματά της δηλαδή δεν ανταποκρίνονταν σε αυτό που προσήλκυσε τα ευρύτερα στρώματα της νεολαίας. […] Δηλαδή ο άλλος δεν τον είχε κατακτήσει η υπόθεση να γίνει σοβιέτ η Ελλάδα. […] Ήταν άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι άλλα πράγματα περιμένανε. […] και έρχεται και η πίεση από τον αντίπαλο που του δημιουργεί δυσκολία και σου λέει “εγώ τώρα τι δουλειά έχω εδώ;”»[1].

Συνέχεια ανάγνωσης

Νεολαία Λαμπράκη: Οικοδομώντας και όχι προαπαιτώντας την ταυτότητα

Standard

Απάντηση στον Δημήτρη Παπανικολόπουλο και τον Βασίλη Ρόγγα (το άρθρο τους εδώ)

του Σταύρου Παναγιωτίδη

Πορεία σπουδαστών της Σχολής Υπομηχανικών Θεσσαλονίκης προς Αθήνα στο χωριό Νίκαια της Λάρισας, Δεκέμβριος 1960. ΕΜΙΑΝ Φωτογραφική Συλλογή Αριστείδη Μανωλάκου.

Πορεία σπουδαστών της Σχολής Υπομηχανικών Θεσσαλονίκης προς Αθήνα στο χωριό Νίκαια της Λάρισας, Δεκέμβριος 1960. ΕΜΙΑΝ Φωτογραφική Συλλογή Αριστείδη Μανωλάκου.

Τα σχόλια των δύο φίλων μου και συντρόφων είναι παραπάνω από καλοδεχούμενα. Δεν ανατρέπουν όμως τη θέση μου. Πρώτον, η Νεολαία Λαμπράκη δεν ήταν αυτόνομη οργάνωση κατά τον τρόπο που έχει καταγραφεί στις συλλογικές αριστερές αναπαραστάσεις του παρελθόντος. Ήταν μια οργάνωση με ισχυρούς δεσμούς με την ΕΔΑ της οποίας την πολιτική υλοποιούσε, αφού τα καθοδηγητικά στελέχη της ανήκαν στο μηχανισμό της ΕΔΑ και του παράνομου ΚΚΕ. Αυτό βεβαίως δεν καθιστά τη ΔΝΛ κάτι σαν την ΚΝΕ των ημερών μας, μια οργάνωση χωρίς την παραμικρή αυτονομία. Γι’ αυτό και «ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός λειτουργούσε, αλλά στη ΔΝΛ δίνονταν απλώς οι γενικές γραμμές».

Δεύτερον, είναι λάθος να θεωρούμε ότι στη γιγάντωση της Νεολαίας Λαμπράκη συνέβαλε κυρίως η «αυτονομία», πόσο μάλλον να τη συγχέουμε με τον ευρύ ιδεολογικό χαρακτήρα και την πολυσυλλεκτικότητα της οργάνωσης, που πραγματικά αποτέλεσε την πιο κομβική αιτία της γιγάντωσής της — αφού προσέλκυσε μαζικά νέους που δεν είχαν καθόλου έντονη την αριστερή ταυτότητα και τις σχετικές νόρμες, όπως επισημαίνουν και οι δύο σύντροφοι, λέγοντας πως «η ΔΚΝΓΛ επέδειξε ευελιξία ως προς τον τύπο ένταξης». Συνέχεια ανάγνωσης

Το ιδρυτικό συνέδριο της ΕΦΕΕ (1963), κορυφαία εκδήλωση του προδικτατορικού φοιτητικού κινήματος

Standard

Συνέντευξη του Γιάνη Γιανουλόπουλου

Το Ιστορικό Αρχείο του Πανεπιστημίου Αθηνών και η Εταιρεία Μελέτης της Ιστορίας της Αριστερής Νεολαίας (ΕΜΙΑΝ) οργανώνουν, την Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου τιμητική εκδήλωση για το Δ΄ Πανσπουδαστικό Συνέδριο του 1963. Ένα Συνέδριο  με μεγάλη σημασία, που πραγματοποιείται σε μια στιγμή κορύφωσης των φοιτητικών αγώνων, και στο οποίο ιδρύεται η ΕΦΕΕ. Για την ταυτότητα, το κλίμα και τη σημασία του συνεδρίου, καθώς και για τη σημασία της μελέτης σήμερα του φοιτητικού και νεολαιίστικου κινήματος της εποχής,  μιλήσαμε με τον ιστορικό Γιάνη Γιανουλόπουλο, γενικό γραμματέα (1963-1964) και πρόεδρο (1964-1965) της ΕΦΕΕ, ομότιμο καθηγητή σήμερα του Παντείου Πανεπιστημίου.

«Ε»

Ξεκινώντας, θα ήθελα να μας δώσεις την ταυτότητα του Συνεδρίου: πότε και πού έγινε, ποιοι ήταν οι σύνεδροι, το κλίμα.

Το ιδρυτικό συνέδριο της ΕΦΕΕ έγινε στην Αθήνα, τον Απρίλιο (22-28) του 1963 στο θέατρο «Χατζηχρήστου», στην Ιπποκράτους. Εκεί δηλαδή συνεδρίαζε η Ολομέλεια. Τις διάφορες επιτροπές του τις φιλοξενούσαν ο Σύλλογος Εργαζομένων Φοιτητών,  τα γραφεία της Πανσπουδαστικής και άλλοι φίλιοι χώροι.

Το κλίμα ήταν πανηγυρικό με σαφή στοιχεία μαχητικής εγρήγορσης. Κάπως αντιφατικό ακούγεται αυτό. Εξηγώ. Η ΕΚΟΦ, αν και ηττημένη κατά κράτος, ήδη από το 1962, καθόλου δεν αποκλείαμε να δημιουργήσει κατά την έναρξη το γνωστό «επεισόδιο της πόρτας» στην είσοδο του θεάτρου. Να επιχειρήσουν δηλαδή να μπουν ομαδικά στο χώρο των συνέδρων, να εμποδιστούν, το Σπουδαστικό Τμήμα Ασφαλείας να «διαπιστώσει ότι γίνονται ταραχές» και να καλέσει τους επικεφαλής της ένστολης αστυνομικής δύναμης, παρατεταγμένους διακριτικά σε απόσταση 1,80 έως 2 μέτρων από την είσοδο, να εκκενώσουν την αίθουσα. Τελικώς δεν το αποτόλμησαν.

Ποιοι ήταν οι σύνεδροι; Ποιους/ες να πρωτομνημονεύσει κανείς! Ελπίζουμε να τους δούμε όλους, αν είναι δυνατόν, την Παρασκευή. Υπάρχουν όμως και σύνεδροι που ξέρουμε ότι δεν πρόκειται να δούμε. Να τους αναφέρω κατά τη χρονολογική σειρά που έφυγαν. Το Σωτήρη Πέτρουλα, τον Απόστολο Μπέσση, τον αντιπρόεδρο της ΕΦΕΕ, έναν από τους δικηγόρους των διωκομένων φοιτητών στα στρατοδικεία της δικτατορίας. Πέθανε στις αρχές του 1974 χωρίς να προλάβει να δει την πτώση της. Τον Αλέκο Παναγούλη, τον Ίωνα Μπούζενμπεργκ, τον αριστεριστή τότε Τάκη Κονδύλη, τον Τάκη  Παππά, τον Άρη Ζεπάτο, το Μιχάλη Παπαγιαννάκη. Λείπουν και κάποιοι άλλοι, που δεν θυμάμαι τώρα αν ήταν σε αυτό ή σε επόμενα Συνέδρια.

Σε ποια συγκυρία εντάσσεται το Δ΄ Πανσπουδαστικό Συνέδριο; Πώς φτάνουμε σε αυτό;

Του Συνεδρίου προηγήθηκε μια διετία περίπου συνεχούς ανόδου του φοιτητικού κινήματος, διεύρυνσης των στόχων του, αλλά και ανανέωσης, επί το μαχητικότερον, των τρόπων διεκδίκησής τους. Αρχή αυτής της διαδικασίας ήταν το καλοκαίρι του 1961 όταν το μέτωπο αριστερών, κεντρώων και άλλων δημοκρατικών φοιτητών κέρδισε την πλειοψηφία, ισχνή αρχικώς, στη ΔΕΣΠΑ (τη Διοικούσα Επιτροπή των Φοιτητικών Συλλόγων των έξι, τότε, Σχολών του Πανεπιστημίου Αθηνών) και αμφισβήτησε «το έργο» της κυβέρνησης Καραμανλή στο χώρο της Παιδείας. Την πλειοψηφία στους συλλόγους τη διέθετε μέχρι τότε η παρακρατική ΕΚΟΦ, χάρις στο ζοφερό κλίμα που είχε επιβάλει στα πανεπιστήμια το μετεμφυλιακό κράτος των εθνικοφρόνων «πατριωτών»  σε ανοιχτή συνεργασία ή με τη σύμφωνη γνώμη της πλειοψηφίας –το λέω ευγενικά, διότι οι εξαιρέσεις ήταν ελάχιστες– των καθηγητών μας.

Ακολούθησαν, μετά τις εκλογές της «βίας και της νοθείας» (Οκτώβριος 1961), οι μεγάλες κινητοποιήσεις της ΔΕΣΠΑ και των συλλόγων της Θεσσαλονίκης με στόχο την έμπρακτη υπεράσπιση του Πανεπιστημιακού Ασύλου και των προβλεπομένων από το Σύνταγμα ελευθεριών των πολιτών (άρθρο 114), οι επιθέσεις της αστυνομίας στα Προπύλαια και οι σφοδρές συγκρούσεις με τους φοιτητές και απεργούς μαθητές σε ολόκληρο το κέντρο της Αθήνας, το κλείσιμο για ένα διάστημα των Πανεπιστημιακών Σχολών και η πανελλήνια εκστρατεία (μέχρι τους πρώτους μήνες του 1963) συλλογής υπογραφών κάτω από το αίτημα της αύξησης των κονδυλίων του κρατικού προϋπολογισμού για την Παιδεία στο 15%.

Διαβάζουμε, κατά καιρούς, ότι  το Δ΄ Πανσπουδαστικό ήταν ένα εντελώς ξεχωριστό γεγονός στην πορεία του φοιτητικού κινήματος. Ποια νομίζεις ότι ήταν η σημασία του στα δεδομένα της εποχής;

Αυτό ακριβώς είναι το θέμα της ημερίδας για το Δ΄ Συνέδριο και την προδικτατορική ΕΦΕΕ την Παρασκευή. Αρκεί ίσως εδώ να αναφέρω ότι στο συγκεκριμένο Συνέδριο, κορυφαία εκδήλωση μιας ειδικής περιόδου του φοιτητικού κινήματος, ετέθη για πρώτη φορά, κατά τρόπο αναλυτικό και τεκμηριωμένο, το πρόβλημα της  ελληνικής πανεπιστημιακής παιδείας σε όλες τις πτυχές του (χρηματοδότηση των ΑΕΙ, αυτοτέλεια, ακαδημαϊκές ελευθερίες, στάθμη και περιεχόμενο σπουδών, απορρόφηση πτυχιούχων και πολλά άλλα). Ετέθη με μια σειρά από πολυσέλιδες εισηγήσεις φοιτητικών επιτροπών, μικρές αυτοτελείς μελέτες στην πραγματικότητα, οι οποίες υπήρξαν καρπός μακράς μελέτης της σχετικής ελληνικής και ξένης (κυρίως) βιβλιογραφίας. Για τα δεδομένα της εποχής νομίζω ότι ήταν πολύ αξιόλογες.

Συνέχεια ανάγνωσης