Να ενισχύσουμε λοιπόν τον ριζοσπαστισμό του ΣΥΡΙΖΑ

Standard

Η κρυφή (αλλά λανθασμένη) γοητεία ενός «συνεχούς του ριζοσπαστισμού»

 

του Γ.Π. Στάμου

Έργο του Φρανς Μασερεέλ

Έργο του Φρανς Μασερεέλ

Ομολογώ ότι, τόσο κατά τις διαδικασίες του προσυνεδριακού διαλόγου όσο και κατά τις εργασίες του ίδιου του συνέδριου, με εντυπωσίασε η συχνή επίκληση στην ανάγκη περαιτέρω ριζοσπαστικοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ. Με μια πρώτη ματιά, τούτη η επίκληση ασφαλώς και δεν ανήκει στα κομβικά στοιχεία του συνεδριακού δαλόγου, είμαι όμως της γνώμης ότι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιαζόταν συχνά το ζήτημα σηματοδοτεί κάτι σημαντικό και συνάμα επικίνδυνο. Με άλλα λόγια, θεωρώ προϊόν πλήρους συγχύσεως το γεγονός ότι η σχετική ρητορική εικονογραφούσε ένα «συνεχές του ριζοσπαστισμού». Συγκεκριμένα, προβαλλόταν, και μάλιστα με μια αίσθηση κρυφής γοητείας, ότι το θετικό, το αριστερό άκρο τού συνεχούς το κατέχει το ΚΚΕ. Στο αντίθετο, το δεξιό άκρο του συνεχούς, ταξιθετείται το απόλυτο κακό που ταυτίζεται με τη σοσιαλδημοκρατία: στα καθ’ ημάς την «αποτρόπαια ΔΗΜΑΡ» ή, ακόμα χειρότερα, τα «ρετάλια του ΠΑΣΟΚ». Τέλος, ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να καταλαμβάνει θέση κάπου ανάμεσα στα δύο άκρα.

Είμαι της γνώμης ότι η εμμονή σε αυτή τη γραμμή προσέγγισης του ριζοσπαστισμού ενέχει τον κίνδυνο εκτροπής του διαλόγου από το όντως ζητούμενο, δηλαδή την ενίσχυση του κινηματικού χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ. Θεωρώ, δηλαδή, την εικόνα του «συνεχούς» με τα δύο αντιδιαμετρικά άκρα να κατέχονται από το ΚΚΕ και τη σοσιαλδημοκρατία παραπλανητική. Αντίθετα, εκτιμώ ότι οι δύο αυτοί σχηματισμοί μοιράζονται μια κοινή βάση πάνω στην οποία οικοδομούν μια στατική εικόνα για τους κοινωνικούς αγώνες, πράγμα εντελώς ξένο προς την κινηματική λογική που κυριαρχεί στο πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ, τον χαρακτηρίζει και τον έφερε ως εδώ. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο σαμαράς και οι παρτσινέβελοι (*)

Standard

ΕΡΤ: Η ΟΘΟΝΗ ΒΟΥΛΙΑΖΕΙ, ΣΑΛΕΥΕΙ ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ-2

του Νίκου Θεοτοκά

Ράινερ Φέτινγκ, «Ντράμερ και κιθαρίστας», 1949

Ράινερ Φέτινγκ, «Ντράμερ και κιθαρίστας», 1949

Ο Σαμαράς, συνειδητά και με σχέδιο, ταπεινώνει τα υποζύγια της συγκυβέρνησής του. Και τους φορά στενό σαμάρι. Οι επικοινωνιακοί του σύμβουλοι τον έχουν πείσει ότι, αν οι παρτσινέβελοι υποταγούν, θα τους κρατά μέχρι τέλους εξουδετερωμένους στο τσεπάκι του. Κι αν πάλι νοιώσουν πως δεν πάει άλλο και πούνε «ως εδώ», τότε θα κάνει εκλογές και θα λεηλατήσει την εκλογική τους βάση. Θα χρεώσει, δηλαδή, στους συνεταίρους ότι αθέτησαν ιδιοτελώς τη συμφωνία κι έριξαν μια κυβέρνηση που τη στήριξαν από ευθύνη «για τη σωτηρία της πατρίδας».

Οι αριθμοί που του δίνουν οι σύμβουλοί του ενσωματώνουν κάτι από τα πασοκοδημαρικά ψηφαλάκια, κάτι από τη συμφωνημένη μεταγραφή Καρατζαφέρη, κάτι από τα φασιστοειδή, κάτι από τη μαύρη μαυρίλα που φυτρώνει στην απελπισία. Και υποβάλλουν στον αρχηγό της Πολιτικής Άνοιξης μια εικόνα νίκης για το κόμμα που διοικεί, τη Νέα Δημοκρατία. Αν κάτι πάει στραβά, «απευκταίο αλλά όχι απίθανο ενδεχόμενο», καθώς γράφτηκε ότι είπε ο γραμματέας της κυβέρνησης Παναγιώτης Μπαλτάκος, η Χρυσή Αυγή θα είναι εδώ, να δώσει τη λύση. Συνέχεια ανάγνωσης

Είναι αδύνατος σήμερα ένας «ιστορικός συμβιβασμός»

Standard

 «Πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη το υπαρκτό, αλλά για να το αλλάξουμε, όχι για να υποταχθούμε σ’ αυτό»

 Συνέντευξη του Σπύρου Ι. Ασδραχά

 spasdΑς ξεκινήσουμε από το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ. Πώς κρίνετε την τωρινή τους θέση;

 Για το ΠΑΣΟΚ δεν θα είχα να πω κάτι άλλο, πέραν του ότι ακολούθησε τη μοίρα των σοσιαλιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, από τη στιγμή που εγκολπώθηκαν σαν αναλυτικό εργαλείο, αλλά και σαν εργαλείο άσκησης πολιτικής εξουσίας, τον νεοφιλελευθερισμό.

Ως προς τη ΔΗΜΑΡ, θα έλεγα ότι είναι το λυπηρό απομεινάρι ενός σημαντικού εγχειρήματος – εννοώ τον ευρωκομμουνισμό. Οι εποχές βεβαίως είναι πολύ διαφορετικές· οι απολήξεις όμως σημαδεύουν την αναποτελεσματικότητα, εκ των υστέρων, του μεγάλου σχεδίου του Μπερλινγκουέρ και του Άλντο Μόρο για τον ιστορικό συμβιβασμό. Δεν νομίζω ότι σήμερα είναι εφικτός ένας «ιστορικός συμβιβασμός», ούτε στην Ιταλία ούτε φυσικά στην Ελλάδα. Η ΔΗΜΑΡ εικονογραφεί την αποτυχία ενός μεγάλου για την εποχή του σχεδίου, και αν αναφέρομαι σε αυτή την απόληξη είναι γιατί αποτελεί δείκτη μιας μεγάλης κρίσης.

 Και ας προχωρήσουμε στον ΣΥΡΙΖΑ…

 Ας δούμε καταρχάς την πρόσληψη του λόγου του ΣΥΡΙΖΑ από το εκλογικό σώμα. Ο λόγος αυτός είναι διηθημένος από τα κρατούντα μέσα ενημέρωσης, τα οποία, όταν δεν είναι απροκάλυπτα αρνητικά ή εχθρικά, είναι μεροληπτικά. Στους πολλούς αποδέκτες, ο λόγος της Αριστεράς, φτάνει παρηλλαγμένος. Κάποτε, η παραλλαγή γίνεται και από τα αριστερά. Θα αναφερθώ σε ένα ενδεικτικό παράδειγμα: το περίφημο «Δεύτερο Σχέδιο», το γνωστό, αγγλιστί, Plan B — βλέπετε, η αγγλική, μια ορισμένη μορφή της συγκεκριμένα, έχει γίνει η κοινή γλώσσα. Δεν έχει η Αριστερά δεύτερο σχέδιο, μας λένε. Ρωτήθηκαν ποτέ η Δεξιά και τα κεντροαριστερά παραβλαστήματα αν έχουν δεύτερο σχέδιο στην περίπτωση κατά την οποία αποτύχει –και έχουμε ουκ ολίγες ενδείξεις γι’ αυτό– το σχέδιο το οποίο εφαρμόζουν; Κανείς δεν θέτει το ζήτημα αυτό· το πρόβλημα τίθεται μόνο για την Αριστερά, και μάλιστα και από καλόβολους αριστερούς. Συνέχεια ανάγνωσης

Ορθώς κείμενα: Αριστερότερα Κουροπάτκιν!

Standard

αναδημοσίευση από την Καθημερινή, 19.10.2012

του Παντελή Μπουκάλα

Παράδοξη εκ συγκροτήσεως η κυβέρνησή μας, με τρεις κεφαλές αλλά με κορμό προβληματικό, αν όχι ανυπόστατο, έχει ένα επιπλέον δυσεύρετο γνώρισμα: Μολονότι δεξιά, δεξιότατη, στην πρακτική και στο ύφος της, από τον πρωθυπουργό έως τον τελευταίο διευθυντίσκο που μοιράζει θεσούλες με τον πλέον παραδοσιακό και πελατειακό τρόπο (από την ανέκαθεν πολύφερνη ΕΡΤ έως την έσχατη ταπεινή υπηρεσιούλα), διαθέτει στη δομή της τρεις τουλάχιστον εκδοχές της Αριστεράς. Και λέω τρεις τουλάχιστον, γιατί αν συνυπολογίσουμε τον Κόκκινο Πάνο, που έχει ήδη αρχίσει να γίνεται γνωστός και ως Ερυθρός Στρατάρχης και ο οποίος αποτελεί μόνος του ιδιαίτερο θέμα (όπως όριζαν τα θέματα οι Βυζαντινοί), φτάνουμε στις τέσσερις και συνεχίζουμε. Διότι έχουμε, πρώτον, την Κεντροαριστερά του ΠΑΣΟΚ (και μάλιστα υπό τον κ. Βενιζέλο, ακραιφνή σοσιαλιστή). Δεύτερον, την Αριστερά στην ανανεωτική εκδοχή της, τη ΔΗΜΑΡ του κ. Κουβέλη. Και τρίτον, έχουμε την ευδιάκριτη, αν όχι εντονότατη παρουσία των ούλτρα αριστερών (μια φορά και μάλλον δυο καιρούς) συμβούλων του πρωθυπουργού, εν οις δικαίως προεξάρχει ο Βήτα Πανελλαδικάριος Χρύσανθος Λαζαρίδης, για τους μνήμονες.

Μολαταύτα, παρά την ποικιλόμορφη ενδοκυβερνητική αριστεροσύνη, ό,τι αριστερότερο ακούμε για τα «πρέπει» της κυβερνητικής πολιτικής προέρχονται από πρόσωπα τα οποία θα ήταν τα τελευταία που θα δημιουργούσαν εντυπώσεις αριστεροσύνης ή θα διεκδικούσαν δάφνες αριστερότητας. Ο Πέτερ Μπονφίνγκερ, λ.χ., ένας από τους πέντε θεσμικούς συμβούλους της Γερμανίδας καγκελαρίου, Συνέχεια ανάγνωσης

Μετεκλογικοί τίτλοι στο νέο πολιτικό τοπίο

Standard

του Δημήτρη Χριστόπουλου

 Το πολιτικό τοπίο, όπως διαμορφώθηκε μετά τον Ιούνιο, μας θέτει ενώπιον μιας νέας ιστορικής συνθήκης, η εννοιολόγηση της οποίας αξιώνει συνέχειες και τομές. Μια προσπάθεια ταξινόμησης του τοπίου αυτού θέτει τέσσερις τίτλους με όρους ιεράρχησης, από το σημαντικότερο στο λιγότερο σημαντικό. Θα ήθελα να το υπογραμμίσω, καθώς πολύ συχνά, συνεπαρμένοι από τα γεγονότα, έχουμε την τάση να ξεχνάμε να κάνουμε ιεραρχήσεις ή να τις κάνουμε λάθος.

Τίτλος πρώτος: Επέλαση του  νεοφιλελευθερισμού και νεοσυντηρητισμού

Françoise Lucbert, «Καθιστός άντρας», 1913-14

Αν πριν λίγα χρόνια –σε πολλούς Έλληνες, και όχι μόνο αριστερούς– μας έλεγαν ότι η Ελλάδα θα έχει αυτόν τον πρωθυπουργό θα το θεωρούσαμε αυτοτελή αιτία καταστροφής. Πολλώ δε μάλλον τώρα, που έχουμε αυτόν τον πρωθυπουργό σε μια χώρα που καταστρέφεται. Έτσι έχουν τα πράγματα, και το χάπι δεν χρυσώνεται. Το πρώτο λοιπόν συμπέρασμα, που συνάγεται αβίαστα, είναι ότι καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε την ηγεμονία μιας πολιτικής συμμαχίας δύο ιδεολογιών στην υπερβολή τους. Νεοφιλελευθερισμός ευρωπαϊκής κοπής στη βάση, νεοσυντηρητισμός ελληνικής κοπής στο εποικοδόμημα. Είναι, νομίζω, η πρώτη φορά στη σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία που έχουμε τον συνδυασμό αυτό σε τέτοια ισχυρή δοσολογία.  Συνήθως είχαμε νεοσυντηρητισμό στους θεσμούς με πατερναλισμό στην οικονομία ή, σπανιότερα, το ανάποδο. Πάντως, σε αυτή την ευρωπαϊκή συγκυρία της νεοφιλελεύθερης συνταγής για την αντιμετώπιση της κρίσης, είναι ιδιαίτερο ότι έχουμε έναν πρωθυπουργό που βρίσκει πολύ χρόνο, προεκλογικά και μετεκλογικά, να θυμίζει ότι πρέπει να ασχοληθεί και με τον «νόμο Ραγκούση» για την ιθαγένεια.

Τίτλος δεύτερος: κοινοβουλευτική και κοινωνική εφόρμηση του νεοναζισμού

Η Αριστερά άργησε, αλλά άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι αυτό είναι ένα αυτοτελές πολιτικό διακύβευμα, το οποίο δεν χωράει συμψηφισμούς. Το εκλογικό σώμα της Χρυσής Αυγής αποτελείται από τρεις ομόκεντρους κύκλους. Ο πρώτος κύκλος και στενός πυρήνας είναι η συμμορία, αυτό που ανέκαθεν ήταν η Χρυσή Αυγή.  Ο δεύτερος εμπνέεται από την πολιτική κουλτούρα της αποενοχοποίησης του δωσιλογισμού και του βασιλοχουντισμού, κάτι που δεν τόλμησε –ή μάλλον δεν κατάφερε επαρκώς– το ΛΑΟΣ. Ο τρίτος και μεγαλύτερος κύκλος αποτελείται κατά κύριο λόγο από τμήματα της αφηνιασμένης μικροαστικής τάξης που συμπιέζεται, κατ’ ουσίαν εξαφανίζεται. Συνέχεια ανάγνωσης

ΘΕΡΙΝΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ: Πολιτική και Συναίσθημα

Standard

 του Νικόλα Σεβαστάκη     

 

Μαξ Μπέκμαν, «Η Κάθυ, ντυμένη στα γαλάζια, μέσα σε μια βάρκα», 1926

H ανακύκλωση του «φιλελεύθερου Κέντρου». Διαρκής και λυπηρή απομάκρυνση της «μεταρρυθμιστικής» και «υπεύθυνης Αριστεράς» από την Αριστερά. Ήδη όμως από τις μέρες της κυβέρνησης Παπαδήμου, στα διαδικτυακά στέκια αυτού του χώρου, παρατηρούσε κανείς να νεκρανασταίνονται μια μια οι ευρεσιτεχνίες του μπλερισμού ή της «προοδευτικής» συνέχειας του θατσερισμού. Να, για παράδειγμα, οι προ εικοσαετίας αναλύσεις περί ύπαρξης δύο κοινωνιών, της καθυστερημένης και αργόστροφης και της άλλης, της κοινωνίας των παραγωγικών και ευφυών που δεν τους αφήνουν να διακριθούν και να ηγηθούν. Τώρα ωστόσο τα ίδια ξόρκια επαναλαμβάνονται σε συνθήκες μακάβριας πτώσης της μεσαίας τάξης και οικονομικής εξάντλησης για μεγάλα τμήματα του λαού. Και σε ένα περιβάλλον επανεμφάνισης των συσσιτίων και με 1.200.000 ανέργους ξενίζει ακόμη περισσότερο ο υπερβατικός οίστρος των οπαδών του «δυναμικού Κέντρου». Ενώ μαζί με αυτήν επιστρέφει και ο μύθος της ευεργετικής ιδιωτικοποίησης ως να μην υπήρξε καμιά μεγάλη κρίση, κανένας ισχυρός κλονισμός στα δόγματα και στις λειτουργίες του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Η λύση του κοινωνικού προβλήματος επαφίεται στη φαντασίωση της ανεμπόδιστης ροής ιδιωτικών επενδύσεων πίσω από την οποία κρύβεται δυστυχώς αυτό που δήλωσε προ κάποιων εβδομάδων η Μέρκελ: ότι για τους αποτυχημένους της νότιας Ευρώπης το πρότυπο θα έπρεπε να είναι η… Ινδονησία! Έτσι λοιπόν ο όψιμος ευρωπαϊσμός φτάνει στο σημείο της θλιβερής του αυτοαναίρεσης. προτρέποντας στη γενική εκποίηση όλων όσων άξιζαν στην ευρωπαϊκή κληρονομιά. Συνέχεια ανάγνωσης

Το εκλογικό αποτέλεσμα από τη γωνία της κοινωνίας και της Αριστεράς

Standard

Για τον ΣΥΡΙΖΑ του 27%, το αξιακό του φορτίο, τα αιτούμενα της περιόδου, την αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής και την Ευρώπη

 

συνέντευξη του Αριστείδη Μπαλτά

Ανρί Ματίς, «Νύμφη και σάτυρος», 1908

Ξεκινώντας, θα ήθελα ένα συνολικό σου σχόλιο για το αποτέλεσμα των δύο εκλογικών αναμετρήσεων.

 Νομίζω ότι πρέπει να δούμε το αποτέλεσμα από δύο τουλάχιστον γωνίες. Η μία είναι της κοινωνίας και η άλλη, πιο στενά, της Αριστεράς. Από την πρώτη γωνία, οι εκλογές κατά κάποιον τρόπο συμπύκνωσαν –κάτι που δεν ήταν δεδομένο ότι θα συνέβαινε– τα δύο χρόνια του Μνημονίου. Κινητοποιήσεις πολλές αλλά ατελέσφορες όσον αφορά την επίτευξη αιτημάτων, διεκδικήσεις όλων των ειδών, ποικίλες εκφράσεις οργής ή απελπισίας, το Σύνταγμα, οι διαμαρτυρίες στις παρελάσεις και η κριτική, έμμεσα ή άμεσα, θεσμών υψηλού κμη και να ύρους έφτασαν να συμπυκνωθούν στην εκλογική μάχη. Να συμπυκνωθούν, ώστε να εκπροσωπηθούν.

Με αυτή την έννοια, η λεγόμενη αντιμνημονιακή ψήφος –που μοιράστηκε βέβαια, δεν πήγε μόνο στα αριστερά– ήταν πολιτική ψήφος. Ταυτόχρονα, η ψήφος, και στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις, ήταν ταξική ψήφος, με όρους πρωτοφανείς για την πρόσφατη ελληνική ιστορία. Είναι ενδεικτικό πώς η Αριστερά στους χώρους της φτώχειας –ας το πούμε έτσι– αποτελεί πλειοψηφική δύναμη. Συνέχεια ανάγνωσης

Δημοκρατική και ενωτική πόλωση

Standard

του Κύρκου Δοξιάδη

Aνρί Μανιγκέν, «Τσιγγάνα στο ατελιέ» (λεπτομέρεια), 1906

 Πριν πολλά χρόνια, στα «Ενθέματα», σ’ ένα άρθρο μου με τίτλο «Γιατί θα ψηφίσω Συνασπισμό» (19.3.2000 — τόσο παλιά), είχα γράψει τα εξής:

«[…]Τον τελευταίο καιρό παρατηρείται το φαινόμενο του να “φυλλορροεί” ο Συνασπισμός προς την κατεύθυνση του ΠΑΣΟΚ. Το φαινόμενο αυτό, κατά μια έννοια τουλάχιστον, ήταν εντελώς αναμενόμενο. Για όσους την εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου, η διαφορά μεταξύ του κόμματος της ανανεωτικής αριστεράς και του ΠΑΣΟΚ συνίστατο στη διαφορά μεταξύ “εκσυγχρονιστικής” και “λαϊκιστικής” σοσιαλδημοκρατίας, τώρα που το ΠΑΣΟΚ έγινε κι αυτό “εκσυγχρονιστικό”, η εν λόγω διαφορά έπαψε να υπάρχει. Μακροπρόθεσμα λοιπόν, αυτό ειδικά το “φυλλορρόημα” ίσως βοηθήσει το Συνασπισμό να ξεπεράσει την “κρίση ταυτότητας”».

Από τότε έχουν συμβεί πολλά — έχει αρχίσει να μεταβάλλεται άρδην και κατά τρόπο συγκλονιστικό το κοινωνικοπολιτικό σκηνικό. Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι, όσον αφορά την προαναφερθείσα τάση «φυλλορροήματος», μέχρι σχετικά πρόσφατα αυτή εξακολούθησε σταθερά να υπάρχει σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια του τεράστιου διαστήματος που μεσολάβησε από τότε που έγραφα τις παραπάνω σειρές. Κατά την άποψή μου, η δημιουργία και η όλη πολιτεία του κόμματος της Δημοκρατικής Αριστεράς δεν είναι παρά το αποκορύφωμα της εν λόγω τάσης: η συγκρότηση και λειτουργία ενός ακόμη κόμματος «εκσυγχρονιστικής» σοσιαλδημοκρατίας, που προέκυψε από τους «εκσυγχρονιστές» του ΣΥΝ, και που δυνάμει, με το πλήρωμα του χρόνου, όταν θα έχουν «ωριμάσει οι συνθήκες», θα ενωθεί εις σάρκα μίαν με το ήδη υπάρχον, ήτοι με το «εκσυγχρονισμένο» ΠΑΣΟΚ. Συνέχεια ανάγνωσης

Τρία μετεκλογικά σχόλια

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Προπύλαια 17.6.2012. Φωτογραφία του Άγγελου Καλοδούκα

 Έχουν περάσει μόλις πέντε μέρες από τις εκλογές της 17ης Ιουνίου και ο πολιτικός χρόνος εξακολουθεί να καλπάζει. Οι εκλογές φαίνονται ήδη μακρινές – και ας μη μιλήσουμε για την περίοδο πριν από τις 6 Μαΐου, που μοιάζει να απέχει χρόνους πολλούς. Έτσι συμβαίνει με τον πολιτικό και ιστορικό χρόνο, γνωρίζει ανόμοιες πυκνώσεις, και ένα γεγονός που συνέβη δύο μήνες πριν μπορεί να είναι πιο κοντινό με όσα συνέβαιναν πριν δύο χρόνια, παρά με το σήμερα. Γι’ αυτό, και καθώς έχουν γραφτεί πολλά και καλά για το εκλογικό αποτέλεσμα (κάποια θα τα διαβάσετε και στο σημερινό φύλλο της Αυγής), θα περιοριστώ σε τρία μικρά σχόλια για τις πραγματικότητες που διαμορφώνονται μετά την 17η Ιουνίου.

Το πρώτο έχει να κάνει με τον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν νίκησε, όπως θα θέλαμε. Το 27% όμως και η δεύτερη θέση, που συνιστούν σπουδαία επιτυχία (με όποια κριτήρια κι αν το μετρήσουμε: διεθνή, ιστορικά, της συγκυρίας), τον υποχρεώνουν να αλλάξει πολλά, και πρώτα απ’ όλα την οργανωτική του δομή. Υπάρχουν πολλοί, πάρα πολλοί άνθρωποι, σε όλη την Ελλάδα, που θέλουν να πλαισιώσουν τον ΣΥΡΙΖΑ, να ενταχθούν σ’ αυτόν, να προσφέρουν τις ιδέες τους, τις δυνάμεις τους και, κυρίως, τον εαυτό τους. Το δείχνουν οι ανοιχτές συνελεύσεις, τα τηλεφωνήματα στα γραφεία, μας το λένε οι παλιοί φίλοι και σύντροφοι που ξανασυναντάμε. Όπως το είπε επιγραμματικά ο Αλέξης Τσίπρας, τώρα στον ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει μια ακόμα συνιστώσα, και αυτή είναι η πιο μεγάλη και πιο καθοριστική: ο λαός. Όλος αυτός ο κόσμος –και μιλάμε για χιλιάδες– δεν έχει πού να αποταθεί, δεν υπάρχει διαδικασία και δομή να τον υποδεχθεί. Δεν ανοίγω τη συζήτηση πώς μπορεί να γίνει αυτό. Αλλά ας συμφωνήσουμε ότι είναι επείγον, πολύ επείγον. Γιατί θα είναι τρομερό όλη αυτή η διάθεση, η δύναμη και ο ενθουσιασμός να μείνουν ξεκρέμαστα και να διαχυθούν. Συνέχεια ανάγνωσης