Μια καλή στιγμή

Standard

 του Στρατή Μπουρνάζου

Α.

Νίκος Εγγονόπουλος, "Ο όρκος των Φιλικών"

Νίκος Εγγονόπουλος, «Ο όρκος των Φιλικών»

«Η Ελληνική Επανάσταση υπήρξε τέκνο του Διαφωτισμού, ενός κινήματος που συνεπήρε τους ανθρώπους όπου Γης, καθώς συνειδητοποιούσαν ότι η καθεστηκυία τάξη δεν είναι γραμμένη στην πέτρα, διά παντός καθαγιασμένη και συνεπώς ακλόνητη. Ο κόσμος μπορούσε πλέον να γίνει, μέσα από τους αγώνες των ανθρώπων, κόσμος ισότητας, αδελφότητας και ελευθερίας. Η Ελληνική Επανάσταση υπήρξε μια έξοχη στιγμή εκείνης της άνοιξης των λαών.

Λίγα χρόνια πριν, το επαναστατικό σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής ξεκινούσε με μια συγκλονιστική φράση “Εμείς, ο λαός…”. Aυτό που όχι μόνο λένε, αλλά κάνουν αυτές οι τρεις λεξούλες είναι το μυστικό των επαναστάσεων του Διαφωτισμού: όταν οι άνθρωποι παίρνουν την τύχη τους στα χέρια τους και θεσπίζουν την πολιτική ενότητά τους παύουν να είναι απλώς άτομα, γίνονται “o λαός”».

Β΄.

«Την Ελληνική Επανάσταση δεν μπορούμε να τη διαβάσουμε, ούτε, πολύ περισσότερο, να την κατανοήσουμε, έξω και πέρα από την οικουμενική δυναμική των μεγάλων κοινωνικών και πολιτικών ρευμάτων της εποχής εκείνης. Των συγκρούσεων και των επαναστάσεων, που, μέσα σε λίγες δεκαετίες, επρόκειτο να προκαλέσουν στο παλαιό καθεστώς ριζικές ρηγματώσεις και ανατροπές. Αυτή η οικουμενική δυναμική, που προήλθε στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα από την Αμερικανική και την Γαλλική Επανάσταση, προσέβαλε αμετάκλητα τα θεμέλια του παλαιού κόσμου. Οι ιδέες και οι ανατρεπτικές δράσεις, που έχουν ως αφετηρία την Αμερικανική και την Γαλλική Επανάσταση, απλώνονται από την Ιβηρική έως την Κεντρική Ευρώπη και τη Ρωσία∙ από τη Βαλκανική ως τη Βόρεια Αφρική∙ και από τις εστίες των παλιών ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών μέχρι τις αποικίες τους στην Ασία και την Αμερικανική Ήπειρο. To 1821, πέρα από “Ελληνική υπόθεση”, είναι το έτος της εξέγερσης στο Μεξικό, είναι το έτος της ενοποίησης της Αϊτής, το έτος της διακήρυξης της ανεξαρτησίας για μια σειρά από χώρες της Λατινικής Αμερικής».

***

Eίναι από τις περιπτώσεις που έχει μεγάλη σημασία όχι μόνο το περιεχόμενο, αλλά ο συντάκτης και ο σκοπός του κειμένου. Γιατί έχει σημασία ότι τα ωραία αυτά αποσπάσματα δεν ανήκουν σε κάποια επιφυλλίδα, μελέτη, άρθρο στον «Μνήμονα» ή «Τα Ιστορικά» αλλά σε επίσημα (ένα επίσημο και ένα οιονεί επίσημο) κείμενα της Ελληνικής Δημοκρατίας. Το πρώτο είναι η εγκύκλιος του Υπουργού Παιδείας Αριστείδη Μπαλτά προς όλους τους διευθυντές των σχολείων της χώρας, ενώ το δεύτερο η ομιλία του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ανήμερα της 25ης Μαρτίου. Συνέχεια ανάγνωσης

Άξιος του δημόσιου Πανεπιστημίου

Standard

Ο μονάκριβός μας φίλος Σταύρος Κωνσταντακόπουλος-1

του Αριστείδη Μπαλτά 

Τούτη τη στιγμή, μπροστά στο θνητό σώμα του Σταύρου Κωνσταντακόπουλου, παίρνω τον λόγο στο όνομα του μεγάλου, αλλά και φύσει ταπεινού, Υπουργείου που έχω την τιμή να εκπροσωπώ, για να πω δυο λόγια για εκείνον, αλλά και σε εκείνον, μολονότι δεν μπορεί πλέον να μας ακούσει. Παίρνω τον λόγο όμως και προσωπικά, στο όνομα της κοινής μας συμπόρευσης όλα αυτά τα χρόνια, σχεδόν όλα τα χρόνια της σύντομης, τελικά, ζωής του Σταύρου Κωνσταντακόπουλου, της κοινής συμπόρευσης στον μεγάλο και ταπεινό θεσμό του δημόσιου Πανεπιστημίου.

Ο Σταύρος υπήρξε πληθωρικός ως προς όλες του τις διαστάσεις. Πληθωρικός ως δάσκαλος, καλλιεργώντας εκείνη την ιδιόμορφη σχέση με τους φοιτητές και τις φοιτήτριές του που λίγοι καταλαβαίνουν, τη σχέση όπου τα δύο μέρη λειτουργούν πλήρως ισότιμα, σε καθεστώς πλήρους ελευθερίας, μαθαίνοντας το ένα από το άλλο, αλλά ταυτόχρονα τηρώντας αυθόρμητα, άκοπα, φυσιολογικά τη διαφορά των θέσεων, των ηλικιών, των λειτουργιών, του εύρους και του βάθους των γνώσεων. Συνέχεια ανάγνωσης

Άλλα θέλω κι άλλα κάνω…

Standard

του Σταύρου Παναγιωτίδη

Χαρακτικό του Όττο Νίκελ, από το λεύκωμα "Πεπρωμένο" (1930)

Ο στίχος από το τραγούδι του Σωκράτη Μάλαμα αποδίδει εξαιρετικά την αναντιστοιχία ανάμεσα σε όσα εξαγγέλλει η κυβέρνηση ως στόχους για το πανεπιστήμιο και σε όσα θα αποτελέσουν τις συνέπειες του νέου νόμου. Η υπουργός υπόσχεται ένα πανεπιστήμιο χωρίς διαφθορά, με καλύτερη ποιότητα και μεγαλύτερο κύρος. Αυτό που τελικά θα φτιάξει είναι ένα πανεπιστήμιο περισσότερο διεφθαρμένο, πολύ χαμηλής ποιότητας και με κατακρημνισμένο κύρος.

Η «πάταξη» της διαφθοράς. Η κυβέρνηση βάζει μπροστά το «πιασάρικο» ζήτημα της διαφθοράς και υπόσχεται πως θα το αντιμετωπίσει μεταβιβάζοντας όλες τις εξουσίες από τη Σύγκλητο στο Συμβούλιο Διοίκησης. Ερώτημα πρώτο: Γιατί ένα σώμα 15 ανθρώπων, δηλαδή το Συμβούλιο, θεωρείται πως διαφθείρεται πιο δύσκολα από ένα σώμα 50 ή και 100 ανθρώπων, όπως η Σύγκλητος, στην οποία συμμετέχουν εκπρόσωποι όλων των φορέων του πανεπιστημίου; Ερώτημα δεύτερο: Τα μισά μέλη του Συμβουλίου θα είναι εξωτερικά, με στόχο να αποτελούν κατά βάση εκπροσώπους του επιχειρηματικού κόσμου, μέλη θεσμών που πρόσκεινται στην κυβέρνηση ή θα ελέγχονται από αυτήν, ακόμη και πολιτικά πρόσωπα. Πώς λοιπόν, φέρνοντας μέσα στα πανεπιστήμια τους ανθρώπους και τους θεσμούς που αποτελούν την ίδια τη διαπλοκή, αντιμετωπίζεις το πρόβλημα της διαφθοράς; Ερώτημα τρίτο:Στον νόμο δεν προβλέπεται το εκλογικό μέτρο, κι αυτό είναι απολύτως ενδεικτικό για το ότι εκείνο που πραγματικά ενδιαφέρει τους συντάκτες του δεν είναι η εξάλειψη της διαφθοράς. Συνέχεια ανάγνωσης

Ορθώς κείμενα: Αρνούμαι να συμβάλω ως πρόεδρος του Τμήματος στη διάλυσή του

Standard

του Νίκου Θεοτοκά

Προς: Τα μέλη της Γ.Σ. του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας

Κοινοποίηση: Πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου

Αθήνα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

Αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι,

Με λύπη μου, σας παρακαλώ να δεχθείτε την παραίτησή μου από τη θέση του Προέδρου του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας.

Όλα αυτά τα χρόνια υπηρέτησα, ενίοτε καθ’ υπερβολή, τις αρχές του δημοσίου και ακαδημαϊκού πανεπιστημίου εντός των ορίων που έθετε η κείμενη νομοθεσία.

Ο Νόμος 4000 και 9 (που προέκυψε χωρίς κανέναν διάλογο με τα Ιδρύματα, ψηφίστηκε από τέσσερα κοινοβουλευτικά κόμματα  και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 195/06.09.2011) καταλύει, φοβάμαι, τη συνταγματική νομιμότητα, καταργεί τα συλλογικά όργανα και τον ακαδημαϊκό χαρακτήρα των ΑΕΙ, χειραγωγεί την έρευνα και προσβάλλει την αξιοπρέπεια των πανεπιστημιακών λειτουργών. Αντί, δηλαδή, να διορθώνει τα πολλά κακώς κείμενα, καταστρέφει τον ίδιον τον πανεπιστημιακό θεσμό.

Ωστόσο, ό,τι και να λέω κι ό,τι και να φοβάμαι, όσο και να συντάσσομαι με όσες και όσους ζητούν την κατάργησή του, ο 4009 είναι πλέον νόμος του κράτους.

Σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις και την υπ’ αρ. πρωτ. 106639/Β1 Εγκύκλιο του Ειδικού Γραμματέα Α.Ε. καθηγ. Β. Παπάζογλου, οι διοικήσεις των Τμημάτων (παρά τις ρητές διατάξεις οι οποίες τα καταργούν) θα συνεχίσουν να λειτουργούν ως τα τέλη της τρέχουσας ακαδημαϊκής χρονιάς «μέχρι την έκδοση των Π.Δ. για την μετατροπή των υφιστάμενων Τμημάτων σε Προγράμματα Σπουδών».

Αρνούμαι να συμβάλω ως πρόεδρος του Τμήματος στη διάλυσή του. Αρνούμαι να υπογράψω τις διοικητικές πράξεις που διαλύουν το επιστημονικό περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών και των πτυχίων, που καταστρέφουν την οργανική σύνδεση της διδασκαλίας με την παραγωγή νέας γνώσης, που θέτουν σε «εργασιακή εφεδρεία» το ήδη αριθμητικά ελλιπές διοικητικό προσωπικό. Αρνούμαι να προωθήσω τις διαδικασίες που καταστρέφουν όσα, λίγα και σημαντικά, δημιουργήσαμε υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες. Αρνούμαι, τέλος, να αποδοκιμάσω έργοις (ως εκ της θεσμικής θέσης μου) τις δίκαιες αντιδράσεις των φοιτητών, ακόμη κι όταν συμβαίνει να μην συμμερίζομαι τις μορφές ή τα πεπραγμένα του αγώνα τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Η επίθεση στα Πανεπιστήμια: ένα βρετανικό μανιφέστο αντίστασης

Standard

Στα τέλη Αυγούστου, κυκλοφόρησε από τον βρετανικό εκδοτικό οίκο Pluto Press ο  συλλογικός τόμος The Assault on Universities: A Manifesto for Resistance, σε επιμέλεια τoυ Michael Bailey (Essex University) και του Des Freedman (Goldsmiths, University of London). Στον απόηχο του περσινού θερμού βρετανικού χειμώνα, με τις μαζικές διαδηλώσεις και τις καταλήψεις ενάντια στην αύξηση των διδάκτρων, ο τόμος περιέχει άρθρα πανεπιστημιακών και φοιτητών που πρωτοστάτησαν στον κίνημα αυτό. Όπως γράφουν  οι επιμελητές, είναι μια συνεισφορά στον αγώνα για τη σωτηρία της ψυχής της ανώτατης εκπαίδευσης στη Βρετανία.

Ξεκινώντας από την κριτική στην πολιτική της κυβέρνησης Κάμερον, τα άρθρα επικεντρώνονται όχι μόνο στο ζήτημα σε ποιο πανεπιστήμιο εναντιωνόμαστε, αλλά και για ποιο πανεπιστήμιο παλεύουμε, ενώ εξετάζουν στρατηγικές με τις οποίες μπορεί να προχωρήσει η καμπάνια το τρέχον ακαδημαϊκό έτος, καθώς τα προβλήματα οξύνονται: οι περικοπές της χρηματοδότησης συνεχίζονται, ενώ πολλά ιδρύματα  αυξάνουν τα ετήσια δίδακτρά τους μέχρι το ανώτατο όριο των 9.000 λιρών,  καθιστώντας έτσι την πανεπιστημιακή εκπαίδευση απλησίαστη για όλο και περισσότερους. Συνέχεια ανάγνωσης

Το πανεπιστήμιο στον 21ο αιώνα: σκέψεις για μια εναλλακτική παγκοσμιοποίησή του

Standard

του Μποαβεντούρα ντε Σούζα Σάντος

μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης

Ο Boaventura de Sousa Santos, καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κόιμπρα της Πορτογαλίας, είναι ένας από τους πιο διακεκριμένους διεθνώς  πορτογάλους κοινωνικούς επιστήμονες.  Βασικά θέματα με τα οποία ασχολείται είναι η παγκοσμιοποίηση, η κοινωνιολογία του δικαίου και του κράτους και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Στο άρθρο του που δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό δίκτυο περιοδικών Eurozine την 1.7.2010, αναζητάει τους δρόμους για μια ριζοσπαστική δημοκρατική μεταρρύθμισης που θα υπερασπίζεται το πανεπιστήμιο ως δημόσιο αγαθό, ενάντια στην κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Στο φόντο των συνεχιζόμενων κινητοποιήσεων ενάντια στον νόμο Διαμαντοπούλου, δημοσιεύουμε αποσπάσματα από το αξιόλογο αυτό κείμενο (πλήρες, στα αγγλικά, είναι προσιτό στο /www.eurozine.com/articles/2010-07-01-santos-en.html), με την πρόθεση να βοηθήσουμε στο άνοιγμα της συζήτησης στις διεθνείς της διαστάσεις.

Στρ. Μπ.

Έγκον Σίλε, «Τρία κορίτσια», 1911

Εντοπίζω δύο φάσεις στη διαδικασία εμπορευματοποίησης του δημόσιου πανεπιστημίου. Στην πρώτη, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990, η εθνική  αγορά πανεπιστημιακής εκπαίδευσης  επεκτείνεται και ενοποιείται. Στη δεύτερη φάση, μαζί με την εθνική αγορά, αναδύεται με μεγάλο δυναμισμό μια διακρατική αγορά ανώτερης και πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, την οποία, στα τέλη της δεκαετίας, η Παγκόσμια Τράπεζα και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου αρχίζουν να προωθούν ως  παγκόσμια λύση για τα προβλήματα της εκπαίδευσης. Με άλλα λόγια, η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση του πανεπιστημίου βρίσκεται σε εξέλιξη. Πρόκειται νέο φαινόμενο. Βεβαίως, η διεθνοποίηση των πανεπιστημιακών ανταλλαγών είναι μια παμπάλαιη διαδικασία, αφού τη συναντάμε ήδη στα μεσαιωνικά ευρωπαϊκά πανεπιστήμια (για να μη μιλήσουμε για τα πρώτα ισλαμικά πανεπιστήμια στην Αφρική). Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, πήρε τη μορφή της επιμόρφωσης, σε μεταπτυχιακό επίπεδο, φοιτητών από τις χώρες της περιφέρειας και της ημιπεριφέρειας στα πανεπιστήμια των μητροπολιτικών χωρών, καθώς και  της συνεργασίας μεταξύ πανεπιστημίων από διαφορετικές χώρες. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, τέτοιες διακρατικές σχέσεις έχουν φτάσει σε ένα νέο επίπεδο. Η νέα διεθνοποίηση είναι πολύ ευρύτερη από την προγενέστερη και η λογική της είναι, σε αντίθεση με εκείνην, αποκλειστικά εμπορική.

Οι δύο καθοριστικές διαδικασίες της δεκαετίας  του 1990 –η απόσυρση του κράτους από τη χρηματοδότηση του  δημόσιου πανεπιστήμιο και η εμπορευματική παγκοσμιοποίηση του πανεπιστημίου– αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Είναι οι δύο πυλώνες ενός μεγάλου παγκόσμιου μοντέλου εκπαιδευτικής πολιτικής, που επιδιώκει να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο έχει συγκροτηθεί το πανεπιστήμιο ως δημόσιο αγαθό, μετατρέποντάς το σε ένα τεράστιο και εξαιρετικά κερδοφόρο πεδίο για το εκπαιδευτικό καπιταλισμό. Αυτό το μεσο-μακροπρόθεσμο σχέδιο περιλαμβάνει διάφορα στάδια και μορφές εμπορευματικοποίησης του πανεπιστημίου. Στο αρχικό στάδιο, το δημόσιο πανεπιστήμιο, προκειμένου να ξεπεράσει την οικονομική κρίση, αναγκάζεται να εξεύρει δικούς του οικονομικούς πόρους, συμπράττοντας δηλαδή με το βιομηχανικό κεφάλαιο. Σε αυτό το επίπεδο, το δημόσιο πανεπιστήμιο διατηρεί την αυτονομία  και τη θεσμική του ιδιαιτερότητα, ιδιωτικοποιώντας μέρος των υπηρεσιών που παρέχει. Το δεύτερο στάδιο  είναι η μεθοδευμένη εξάλειψη της διάκρισης μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών πανεπιστημίων, και  η μετατροπή έτσι του πανεπιστήμιου, εν συνόλω, σε επιχείρηση: έναν οργανισμό που όχι μόνο παράγει για την αγορά, αλλά και αναπαράγεται ο ίδιος ως αγορά, μια αγορά πανεπιστημιακών υπηρεσιών που καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα,  από τη διοίκηση, τη διδασκαλία και την υλικοτεχνική υποδομή, μέχρι την πιστοποίηση των σπουδών, την κατάρτιση των καθηγητών, την αξιολόγηση καθηγητών και φοιτητών. Το εάν μπορούμε πλέον να μιλάμε για το πανεπιστήμιο ως δημόσιο αγαθό, όταν έχουμε περάσει σε αυτό το δεύτερο στάδιο, αποτελεί καθαρά ρητορική ερώτηση. Συνέχεια ανάγνωσης

Για τη «μεταρρύθμιση» στα ΑΕΙ: Έγινε κατολίσθηση κι έπεσε κάνας βράχος;

Standard

 του Γιάννη Παπαθεοδώρου

Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ, «Λουόμενες», 1910

Σε πρόσφατη συνέντευξή της η υπουργός Παιδείας κ. Άννα Διαμαντοπούλου, προσπαθώντας να βρει μια ζωντανή εικόνα για τη «μεταρρύθμιση» της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης χρησιμοποίησε μια μάλλον ατυχή «μεταφορά». «Εδώ που βρίσκεται σήμερα η τριτοβάθμια εκπαίδευση», είπε η υπουργός, «δεν γίνεται παρά να πάμε σε μία τόσο ριζική αλλαγή που να είναι σαν να πέφτει ένας βράχος μέσα σε μια λίμνη.[1] Αν δεν κάνω λάθος, ο «βράχος» (θα πρέπει να) είναι το νομοσχέδιο και η λίμνη είναι το «τελματωμένο» Πανεπιστήμιο. Όσο για το ρήμα «πέφτει», φαντάζομαι ότι δηλώνει απλώς την ένταση του φυσικού φαινομένου της κατολίσθησης, αφού, στη φράση του υπουργού δεν υπάρχει υποκείμενο: κανείς δεν φαίνεται να παίρνει την ευθύνη για να «ρίξει» τον βράχο μέσα στη λίμνη. Συνέχεια ανάγνωσης

AEI: Επιτυχίες εκτός Ελλάδας, απαξίωση εντός Ελλάδας

Standard

  Πώς να εξηγήσουμε τις επιτυχίες των ελληνικών ΑΕΙ στα διεθνή συστήματα αξιολόγησης; Πώς συνάδουν οι διεθνείς επιτυχίες των ΑΕΙ με την απαξίωσή τους στο εσωτερικό της χώρας;

του Γιώργου Αγγελόπουλου

Εδουάρδος Σακαγιάν, «Λουόμενοι και οθόνες», 2005

H εικόνα των ελληνικών πανεπιστημίων στο εξωτερικό είναι πολύ διαφορετική από την προσπάθεια απαξίωσής τους που προωθείται στο εσωτερικό. Στις διεθνείς αξιολογήσεις που επιχειρούν, καλώς ή κακώς, να παρουσιαστούν ως ενδεικτική εικόνα των διαφόρων συστημάτων εκπαίδευσης, διαπιστώνουμε ότι τα πανεπιστήμια Αθηνών και Θεσσαλονίκης καθώς και το Μετσόβιο Πολυτεχνείο σταθερά βελτιώνουν τη θέση τους. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών σταθερά κατατάσσεται ανάμεσα στα 200-300 παγκοσμίως καλύτερα ΑΕΙ. Πέντε ελληνικά πανεπιστήμια (Αθηνών, Θεσσαλονίκης, Μετσόβιο, Πάτρας και Κρήτης) κατατάχθηκαν το 2010 στις πρώτες 200 παγκοσμίως θέσεις ορισμένων κλάδων. Τα πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης, Κρήτης και το Μετσόβιο κατατάσσονται στις πρώτες 51 παγκοσμίως θέσεις για τους κλάδους των ηλεκτρολόγων μηχανικών, πολιτικών μηχανικών και μηχανολόγων μηχανικών. Tο «μερίδιο» των διεθνών επιστημονικών δημοσιεύσεων που παράγονται στην Ελλάδα υπερδιπλασιάστηκε στην περίοδο 1993-2008, προσομοιάζοντας αυτό της Δανίας, της Φιλανδίας και της Αυστρίας. H Ελλάδα καταγράφει συντελεστή μεταβολής (αύξησης) των επιστημονικών δημοσιεύσεων υπερδιπλάσιο του μέσου όρου των χωρών μελών της ΕΕ και του ΟΟΣΑ (ΕΚΤ & ΕΙΕ 2010). Ο δείκτης αριθμού δημοσιεύσεων σε σχέση με τον πληθυσμό τοποθετεί τη χώρα μας 17η μεταξύ των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ ξεπερνώντας χώρες όπως η Ιαπωνία και η Ισπανία (2007). Ο «συντελεστής απήχησης» των προερχόμενων από την Ελλάδα επιστημονικών δημοσιεύσεων βελτιώνεται στην ίδια περίοδο από 0,52% σε 0,73%. Το 81% των δημοσιεύσεων προέρχεται από τα πανεπιστήμια (Τhomson Reuters NSI & ΝCR). Σε σύνολο 235 χωρών, η Ελλάδα κατατάχθηκε το 2009 στην 26η παγκοσμίως θέση αναφορικά με την παραγωγή «επιστημονικού έργου», ξεπερνώντας χώρες με πολύ πιο ανεπτυγμένα συστήματα Ανώτατης Eκπαίδευσης όπως η Νορβηγία, η Αυστρία, η Δανία, η Νέα Ζηλανδία, το Μεξικό κ.ά. (SCImago Scopus 2009).[1] Οι απόφοιτοι ελληνικών πανεπιστημίων διακρίνονται στην κατάκτηση των πιο ανταγωνιστικών παγκοσμίως υποτροφιών. Το Μετσόβιο κατέχει την έκτη θέση πανευρωπαϊκά ανάμεσα σε όλους τους φορείς έρευνας στους επιστημονικούς κλάδους που θεραπεύει, όσον αφορά τις επιτυχίες του στα έξι Προγράμματα-Πλαίσιο.[2] Η Ελλάδα είναι ένατη ανάμεσα στις 27 χώρες της Ε.Ε. σε αριθμό συμμετεχόντων και σε χρηματοδότηση από το 7ο Πρόγραμμα Πλαίσιο για την έρευνα[3] και πετυχαίνει τη μέγιστη αναλογία χρημάτων ανά ερευνητή συγκριτικά με τις άλλες χώρες της Ε.Ε. στα ευρωπαϊκά προγράμματα (Nature, 9/4/2009). Συνέχεια ανάγνωσης

Το προσχέδιο νόμου για την παιδεία: Η βίαιη ρήξη με την παράδοση του ελληνικού Πανεπιστημίου

Standard

της Σίας Αναγνωστοπούλου

Σχέδιο του Αντρέ Μασσόν, 1933, από τη συλλογή «Σφαγές»

Το ελληνικό Πανεπιστήμιο, με μια παράδοση 180 –εντός ολίγου– χρόνων, διένυσε μια δύσκολη και επώδυνη κάποτε πορεία εκδημοκρατισμού, την ίδια που, τηρουμένων των αναλογιών, διένυσε η ελληνική κοινωνία αλλά και το ελληνικό κράτος. Καταρχάς, το ελληνικό Πανεπιστήμιο, θεσμικά και επιστημονικά, αποτέλεσε τον απαραίτητο συνοδοιπόρο του ελληνικού κράτους στην πορεία του προς αναζήτηση ταυτότητας, κυρίως εθνικής αλλά και κοινωνικής. Το ελληνικό κράτος, από ιδρύσεώς του, επένδυσε στο Πανεπιστήμιο, γιατί είχε εν πρώτοις ανάγκη για εθνική συνοχή, συγχρόνως είχε ανάγκη για κρατικές ελίτ, αλλά και για μια αστική τάξη μορφωμένων και καλλιεργημένων ανθρώπων, αφοσιωμένων στις δικές του επιλογές. Η αυστηρή πανεπιστημιακή ιεραρχία (έδρα, περιορισμένος αριθμός φοιτητών κλπ.) αντανακλούσαν την αντίληψη του ίδιου του κράτους περί δημοκρατίας, την αντίληψη περί μιας ταξικά ιεραρχημένης κοινωνίας. Μια αντίληψη που οδηγούσε, σε δύσκολες εποχές, σε σφιχτό μέχρι πνιγμού εναγκαλισμό του κράτους με το Πανεπιστήμιο, έναν εναγκαλισμό που σκοπό είχε τη διασφάλιση της εθνικής, πολιτικής και κοινωνικής καθαρότητας του Πανεπιστημίου από επικίνδυνους πολιτικά, καθηγητές αλλά και φοιτητές. Βεβαίως το ελληνικό Πανεπιστήμιο, όπως κάθε Πανεπιστήμιο τέκνο του Διαφωτισμού, διέγραφε τη δική του υπόγεια πορεία, αφού ως παραγωγός σκέψης αλλά και ως δημόσιο αγαθό δημιουργούσε ανατροπές: η ενασχόληση με την έρευνα, έστω και περιορισμένα, καθώς και η πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο φοιτητών από διαφορετικές τάξεις δημιουργούσαν μη προβλέψιμες ρωγμές, τέτοιες που το καθιστούσαν δυνητικά πρωτοπόρο στην κοινωνία. Ως δημόσιο αγαθό μάλιστα, συνιστούσε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης και κοινωνικών συγκρούσεων, πεδίο εν ολίγοις διεκδίκησης της δημοκρατίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Για την «αξιολόγηση»

Standard

του Παναγιώτη Νούτσου

Φωτογραφία του Μαν Ραίυ, 1933

Για να διατηρείς την ψυχραιμία σου, απέναντι σε όσα συμβαίνουν στη χώρα, ένα από τα επαρκή «αντίδοτα» είναι η αλλαγή κατοικίας, χωρίς αυτό να αποτελεί το άλλο όνομα των «διακοπών». Η αφαίρεση της χολής προφανώς σου επιτρέπει να μη «χολοσκάς» πια. Και έτσι να επαινείς, δημόσια και χωρίς καμιά ιδιοτέλεια, τον τρόπο λειτουργίας της οικείας κλινικής του «Ιπποκρατείου», με προεξάρχοντα τον συνάδελφο Μανόλη Λέανδρο.

Κι όταν εγκαθίστασαι στο νησί του Ιπποκράτη; Εδώ πράγματι «ευημερούν» οι αριθμοί και τα ποσοστά αύξησης των ξένων παραθεριστών να εμφανίζονται άκρως υψηλά. Μόνο που η συγκέντρωση των τουριστικών υπηρεσιών σε λιγοστά μονοπώλια και η επιλογή του συστήματος «all inclusive», με το μονόχρωμο βραχιολάκι στο χέρι, από τις μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες απειλεί –εφέτος θανάσιμα– τις πάμπολλες οικογενειακές μικροεπιχειρήσεις.

Στην ίδια παραλία, στο Μαρμάρι της Κω, όπως το καλοκαίρι του 1982 επιχειρούσαμε με τον Μανόλη Παπαθωμόπουλο και τον  Αύγουστο Μπαγιόνα να κατανοήσουμε τους τρόπους έγκαιρης και ορθής εφαρμογής της νέας πανεπιστημιακής νομοθεσίας, έτσι και τώρα –χωρίς αυτούς– προσπαθώ να διακρίνω πού μας οδηγεί το νομοσχέδιο για την «αναδιοργάνωση» της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Ξεκινώ από τη διαρκή επίκληση της «ποιότητας». Εδώ το κείμενο δεν «χαρίζεται»: κάνει λόγο για το «ανώτερο επίπεδο ποιότητας», για τη «συνεχή βελτίωσή» της και για τους τρόπους «επιβράβευσης» όσων «αρίστευσαν». Μόνο που οι προτεινόμενοι «δείκτες ποιότητας» σε προσγειώνουν στη χοντρή την άμμο: η «ερευνητική αριστεία» αποτιμάται με τον «αριθμό δημοσιεύσεων», τον «αριθμό ετεροαναφορών» τον «αριθμό απλών συμμετοχών σε διεθνή ανταγωνιστικά προγράμματα» κλπ. Τι ακριβώς θα συμβεί; Συνέχεια ανάγνωσης

Ποιο είναι το πρόβλημα με τη μεταρρύθμιση των ελληνικών πανεπιστημίων;

Standard

Ο Anthony Molho είναι ένας από τους γνωστότερους μελετητές της ιστορίας της Ιταλίας και γενικότερα της Μεσογείου, και ταυτόχρονα ένας διαπρεπής νεοελληνιστής. Από το 1996 μέχρι το 2000 ήταν καθηγητής ευρωπαϊκής Ιστορίας στο Brown University, ενώ δίδαξε σε πολλά αμερικανικά και ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Ο Μόλχο, στο κείμενο που ακολουθεί ασκεί κριτική στο προσχέδιο νόμου της κυβέρνησης, μια κριτική που αποκτά ιδιαίτερη αξία καθώς προέρχεται από ένα γνώστη της διεθνούς αλλά και της ελληνικής ακαδημαϊκής πραγματικότητας. Ευχαριστούμε θερμά τον Αντώνη Λιάκο που μας έθεσε υπόψη το κείμενο.

 του Τόνυ Μόλχο

μετάφραση: Ιωάννα Βόγλη

Ρόυ Λίχτενσταϊν, "Νεκρή φύση και ξύλινο πλαίσιο", 1983

Οι επιθέσεις στα ελληνικά πανεπιστήμια αυξάνονται μονομιάς, τόσο σε ένταση όσο και σε αριθμό. Φαίνεται ότι όλοι βρίσκουν κάποιο πρόβλημα στο ελληνικό πανεπιστήμιο· και τούτο το πρόβλημα –γιατί όλες οι κριτικές επιμένουν σ’ αυτό– είναι τόσο σοβαρό, που πρέπει να αναμορφωθεί ολόκληρο το σύστημα, σχεδόν από την αρχή. Για κάποιον σαν τον υπογράφοντα, η συζήτηση μοιάζει τουλάχιστον παράξενη. Χωρίς αμφιβολία, πολλά πρέπει να αναθεωρηθούν και να αλλάξουν. Κι όμως, δεν μπορεί κανείς να μην αναρωτηθεί αν οι παρούσες κυβερνητικές προτάσεις για την αλλαγή της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα και η επιμονή με την οποία κάποιοι δημοσιογράφοι αναπαράγουν τις εξωφρενικές και ανυπόστατες συχνά επιθέσεις στοχεύουν όχι στην αναμόρφωση και βελτίωση αλλά, απλά, στην απαξίωση ενός ακαδημαϊκού συστήματος, το οποίο με την πάροδο του χρόνου, και κυρίως τα τελευταία χρόνια, έχει παράγει καλούς ακαδημαϊκούς και εξαιρετικούς φοιτητές.

Ο υπογράφων διένυσε ολόκληρη την ακαδημαϊκή του καριέρα σε πανεπιστήμια της Βόρειας Αμερικής και της Δυτικής Ευρώπης και μπορεί να κατηγορηθεί ότι εκφράζει άποψη για θέματα τα οποία δεν γνωρίζει από πρώτο χέρι. Κι όμως, όλα αυτά τα χρόνια, έχει διατηρήσει πολύ στενή επαφή με τους συναδέλφους του στην Ελλάδα, έχει επισκεφθεί αρκετά πανεπιστήμια, έχει λάβει μέρος σε σεμινάρια και συνέδρια που έγιναν στην Ελλάδα και είχε ακόμα και την τιμή να συμμετάσχει σε αξιολόγηση ελληνικού πανεπιστημιακού τμήματος μέσω της Αρχής Διασφάλισης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Συνέχεια ανάγνωσης

«Ο άνθρωπος πάνω από το Μνημόνιο»

Standard

Προς ένα αριστερό, λαϊκό πρόγραμμα για την εκπαίδευση

της Σίσσυς Βελισσαρίου

Άουγκουστ Χέρμπιν, «Πίνακας», 1927

Η Αριστερά στην Ελλάδα, για ποικίλους ιστορικούς λόγους, έχει ιεραρχήσει την εκπαίδευση ως έναν από τους πλέον κρίσιμους χώρους για την πολιτική, κοινωνική και μορφωτική της παρέμβαση. Κι αυτό γιατί η πρόσβαση στο αγαθό της εκπαίδευσης και η απόλαυσή του, με ό,τι συνεπάγεται (υλική απολαβή, ταξική άνοδο, κοινωνική καταξίωση, συμβολικό κεφάλαιο κλπ.) υπήρξε και παραμένει βαθύτατα λαϊκό αίτημα με χειραφετητικό χαρακτήρα. Από την κατίσχυση του νεοφιλελευθερισμού, η εκπαίδευση μετατρέπεται στον ευαίσθητο εκείνο δέκτη που συμπυκνώνει κύριες αντιθέσεις και καταγράφει αντιφάσεις που διαπερνούν το κοινωνικό σώμα. Εξού και η σωρεία άκρως πολιτικών παρεμβάσεων από το κυρίαρχο μπλοκ, κυρίως στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η οποία συχνά χρησιμοποιείται ως χώρος προσομοίωσης ριζοσπαστικών αντιλαϊκών πολιτικών με μακροπρόθεσμους στόχους. Ωστόσο –τι ειρωνεία!– ακόμα και η κατεξοχήν επιθετική πολιτική της θεσμοθέτησης ιδιωτικών πανεπιστημίων, μέσω της κατάργησης του άρθρου 16, «αξιοποιούσε» την επιθυμία και ανάγκη για εκπαίδευση όσων περισσότερων γίνεται, έστω με στρεβλό, διότι αγοραίο, τρόπο.

Το ερώτημα που πρέπει να τεθεί σήμερα από την Αριστερά είναι: Το Μνημόνιο εισάγει κάποια ειδοποιό διαφορά στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην οποία έχει τεθεί η εκπαίδευση από την εποχή Αρσένη; Κατά τη γνώμη μου ναι, και αυτή έγκειται στο ότι το Μνημόνιο στρέφεται πρωτίστως κατά των εκπαιδευτικών –κατά συνέπεια και κατά των εκπαιδευόμενων– σαν μια τερατώδης μηχανή που καταβροχθίζει τον άνθρωπο ως έμβιο ον, καταστρέφοντας τη ζωή ως βιολογική ύπαρξη. Σε αντίθεση με προηγούμενες νεοφιλελεύθερες πολιτικές, που έθιγαν κυρίως δομές, θεσμούς και τους/τις εκπαιδευτικούς εμμέσως διά των συνεπειών ή παρενεργειών τους (ελλιπής απορρόφησή τους από ιδρύματα, κυριαρχία των ευέλικτων σχέσεων εργασίας, ιδίως στις δυο πρώτες βαθμίδες, και ανεργία), η τωρινή επίθεση συνενώνει τους/τις εκπαιδευτικούς με τα άλλα θύματα του Μνημονίου σε μια αναλώσιμη μάζα ανέργων, νεόπτωχων και διαβιούντων σε μόνιμο καθεστώς στέρησης. Συνέχεια ανάγνωσης

Για την υπεράσπιση του δημόσιου Πανεπιστημίου

Standard

του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

Διαμαντής Διαμαντόπουλος, "Τα καρπούζια" (λεπτομέρεια)

Η επιχείρηση της δυσφήμησής μας (και επιτρέψτε μου να θεωρώ ότι μπορώ ακόμα να νιώθω μέλος της πληττόμενης ακαδημαϊκής κοινότητας) έχει αρχίσει εδώ και αρκετά χρόνια. Εν χορώ, επίσημα υπουργικά χείλη και ανεπίσημες διαρροές και υπηρεσιακές αναφορές, κουστωδίες ανεύθυνων αναλυτών και εμπαθών δημοσιολογούντων συναγωνίζονται για να καταγγείλουν την αναποτελεσματικότητα, τον αναχρονισμό, τη σπατάλη, τη διαφθορά και τον ανορθολογισμό του δημόσιου πανεπιστημίου. Και, όπως γνωρίζουμε από την εποχή του αείμνηστου Γκαίμπελς, όταν το ψεύδος και η αλήθεια συμπλέκονται επιτήδεια, η επαναλαμβανόμενη συκοφαντία πείθει. Είναι γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης έχει ήδη εθισθεί στην ιδέα πως τα κρατικά ΑΕΙ πάσχουν αθεράπευτα. Επικαλούμενοι ορισμένες αναμφισβήτητες και απαράδεκτες όψεις της πανεπιστημιακής ζωής –από τη συναλλαγή με τις φοιτητικές οργανώσεις μέχρι το όνειδος του ενός και μοναδικού συγγράμματος– και κραδαίνοντας τους ούτως ή άλλως διαβλητούς διεθνείς πίνακες συγκριτικής αξιολόγησης, οι νέοι κήνσορες υβρίζουν, λοιδορούν, κατακεραυνώνουν και ρίχνουν συλλήβδην στο πυρ το εξώτερον ολόκληρο το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα. Οι κοινός παρανομαστής είναι ένας και μόνο: Ιδιωτικοποιηθείτε!

Δεν είναι τυχαίο πως η πλειονότητα των αυτόκλητων κηνσόρων δεν επιδιώκει καν την άρση ή άμβλυνση των δυσλειτουργιών μιας «ανίατης» δημόσιας εκπαίδευσης μέσα από επιμέρους αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Αυτό που πρωτίστως στοχεύεται είναι η υπονόμευση της ιδέας μιας δημόσιας εκπαίδευσης που εμφανίζεται ανίατη, και η πλήρης αντικατάστασή της από την ιδέα της ελεύθερης και ανεξέλεγκτης ιδιωτικής εκπαίδευσης. Θεωρείται αξιωματικά δεδομένο ότι ο στόχος της «αριστείας» δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνον αν το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα πάψει να είναι δημόσιο. Αυτό ακριβώς είναι το προσδοκώμενο αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης ιδεολογικής εκστρατείας. Η συλλογιστική είναι άλλωστε απλή. Από τη στιγμή που όλοι θα έχουν πεισθεί πως rien ne va plus, έπεται πως tout va, ή, κατά το αγγλοσαξωνικότερον, anything goes. Αρκεί βέβαια αυτό το anything να είναι ιδιωτικό, άρα και εν δυνάμει προσοδοφόρο, για ποιους δεν έχει (ακόμα) σημασία. Είναι βέβαιο πως κάποιοι επιτήδειοι θα αναλάβουν τις κατάλληλες πρωτοβουλίες.

Καταργήστε τους φοιτητές, καταργήστε τους νέους!

Υπό τους όρους αυτούς, ακόμα και όταν αγγίζουν τα όρια του γελοίου, όλες οι ρητορικές επιλογές είναι ευπρόσδεκτες αν εμφανίζονται επικοινωνιακά τελεσφόρες. Δεν είναι τυχαίο ότι ψηλά στην ατζέντα βρίσκονται οι οιμωγές ότι φαίνεται να μας έχουν υποσκελίσει, άκουσον άκουσον, ακόμα και οι μέχρι πρόσφατα βάρβαροι Τούρκοι(!). Γρηγορείτε λοιπόν, ω Έλληνες! Διανθισμένο με εθνικιστικές κορώνες, το εκπαιδευτικό «αίσχος» οφείλει να αφυπνίσει όλες τις καλώς ή κακώς νοούμενες εθνικές συνειδήσεις. Και, όπως συνέβη και με το 1897, έτσι και σήμερα η εθνική μειονεξία θα πρέπει να ξεπλυθεί μέσα από νέο συμβολικό Γουδί. Για να υπάρξει Κάθαρση, πρέπει να προηγηθεί Νέμεση για την έσχατη Ύβρη. Ως μόνα υπεύθυνα, τα αισχρά ΑΕΙ πρέπει να «τιμωρηθούν» παραδειγματικά και αμείλικτα.

Όσκαρ Κοκόσκα, "Γυναίκα που διαβάζει", 1921

Ελπίζω, βέβαια, κύριοι πρυτάνεις, να μην υπάρχει (ακόμα) θέμα εκτελεστικού αποσπάσματος. Στις μέρες μας εξάλλου, οι πιο έλλογες και αποτελεσματικές θεραπευτικές τιμωρίες είναι εκείνες που επιβάλλονται με βίαια «σοκ». Παραλύοντας τη βούληση και την κρίση, ελπίζεται πως οι αναπάντεχοι κλυδωνισμοί θα καταλύσουν τις αντιστάσεις. Μόνον έτσι μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι, όπως διάβασα προχθές, μέσα σε δύο μόνο χρόνια, η τακτική χρηματοδότηση του Πανεπιστημίου Αθηνών περιορίστηκε από 45 σε 25 εκατ., του Αριστοτέλειου από 45 σε 29,5 εκατ., του Πολυτεχνείου από 21 σε 15 εκατ. Αλαζονεία, μαζί και απόλυτη ανευθυνότητα: Κόψτε τα όλα, και, μαζί με όλα τα άλλα, και το λαιμό σας. Περιορίστε τον αριθμό των φοιτητών, ψαλιδίστε τον αριθμό των διδασκόντων –στην ανάγκη μην τους πληρώνετε, μην τους διορίζετε ή ακόμα, ίσως, απολύστε τους–, καταργήστε τη σίτιση, τα αναγνωστήρια, τις φοιτητικές εστίες, τις υποτροφίες, τις βιβλιοθήκες. Κοντολογίς, καταργήστε τους φοιτητές, καταργήστε τους νέους. Οι φωνακλάδες που μπορεί ακόμα να πιστεύουν ότι έχουν δικαιώματα και που βαυκαλίζονται πως η κοινωνία οφείλει να τους εκπαιδεύσει πρέπει να μάθουν ότι οι καιροί άλλαξαν. Το δίλημμα είναι απλό: Ή θα ιδιωτικοποιηθείτε, ή θα εξαφανισθείτε από προσώπου γης.

Και δεν είναι μόνο θέμα δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, όπως ίσως ισχυριστούν μερικοί. Ήδη πριν να ενσκήψει η κρίση, ακόμα και υπό το κράτος της σύντομης μεταολυμπιακής ευφορίας, η άρχουσα γνώμη προετοίμαζε την ιδιωτικοποίηση. Για να υπηρετηθεί ο νεοφιλελευθερισμός, τα δημόσια ΑΕΙ πρέπει να βουλιάξουν. Και, για να γίνει αυτό, πρέπει να προηγηθεί μια μακρά περίοδος εκ των έσω υπονόμευσης ή ακόμα και αυτομαστίγωσης. Το κοινωνικό σώμα θα πρέπει να πεισθεί ότι το «κοινό μέλλον» μπορεί να προωθηθεί επιτυχώς μόνο αν η εκπαίδευση ανανήψει ως ιδιωτική, αποκεντρωμένη και ανταγωνιστική. Και επειδή, σε αντίθεση με τον κοινωνικό προγραμματισμό που έρχεται μόνος του, η θέσπιση της ελεύθερης αγοράς πρέπει πάντα να σχεδιάζεται εκ των άνω, η επιχείρηση ιδιωτικοποίησης πρέπει να προετοιμαστεί υπομονετικά με όλους τους τρόπους, θεμιτούς η αθέμιτους. Σε αυτό ακριβώς εντοπίζεται η χίμαιρα που ονομάζεται «εκσυγχρονισμός». Από την άποψη αυτή λοιπόν, για ορισμένους τουλάχιστον, η τρέχουσα δημοσιονομική κρίση είναι θεόπεμπτη. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι φοιτητικές κινητοποιήσεις στη Βρετανία:«You marketise our education, we educate your market»

Standard

Συνέντευξη του Γιάννη Χαμηλάκη από το Λονδίνο

Ποιες ήταν οι βασικές αλλαγές που προξένησαν τις αντιδράσεις;

 

Από την κατάληψη της αίθουσας Jeremy Bentham στο UCL: o Καρτέσιος («Σκέφτομαι, άρα αγωνίζομαι») και ο Μπένθαμ («Ο Τζέρεμυ λέει Όχι!») συμπαρίστανται στον αγώνα των φοιτητών.

Υπήρξαν πρόσφατα δύο μεγάλες εξελίξεις. Πρώτον, ο προϋπολογισμός του 2011, όπου, ως απάντηση στην οικονομική κρίση, προβλέπεται η περικοπή των κονδυλίων για τα πανεπιστήμια κατά 40%. Δεύτερον, η δημοσιοποίηση της έκθεσης Browne, που είχε ζητήσει η προηγούμενη κυβέρνηση των Εργατικών. Η έκθεση προτείνει το κόστος της εκπαίδευσης, ειδικά στις ανθρωπιστικές επιστήμες, να το αναλάβουν οι φοιτητές, μέσω των διδάκτρων. Η κρατική χρηματοδότηση συνεχίζεται, και αυτή μόνο εν μέρει, στις ιατρικές, τις θετικές και τις μηχανολογικές σπουδές, ίσως και στις γλώσσες (με την έννοια της εκμάθησης μιας γλώσσας, όχι της γλωσσολογίας ή της λογοτεχνίας). To κράτος αποσύρεται εντελώς από τη χρηματοδότηση των ανθρωπιστικών και κοινωνικών σπουδών, που πρέπει να καλύψουν το κόστος από τα δίδακτρα. Έτσι εξαγγέλθηκε ο τριπλασιασμός των διδάκτρων (είχαν εισαχθεί αρχικά επί κυβέρνησης Μπλερ, στα τέλη της δεκαετίας του 1990), τα οποία θα φτάσουν τις 9.000 λίρες το χρόνο.

Υπάρχουν και άλλες περικοπές στο χώρο της παιδείας. Για παράδειγμα, η περικοπή του επιδόματος Education Maintenance Allowance (ΕΜΑ), που απευθύνεται κυρίως σε μαθητές από φτωχές οικογένειες, που έχουν ολοκληρώσει την υποχρεωτική εκπαίδευση: τους δίνει 30 λίρες τη βδομάδα, για να εξασφαλίσουν τα μικροέξοδά τους ένα-δυο χρόνια, διαβάζοντας για να δώσουν εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Επίσης, καταργείται το AimHigher, ένα πολύ επιτυχημένο πρόγραμμα, που είχε στόχο να φέρει σε επαφή τους μαθητές υποβαθμισμένων περιοχών με τα πανεπιστήμια: καθηγητές, διοικητικό προσωπικό, ακόμα και φοιτητές πήγαιναν στα σχολεία και μιλούσαν για το πανεπιστήμιο, εξηγώντας στους μαθητές γιατί αυτό έπρεπε να είναι μέσα στους ορίζοντές τους, σε μια προσπάθεια να αμβλυνθεί το λεγόμενο «culture barrier», που υπάρχει ιστορικά στη Βρετανία.

Επομένως, μιλάμε για μια συνολικότερη αλλαγή, έτσι δεν είναι;

Ο συνδυασμός της περικοπής της κρατικής χρηματοδότησης, των επιδομάτων και του τριπλασιασμού των διδάκτρων δίνει το στίγμα της όλης μεταρρύθμισης στην παιδεία: είναι ξεκάθαρα μια μεταρρύθμιση ταξικού χαρακτήρα, που θα πλήξει κυρίως τα παιδιά από χαμηλά στρώματα. Η κυβέρνηση βέβαια, για να χρυσώσει το χάπι, λέει ότι υπάρχουν ασφαλιστικές δικλίδες, λ.χ. ότι τα δίδακτρα θα έχουν τη μορφή δανείων, τα οποία θα αποπληρώνουν οι φοιτητές μετά την αποφοίτησή τους, όταν αρχίσουν να δουλεύουν. Είναι ένα τέχνασμα, οι φοιτητές φοβούνται, και δικαίως, ότι θα είναι χρεωμένοι όλη τους τη ζωή. Κάποιος, αποφοιτώντας, θα χρωστάει τουλάχιστον 27.000 λίρες, αυτό είναι το ύψος των διδάκτρων — και λέω τουλάχιστον, γιατί πιθανόν να έχει πάρει και κάποιο άλλο δάνειο, για τα έξοδά του, όσο σπουδάζει.

Δεν μιλάμε λοιπόν απλώς για μια πολύ μεγάλη αύξηση των διδάκτρων, αλλά για μια συνολική αλλαγή, που ουσιαστικά ιδιωτικοποιεί τα πανεπιστήμια, και ειδικά τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές σπουδές. Υπάρχει κίνδυνος να επιστρέψουμε στην κατάσταση του 1950-1960 όπου μόνο οι εύποροι σπούδαζαν ανθρωπιστικές επιστήμες.

Συνέχεια ανάγνωσης

Το δημόσιο πανεπιστήμιο που υπερασπιζόμαστε δεν είναι αυτό που υπάρχει…

Standard

του Νίκου Κοταρίδη

Φωτογραφία του Delfo Sgalambro

Η ρητορεία της κυβέρνησης για τη μεγάλη αλλαγή στα ΑΕΙ βρίθει αναφορών στην «ανάγκη», στην «κοινωνία της γνώσης και της πληροφορίας», στην «καινοτομία και τη διεπιστημονικότητα», την «αξιολόγηση και την κοινωνική λογοδοσία». Ωραία πράγματα, αλλά οι εμπειρίες κακές: με την «αειφόρο και πράσινη ανάπτυξη» συντελέστηκαν οικολογικά εγκλήματα.

Ανάγκη, λοιπόν, φοιτητών και αγοράς. Η ασύμμετρη σχέση, όμως, εργαζόμενων και εργοδοτών, η επονομαζόμενη και ταξική πάλη, καταργήθηκε ήδη διά του νόμου περί συλλογικών συμβάσεων. Κοινωνία της γνώσης και κοινωνία της πληροφορίας ανάγονται στο ίδιο λογικό επίπεδο, διεπιστημονικότητα και συνάντηση ειδικοτήτων, εξομοιώνονται, διά νόμου. «Η ανεργία αντιμετωπίζεται διά της ενίσχυσης του κεφαλαίου που οδηγείται στην επένδυση που παράγει θέσεις εργασίας…» — κι αυτό διά νόμου.

Ως προς τα ΑΕΙ. Μικρές λεπτομέρειες ανάλογων σχηματοποιήσεων που φωτίζουν ενδεχομένως τις πλέον πολύπλοκες πραγματικότητες, αλλά και τις επιτελεστικές λειτουργίες των νεοφιλελεύθερων ιδεολογημάτων. Στη διεθνή πραγματικότητα, η καινοτομία δεν παράγεται μόνο στο δημόσιο πανεπιστήμιο, κατά τη δυναμική της ερευνητικής και διανοητικής εργασίας. Η γνώση δεν διαχέεται μόνο από εκεί στην κοινωνία ως «εφαρμογή», το πανεπιστήμιο δεν είναι το κέντρο του κόσμου. Στα καθ’ ημάς, η «καινοτομία» εστιάζεται πλέον στο πεδίο της συνάντησης ΑΕΙ-κοινωνίας(αγοράς)-εξουσίας, το οποίο εξορθολογίζεται με νέους θεσμούς, προκειμένου να μπει σε τροχιά «παραγωγικότητας» και «αριστείας». Σύμφωνα με τον «απελευθερωμένο» νεοφιλελευθερισμό, στην κοινωνία συντελούνται διεργασίες και απελευθερώνονται δυναμικές ασύμμετρες ως προς τον πνευματικό και τεχνολογικό πλούτο που διαχειρίζονται τα ΑΕΙ ή ως προς την ετοιμότητά τους να συγχρονίζονται και να απαντούν κατά τρόπο «καινοτόμο».

Συνέχεια ανάγνωσης