Να πάρουμε το κράτος στα σοβαρά

Standard

Κυβέρνηση της Αριστεράς: η ώρα της πράξης-3

Το κείμενο βασίζεται  στην εισήγηση στην  εκδήλωση «Κυβέρνηση της Αριστεράς: η ώρα της πράξης», που οργάνωσαν τα «Ενθέματα» και το RedNotebook, το Σάββατο 14 Φεβρουαρίου.

του Δημήτρη Χριστόπουλου

Η Αριστερά ως τα σήμερα είτε δεν έπαιρνε σοβαρά το κράτος, είτε το έπαιρνε σοβαρά μόνο ως αντίπαλο. Ήρθε η ώρα να πάρουμε στα σοβαρά το κράτος όχι μόνο ως αντίπαλο διότι απλώς το κράτος δεν είναι ένα πράγμα. Το κράτος είναι πριν απ’ όλα μια κοινωνική σχέση, είναι –παραθέτω Πουλαντζά  –«η υλική συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις όπως αυτή εκδηλώνεται με ειδικό τρόπο μέσα στους κόλπους του ίδιου του κράτους».

Rene Magritte - The cicerone

Rene Magritte – The cicerone

Το πλεονέκτημα μεταξύ άλλων αυτής της θέσης είναι ότι θέτει ανάγλυφα ένα σοβαρό ζήτημα στρατηγικής σημασίας: το γεγονός ότι το κράτος δεν είναι ένα μονολιθικό μπλοκ, χωρίς χαραμάδες, που θα αντιμετώπιζαν οι «μάζες» μετωπικά όντας έξω απ’ αυτό και που θα έπρεπε να το αποδιαρθρώσουν συνολικά μέσω μιας μετωπικής εξέγερσης. Αντίθετα, επειδή το κράτος είναι «μια υλική συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων» διατρέχεται από αντιφάσεις. Είναι ουσιωδώς τόπος αντιφάσεων, και μάλιστα στο σύνολο των μηχανισμών του, τόσο στους μηχανισμούς εκείνους όπου ο πληθυσμός δίνει το φυσικό του παρόν, όπως η εκπαίδευση, όσο και στους μηχανισμούς όπου είναι φυσικά απών, όπως κατεξοχήν η δημόσια διοίκηση.

Στο πεδίο των πολιτειακών μηχανισμών που χαρακτηρίζονται από τη μαζική παρουσία των ανθρώπων, η Αριστερά, λόγω συνδικαλιστικής δράσης, έχει μια επαφή. Με τα καλά και τα κακά της φυσικά που παρέλκει εδώ να αναφερθούν. Ωστόσο, στους υπόλοιπους μηχανισμούς, έχουμε πολύ δρόμο μπροστά. Διότι, κακά τα ψέματα, η Αριστερά πάσχει από έναν λειτουργικό αναλφαβητισμό στη γλώσσα της δημόσιας διοίκησης. Διαβάζουμε, αλλά δεν γράφουμε. Δεν έχουμε μάθει να γράφουμε διοικώντας το κράτος. Κι αυτό είναι μεγάλο έλλειμμα. Συνέχεια ανάγνωσης

Το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο είναι αθώο. H Hellenic Postbank όμως;

Standard

 του Μιχάλη Νικολακάκη

 1-nikolakakis-aΈνα χέρι που τοποθετεί ένα νόμισμα σε ένα γουρουνάκι-κουμπαρά: αυτή ήταν η κυρίαρχη αναπαράσταση του Ταχυδρομικού Ταμιευτήριου για δεκαετίες. Τις τελευταίες μέρες όμως, το ΤΤ εμφανίστηκε ξανά στη δημόσια συζήτηση. Αυτή τη φορά ως αντικείμενο διαπλοκής και διαφθοράς, επιβεβαιώνοντας διαδεδομένες αντιλήψεις για την έκταση της διαφθοράς και επικυρώνοντας αντιπολιτικές απόψεις αναφορικά με τη «φυσική» και «αναπόφευκτη» ταύτιση συμφερόντων ανάμεσα στην πολιτική και οικονομική ελίτ της χώρας. Χωρίς να αρνούμαι τις ιδιαίτερες πολιτικές συνθήκες που επενεργούν στην περίπτωση της ελληνικής κοινωνίας, θεωρώ ότι η τύχη του θεσμού και οι σημερινές εξελίξεις δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές έξω από τις κυρίαρχες οικονομικές αντιλήψεις που επικράτησαν στην Ελλάδα την περίοδο των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, του εγχειρήματος του εκσυγχρονισμού και των παρεπομένων τους.

Το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο ξεκίνησε και λειτούργησε ως θεσμός  κεντρικά ενθαρρυνόμνης και κατευθυνόμενης λαϊκής αποταμίευσης. Ως γνωστόν, ιδρύεται το 1900 στην Κρητική Πολιτεία. Με την Ένωση της Κρήτης μεταφέρει την έδρα του στην Αθήνα και βιώνει τις χρυσές του μέρες την περίοδο ακριβώς πριν τη Μεγάλη Οικονομική Κρίση του ’30, που θα σημάνει τη λήξη της πολιτικής σταδιοδρομίας του Ελευθέριου Βενιζέλου. Στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου ο θεσμός καλείται να συμβάλει στην υλοποίηση μεγάλων δημοσίων έργων όπως αυτά που υπάγονταν στο Ταμείο Εθνικής Οδοποιίας, η Λίμνη του Μαραθώνα κλπ. Την περίοδο εκείνη ο θεσμός ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με το αίτημα του βενιζελικού αστικού εκσυγχρονισμού, δίνοντας απαντήσεις στα ζητήματα που προξενούσε η απουσία μεγάλων συγκεντρώσεων κεφαλαίου, απαραίτητων για την προώθηση μεγάλων έργων σε συνεργασία του κράτους με το ιδιωτικό κεφάλαιο. Το κράτος αναλάμβανε να ενθαρρύνει τη λαϊκή αποταμίευση και να τη διοχετεύσει στις κατευθύνσεις όπου οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ της εποχής έκριναν σκόπιμο.

Η ιστορία του θεσμού ακολουθεί αντίστοιχη πορεία τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Οι δραστηριότητες του ΤΤ περιστρέφονται γύρω από τη δανειοδότηση δημοσίων έργων, καθώς και  την αντιμετώπιση του οξύτερου προβλήματος που αντιμετωπίζει η μεταπολεμική Ελλάδα: την παροχή στεγαστικής πίστης για την «θεραπεία» του οικιστικού προβλήματος. Συνέχεια ανάγνωσης

Ένα χτύπημα που μπορεί να αποδειχθεί λυτρωτικό

Standard

ΕΡΤ: Η ΟΘΟΝΗ ΒΟΥΛΙΑΖΕΙ, ΣΑΛΕΥΕΙ ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ-1

Η ΕΡΤ, το Σύνταγμα και οι εχθροί του

 του Χρήστου Χατζηιωσήφ

Δημοσθένης Κοκκινίδης, «Απαγορευτικό Ι», 1970. Από τη συλλογή «Των δε κακών μνήμη»

Δημοσθένης Κοκκινίδης, «Απαγορευτικό Ι», 1970. Από τη συλλογή
«Των δε κακών μνήμη»

Το κλείσιμο της ΕΡΤ μπορεί να αποδειχθεί ένα λυτρωτικό χτύπημα, που όμοιό του σπάνια δέχονται οι κοινωνίες. Όχι βέβαια επειδή αποτελεί απόδειξη πολιτικού θάρρους, επειδή επιτέλους κόπηκε ο «γόρδιος δεσμός» και στάλθηκε ένα δυνατό μήνυμα προς το εσωτερικό και το εξωτερικό για τη συνέχιση της πολιτικής της κυβέρνησης, όπως ισχυρίζονται οι εμπνευστές του. Όλα τα δεδομένα (η επιμονή της ύφεσης, η άνοδος της ανεργίας, η καθήλωση των εξαγωγών, τα προβλήματα στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, το φιάσκο των πρώτων ιδιωτικοποιήσεων, η υποβάθμιση του Χρηματιστηρίου της Αθήνας) πιστοποιούν την αποτυχία της κυβερνητικής πολιτικής. Καθώς και οι πιο ακραιφνείς υποστηρικτές της προειδοποιούν για τον κίνδυνο να σπάσει η «φούσκα των προσδοκιών», το κλείσιμο της ΕΡΤ αποτελεί για την ηγεσία της κυβέρνησης μια φυγή προς τα εμπρός, με αβέβαια αποτελέσματα. Καθώς ομολογείται ότι «η πραγματικότητα θα κινείται για πολλά ακόμα χρόνια στη δύσκολη γκρίζα περιοχή», η ανάγκη για τέτοιες μουσολινικές επιδείξεις αποφασιστικότητας θα ανακύπτει όλο και πιο συχνά. Σήμερα, το κτύπημα στρέφεται προς το εσωτερικό, πλήττοντας το συνταγματικά κατοχυρωμένο αγαθό της ελεύθερης ενημέρωσης και τον προστατευόμενο από τις ευρωπαϊκές συνθήκες δημόσιο φορέα της. Αύριο, καθώς η οικονομική και κοινωνική κατάσταση θα έχει επιδεινωθεί, με την ίδια επιπολαιότητα, οι ίδιοι δράστες, θα μπορούσαν, στη φυγή τους προς τα εμπρός, να εμπλέξουν τη χώρα σε εξωτερικές περιπέτειες.

Στο εξωτερικό, ακριβώς, για πολλούς υποστηρικτές της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης το κτύπημα εναντίον της ΕΡΤ ήταν λυτρωτικό, καθώς τους έδειξε τα όρια της δημοκρατικής νομιμοποίησης της πολιτικής που έχει επιβάλλει η τρόικα και τον κίνδυνο μεγαλύτερης δημοκρατικής εκτροπής. Συνέχεια ανάγνωσης

Τρόποι «αυτοδίκαιης παύσης» του Συντάγματος

Standard
Η «ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΗ ΑΡΓΙΑ» ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ-1

του Νίκου Παρασκευόπουλου

Πριν λίγες μέρες, το δικαστήριο έκρινε αθώο τον αντιπρύτανη του ΑΠΘ Γιάννη Παντή. Είχε κατηγορηθεί συκοφαντικά για «απιστία στην υπηρεσία», στο πλαίσιο μιας εκστρατείας σπίλωσης του προσώπου του, της πρυτανείας του ΑΠΘ και γενικότερα του δημόσιου πανεπιστημίου. Πρόκειται μια σημαντική ηθική νίκη. Ωστόσο, η δίωξη έφερε στην επιφάνεια και ένα άλλο σοβαρό ζήτημα: τη διάταξη του «νόμου Μανιτάκη», με την οποία τίθενται σε αυτοδίκαιη αργία δημόσιοι υπάλληλοι εναντίον των οποίων ασκείται ποινική δίωξη μέχρι και για πλημμελήματα (ακόμα και για ιδιωτικές υποθέσεις άσχετες με τη δουλειά τους, πριν τελεσιδικήσουν μάλιστα. Η (κακή) αρχή έγινε με τον Γιάννη Παντή και η συνέχεια ήρθε με την αργία του δασκάλου Στέφανου Γκουλιώνη, στη Λάρισα, ο οποίος είχε καταδικαστεί για «αντίσταση κατά της αρχής» μετά τη σύλληψή του σε αντιμνημονιακή διαδήλωση (για υπογραφές διαμαρτυρίας στο http://goo.gl/BPIVq). Η διάταξη αυτή καταπατά κάθε αρχή δικαιοσύνης και λογικής, αφού μπορεί να τεθεί σε αργία (πρακτικά ισοδύναμη με απόλυση) ένας δημόσιος υπάλληλος όχι μόνο λόγω της πολιτικής ή συνδικαλιστικής του δράσης, αλλά και επειδή λ.χ. έχει κτηματικές διαφορές με έναν γείτονα. Θεωρώντας το θέμα από τα σοβαρότερα για τη δικαιοσύνη και τη δημοκρατία, δημοσιεύουμε σήμερα, σε επεξεργασμένη μορφή, τις ομιλίες που έκαναν ο Στέφανος Δημητρίου (Φιλοσοφική Ιωαννίνων), ο Νίκος Κωνσταντόπουλος και ο Νίκος Παρασκευόπουλος (Νομική ΑΠΘ), με συντονιστή τον Δημήτρη Χασάπη (Πανεπιστήμιο Αθηνών), στην εκδήλωση που οργάνωσε ο ΣΥΡΙΖΑ (Αθήνα, 14.5.2013).

Στρ. Μπ.  

   

Πωλ Σεζάν, «Πέντε λουόμενες», 1878

Πωλ Σεζάν, «Πέντε λουόμενες», 1878

Η άμεση απειλή επιβολής αυτοδίκαιης αργίας στον αντιπρύτανη του ΑΠΘ Γ. Παντή αντιμετωπίστηκε από πολλούς σαν ακρότητα: αυτοδίκαιη αργία για μια υπερβολική δίωξη, ένα κινητό (που υποτίθεται ότι έδωσε), αντιπροσφορά σε μια συμφέρουσα τηλεοπτική προβολή του Πανεπιστημίου; Όχι δα! Καθώς όμως πολλές ανάλογες περιπτώσεις έχουν γίνει γνωστές, είναι πια σαφές ότι το «ακραίο» αποτελεί προϊόν μιας γενικευμένης πολιτικής, που θέτει στο στόχαστρο της απειλής κάθε εργαζόμενο στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Ασαφή πειθαρχικά παραπτώματα («ανάρμοστη συμπεριφορά»), καθώς και διώξεις εξαρτώμενες από ενδείξεις και την ανέλεγκτη εκτίμηση εισαγγελικών λειτουργών μπορούν να οδηγήσουν αυτόματα μεγάλο αριθμό εργαζόμενων στο δημόσιο σε αργία μεγάλης διάρκειας (μέχρι την αμετάκλητη δικαστική απόφαση, μετά από έτη), σε φτώχεια και ταπεινωτικό στιγματισμό.

Η γενικευμένη αυτή πολιτική απειλής μπορεί να ενταχθεί στη νεοφιλελεύθερη στρατηγική κατά του δημόσιου τομέα. Όμως, αυτή η αναγωγή δεν είναι η μόνη δυνατή, ούτε αρκετή για να συνειδητοποιήσουμε το εύρος της εξελισσόμενης πολιτικής. Πρόκειται για πολιτικοκοινωνική εξέλιξη ευδιάκριτη από τις απαρχές της νέας χιλιετίας: σταθεροποιείται ένα σύστημα που στοχεύει από πολλές γωνίες τους πολλούς. Το υποκείμενό του, λογικά, θα είναι ολιγαρχικό. Αντίστοιχα, το σύστημα-στόχος δεν μπορεί παρά να εκφράζεται με σχέσεις και θεσμούς δημοκρατίας.

Από το 2001 έως την έναρξη της διεθνούς οικονομικής κρίσης (2006) ξεδιπλώθηκε η επίθεση κατά του κράτους δικαίου. Στο όνομα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας, του οργανωμένου εγκλήματος, της εμπορίας ανθρώπων, υπαρκτών δηλαδή απειλών, καταρρίπτονται διαδοχικά οι φραγμοί των ατομικών δικαιωμάτων. Η έννοια του υπόπτου διευρύνεται, η αστυνομία κερδίζει έδαφος έναντι του δικαστικού μηχανισμού, η μηδενική ανοχή έναντι της αναλογικότητας, ο κύκλος του εγκλεισμού ανοίγει και γίνεται ποικιλώνυμος (κέντρα φιλοξενίας, ασφαλιστική κράτηση), η ηλεκτρονική παρακολούθηση γενικεύεται κ.λπ. Η βία εντωμεταξύ δεν μειώνεται, ίσα-ίσα πολλαπλασιάζεται, επιβεβαιώνοντας ότι τα πλήγματα στους πολλούς δεν είναι μέσο καταπολέμησης του εγκλήματος αλλά αυτοσκοπός.

Με την οικονομική κρίση και το κράτος δικαίου ήδη επαρκώς εξασθενημένο, ξεδιπλώνεται η δεύτερη φάση. Τώρα πλήττεται το κράτος πρόνοιας: παιδεία, περίθαλψη, πολιτισμός για τους πολλούς. Αν κρίνουμε από τον συντονισμό αυτής της φάσης, η ικανή να φοβίζει τον μέσο υπάλληλο αυτοδίκαιη αργία ίσως άργησε να εμφανιστεί. Συνέχεια ανάγνωσης

Η κατάρρευση της δικαιοκρατικής αρχής

Standard
Η «ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΗ ΑΡΓΙΑ» ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ-3

του Στέφανου Δημητρίου

Πάμπλο Πικάσο, "Λουόμενοι που στεγνώνουν", 1909

Πάμπλο Πικάσο, «Λουόμενοι που στεγνώνουν», 1909

«Ας ξεκινήσουμε με μια παραδοχή: Υποθέτω ότι δέχεσθε ότι όσοι ασκούν δημόσια αξιώματα ή καθήκοντα οφείλουν με τη συμπεριφορά τους να τιμούν τον θεσμό που υπηρετούν. Οι φορείς των θεσμών υπάρχουν και λειτουργούν χάριν του θεσμού και φροντίζουν για το κύρος και το συμφέρον του». Με τα παραπάνω λόγια, ο αρμόδιος υπουργός δικαιολόγησε την αντίδρασή του στην τροποποίηση του N. 4093/12. Η παραδοχή είναι ορθή. Και, δεχόμενοι αυτή την παραδοχή, δεχόμαστε και ότι το μέτρο της «αυτοδίκαιης αργίας» υπάγεται στη διασφάλιση ενός αγαθού: του συμφέροντος της διοίκησης. Αυτός είναι ο σκοπός, ενώ η «αυτοδίκαιη αργία» είναι το μέσον. Συνεπώς, ό,τι και αν υποστηρίξει κανείς σχετικά, προϋποτίθεται ο καθορισμός της συνάφειας μέσου προς σκοπό. Αυτή η συνάφεια συνιστά το κριτήριο νομιμοποίησης των κρατικών αποφάσεων, άρα και κριτήριο για τον έλεγχο του μέτρου της «αυτοδίκαιης αργίας».

Ας αναρωτηθούμε τώρα: Είναι το μέτρο δίκαιο και κατάλληλο; Θα πρέπει να το συνδυάσουμε με την απαξία της «ανάρμοστης συμπεριφοράς», η οποία συνιστά λόγο για αυτοδίκαιη αργία. Είναι αόριστη έννοια, όπως και το «προσήκον ήθος» (άρθρο 23 Υπ. Κωδ.). Διακριβώνουμε λοιπόν τη φύση του προβλήματος: τη σύγκρουση έννομων συμφερόντων. Η έλλειψη κριτηρίου προσδιοριστικού της συνάφειας ανάμεσα σε υπηρεσιακό αδίκημα και στο ότι μπορεί να υπαχθεί σε αυτή την κατηγορία –και να τεθεί σε αυτοδίκαιη αργία– υπάλληλος που μηνύθηκε για απλή οικονομική διαφορά ή επειδή δεν υπέκυψε σε εκβιασμό από ιδιώτη ή επειδή η συνδικαλιστική και πολιτική του δραστηριότητα δεν είναι αρεστή, ακόμη και για προσωπικές διαφορές, πλήττει αρχές του πολιτικού φιλελευθερισμού: την ελεύθερη εκδήλωση του φρονήματος, ενώ μπορεί να περιστείλει τη συνδικαλιστική ή πολιτική δραστηριότητα ως έκφραση της αρχής του ίσου πολιτικού αυτοκαθορισμού των πολιτών, μηδέ των δημοσίων υπαλλήλων ή λειτουργών εξαιρουμένων. Συνέχεια ανάγνωσης

Δημόσιες και ελεύθερες οι παραλίες

Standard

 Παράκτιο μέτωπο Αττικής: πωλείται όπως είναι επιπλωμένο-2

Δημόσιο αγαθό οι παραλίες

 του Χρήστου Κορτζίδη

 ellinikosΜε το νομοσχέδιο για τις στρατηγικές επενδύσεις που κατατέθηκε στη Βουλή στις 22 Φεβρουαρίου,  προωθείται, ανάμεσα σε άλλα, η άνευ όρων εκμετάλλευση των ακτών του Σαρωνικού από μεγάλες επιχειρήσεις, ανάβοντας το πράσινο φως για μια πρωτοφανή λεηλασία της δημόσιας και ιδιωτικής γης, περαιτέρω συρρίκνωση του δημόσιου χώρου της Αττικής, οριστική αποκοπή της πρωτεύουσας από τη θάλασσα, καταστροφή εξαιρετικά σημαντικών φυσικών αποθεμάτων και περαιτέρω υποβάθμιση της ποιότητας ζωής των κατοίκων, με το πρόσχημα της «οικονομικής ανάπτυξης» και της «δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας». Μάλιστα, για το σκοπό αυτό ιδρύεται η Παράκτιο Αττικό Μέτωπο Α.Ε., που –υπό την εποπτεία του ΤΑΙΠΕΔ– αναμένεται να παραδώσει άνευ όρων σε διεθνείς και εγχώριους κερδοσκόπους τα ακίνητα και τις υποδομές των ακτών του Σαρωνικού.

Ως δημοτική αρχή, μαζί με τοπικά κινήματα, κοινωνικούς φορείς και οργανώσεις, απαιτούμε την απόδοση των ακτών του Σαρωνικού, συμπεριλαμβανομένου του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού και της παραλίας του Αγ. Κοσμά, στους κατοίκους της Αττικής για χρήσεις ήπιας αναψυχής και αθλητισμού, την άμεση απελευθέρωση του παράκτιου μετώπου της Αττικής από παράνομες κατασκευές και χρήσεις, την αποκατάσταση και προστασία των θαλάσσιων και παράκτιων οικοσυστημάτων, καθώς και τη διασφάλιση του συνταγματικά κατοχυρωμένου χαρακτήρα της παραλίας και του αιγιαλού ως κοινόχρηστου χώρου με ελεύθερη πρόσβαση για όλους. Σε αυτό το πλαίσιο, και με βασική προτεραιότητα τη διασφάλιση του χαρακτήρα των ακτών ως κοινού αγαθού, συντονίζουμε τη δράση μας με άλλους φορείς της Αττικής, απέναντι στα σχέδια της κυβέρνησης για τη δημιουργία της «ελληνικής Ριβιέρα».

Να μείνουν ελεύθερες οι παραλίες

 του Πέτρου Φιλίππου

 Μετά την εξαγγελία του πρωθυπουργού ότι προτίθεται να κάνει την παραλία «Ριβιέρα», σε συνδυασμό με την ίδρυση διαφόρων οργανισμών και εταιρειών (ΤΑΙΠΕΔ, Αττικό Παράκτιο Μέτωπο Α.Ε. κλπ.), προκειμένου να ακολουθηθούν fast track διαδικασίες, οι πολίτες είναι αναστατωμένοι επειδή φοβούνται ότι στο όνομα της «αξιοποίησης» οι παραλίες θα εκποιηθούν και δεν θα έχουν πρόσβαση σε αυτές. Συνέχεια ανάγνωσης

Η μεταρρύθμιση δεν είναι (απαραιτήτως) απορρύθμιση

Standard

Για τον επαναπατρισμό μιας αμφίσημης έννοιας στις δημόσιες πολιτικές

του Δημήτρη Χριστόπουλου

Ζαν Μέτσινγκερ, «Η Σφίγγα», 1920

Ζαν Μέτσινγκερ, «Η Σφίγγα», 1920

Στις μέρες μας, μιλάμε συνέχεια για μεταρρυθμίσεις χωρίς να προσδιορίζουμε για τι συζητάμε.[1] Ξεκινώ λοιπόν από την αυτονόητη παραδοχή ότι ‘μεταρρυθμίσεις’ κενές περιεχόμενου δεν δύνανται να υπάρχουν διότι καμιά διαδρομή δεν έχει νόημα αν δεν αναφέρουμε «από πού προς πού».  Έτσι και η μεταρρύθμιση. Όσο σημαντική όμως είναι η μεταρρύθμιση για το νεοφιλελευθερισμό, διότι με αυτήν καταστρέφει και δημιουργεί, άλλο τόσο είναι για ένα πειστικό πρόγραμμα ανατροπής του. Διότι και αυτό καλείται και να καταστρέψει αλλά κυρίως να δημιουργήσει.

Ποια μεταρρύθμιση;

Η κυρίαρχη περί μεταρρύθμισης αντίληψη κανοναρχεί σε όλα τα πεδία οικονομικής και κοινωνικής ζωής τις νέες αλήθειες της τεχνολογίας του κυβερνείν, με τον ίδιο τρόπο που οι αλήστου μνήμης κεντρικές επιτροπές του ΚΚΣΕ έθεταν τη σοβιετική κοινωνία ενώπιον απίθανων πλάνων παραγωγής με προβολή δεκάδων ετών στο μέλλον και φυσικά ολέθρια αποτελέσματα: όπως ακριβώς ακούμε εδώ και μερικά χρόνια τους ενσαρκωτές του κυρίαρχου μεταρρυθμιστικού λόγου να υπαγορεύουν το μέλλον μας μέσω προβλέψεων που διαρκώς διαψεύδονται.[2] Συνέχεια ανάγνωσης

Περί «αξιοποιήσεων», «αποκρατικοποιήσεων» και άλλων δαιμονίων

Standard

της Έλλης Σιαπκίδου

 Στην πρόσφατη ομιλία του στη Βουλή, κατά τη διάρκεια των προγραμματικών δηλώσεων, ο νυν υπουργός Οικονομικών και πρώην σύμβουλος του Κ. Σημίτη, Γιάννης Στουρνάρας, ανακοίνωσε έναν μακρύ κατάλογο αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του δημοσίου. Όπως ανέφερε, υπάρχουν εννέα αποκρατικοποιήσεις (sales leaseback 28 ακινήτων, ΕΥΑΘ, ΕΛΠΕ, ΕΓΝΑΤΙΑ, ΕΛΤΑ, ΟΠΑΠ, ΛΑΡΚΟ, ΟΔΙΕ, ΕΥΔΑΠ) που βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο προετοιμασίας και δεκατρείς ακόμη (λιμάνια, αεροδρόμια, μαρίνες, ΤΡΑΙΝΟΣΕ κ.ά.) που διαμορφώνονται τώρα.

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Ο όρος «αποκρατικοποίηση» είναι συνώνυμος του όρου «ιδιωτικοποίηση», αλλά ακούγεται καλύτερα. Είναι δε ελληνική πατέντα, καθώς στις περισσότερες γλώσσες η μετάφραση της «αποκρατικοποίησης» είναι παραλλαγές του privatisation, που σημαίνει ιδιωτικοποίηση. Όσον αφορά την «αξιοποίηση», είναι μια εύηχη λέξη, που μέσα στην όμορφη αοριστία της μπορεί να συμπεριλαμβάνει από το ενοίκιο που εισπράττει ο Δήμος από τις καφετέριες για τα τραπεζάκια τους στο πεζοδρόμιο μέχρι την πώληση ακινήτων και επιχειρήσεων του δημοσίου. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο αγώνας εξουσίας του Γουισκόνσιν

Standard

Eξέγερση στο Γουισκόνσιν: οι ΗΠΑ δεν πρέπει να γίνουν μια ολιγαρχία του κεφαλαίου

του Πωλ Κρούγκμαν

μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης

Φωτογραφία του celtic graphics από το flickr

Όταν πριν λίγες εβδομάδες ο ρεπουμπλικάνος κυβερνήτης του Γουισκόνσιν ανακοίνωνε σαρωτικές αλλαγές στο δημόσιο (κατάργηση του δικαιώματος των συνδικάτων να διαπραγματεύονται συλλογικές συμβάσεις, αυξημένη δικαιοδοσία του κυβερνήτη να προβαίνει σε απολύσεις, περιστολή δικαιωμάτων περίθαλψης και συνταξιοδότησης), κανένας δεν μπορούσε να προβλέψει το κύμα αντιδράσεων. Γρήγορα όμως, οι διαδηλωτές άγγιξαν τους 100.000, προχωρώντας σε καταλήψεις, μαχητικές απεργίες και πορείες, δημιουργώντας ένα πρωτοφανές κίνημα (βλ. και το άρθρο του Μιχάλη Τρίκα, «ΗΠΑ: η πάλη των τάξεων πάει στο Γουισκόνσιν», Η Αυγή, 27.2.2011·http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=601796).

Όπως δείχνει ο αμερικανός νομπελίστας της οικονομίας, Πωλ Κρούγκμαν, στα δύο άρθρα που ακολουθούν (New York Times, 20 και 24.2.2011) η σύγκρουση δεν έχει να κάνει με το «νοικοκύρεμα» του προϋπολογισμού και τα δημοσιονομικά· είναι μια μάχη για τη δημοκρατία. Ακόμα και αν δεν συμφωνούμε σε όλα με τα συνδικάτα, λέει ο Κρούγκμαν, αυτά αποτελούν σήμερα το μοναδικό αντίβαρο στην εξουσία του κεφαλαίου, που αλώνει τα πάντα­ – παρατήρηση χρήσιμη, ιδεολογικοπολιτικά, και για τα καθ’ ημάς. Τα συνδικάτα του δημόσιου τομέα (τα μόνα που υφίστανται ουσιαστικά στις ΗΠΑ, αφού στον ιδιωτικό τομέα οι συνδικαλισμένοι είναι κάτω από 10%), προσπαθεί να συντρίψει ο ρεπουμπλικάνος κυβερνήτης, γι’ αυτό ακριβώς και ο αγώνας του Γουισκόνσιν έχει πολύ ευρύτερη σημασία.

Στρ. Μπ.

 

Διαδήλωση στο Μάντισον, 26.2.2011. Φωτογραφία του akagoldfish, από το flickr

Την περασμένη εβδομάδα, ενόψει των διαδηλώσεων εναντίον του νεοεκλεγέντος, διώκτη των συνδικάτων, κυβερνήτη του Γουισκόνσιν Σκοτ Γουώκερ –που συνεχίστηκαν και το Σαββατοκύριακο, με μια τεράστια κοσμοπλημμύρα το Σάββατο– ο βουλευτής Πωλ Ράυν έκανε, άθελά του, μια εύστοχη σύγκριση: «Είναι λες και το Κάιρο έχει μεταφερθεί στο Μάντισον».

Δεν ήταν το πιο έξυπνο πράγμα που θα μπορούσε να πει ο κ. Ράιαν, δεδομένου, ότι, κατά πάσα πιθανότητα, δεν ήθελε να συγκρίνει τον κ. Γουώκερ, έναν ομοϊδεάτη του Ρεπουμπλικάνο, με τον Χόσνι Μουμπάρακ. Ίσως όμως και να το εννοούσε — άλλωστε, αρκετοί εξέχοντες συντηρητικοί, μεταξύ των οποίων ο Γκλεν Μπεκ, ο Ρας Λίμπο και ο Ρικ Σαντόρουμ καταδίκασαν την εξέγερση στην Αίγυπτο, επιμένοντας ότι ο πρόεδρος Ομπάμα έπρεπε να βοηθήσει το καθεστώς Μουμπάρακ να την καταστείλει.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο κ. Ράιαν είχε περισσότερο δίκιο από ό,τι μπορούσε να φανταστεί. Γιατί όσα συμβαίνουν στο Γουισκόνσιν δεν αφορούν τον κρατικό προϋπολογισμό, παρά τους ισχυρισμούς του κ. Γουώκερ ότι το μόνο που πασχίζει είναι να νοικοκυρέψει τα οικονομικά. Αντιθέτως, αφορούν το ζήτημα της εξουσίας. Αυτό που προσπαθούν ο κ. Γουώκερ και οι υποστηρικτές του είναι να κάνουν το Γουισκόνσιν –και, εν τέλει και όλη την Αμερική– όχι μια εύρυθμη δημοκρατία, αλλά μια τριτοκοσμική ολιγαρχία. Γι’ αυτό ακριβώς όποιος πιστεύει ότι χρειαζόμαστε κάποιο αντίβαρο στην πολιτική εξουσία του χρήματος πρέπει να σταθεί στο πλευρό των διαδηλωτών. […] Συνέχεια ανάγνωσης