«Οι άριστοι των Ελλήνων»: Μεταρρύθμιση ή μεταπολιτική ;

Standard

ΜΕ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΤΙΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

του Γιάννη Παπαθεοδώρου

«Αν είσαι από τους αληθινά εκλεκτούς

την επικράτησί σου κύταζε πώς αποκτάς».

Κ.Π. Καβάφης, Ο Θεόδοτος

Έργο του Εδουάρδου Σακαγιάν

Εκθέσεις ιδεών. Η υπουργός Παιδείας κ. Άννα Διαμαντοπούλου πιέζει –με την απειλή διακοπής της χρηματοδότησης των πανεπιστημίων– να ολοκληρωθεί η διαδικασία εκλογής νέων διοικήσεων για τα Συμβούλια των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Για τον χρόνο ωστόσο διεξαγωγής των κοινοβουλευτικών εκλογών, η υπουργός δεν φαίνεται να βιάζεται καθόλου. Σύμφωνα με δηλώσεις της, σε πρόσφατη εκδήλωση της πρωτοβουλίας «Για την Ελλάδα, τώρα», οι εκλογές «σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα θα είναι μια πρόσκαιρη νίκη του λαϊκισμού, των αντιμεταρρυθμιστικών δυνάμεων, οι οποίες συσπειρώνονται».[1] Συνέχεια ανάγνωσης

Η κυρία Διαμαντοπούλου παίζει με τα μπουρλότα

Standard

του Νίκου Θεοτοκά

Ρενέ Μαγκρίτ, "Κικέρων", 1947

 Εδώ και καιρό, η υπουργός Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (και Εθνικής Παιδείας, παρεμπιπτόντως), η γαληνοτάτη κυρία Άννα Διαματοπούλου, καταγίνεται να πυρπολήσει τα πανεπιστήμια.

Δεν θα μιλήσω εδώ για τον ίδιο τον νόμο 4009/11.  Θα περιοριστώ μόνο στα «θερμά» φαινόμενα των ημερών μας, που έχουν να κάνουν με τις πραξικοπηματικές και άκρως παρα-θεσμικές μεθοδεύσεις για την εφαρμογή του. Ειδικότερα, θ’ αναφερθώ μόνο στην ένταση που έχει προκαλέσει ο, απευθείας διά της υπουργικής καμαρίλας, διορισμός πενταμελών επιτροπών που θα διοργανώσουν τις εκλογές για την ανάδειξη των «εσωτερικών» ανά ΑΕΙ μελών του Συμβουλίου. Η κατάσταση αυτή θυμίζει μπουρλότο  με αναμμένα τα φυτίλια.

Ξεκινώ με δυο σημεία που θα έπρεπε να ανήκουν στη σφαίρα του αυτονόητου. 1. Κανείς δεν δικαιούται, επειδή έτσι του αρέσει, να καταλύει τις συνταγματικές εγγυήσεις για την πλήρη αυτοδιοίκηση του πανεπιστημίου. 2. Κανείς δεν δικαιούται, ως κρατικός εντεταλμένος,  να ασκεί διοικητικές πράξεις στο πανεπιστήμιο ενάντια στην εκφρασμένη συλλογική βούληση των θεσμικών οργάνων διοίκησης κι ενάντια στις κείμενες συνταγματικές διατάξεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Υπέρ καταλήψεων συνηγορία

Standard

Ανοιχτή επιστολή σε συναδέλφους και συναδέλφισσες

του Σταύρου Κωνσταντακόπουλου

10 Οκτωβρίου 1979. Οι φοιτητές των κατειλημμένων σχολών διαδηλώνουν στο κέντρο της Αθήνας κατά του νόμου 815 (Αρχείο Παν. Δεληκάρη-Μ. Κατσίγερας, «Ελλάδα 20ός αιώνας. Οι φωτογραφίες», τόμ. Β΄: «1946-2000», Ποταμός, Αθήνα 2001)

Αγαπητέ μου  συνάδελφε,

Διάβασα με ενδιαφέρον το δημόσιο κείμενό σου, όπου, μαζί με άλλους συναδέλφους και συναδέλφισσες,  τασσόσασταν ενάντια στις καταλήψεις. Υπάρχουν πράγματα στα οποία  συμφωνούμε και πράγματα στα οποία διαφωνούμε. Δυστυχώς, για μένα, αυτά στα οποία συμφωνούμε είναι πολύ λίγα. Συμφωνούμε ότι οι καταλήψεις έχουν πολύ λίγο κόσμο. Διαφωνούμε όμως στο τι πρέπει να κάνουμε απέναντι σε αυτές. Ας αρχίσω με αυτά στα οποία διαφωνούμε.

Σκεφτόμουνα, διόλου τυχαίο, τις μέρες αυτές τον Μάη του ’68. Σήμερα τον δοξολογεί ολόκληρη η Αριστερά. Φτάσαμε μάλιστα στο σημείο να τον δοξολογούν και φιλελεύθεροι στοχαστές ή ακόμα και ακροδεξιοί, εντάσσοντάς τον βέβαια στη δική τους οπτική. Ξέρεις πόσες αστοχίες των φοιτητών υπήρχαν τις μέρες εκείνες. Επίτρεψε μου να ασχοληθώ με μία μόνον από αυτές. Όταν ο Κον-Μπεντίτ και η παρέα του βγήκαν από τη Σορβόννη τιμωρημένοι από το πειθαρχικό, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκαν οι συγκεντρωμένοι απ’ έξω φοιτητές ήταν να στήσουν οδοφράγματα. Το ίδιο έκαναν και τις επόμενες μέρες. Δεν υπήρχε πιο αλλόκοτο πράγμα από αυτό. Όταν οι πρόγονοι τους επαναστάτες του 1848 η αργότερα, το 1871, στη διάρκεια της Παρισινής Κομμούνας, ύψωναν οδοφράγματα είχαν ως στόχο να εμποδίσουν τα άλογα των δυνάμεων καταστολής να τους προσεγγίσουν καθώς και τις σφαίρες που η τροχιά τους κινιόταν σε ευθεία γραμμή να τους πλήξουν. Το ’68 όμως η αστυνομία είχε αύρες στη διάθεση της και  ο στρατός τανκς  που κανένα οδόφραγμα δεν θα μπορούσε να τα σταματήσει, ενώ τα δακρυγόνα, έτσι όπως εκτοξεύονται, μπορούν να πλήξουν τους διαδηλωτές όσο ψηλό και να είναι το οδόφραγμα που έχουν σηκώσει. Επιπλέον, πολλές φορές στήνανε τα οδοφράγματα χωρίς να έχουν εξασφαλίσει πίσω τους δρόμους διαφυγής με αποτέλεσμα, μόλις η αστυνομία τα γκρέμιζε να τους λιανίζει με μια αγριότητα που ο μακαρίτης ο Ελεφάντης, αυτόπτης μάρτυρας, όταν τη συνέκρινε με αυτή των δικών μας, θεωρούσε τους Έλληνες συναδέλφους τους παιδιά της χορωδίας.

Απέναντι, λοιπόν, στους εξεγερμένους γάλλους φοιτητές του Μάη μπορείς να διαλέξεις ανάμεσα σε δυο στάσεις. Η πρώτη είναι να  τους οικτίρεις για την αφέλειά  τους, η δεύτερη είναι να καταλάβεις ότι ακόμη και οι πιο πρωτοπόροι δεν ξεφεύγουν από ένα συλλογικό πολιτικό υποσυνείδητο που περιέχει μέσα του τις μνήμες επαναστατικών αναστατώσεων του παρελθόντος.

Πάμε στα δικά μας. Ας περιοριστώ στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν. Εξάλλου, οι έλληνες φοιτητές δεν διαθέτουν τις «ευκολίες» των γάλλων συναδέλφων τους, δηλαδή,  τα ιστορικά έργα του Μαρξ, για να ταξιδέψουν στις  αναστατώσεις του πιο μακρινού  τους παρελθόντος. Για δες. Στη διάρκεια της χούντας, και η Νομική και το Πολυτεχνείο καταλήψεις ήταν.  Το 1979, ο «ελληνικός Μάης», με καταλήψεις ακύρωσε έναν ψηφισμένο νόμο, τον 815. Το 1990-1991 το πολυνομοσχέδιο του Κοντογιαννόπουλου, μετά από καταλήψεις και τη δολοφονία του Τεμπονέρα, αποσύρεται. Το 2006, το ΠΑΣΟΚ αναγκάζεται να αποσύρει την υποστήριξη του στη ΝΔ για κατάργηση του άρθρου 16, μετά από ένα μεγάλο κίνημα, όπου τον τόνο δίναν οι καταλήψεις. Και μην μου πεις, όπως μου έχεις ξαναπεί, αν το ΠΑΣΟΚ δεν  απέσυρε την υποστήριξή του, δεν θα γινόταν τίποτα. Γιατί θα σου ανταπαντήσω ότι αν δεν προηγούνταν οι ζυμώσεις και οι μετατοπίσεις που προκάλεσαν οι καταλήψεις, κανένα ΠΑΣΟΚ δεν θα απέσυρε τίποτα. Συνέχεια ανάγνωσης

Εναντίον της δημοκρατίας Ο νόμος Διαμαντοπούλου-Γεωργιάδη και η διοίκηση των ΑΕΙ

Standard

του Σταύρου Κωνσταντακόπουλου

 Τέθηκε σε ισχύ αυτήν την εβδομάδα με τη δημοσίευση του στο ΦΕΚ  το νομοσχέδιο  Διαμαντοπούλου-Γεωργιάδη. Επικαλούμαι και τα δυο ονόματα, σε μια προσπάθεια να  αποδώσω φόρο τιμής όχι μόνον στην αρχιτέκτονα του νομοσχεδίου αυτού, αλλά και στον πρωτομάστορα. Εμάς τους αριστερούς μας στοιχειώνουν πάντα τα ερωτήματα που έθεσε ο Μπέρτολτ Μπρεχτ στο γνωστό του ποίημα  «Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει». Ο Μπρεχτ αρνιόταν ότι  τη Θήβα την επτάπυλη, τη Βαβυλώνα ή τη μεγάλη Ρώμη τις είχαν χτίσει μόνοι τους οι βασιλιάδες και υπέβαλλε στον αναγνώστη την ιδέα ότι κάποιο ρόλο είχαν παίξει και οι χτίστες. Θα ήθελα να αναφέρω όλους τους χτίστες αλλά, μη μπορώντας για προφανείς λόγους να το κάνω, περιορίζομαι στον πρωτομάστορα Γεωργιάδη.

Με το νομοσχέδιο αυτό, λοιπόν, μεταξύ πολλών άλλων, καταργείται  η φοιτητική συμμετοχή. Ή, για να είμαι ακριβέστερος, περιορίζεται σε έναν: μόνον ένας φοιτητής ή μια φοιτήτρια θα εκπροσωπεί τους/τις συναδέλφους του/της στο Συμβούλιο Διοίκησης. Κάποιοι κοινωνιολόγοι ισχυρίζονται ότι ένας από τους λόγους που ενίσχυσαν τον σύγχρονο ατομικισμό οφείλεται στο γεγονός ότι η  οθόνη της τηλεόρασης, επειδή είναι μικρή και κατά συνέπεια δεν χωράει τους πολλούς,  περιορίζεται  να δείχνει τις περισσότερες φορές μόνον έναν. Η αρνητική αυτή επίδραση της τηλεόρασης θα έπρεπε κανονικά να οδηγήσει τη «σοσιαλίστρια» υπουργό να δει με διαφορετική ματιά τη φοιτητική συμμετοχή, αντί ουσιαστικά να την καταργήσει.

Μόνον που ιδεολογικοπολιτικοί λόγοι δεν της επέτρεψαν κάτι τέτοιο. Η άκριτη αποδοχή από το ΠΑΣΟΚ των δογμάτων του νεοφιλελευθερισμού, στην περίπτωση αυτή νοούμενου κυρίως ως δόγματος πολιτικού χαρακτήρα, δεν μπορούσε να έχει παρά μόνον αυτό το αποτέλεσμα.  Σύμφωνα με τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη για τη διακυβέρνηση, όχι μόνον των πανεπιστημίων αλλά και των κοινωνιών ευρύτερα, οι πολλοί δεν είναι ικανοί να διαχειριστούν τις τύχες των κοινωνιών. Το «γκουβέρνο» μπορούν και πρέπει να το κρατάνε λίγοι στα χέρια τους. Έτσι η  κ. Γιαννακά, εισηγήτρια του ΠΑΣΟΚ στο νομοσχέδιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, έλεγε στη Βουλή: «Σήμερα έχουμε ένα μοναδικό φαινόμενο –συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα– να ψηφίζεται ο πρύτανης απ’ αυτούς που καλείται να διοικήσει, δηλαδή καθηγητές, διοικητικούς και φοιτητές. Καλείται, δηλαδή, να διοικεί τους διοικούμενους οι οποίοι τον εκλέγουν.  Αυτό είναι μία κομβική παθογένεια και πρέπει να αλλάξει». Στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος, ο γνωστός  Μ. Βορίδης του ΛΑΟΣ στην τοποθέτηση του, και εγκαλώντας τη Ν.Δ. για ασυνέπεια προς τη «δεξιά ιδεολογία», θύμισε στους βουλευτές της ότι, σύμφωνα με την αυθεντική δεξιά ιδεολογία, «οι διοικούμενοι δεν συμμετέχουν στη διοίκηση».  Έχοντας αντλήσει από διαφορετικές πηγές τα δύο αποσπάσματα, δεν μπόρεσα να διευκρινίσω ποιος το είπε πρώτος. Αλλά αυτό πραγματικά μικρή σημασία έχει. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι μια «σοσιαλίστρια» βουλευτής και ένας βουλευτής της άκρας δεξιάς έχουν πανομοιότυπη αντίληψη για τη διοίκηση των πολλών.  Συνέχεια ανάγνωσης

Πανεπιστήμιο και Σύνταγμα: μια ευρωπαϊκή υπόθεση

Standard

της Ιφιγένειας Καμτσίδου

Μαξ Ερνστ, «Κατακαλόκαιρο», 1925

Στις ενστάσεις που γεννά το πρόσφατο νομοσχέδιο για τη μεταρρύθμιση των πανεπιστημίων συγκαταλέγονται και τα ερωτήματα αντισυνταγματικότητας, που εγείρουν αρκετές από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις του. Πραγματικά, το «λιτό» νομοθέτημα των 72 άρθρων και των 130 σελίδων (χωρίς τις μεταβατικές διατάξεις), μεταλλάσσοντας την μορφή των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και ανατρέποντας τη λειτουργία που αυτά επιτελούσαν στα 180 χρόνια της δύσκολης και κάποτε αντιφατικής πορείας τους, έρχεται σε αντίθεση με συνταγματικούς κανόνες, όπως αυτόν του άρθρου 16 παρ. 1 που προστατεύει την ακαδημαϊκή ελευθερία, και του άρθρου 16 παρ. 5, που ορίζει ότι «η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση».

 Θα μπορούσε, βέβαια, να ισχυριστεί κανείς ότι το συνταγματικό καθεστώς του ελληνικού πανεπιστημίου, απότοκο μιας εποχής όπου οι μνήμες των αυταρχικών επεμβάσεων στην ανώτατη εκπαίδευση ήταν νωπές, ξεπεράστηκε και ότι τα πανεπιστήμια της χώρας πρέπει να οργανωθούν έτσι ώστε να συμπορεύονται με τα ομόλογα ιδρύματά τους στην Ευρώπη. Μια τέτοια προσπάθεια όμως δεν μπορεί να παραγνωρίζει το γεγονός ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπάρχουν κανόνες συνταγματικής περιωπής, που δεσμεύουν τη δράση των κρατικών και ευρωπαϊκών οργάνων, όταν αυτά καθορίζουν το νομοθετικό πλαίσιο της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Ανάμεσα σε αυτούς, σημαντική θέση κατέχει η ακαδημαϊκή ελευθερία, που αναντίλεκτα αποτελεί στοιχείο των κοινών συνταγματικών παραδόσεων των κρατών-μελών της Ε.Ε., δηλαδή των κοινών θεμελιωδών αρχών που εκπηγάζουν από τα συντάγματα των κρατών-μελών. Με τη σθεναρή επιμονή της Γερμανίας, η ελευθερία αυτή εντάχθηκε ρητά και στον Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ε.Ε, που στο άρθρο 13 ορίζει: «Η τέχνη και η επιστημονική έρευνα είναι ελεύθερες. Η ακαδημαϊκή ελευθερία είναι σεβαστή». Συνέχεια ανάγνωσης

Για τη «μεταρρύθμιση» στα ΑΕΙ: Έγινε κατολίσθηση κι έπεσε κάνας βράχος;

Standard

 του Γιάννη Παπαθεοδώρου

Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ, «Λουόμενες», 1910

Σε πρόσφατη συνέντευξή της η υπουργός Παιδείας κ. Άννα Διαμαντοπούλου, προσπαθώντας να βρει μια ζωντανή εικόνα για τη «μεταρρύθμιση» της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης χρησιμοποίησε μια μάλλον ατυχή «μεταφορά». «Εδώ που βρίσκεται σήμερα η τριτοβάθμια εκπαίδευση», είπε η υπουργός, «δεν γίνεται παρά να πάμε σε μία τόσο ριζική αλλαγή που να είναι σαν να πέφτει ένας βράχος μέσα σε μια λίμνη.[1] Αν δεν κάνω λάθος, ο «βράχος» (θα πρέπει να) είναι το νομοσχέδιο και η λίμνη είναι το «τελματωμένο» Πανεπιστήμιο. Όσο για το ρήμα «πέφτει», φαντάζομαι ότι δηλώνει απλώς την ένταση του φυσικού φαινομένου της κατολίσθησης, αφού, στη φράση του υπουργού δεν υπάρχει υποκείμενο: κανείς δεν φαίνεται να παίρνει την ευθύνη για να «ρίξει» τον βράχο μέσα στη λίμνη. Συνέχεια ανάγνωσης

Το προσχέδιο νόμου για την παιδεία: Η βίαιη ρήξη με την παράδοση του ελληνικού Πανεπιστημίου

Standard

της Σίας Αναγνωστοπούλου

Σχέδιο του Αντρέ Μασσόν, 1933, από τη συλλογή «Σφαγές»

Το ελληνικό Πανεπιστήμιο, με μια παράδοση 180 –εντός ολίγου– χρόνων, διένυσε μια δύσκολη και επώδυνη κάποτε πορεία εκδημοκρατισμού, την ίδια που, τηρουμένων των αναλογιών, διένυσε η ελληνική κοινωνία αλλά και το ελληνικό κράτος. Καταρχάς, το ελληνικό Πανεπιστήμιο, θεσμικά και επιστημονικά, αποτέλεσε τον απαραίτητο συνοδοιπόρο του ελληνικού κράτους στην πορεία του προς αναζήτηση ταυτότητας, κυρίως εθνικής αλλά και κοινωνικής. Το ελληνικό κράτος, από ιδρύσεώς του, επένδυσε στο Πανεπιστήμιο, γιατί είχε εν πρώτοις ανάγκη για εθνική συνοχή, συγχρόνως είχε ανάγκη για κρατικές ελίτ, αλλά και για μια αστική τάξη μορφωμένων και καλλιεργημένων ανθρώπων, αφοσιωμένων στις δικές του επιλογές. Η αυστηρή πανεπιστημιακή ιεραρχία (έδρα, περιορισμένος αριθμός φοιτητών κλπ.) αντανακλούσαν την αντίληψη του ίδιου του κράτους περί δημοκρατίας, την αντίληψη περί μιας ταξικά ιεραρχημένης κοινωνίας. Μια αντίληψη που οδηγούσε, σε δύσκολες εποχές, σε σφιχτό μέχρι πνιγμού εναγκαλισμό του κράτους με το Πανεπιστήμιο, έναν εναγκαλισμό που σκοπό είχε τη διασφάλιση της εθνικής, πολιτικής και κοινωνικής καθαρότητας του Πανεπιστημίου από επικίνδυνους πολιτικά, καθηγητές αλλά και φοιτητές. Βεβαίως το ελληνικό Πανεπιστήμιο, όπως κάθε Πανεπιστήμιο τέκνο του Διαφωτισμού, διέγραφε τη δική του υπόγεια πορεία, αφού ως παραγωγός σκέψης αλλά και ως δημόσιο αγαθό δημιουργούσε ανατροπές: η ενασχόληση με την έρευνα, έστω και περιορισμένα, καθώς και η πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο φοιτητών από διαφορετικές τάξεις δημιουργούσαν μη προβλέψιμες ρωγμές, τέτοιες που το καθιστούσαν δυνητικά πρωτοπόρο στην κοινωνία. Ως δημόσιο αγαθό μάλιστα, συνιστούσε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης και κοινωνικών συγκρούσεων, πεδίο εν ολίγοις διεκδίκησης της δημοκρατίας. Συνέχεια ανάγνωσης