«Οι άριστοι των Ελλήνων»: Μεταρρύθμιση ή μεταπολιτική ;

Standard

ΜΕ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΤΙΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

του Γιάννη Παπαθεοδώρου

«Αν είσαι από τους αληθινά εκλεκτούς

την επικράτησί σου κύταζε πώς αποκτάς».

Κ.Π. Καβάφης, Ο Θεόδοτος

Έργο του Εδουάρδου Σακαγιάν

Εκθέσεις ιδεών. Η υπουργός Παιδείας κ. Άννα Διαμαντοπούλου πιέζει –με την απειλή διακοπής της χρηματοδότησης των πανεπιστημίων– να ολοκληρωθεί η διαδικασία εκλογής νέων διοικήσεων για τα Συμβούλια των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Για τον χρόνο ωστόσο διεξαγωγής των κοινοβουλευτικών εκλογών, η υπουργός δεν φαίνεται να βιάζεται καθόλου. Σύμφωνα με δηλώσεις της, σε πρόσφατη εκδήλωση της πρωτοβουλίας «Για την Ελλάδα, τώρα», οι εκλογές «σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα θα είναι μια πρόσκαιρη νίκη του λαϊκισμού, των αντιμεταρρυθμιστικών δυνάμεων, οι οποίες συσπειρώνονται».[1] Συνέχεια ανάγνωσης

Η κυρία Διαμαντοπούλου παίζει με τα μπουρλότα

Standard

του Νίκου Θεοτοκά

Ρενέ Μαγκρίτ, "Κικέρων", 1947

 Εδώ και καιρό, η υπουργός Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (και Εθνικής Παιδείας, παρεμπιπτόντως), η γαληνοτάτη κυρία Άννα Διαματοπούλου, καταγίνεται να πυρπολήσει τα πανεπιστήμια.

Δεν θα μιλήσω εδώ για τον ίδιο τον νόμο 4009/11.  Θα περιοριστώ μόνο στα «θερμά» φαινόμενα των ημερών μας, που έχουν να κάνουν με τις πραξικοπηματικές και άκρως παρα-θεσμικές μεθοδεύσεις για την εφαρμογή του. Ειδικότερα, θ’ αναφερθώ μόνο στην ένταση που έχει προκαλέσει ο, απευθείας διά της υπουργικής καμαρίλας, διορισμός πενταμελών επιτροπών που θα διοργανώσουν τις εκλογές για την ανάδειξη των «εσωτερικών» ανά ΑΕΙ μελών του Συμβουλίου. Η κατάσταση αυτή θυμίζει μπουρλότο  με αναμμένα τα φυτίλια.

Ξεκινώ με δυο σημεία που θα έπρεπε να ανήκουν στη σφαίρα του αυτονόητου. 1. Κανείς δεν δικαιούται, επειδή έτσι του αρέσει, να καταλύει τις συνταγματικές εγγυήσεις για την πλήρη αυτοδιοίκηση του πανεπιστημίου. 2. Κανείς δεν δικαιούται, ως κρατικός εντεταλμένος,  να ασκεί διοικητικές πράξεις στο πανεπιστήμιο ενάντια στην εκφρασμένη συλλογική βούληση των θεσμικών οργάνων διοίκησης κι ενάντια στις κείμενες συνταγματικές διατάξεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Υπέρ καταλήψεων συνηγορία

Standard

Ανοιχτή επιστολή σε συναδέλφους και συναδέλφισσες

του Σταύρου Κωνσταντακόπουλου

10 Οκτωβρίου 1979. Οι φοιτητές των κατειλημμένων σχολών διαδηλώνουν στο κέντρο της Αθήνας κατά του νόμου 815 (Αρχείο Παν. Δεληκάρη-Μ. Κατσίγερας, «Ελλάδα 20ός αιώνας. Οι φωτογραφίες», τόμ. Β΄: «1946-2000», Ποταμός, Αθήνα 2001)

Αγαπητέ μου  συνάδελφε,

Διάβασα με ενδιαφέρον το δημόσιο κείμενό σου, όπου, μαζί με άλλους συναδέλφους και συναδέλφισσες,  τασσόσασταν ενάντια στις καταλήψεις. Υπάρχουν πράγματα στα οποία  συμφωνούμε και πράγματα στα οποία διαφωνούμε. Δυστυχώς, για μένα, αυτά στα οποία συμφωνούμε είναι πολύ λίγα. Συμφωνούμε ότι οι καταλήψεις έχουν πολύ λίγο κόσμο. Διαφωνούμε όμως στο τι πρέπει να κάνουμε απέναντι σε αυτές. Ας αρχίσω με αυτά στα οποία διαφωνούμε.

Σκεφτόμουνα, διόλου τυχαίο, τις μέρες αυτές τον Μάη του ’68. Σήμερα τον δοξολογεί ολόκληρη η Αριστερά. Φτάσαμε μάλιστα στο σημείο να τον δοξολογούν και φιλελεύθεροι στοχαστές ή ακόμα και ακροδεξιοί, εντάσσοντάς τον βέβαια στη δική τους οπτική. Ξέρεις πόσες αστοχίες των φοιτητών υπήρχαν τις μέρες εκείνες. Επίτρεψε μου να ασχοληθώ με μία μόνον από αυτές. Όταν ο Κον-Μπεντίτ και η παρέα του βγήκαν από τη Σορβόννη τιμωρημένοι από το πειθαρχικό, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκαν οι συγκεντρωμένοι απ’ έξω φοιτητές ήταν να στήσουν οδοφράγματα. Το ίδιο έκαναν και τις επόμενες μέρες. Δεν υπήρχε πιο αλλόκοτο πράγμα από αυτό. Όταν οι πρόγονοι τους επαναστάτες του 1848 η αργότερα, το 1871, στη διάρκεια της Παρισινής Κομμούνας, ύψωναν οδοφράγματα είχαν ως στόχο να εμποδίσουν τα άλογα των δυνάμεων καταστολής να τους προσεγγίσουν καθώς και τις σφαίρες που η τροχιά τους κινιόταν σε ευθεία γραμμή να τους πλήξουν. Το ’68 όμως η αστυνομία είχε αύρες στη διάθεση της και  ο στρατός τανκς  που κανένα οδόφραγμα δεν θα μπορούσε να τα σταματήσει, ενώ τα δακρυγόνα, έτσι όπως εκτοξεύονται, μπορούν να πλήξουν τους διαδηλωτές όσο ψηλό και να είναι το οδόφραγμα που έχουν σηκώσει. Επιπλέον, πολλές φορές στήνανε τα οδοφράγματα χωρίς να έχουν εξασφαλίσει πίσω τους δρόμους διαφυγής με αποτέλεσμα, μόλις η αστυνομία τα γκρέμιζε να τους λιανίζει με μια αγριότητα που ο μακαρίτης ο Ελεφάντης, αυτόπτης μάρτυρας, όταν τη συνέκρινε με αυτή των δικών μας, θεωρούσε τους Έλληνες συναδέλφους τους παιδιά της χορωδίας.

Απέναντι, λοιπόν, στους εξεγερμένους γάλλους φοιτητές του Μάη μπορείς να διαλέξεις ανάμεσα σε δυο στάσεις. Η πρώτη είναι να  τους οικτίρεις για την αφέλειά  τους, η δεύτερη είναι να καταλάβεις ότι ακόμη και οι πιο πρωτοπόροι δεν ξεφεύγουν από ένα συλλογικό πολιτικό υποσυνείδητο που περιέχει μέσα του τις μνήμες επαναστατικών αναστατώσεων του παρελθόντος.

Πάμε στα δικά μας. Ας περιοριστώ στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν. Εξάλλου, οι έλληνες φοιτητές δεν διαθέτουν τις «ευκολίες» των γάλλων συναδέλφων τους, δηλαδή,  τα ιστορικά έργα του Μαρξ, για να ταξιδέψουν στις  αναστατώσεις του πιο μακρινού  τους παρελθόντος. Για δες. Στη διάρκεια της χούντας, και η Νομική και το Πολυτεχνείο καταλήψεις ήταν.  Το 1979, ο «ελληνικός Μάης», με καταλήψεις ακύρωσε έναν ψηφισμένο νόμο, τον 815. Το 1990-1991 το πολυνομοσχέδιο του Κοντογιαννόπουλου, μετά από καταλήψεις και τη δολοφονία του Τεμπονέρα, αποσύρεται. Το 2006, το ΠΑΣΟΚ αναγκάζεται να αποσύρει την υποστήριξη του στη ΝΔ για κατάργηση του άρθρου 16, μετά από ένα μεγάλο κίνημα, όπου τον τόνο δίναν οι καταλήψεις. Και μην μου πεις, όπως μου έχεις ξαναπεί, αν το ΠΑΣΟΚ δεν  απέσυρε την υποστήριξή του, δεν θα γινόταν τίποτα. Γιατί θα σου ανταπαντήσω ότι αν δεν προηγούνταν οι ζυμώσεις και οι μετατοπίσεις που προκάλεσαν οι καταλήψεις, κανένα ΠΑΣΟΚ δεν θα απέσυρε τίποτα. Συνέχεια ανάγνωσης

Εναντίον της δημοκρατίας Ο νόμος Διαμαντοπούλου-Γεωργιάδη και η διοίκηση των ΑΕΙ

Standard

του Σταύρου Κωνσταντακόπουλου

 Τέθηκε σε ισχύ αυτήν την εβδομάδα με τη δημοσίευση του στο ΦΕΚ  το νομοσχέδιο  Διαμαντοπούλου-Γεωργιάδη. Επικαλούμαι και τα δυο ονόματα, σε μια προσπάθεια να  αποδώσω φόρο τιμής όχι μόνον στην αρχιτέκτονα του νομοσχεδίου αυτού, αλλά και στον πρωτομάστορα. Εμάς τους αριστερούς μας στοιχειώνουν πάντα τα ερωτήματα που έθεσε ο Μπέρτολτ Μπρεχτ στο γνωστό του ποίημα  «Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει». Ο Μπρεχτ αρνιόταν ότι  τη Θήβα την επτάπυλη, τη Βαβυλώνα ή τη μεγάλη Ρώμη τις είχαν χτίσει μόνοι τους οι βασιλιάδες και υπέβαλλε στον αναγνώστη την ιδέα ότι κάποιο ρόλο είχαν παίξει και οι χτίστες. Θα ήθελα να αναφέρω όλους τους χτίστες αλλά, μη μπορώντας για προφανείς λόγους να το κάνω, περιορίζομαι στον πρωτομάστορα Γεωργιάδη.

Με το νομοσχέδιο αυτό, λοιπόν, μεταξύ πολλών άλλων, καταργείται  η φοιτητική συμμετοχή. Ή, για να είμαι ακριβέστερος, περιορίζεται σε έναν: μόνον ένας φοιτητής ή μια φοιτήτρια θα εκπροσωπεί τους/τις συναδέλφους του/της στο Συμβούλιο Διοίκησης. Κάποιοι κοινωνιολόγοι ισχυρίζονται ότι ένας από τους λόγους που ενίσχυσαν τον σύγχρονο ατομικισμό οφείλεται στο γεγονός ότι η  οθόνη της τηλεόρασης, επειδή είναι μικρή και κατά συνέπεια δεν χωράει τους πολλούς,  περιορίζεται  να δείχνει τις περισσότερες φορές μόνον έναν. Η αρνητική αυτή επίδραση της τηλεόρασης θα έπρεπε κανονικά να οδηγήσει τη «σοσιαλίστρια» υπουργό να δει με διαφορετική ματιά τη φοιτητική συμμετοχή, αντί ουσιαστικά να την καταργήσει.

Μόνον που ιδεολογικοπολιτικοί λόγοι δεν της επέτρεψαν κάτι τέτοιο. Η άκριτη αποδοχή από το ΠΑΣΟΚ των δογμάτων του νεοφιλελευθερισμού, στην περίπτωση αυτή νοούμενου κυρίως ως δόγματος πολιτικού χαρακτήρα, δεν μπορούσε να έχει παρά μόνον αυτό το αποτέλεσμα.  Σύμφωνα με τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη για τη διακυβέρνηση, όχι μόνον των πανεπιστημίων αλλά και των κοινωνιών ευρύτερα, οι πολλοί δεν είναι ικανοί να διαχειριστούν τις τύχες των κοινωνιών. Το «γκουβέρνο» μπορούν και πρέπει να το κρατάνε λίγοι στα χέρια τους. Έτσι η  κ. Γιαννακά, εισηγήτρια του ΠΑΣΟΚ στο νομοσχέδιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, έλεγε στη Βουλή: «Σήμερα έχουμε ένα μοναδικό φαινόμενο –συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα– να ψηφίζεται ο πρύτανης απ’ αυτούς που καλείται να διοικήσει, δηλαδή καθηγητές, διοικητικούς και φοιτητές. Καλείται, δηλαδή, να διοικεί τους διοικούμενους οι οποίοι τον εκλέγουν.  Αυτό είναι μία κομβική παθογένεια και πρέπει να αλλάξει». Στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος, ο γνωστός  Μ. Βορίδης του ΛΑΟΣ στην τοποθέτηση του, και εγκαλώντας τη Ν.Δ. για ασυνέπεια προς τη «δεξιά ιδεολογία», θύμισε στους βουλευτές της ότι, σύμφωνα με την αυθεντική δεξιά ιδεολογία, «οι διοικούμενοι δεν συμμετέχουν στη διοίκηση».  Έχοντας αντλήσει από διαφορετικές πηγές τα δύο αποσπάσματα, δεν μπόρεσα να διευκρινίσω ποιος το είπε πρώτος. Αλλά αυτό πραγματικά μικρή σημασία έχει. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι μια «σοσιαλίστρια» βουλευτής και ένας βουλευτής της άκρας δεξιάς έχουν πανομοιότυπη αντίληψη για τη διοίκηση των πολλών.  Συνέχεια ανάγνωσης

Πανεπιστήμιο και Σύνταγμα: μια ευρωπαϊκή υπόθεση

Standard

της Ιφιγένειας Καμτσίδου

Μαξ Ερνστ, «Κατακαλόκαιρο», 1925

Στις ενστάσεις που γεννά το πρόσφατο νομοσχέδιο για τη μεταρρύθμιση των πανεπιστημίων συγκαταλέγονται και τα ερωτήματα αντισυνταγματικότητας, που εγείρουν αρκετές από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις του. Πραγματικά, το «λιτό» νομοθέτημα των 72 άρθρων και των 130 σελίδων (χωρίς τις μεταβατικές διατάξεις), μεταλλάσσοντας την μορφή των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και ανατρέποντας τη λειτουργία που αυτά επιτελούσαν στα 180 χρόνια της δύσκολης και κάποτε αντιφατικής πορείας τους, έρχεται σε αντίθεση με συνταγματικούς κανόνες, όπως αυτόν του άρθρου 16 παρ. 1 που προστατεύει την ακαδημαϊκή ελευθερία, και του άρθρου 16 παρ. 5, που ορίζει ότι «η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση».

 Θα μπορούσε, βέβαια, να ισχυριστεί κανείς ότι το συνταγματικό καθεστώς του ελληνικού πανεπιστημίου, απότοκο μιας εποχής όπου οι μνήμες των αυταρχικών επεμβάσεων στην ανώτατη εκπαίδευση ήταν νωπές, ξεπεράστηκε και ότι τα πανεπιστήμια της χώρας πρέπει να οργανωθούν έτσι ώστε να συμπορεύονται με τα ομόλογα ιδρύματά τους στην Ευρώπη. Μια τέτοια προσπάθεια όμως δεν μπορεί να παραγνωρίζει το γεγονός ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπάρχουν κανόνες συνταγματικής περιωπής, που δεσμεύουν τη δράση των κρατικών και ευρωπαϊκών οργάνων, όταν αυτά καθορίζουν το νομοθετικό πλαίσιο της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Ανάμεσα σε αυτούς, σημαντική θέση κατέχει η ακαδημαϊκή ελευθερία, που αναντίλεκτα αποτελεί στοιχείο των κοινών συνταγματικών παραδόσεων των κρατών-μελών της Ε.Ε., δηλαδή των κοινών θεμελιωδών αρχών που εκπηγάζουν από τα συντάγματα των κρατών-μελών. Με τη σθεναρή επιμονή της Γερμανίας, η ελευθερία αυτή εντάχθηκε ρητά και στον Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ε.Ε, που στο άρθρο 13 ορίζει: «Η τέχνη και η επιστημονική έρευνα είναι ελεύθερες. Η ακαδημαϊκή ελευθερία είναι σεβαστή». Συνέχεια ανάγνωσης

Για τη «μεταρρύθμιση» στα ΑΕΙ: Έγινε κατολίσθηση κι έπεσε κάνας βράχος;

Standard

 του Γιάννη Παπαθεοδώρου

Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ, «Λουόμενες», 1910

Σε πρόσφατη συνέντευξή της η υπουργός Παιδείας κ. Άννα Διαμαντοπούλου, προσπαθώντας να βρει μια ζωντανή εικόνα για τη «μεταρρύθμιση» της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης χρησιμοποίησε μια μάλλον ατυχή «μεταφορά». «Εδώ που βρίσκεται σήμερα η τριτοβάθμια εκπαίδευση», είπε η υπουργός, «δεν γίνεται παρά να πάμε σε μία τόσο ριζική αλλαγή που να είναι σαν να πέφτει ένας βράχος μέσα σε μια λίμνη.[1] Αν δεν κάνω λάθος, ο «βράχος» (θα πρέπει να) είναι το νομοσχέδιο και η λίμνη είναι το «τελματωμένο» Πανεπιστήμιο. Όσο για το ρήμα «πέφτει», φαντάζομαι ότι δηλώνει απλώς την ένταση του φυσικού φαινομένου της κατολίσθησης, αφού, στη φράση του υπουργού δεν υπάρχει υποκείμενο: κανείς δεν φαίνεται να παίρνει την ευθύνη για να «ρίξει» τον βράχο μέσα στη λίμνη. Συνέχεια ανάγνωσης

Το προσχέδιο νόμου για την παιδεία: Η βίαιη ρήξη με την παράδοση του ελληνικού Πανεπιστημίου

Standard

της Σίας Αναγνωστοπούλου

Σχέδιο του Αντρέ Μασσόν, 1933, από τη συλλογή «Σφαγές»

Το ελληνικό Πανεπιστήμιο, με μια παράδοση 180 –εντός ολίγου– χρόνων, διένυσε μια δύσκολη και επώδυνη κάποτε πορεία εκδημοκρατισμού, την ίδια που, τηρουμένων των αναλογιών, διένυσε η ελληνική κοινωνία αλλά και το ελληνικό κράτος. Καταρχάς, το ελληνικό Πανεπιστήμιο, θεσμικά και επιστημονικά, αποτέλεσε τον απαραίτητο συνοδοιπόρο του ελληνικού κράτους στην πορεία του προς αναζήτηση ταυτότητας, κυρίως εθνικής αλλά και κοινωνικής. Το ελληνικό κράτος, από ιδρύσεώς του, επένδυσε στο Πανεπιστήμιο, γιατί είχε εν πρώτοις ανάγκη για εθνική συνοχή, συγχρόνως είχε ανάγκη για κρατικές ελίτ, αλλά και για μια αστική τάξη μορφωμένων και καλλιεργημένων ανθρώπων, αφοσιωμένων στις δικές του επιλογές. Η αυστηρή πανεπιστημιακή ιεραρχία (έδρα, περιορισμένος αριθμός φοιτητών κλπ.) αντανακλούσαν την αντίληψη του ίδιου του κράτους περί δημοκρατίας, την αντίληψη περί μιας ταξικά ιεραρχημένης κοινωνίας. Μια αντίληψη που οδηγούσε, σε δύσκολες εποχές, σε σφιχτό μέχρι πνιγμού εναγκαλισμό του κράτους με το Πανεπιστήμιο, έναν εναγκαλισμό που σκοπό είχε τη διασφάλιση της εθνικής, πολιτικής και κοινωνικής καθαρότητας του Πανεπιστημίου από επικίνδυνους πολιτικά, καθηγητές αλλά και φοιτητές. Βεβαίως το ελληνικό Πανεπιστήμιο, όπως κάθε Πανεπιστήμιο τέκνο του Διαφωτισμού, διέγραφε τη δική του υπόγεια πορεία, αφού ως παραγωγός σκέψης αλλά και ως δημόσιο αγαθό δημιουργούσε ανατροπές: η ενασχόληση με την έρευνα, έστω και περιορισμένα, καθώς και η πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο φοιτητών από διαφορετικές τάξεις δημιουργούσαν μη προβλέψιμες ρωγμές, τέτοιες που το καθιστούσαν δυνητικά πρωτοπόρο στην κοινωνία. Ως δημόσιο αγαθό μάλιστα, συνιστούσε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης και κοινωνικών συγκρούσεων, πεδίο εν ολίγοις διεκδίκησης της δημοκρατίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Για την «αξιολόγηση»

Standard

του Παναγιώτη Νούτσου

Φωτογραφία του Μαν Ραίυ, 1933

Για να διατηρείς την ψυχραιμία σου, απέναντι σε όσα συμβαίνουν στη χώρα, ένα από τα επαρκή «αντίδοτα» είναι η αλλαγή κατοικίας, χωρίς αυτό να αποτελεί το άλλο όνομα των «διακοπών». Η αφαίρεση της χολής προφανώς σου επιτρέπει να μη «χολοσκάς» πια. Και έτσι να επαινείς, δημόσια και χωρίς καμιά ιδιοτέλεια, τον τρόπο λειτουργίας της οικείας κλινικής του «Ιπποκρατείου», με προεξάρχοντα τον συνάδελφο Μανόλη Λέανδρο.

Κι όταν εγκαθίστασαι στο νησί του Ιπποκράτη; Εδώ πράγματι «ευημερούν» οι αριθμοί και τα ποσοστά αύξησης των ξένων παραθεριστών να εμφανίζονται άκρως υψηλά. Μόνο που η συγκέντρωση των τουριστικών υπηρεσιών σε λιγοστά μονοπώλια και η επιλογή του συστήματος «all inclusive», με το μονόχρωμο βραχιολάκι στο χέρι, από τις μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες απειλεί –εφέτος θανάσιμα– τις πάμπολλες οικογενειακές μικροεπιχειρήσεις.

Στην ίδια παραλία, στο Μαρμάρι της Κω, όπως το καλοκαίρι του 1982 επιχειρούσαμε με τον Μανόλη Παπαθωμόπουλο και τον  Αύγουστο Μπαγιόνα να κατανοήσουμε τους τρόπους έγκαιρης και ορθής εφαρμογής της νέας πανεπιστημιακής νομοθεσίας, έτσι και τώρα –χωρίς αυτούς– προσπαθώ να διακρίνω πού μας οδηγεί το νομοσχέδιο για την «αναδιοργάνωση» της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Ξεκινώ από τη διαρκή επίκληση της «ποιότητας». Εδώ το κείμενο δεν «χαρίζεται»: κάνει λόγο για το «ανώτερο επίπεδο ποιότητας», για τη «συνεχή βελτίωσή» της και για τους τρόπους «επιβράβευσης» όσων «αρίστευσαν». Μόνο που οι προτεινόμενοι «δείκτες ποιότητας» σε προσγειώνουν στη χοντρή την άμμο: η «ερευνητική αριστεία» αποτιμάται με τον «αριθμό δημοσιεύσεων», τον «αριθμό ετεροαναφορών» τον «αριθμό απλών συμμετοχών σε διεθνή ανταγωνιστικά προγράμματα» κλπ. Τι ακριβώς θα συμβεί; Συνέχεια ανάγνωσης

Ποιο είναι το πρόβλημα με τη μεταρρύθμιση των ελληνικών πανεπιστημίων;

Standard

Ο Anthony Molho είναι ένας από τους γνωστότερους μελετητές της ιστορίας της Ιταλίας και γενικότερα της Μεσογείου, και ταυτόχρονα ένας διαπρεπής νεοελληνιστής. Από το 1996 μέχρι το 2000 ήταν καθηγητής ευρωπαϊκής Ιστορίας στο Brown University, ενώ δίδαξε σε πολλά αμερικανικά και ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Ο Μόλχο, στο κείμενο που ακολουθεί ασκεί κριτική στο προσχέδιο νόμου της κυβέρνησης, μια κριτική που αποκτά ιδιαίτερη αξία καθώς προέρχεται από ένα γνώστη της διεθνούς αλλά και της ελληνικής ακαδημαϊκής πραγματικότητας. Ευχαριστούμε θερμά τον Αντώνη Λιάκο που μας έθεσε υπόψη το κείμενο.

 του Τόνυ Μόλχο

μετάφραση: Ιωάννα Βόγλη

Ρόυ Λίχτενσταϊν, "Νεκρή φύση και ξύλινο πλαίσιο", 1983

Οι επιθέσεις στα ελληνικά πανεπιστήμια αυξάνονται μονομιάς, τόσο σε ένταση όσο και σε αριθμό. Φαίνεται ότι όλοι βρίσκουν κάποιο πρόβλημα στο ελληνικό πανεπιστήμιο· και τούτο το πρόβλημα –γιατί όλες οι κριτικές επιμένουν σ’ αυτό– είναι τόσο σοβαρό, που πρέπει να αναμορφωθεί ολόκληρο το σύστημα, σχεδόν από την αρχή. Για κάποιον σαν τον υπογράφοντα, η συζήτηση μοιάζει τουλάχιστον παράξενη. Χωρίς αμφιβολία, πολλά πρέπει να αναθεωρηθούν και να αλλάξουν. Κι όμως, δεν μπορεί κανείς να μην αναρωτηθεί αν οι παρούσες κυβερνητικές προτάσεις για την αλλαγή της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα και η επιμονή με την οποία κάποιοι δημοσιογράφοι αναπαράγουν τις εξωφρενικές και ανυπόστατες συχνά επιθέσεις στοχεύουν όχι στην αναμόρφωση και βελτίωση αλλά, απλά, στην απαξίωση ενός ακαδημαϊκού συστήματος, το οποίο με την πάροδο του χρόνου, και κυρίως τα τελευταία χρόνια, έχει παράγει καλούς ακαδημαϊκούς και εξαιρετικούς φοιτητές.

Ο υπογράφων διένυσε ολόκληρη την ακαδημαϊκή του καριέρα σε πανεπιστήμια της Βόρειας Αμερικής και της Δυτικής Ευρώπης και μπορεί να κατηγορηθεί ότι εκφράζει άποψη για θέματα τα οποία δεν γνωρίζει από πρώτο χέρι. Κι όμως, όλα αυτά τα χρόνια, έχει διατηρήσει πολύ στενή επαφή με τους συναδέλφους του στην Ελλάδα, έχει επισκεφθεί αρκετά πανεπιστήμια, έχει λάβει μέρος σε σεμινάρια και συνέδρια που έγιναν στην Ελλάδα και είχε ακόμα και την τιμή να συμμετάσχει σε αξιολόγηση ελληνικού πανεπιστημιακού τμήματος μέσω της Αρχής Διασφάλισης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Συνέχεια ανάγνωσης

Το Πανεπιστήμιο της νέας εποχής στην Ελλάδα και στον κόσμο

Standard

Οι βαθύτερες τάσεις και λογικές πίσω από το Σχέδιο Διαβούλευσης

Δεύτερο Μέρος

Νίκος Κοταρίδης: Ξαναγυρνάω στην αρχή, στην τοποθέτηση της Ιφιγένειας Καμτσίδου, σε σχέση με τα μοντέλα πανεπιστημίων που διαμορφώθηκαν στην Ευρώπη, όταν είπε ότι η επίκλησή τους δεν έχει άμεση-χρηστική αξία, καθώς και εξελίχθηκαν και προσαρμόστηκαν σε αντινομικές κοινωνικές πραγματικότητες και ραγδαίες ιστορικές εξελίξεις. Φαντάζομαι ότι, όταν μιλάμε για αλλαγή μοντέλου, εννοούμε μάλλον μια ριζική τομή που έχει ήδη συντελεστεί και αναφέρεται περισσότερο στις εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών και λιγότερο στην παράδοση, τα σταθερά δομικά χαρακτηριστικά των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων.

Ιφιγένεια Καμτσίδου: Το δεύτερο μοντέλο, το λειτουργικό, εξελίχθηκε σε δημοκρατικό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν ομοιογενές ή ότι λειτουργεί απρόσκοπτα· έχει αντιφάσεις, οι οποίες έχουν οξυνθεί, με αποτέλεσμα το πανεπιστήμιο να βρίσκεται σε κρίση. Τις τελευταίες δεκαετίες, όπως επισημαίνει ο Νίκος, επιχειρείται μια συνολική αναδιάρθρωση της παγκοσμιοποιούμενης οικονομίας και επικοινωνίας, ενώ  η ηγεμονεύουσα τάξη επιδιώκει  να μεταλλάξει και το πανεπιστήμιο, ώστε αυτό να εξυπηρετεί άμεσα τις παρούσες ανάγκες της, δηλαδή να προσανατολιστεί στην κατάρτιση ατόμων που θα μπορούν να λειτουργούν ως προσωπικό με πιστοποιημένα προσόντα στις μετακινούμενες επιχειρήσεις: έτσι ώστε μια ευρωπαϊκή επιχείρηση να  μπορεί να μετεγκατασταθεί εύκολα και κερδοφόρα σε άλλη χώρα, βρίσκοντας εκεί καλά εκπαιδευμένους τεχνίτες, όχι επιστήμονες.

Ακόμη, η αναμόρφωση της πανεπιστημιακής νομοθεσίας φαίνεται να προβάλλει το μοντέλο της νέας διακυβέρνησης· οι σχετικοί κανόνες θα αποτελέσουν ένα χρήσιμο υπόδειγμα για το πώς οργανώνεται θεσμικά ένα πεδίο που ανήκει μεν στη δημόσια σφαίρα, αλλά καλείται να πραγματώσει σκοπούς που συνδέονται με τις επιδιώξεις  των αγορών ή των κυβερνώντων. Στο νέο αυτό πλαίσιο, το Πανεπιστήμιο έχοντας χάσει κάποια από τα δομικά του χαρακτηριστικά, θα τείνει να λειτουργεί κυρίως ως ιδεολογικός μηχανισμός της εξουσίας, να παράγει πρότυπα πολιτικής οργάνωσης και συλλογικής επικοινωνίας που δεν θα στηρίζονται σε ισότιμα μέλη του κοινωνικού συνόλου και φορείς ίσης αξιοπρέπειας, αλλά σε πρόσωπα που, αντί για κριτική σκέψη, αναπτύσσουν δεξιότητες, και για τον λόγο αυτό συμμετέχουν στον δημόσιο χώρο και λόγο διά της ομάδας στην οποία κάθε φορά εντάσσονται.

Ελένη Καλαφάτη: Σήμερα, αυτό που προτάσσεται είναι η «ατομική υπευθυνότητα», που συνοδεύεται από έννοιες όπως αυτονομία, αυτοδιαχείριση, αυτοαξιολόγηση. Έτσι, στην εκπαίδευση το ιεραρχημένο σχολικό σύστημα  αντικαθίσταται από την ατομική μαθησιακή πορεία, μέσα από τις πολιτικές της διά βίου μάθησης που προωθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση. Τώρα, αν είσαι άνεργος, φταις εσύ, αφού δεν επέλεξες την μαθησιακή πορεία που θα σε καθιστούσε απασχολήσιμο.

 

Ένας νέος ανθρωπολογικός τύπος

Ι. Καμτσίδου: Φαίνεται να διαμορφώνεται ένας νέος ανθρωπολογικός τύπος. Ο πολίτης, που έχει κοινωνική καταγωγή και ιστορία, καθώς και τη δυνατότητα να θέτει και να διεκδικεί ατομικούς και συλλογικούς στόχους, χάνει την προτεραιότητά του ως υποκείμενο των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων. Την θέση του καταλαμβάνει το άτομο επιτέλους ελεύθερο, όπως λέγεται, απαλλαγμένο από τον πατερναλισμό του κοινωνικού κράτους, υπεύθυνο για την προσωπική του πορεία,  ένας καταναλωτής γνώσεων, προϊόντων, παροχών, επικοινωνίας — δεν είναι τυχαίο ότι έχει επικρατήσει η αντίληψη πως τα ΜΜΕ είναι μια αγορά, την οποία ο καταναλωτής τη ρυθμίζει ανάλογα με τις προτιμήσεις του. Το Πανεπιστήμιο, δεδομένης της αντίφασης που ενσωματώνει, καλείται να εξυπηρετήσει αυτή τη στόχευση της ηγεμονεύουσας ομάδας, να πάψει πια να προετοιμάζει επιστήμονες ικανούς να θεραπεύουν έναν κλάδο αναστοχαζόμενοι κριτικά τις μεθόδους και τα πορίσματα της επιστήμης τους, τις αξίες και τους θεσμούς της κοινωνίας για την ευημερία της οποίας ασκούν το επάγγελμά τους, αλλά άτομα τα οποία απλώς μπορούν να εφαρμόσουν αποτελεσματικά τις δεξιότητές τους.

Κουρτ Σβίττερς, «Πίνακας με τροχό», 1920

Δημήτρης Παπαλεξόπουλος: Η ελπίδα, πάντως, βρίσκεται στο ότι δεν φαίνεται ακόμη πώς μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο, ότι χωρίς ίχνος έστω δημιουργικότητας το σύστημα δεν λειτουργεί. Ωστόσο ποιος είναι αυτός ο νέος τύπος ανθρώπου που αναφέρει η Ιφιγένεια, ποιο είναι το νέο εγώ του ύστερου καπιταλισμού, που πρέπει να «κατασκευάσει» το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο, ώστε να επιβιώσει στη νεοφιλελεύθερη κοινωνία;

Είναι δυνατόν να περιγράψουμε, με τη βοήθεια του Σένετ, τα τρία κύρια χαρακτηριστικά του: Καταρχάς, το νέο εγώ θα έχει βραχυπρόθεσμο προσανατολισμό και στόχους, θα  εντάξει στη λογική του ότι θα πρέπει να μετακινείται από το ένα καθήκον στο άλλο, από τη μια δουλειά στην άλλη. Φυσικά, θα  έχει πάρει απόφαση ότι η δουλειά του είναι κατά πάσα πιθανότητα πρόσκαιρη. Στη συνέχεια, θα πρέπει να είναι εστιασμένο στη δυνητική ικανότητα, δεν θα του ζητά κανείς να ξέρει κάτι καλά και σε βάθος, να είναι «μάστορας». Θα πρέπει να  μπορεί να αντιδρά στο συνεχώς νέο, το μη γνωστό, το δυνητικό. Αν σταματήσει μια δουλειά, θα πρέπει να μπορεί να ενταχθεί, για να επιβιώσει, σε μια άλλη. Τέλος, θα πρέπει να είναι διατεθειμένο να εγκαταλείψει την εμπειρία του παρελθόντος, να μην τον ενδιαφέρει η ιστορία της δραστηριότητας που επιτελεί, να αντιδρά μόνο στο σήμερα με «δεξιότητα», να μπορεί να αντιμετωπίζει προβλήματα χωρίς να τον ενδιαφέρει από πού προήλθαν, να εντάσσεται σε μια πραγματικότητα που αλλάζει συνεχώς, χωρίς να ρωτά το γιατί. Συνέχεια ανάγνωσης

Το Πανεπιστήμιο της νέας εποχής στην Ελλάδα και τον κόσμο

Standard

Συζητούν η Ελένη Καλαφάτη, η Ιφιγένεια Καμτσίδου, ο Νίκος Κοταρίδης και ο Δημήτρης Παπαλεξόπουλος

Ιφιγένεια Καμτσίδου: Στην πολιτειολογική συζήτηση, δύο είναι τα βασικά μοντέλα που περιγράφουν το πανεπιστήμιο και τη λειτουργία του: το φιλελεύθερο και το λειτουργικό.

Το φιλελεύθερο μοντέλο αντιστοιχεί στο πανεπιστήμιο όπως αυτό διαμορφώνεται κατά τον Διαφωτισμό, και έχει μάλλον αριστοκρατικά χαρακτηριστικά. To πανεπιστήμιο αυτό στηρίζεται οργανωτικά στην κυρίαρχη θέση του καθηγητή και στην αυταξία της γνώσης που παράγει. Είναι ένα πανεπιστήμιο αποκομμένο σχετικά από την κοινωνία, καθώς ως πεδίο παραγωγής γνώσης και δομή όπου αναπτύσσεται η έρευνα οργανώνει τη δραστηριότητά του όχι με βάση τις κοινωνικές απαιτήσεις, αλλά την αναζήτηση της επιστημονικής αλήθειας. Για τον λόγο αυτό, στελεχώνεται από λίγους και απευθύνεται σε λίγους. Το μοντέλο εμφανίζεται και λειτουργεί στην πρώτη περίοδο θέσμισης των νεωτερικών πολιτευμάτων, όπου στο πολιτικό επίπεδο η κυριαρχία ανήκει στο έθνος. Η εκλογή των αντιπροσώπων γινόταν με τιμαριωτική ψήφο, δηλαδή στο εκλογικό σώμα συμμετείχαν οι οικονομικά εύρωστοι, οι οποίοι λόγω του οικονομικού τους status διέθεταν τον χρόνο να ασχοληθούν με τα κοινά, ενώ τα μέλη των αντιπροσωπευτικών οργάνων επιλέγονταν από το ίδιο περιορισμένο εκλογικό σώμα με κριτήριο την ικανότητά τους να διαβουλεύονται, να προσεγγίζουν τον Ορθό Λόγο, ώστε να βρίσκουν λύσεις ευεργετικές για τα κοινωνικά προβλήματα.

Από το φιλελεύθερο στο λειτουργικό πανεπιστήμιο

Έρνστ Λούντβιχ Κίρχνερ, «Τανγκό», π. 1919-1921

Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, νέες κοινωνικές τάξεις, και ιδίως η εργατική, έρχονται στο προσκήνιο διεκδικώντας συμμετοχή στη διαχείριση των δημόσιων πραγμάτων, στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας· για να το πετύχουν, χρειάζονται, ανάμεσα στα άλλα, και γνώση. Με την επίδραση των κινημάτων που αναπτύσσονται και στοχεύουν σε μια διαφορετική θέσμιση της κοινωνίας, διαμορφώνεται το δεύτερο μοντέλο για το πανεπιστήμιο, το οποίο, υπό την επίδραση της γερμανικής σκέψης, ονομάζεται λειτουργικό. Το πανεπιστήμιο αυτό συνδέεται, και συνδέει το ίδιο την αποστολή του, με την κοινωνική πρόοδο και ευημερία και με την ανάπτυξη των δημοκρατικών θεσμών. Παραμένει μια δομή έρευνας και διδασκαλίας, αλλά η γνώση που φιλοδοξεί να παράγει δεν προβάλλει ως αυταξία· καλείται να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της κοινωνίας και τη δημοκρατική μορφή της πολιτικής οργάνωσής της: όσον αφορά την οικονομία προετοιμάζει ικανούς μηχανικούς, καλούς αρχιτέκτονες, άρτια εκπαιδευμένους γιατρούς και δικηγόρους, ενώ όσον αφορά τη λειτουργία των θεσμών διαμορφώνει τους πολίτες. Πολίτες, τα ελεύθερα πρόσωπα δηλαδή, που με την κριτική τους σκέψη αναγνωρίζουν στο αίτημα για ίση κοινωνική αξιοπρέπεια ένα θεμελιώδη χαρακτήρα, καθώς επίσης είναι σε θέση να προάγουν τη συλλογική δράση για την ικανοποίησή του.

Το λειτουργικό πανεπιστήμιο δομείται και αναπαράγεται μέσα από τις αντιφάσεις του. Από τη μια, επειδή συνδέεται με την κοινωνία και στοχεύει στη διαπαιδαγώγηση των μελών της πολιτικής κοινότητας, διεκδικεί την οργάνωσή του με βάση τα δημοκρατικά προτάγματα· από την άλλη όμως συνάπτεται με μια συγκεκριμένη διάρθρωση των κοινωνικοοικονομικών σχέσεων, ένα σύστημα κοινωνικών σχέσεων που στοιχείται με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, τον οποίο καλείται να υπηρετήσει.

Έμιλ Νόλντε, "Μάσκες", 1911

Οι δυο ειδικότερες πτυχές του λειτουργικού πανεπιστημίου, η πρώτη που μπορούμε να ονομάσουμε δημοκρατική και συγκροτείται τόσο από την αυτοδιοίκηση της ακαδημαϊκής κοινότητας όσο και από τη συνεισφορά της στην διαμόρφωση ελεύθερων πολιτών, και η δεύτερη που συνδέει την πανεπιστημιακή έρευνα και διδασκαλία με τη λειτουργία του οικονομικού συστήματος, δεν συμπορεύονται πάντοτε αρμονικά. Μια τέτοια απόκλιση είναι σήμερα πολύ φανερή: η πρόοδος της τεχνολογίας, η γνώση που παράγει το πανεπιστήμιο, μπορεί να είναι ευεργετική σε κάποιους τομείς και να αναπτύσσει εξαιρετικά αρνητικές συνέπειες σε άλλους. Η βιοτεχνολογία, για παράδειγμα, είναι πολύτιμη, γιατί επιτρέπει την πρόοδο της ιατρικής, ταυτόχρονα όμως εγείρει σοβαρά ερωτήματα, λ.χ. ως προς το πώς κατανοούμε οι ίδιοι τον εαυτό μας ή ως προς τους κοινωνικούς ρόλους των φύλων. Ενδεικτικά, η τεχνητή γονιμοποίηση θέτει το ζήτημα της κοινωνικής θέσης και αποστολής της γυναίκας, με τρόπο που ανατρέπει τις εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών: αφού η επιστήμη πλέον επιτρέπει την με οποιοδήποτε όρο τεκνοποίηση, η γυναίκα επιστρέφει στην αναπαραγωγική της αποστολή, ενώ η δημόσια συζήτηση δεν αφορά την σημασία του να είναι κανείς γονιός ή την ευχέρεια της γυναίκας να διαθέτει ελεύθερα το σώμα, αλλά έχει προσανατολιστεί στο δικαίωμά της να γίνει μητέρα με κάθε μέσο. Ακόμη, η βιοτεχνολογία αποτελεί παράμετρο προόδου και υψηλής κερδοφορίας σε διάφορους τομείς, όπως στον κλάδο των φαρμακευτικών εταιρειών· ταυτόχρονα όμως επιτρέπει το βιολογικό profiling, μια «ανεξίτηλη» καταγραφή και παρακολούθηση των ανθρώπων, σε άλλες δε επιστήμες, όπως στη νομική, έχει γεννήσει έναν προβληματισμό ενοχλητικό για το σύστημα.

Ζούμε σήμερα, λοιπόν, την ένταση της αντίφασης που διαπερνά το πανεπιστήμιο, η οποία συνδέεται με τις γενικότερες εξελίξεις. Γι’ αυτό είναι πολύ δύσκολο να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα των πανεπιστημίων αυτοτελώς. Μέσα στην παγκοσμιοποιούμενη αγορά που προβάλλει ως ο βασικός συνεκτικός δεσμός των ατόμων και των κοινοτήτων του «παγκόσμιου χωριού», το πανεπιστήμιο ωθείται να εξυπηρετήσει τη μία πτυχή της νεωτερικής αποστολής του: την παραγωγή προηγμένης τεχνολογίας, ώστε να εξυπηρετούνται οι στοχεύσεις των εταιρειών, γενικότερα των οικονομικών μονάδων που διαμορφώνουν τις συνθήκες του ανταγωνισμού και, ταυτόχρονα, την κατάρτιση όσων θα κληθούν να στηρίξουν την εφαρμογή των τεχνολογιών, οι οποίοι όμως δεν θα εισάγονται στη μέθοδο και τις μεθόδους μιας επιστήμης, με άλλα λόγια με τις σπουδές τους δεν θα συγκροτούν επιστημονική προσωπικότητα ούτε θα μπορούν να σταθούν κριτικά απέναντι στη γνώση που τους μεταδίδεται.

Από τη μεγάλη τομή της δεκαετίας του 1960 στην κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού

Ελένη Καλαφάτη: Στη μεταπολεμική περίοδο, κατά την ένδοξη τριακονταετία, το πανεπιστήμιο μαζικοποιείται, ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1960, και αυτό συνιστά σημαντική τομή στην ιστορία της ανώτατης εκπαίδευσης. Πολύ σχηματικά: Στις βιομηχανικές χώρες το πρότυπο ανάπτυξης βασίζεται στην ενίσχυση της γνωστικής ικανότητας των επιχειρήσεων, ευνοώντας την πλήρη απασχόληση. Το γεγονός ότι οι νέοι βρίσκουν εύκολα εργασία μόλις τελειώνουν την υποχρεωτική εκπαίδευση συνιστά εμπόδιο στη στελέχωση με εξειδικευμένο προσωπικό. Είναι ανάγκη λοιπόν να τους ενθαρρύνουν να συνεχίσουν τις σπουδές τους με την υπόσχεση ανώτερων μισθών και δωρεάν εκπαίδευση σε όλα τα επίπεδα. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις απευθύνονται για τη διάθεση των προϊόντων τους κυρίως σε μια εσωτερική αγορά με κορμό της τη μεσαία τάξη που συγκροτείται από τα ελευθέρια επαγγέλματα, ιδιωτικούς και δημόσιους υπαλλήλους κλπ. Οι εργοδότες έχουν συμφέρον συλλογικά να συμμετέχουν, μέσω του φόρου, στη χρηματοδότηση της επέκτασης της σχολικής εκπαίδευσης, ενώ συγχρόνως είναι διατεθειμένοι, ατομικά, να επωμιστούν το κόστος της προσαρμογής των διπλωματούχων που προσλαμβάνουν στις εξειδικευμένες ανάγκες της επιχείρησής τους, αφού αυτή την επένδυση θα μπορούσαν να την αποσβέσουν με την μακροχρόνια απασχόληση του εργαζομένου. Έτσι εκφράζεται διεθνώς μια μεγάλη ζήτηση για ανώτατη εκπαίδευση, αυξάνεται ο αριθμός των φοιτητών, ιδρύονται νέα πανεπιστήμια, και όλα αυτά με κρατικό προγραμματισμό και δημόσια χρηματοδότηση.

Χαρακτικό του Καρλ Σμιτ-Ρότλουφ

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ΟΟΣΑ το 1962, στη σύσκεψη της Ουάσινγκτον, πρότεινε ως παγκόσμιο παράδειγμα την Γαλλία και την ΕΣΣΔ, τα δυο πιο συγκεντρωτικά κράτη στο θέμα του προγραμματισμού και της δημόσιας χρηματοδότησης της εκπαίδευσης!

Είκοσι χρόνια αργότερα αλλάζει εντελώς ο λόγος του ΟΟΣΑ. Κατηγορεί πλέον τα κράτη –και τα Πανεπιστήμια– ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες των αγορών. Ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 1970 καταγγέλλεται ο «πληθωρισμός» των διπλωμάτων ως πολιτικά επικίνδυνος και εξαιρετικά δαπανηρός για τα δημόσια οικονομικά, ιδιαίτερα αφού οι εργοδότες δεν μπορούν να επωφεληθούν από το κυρίως επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: τη σχετική μείωση των μισθών των ειδικευμένων εργαζόμενων. Άμα έχω δίπλωμα δικαιούμαι και το επίδομα εκπαίδευσης· και καθώς οι απόφοιτοι, βλέποντας ότι δεν βρίσκουν απασχόληση, αρχίζουν να κυνηγούν όλο και περισσότερα διπλώματα –μεταπτυχιακό, διδακτορικό–, φτιάχνεται ένας φαύλος κύκλος που δεν αρέσει στις αγορές. Πρέπει λοιπόν να περάσει το βάρος της χρηματοδότησης της εκπαίδευσης στις οικογένειες και να αποσυνδεθεί το δίπλωμα από τη θέση απασχόλησης και το μισθό. Αυτό ακριβώς προτείνει τον Μάιο του 1972 ο Εντγκάρ Φωρ, σε υπόμνημά του για λογαριασμό της Unesco η οποία τότε περνά από το δόγμα της υποχρεωτικής εκπαίδευσης ή της ενθάρρυνσης για εκπαίδευση –μιλάμε πάντα για δημόσια εκπαίδευση– στη «διά βίου μάθηση». Την ίδια εποχή στη Βρετανία τα think tanks της Νέας Δεξιάς επεξεργάζονται το νεοφιλελεύθερο δόγμα και τα συστατικά της νέας διακυβέρνησης, ενώ η Θάτσερ ως υπουργός Παιδείας περικόπτει τα κονδύλια για την εκπαίδευση και καταργεί τη χορήγηση δωρεάν γάλακτος στα σχολεία για παιδιά επτά ως έντεκα ετών.

Προσθέστε και το στοιχείο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας: οι επιχειρήσεις μπορούν να μετακινηθούν όπου θέλουν, και εκεί επιθυμούν να βρίσκουν έτοιμο το προσωπικό που χρειάζονται. Στο πλαίσιο του εθνικού κράτους, η Renault, λ.χ., παλιότερα προσλάμβανε κάποιους και ξόδευε για να τους εκπαιδεύσει, με τη λογική ότι θα τους έχει εκεί μέχρι να πάρουν σύνταξη. Τώρα οι πολυεθνικές ζητούν εργαζόμενους άμεσα παραγωγικούς χωρίς κόστος «ρονταρίσματος», τους οποίους να μπορούν να επιλέξουν πάνω σε ένα υπέδαφος εργατικού δυναμικού στη βάση των πιστοποιημένων δεξιοτήτων τους. Έτσι από τα τέλη της δεκαετία του 1980 η κυρίαρχη λογική (που διατυπώνεται από τον ΟΟΣΑ και την Unesco και υιοθετείται από την Ε.Ε.), αφορά όχι πια την εκπαίδευση ως δημόσιο αγαθό που σχεδιάζεται και παρέχεται στο πλαίσιο του εθνικού κράτους, αλλά το πώς αυτή θα παρέχει τεχνογνωσία και δεξιότητες, μετρήσιμες και συγκρίσιμες διεθνώς.

Συγχρόνως, με τον ίδιο τρόπο που η απορρύθμιση καταργεί τα εθνικά σύνορα για τα κεφάλαια, εξαφανίζει επίσης το όριο που τους απαγόρευε να διεισδύσουν σε μη εμπορευματοποιημένους τομείς της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης όπως η κοινωνική ασφάλιση, η υγεία, η εκπαίδευση. Σε αυτό το πλαίσιο ο χαρακτήρας του Πανεπιστημίου πρέπει να αλλάξει ριζικά.

Το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο και η σειρά ISO 9000

Ε. Καλαφάτη: Η σχέση του κράτους με το νεωτερικό Πανεπιστήμιο θα μπορούσε να περιγραφεί σχηματικά ως εξής: Σας δίνω τα μέσα να λειτουργήσετε, σας ελέγχω (μέσω του θεσμικού πλαισίου και των παρέδρων), αλλά σας έχω εμπιστοσύνη, εσείς ορίζετε τι διδάσκετε. Ακόμη και τη μεταπολεμική περίοδο, όταν το Πανεπιστήμιο μαζικοποιείται για να ανταποκριθεί στις ανάγκες της οικονομίας, υποστηρίζεται ως ένας θεσμός που παράγει και προσφέρει γνώση, χωρίς να επιδιώκει να απαντήσει σε εξειδικευμένες ανάγκες των επιχειρήσεων. Εξακολουθεί να αποτελεί έναν χώρο ελευθερίας όπου η επιστημονική παραγωγή είναι «δημόσιο αγαθό». Στα τέλη του 20ού αιώνα περνάμε πια σε άλλη φάση, όπου οι εταιρείες ζητάνε ένα επιχειρηματικό πανεπιστήμιο προσανατολισμένο απολύτως στις ανάγκες της αγοράς. Πώς ορίζεται αυτό;

Είναι μια επιχείρηση που δέχεται και δημόσια και ιδιωτική χρηματοδότηση, μπορεί να έχει εμπορικές δραστηριότητες, δηλαδή να πουλάει τη γνώση της, αρκεί να μην είναι κερδοσκοπική. Έχει αυτονομία διαχείρισης του ενεργητικού και του προσωπικού της, πρέπει όμως να μπορεί να αναπτύσσει ανταγωνιστικές στρατηγικές για τις αγορές, να δημιουργεί θυγατρικές, να συγχωνεύεται ενδεχομένως με άλλες τέτοιες μονάδες, να συνεργάζεται με ιδιωτικές επιχειρήσεις. Χρειάζεται, έτσι, ένα ειδικό εργαλείο από πρότυπα-ενδείκτες, που θα χρησιμεύει στους πελάτες (πελάτες με τη διπλή έννοια: οι πελάτες-σπουδαστές και οι πελάτες-επιχειρηματίες που θα προσλάβουν στη συνέχεια τους σπουδαστές) για την ενημέρωσή τους σχετικά με την ποιότητα του προϊόντος που παράγεται, αλλά και στους χρηματοδότες-μετόχους για τον έλεγχο της απόδοσης της «επιχείρησης» και τη χάραξη των στόχων.

Στις αγορές, η κοινή αναφορά σχετικά με την ποιότητα των προϊόντων –αναγκαία για την διευκόλυνση των διεθνών ανταλλαγών– είναι τα κείμενα (πρότυπα, πιστοποιήσεις κλπ.) των διεθνών οργανισμών, κυρίως του International Organisation for Standardisation (ISO). Συζητούν, λοιπόν, στους εμπλεκόμενους Οργανισμούς, για παράδειγμα το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP), ποια από τις μεθόδους πιστοποίησης μπορεί να εφαρμοστεί στα πανεπιστήμια, και αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο εφαρμογής της μεγάλης σειράς ISO 9000, η οποία πιστοποιεί τη διαδικασία παραγωγής του προϊόντος, και όχι το ίδιο το προϊόν.

Δημήτρης Παπαλεξόπουλος: Ο έλεγχος του προϊόντος και μάλιστα του «προϊόντος-σπουδαστή», που θα «παράγει» το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο δεν θα μπορούσε να γίνει παρά δειγματοληπτικά και εκ των υστέρων. Γι’ αυτό προτάσσεται ο έλεγχος της διαδικασίας «παραγωγής», που αναφέρεται στον καθολικό έλεγχο όλων των παραμέτρων που συμβάλλουν προς το τελικό αποτέλεσμα, όπως είναι η οργάνωση της εργασίας, η κυκλοφορία της πληροφορίας μέσα στην επιχείρηση, ο προσδιορισμός επιδόσεων και οι συναφείς διαρκείς αξιολογήσεις του ανθρώπινου δυναμικού. Σε αυτή τη λογική το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο δεν είναι ελεύθερο να ορίσει τις διαδικασίες στο εσωτερικό του και, το κυριότερο, δεν μπορεί να τις μεταβάλει.

Συνέχεια ανάγνωσης

Πανεπιστήμιο: να επιστρέψουμε στο μέλλον

Standard

του Βασίλη Κρεμμυδά

 

Έργο του Ανρί Ματίς, από τη σειρά "Τζαζ"

Έφτιαξαν, λέει, πολλά πανεπιστήμια· πού ακούστηκε πάνω από 20 πανεπιστήμια και άλλα τόσα ΤΕΙ  η Ελλαδίτσα; Ωραία! Πολλά θέλετε; Πολλά είναι. Γεμίζουν όμως· μπαίνουν με βαθμό 3 στα 20. Άλλο αυτό· να μην ανακατεύουμε την ποιότητα με την ποσότητα. Ξέρουμε,  καταρχήν η ποσότητα μαρτυρεί και ποιότητα· ας το αφήσουμε για την ώρα.

Έστησαν, λέει, πανεπιστήμια στα χωριά· ήταν λάθος, λέει, κλείστε τα! Μάλιστα· λάθος ήταν, συμφωνώ — δεν κλείνουμε όμως ένα πανεπιστήμιο σε καμία περίπτωση· όπως δεν κλείνουμε ένα σχολείο. Αυτά τα εξυπνακίστικα δεξιότροπα να τα αφήσουμε. Γιατί τα προβλήματα του πανεπιστημίου είναι άλλα — θα τα πούμε. Είναι το ζήτημα της παραγωγής  και της παραγωγικότητας.

Πίσω, στην αλφαβήτα· για να δούμε τι είναι πανεπιστήμιο; Είναι ο ναός των επιστημών ή δεν είναι; Επομένως, επιστήμη δεν οφείλει να παράγει;

Παράγει όμως, έστω αναπαράγει επιστήμη — επιστημονική γνώση παράγει το πανεπιστήμιο; Και αν ναι, τι είδους; Και αν δεν παράγει νέα επιστημονική γνώση, τι διδάσκει τουλάχιστον; Το τελευταίο  μπορεί να το κάνουν κάποιοι διακεκριμένοι και συνειδητοί καθηγητές· κάποιοι όμως. Νέα γνώση στα πανεπιστήμια παράγεται; Μ’ άλλα λόγια, επιστημονική έρευνα στα πανεπιστήμια γίνεται; Ασφαλώς, όχι. Λεφτά θέλει η έρευνα, σε μερικές περιπτώσεις πολλά. Δίδονται; Περίπλοκη η απάντηση: κατά το παρελθόν δόθηκαν πολλά· αρκεί να θυμηθούμε εκείνα τα περιβόητα ΕΠΕΑΕΚ. «Ευρωπαϊκά» λεφτά. Η «νόρμα» ήταν να παραδώσεις σε συγκεκριμένο χρόνο κείμενο, βιβλίο, με τα πορίσματα της έρευνάς σου, αν έπαιρνες λεφτά απ’ αυτά τα προγράμματα.

Συνέχεια ανάγνωσης

Μια κριτική ματιά στις προτεινόμενες θεσμικές αλλαγές για την τριτοβάθμια εκπαίδευση

Standard

του Θωμά  Μαλούτα

 

Ρόυ Λίχντενστάιν, "Κόκκινος ιππότης"

Οι θέσεις του Υπουργείου Παιδείας όσον αφορά τις απαιτούμενες αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση μπορούν να συνοψισθούν στο ακόλουθο τρίπτυχο:

1. Έχουν αλλάξει οι συνθήκες από την εποχή του νόμου-πλαισίου του 1982 και το μαζικό πανεπιστήμιο δεν ανταποκρίνεται στις νέες απαιτήσεις. Προτείνεται να αντικατασταθεί από ιδρύματα πολλαπλώς διαφοροποιημένα, που να ανταποκρίνονται και στη διαφοροποίηση της ζήτησης.

2. Πάσχει σοβαρά η διοικητική διάρθρωση του πανεπιστημίου. Προτείνεται να μετριασθεί η συμμετοχή της πανεπιστημιακής κοινότητας στη διοίκηση των ιδρυμάτων με παράλληλη αύξηση της διοικητικής τους αυτοτέλειάς.

3. Το πανεπιστήμιο πάσχει όσον αφορά την Αριστεία, την εξωστρέφεια και τη διεθνή αναγνώριση. Προτείνεται αναβάθμιση μέσω αξιολόγησης σε όλα τα επίπεδα και αναζήτηση στελεχών διοίκησης και στις διεθνείς αγορές.

 

Τέλος του μαζικού πανεπιστημίου ή τέλος της κοινωνικής κινητικότητας;

Καταρχάς, οι θέσεις του Υπουργείου προσπερνούν το βασικό ερώτημα: Ποιο είναι το πρόβλημα και πώς τεκμηριώνεται; Είναι η ποιότητα των σπουδών; Είναι η σύνδεση με την αγορά εργασίας; Είναι το επίπεδο της έρευνας; Έτσι, υιοθετούνται, άλλοτε ρητά και συνήθως άρρητα, στερεοτυπικές αιτιάσεις εναντίον του πανεπιστημίου, οι οποίες δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση σοβαρής συζήτησης και προσπάθειας για θετικές μεταβολές.

Οι θέσεις παραγνωρίζουν το ουσιαστικό κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα που σηματοδοτεί η διαπίστωση ότι έχει επέλθει το τέλος του μαζικού πανεπιστημίου. Η αίσθηση τέλους εποχής δεν είναι αβάσιμη, αλλά για διαφορετικούς λόγους από εκείνους που συνδέονται με τα εσωτερικά προβλήματα του πανεπιστημίου. Η αίσθηση της μαζικότητας και του κοινωνικά δημοκρατικού ρόλου για το πανεπιστήμιο χτίστηκε πάνω στη μαζική κοινωνική κινητικότητα, την οποία στήριξε αποτελεσματικά επί δεκαετίες. Οι διέξοδοι και οι προοπτικές που προσέφερε δεν ήταν κοινωνικά ενιαίες: στα μεσαία-υψηλά στρώματα προσέφερε κυρίως θέσεις στις επίλεκτες σχολές, ενώ στα ενδιάμεσα και στα χαμηλότερα στρώματα θέσεις στις «καθηγητικές» σχολές και σε εκείνες που οδηγούσαν στη δημόσια διοίκηση. Έστω λοιπόν και αν εν γένει αναπαρήγαγε κοινωνικά άνισες προοπτικές, η γενικευμένη κοινωνική κινητικότητα με την οποία συνδέθηκε προσέφερε ελπίδες κοινωνικής κινητικότητας και απέτρεψε σε μεγάλο βαθμό την ταξική οριοθέτηση του ονείρου κοινωνικής ανόδου μέσω σπουδών για το μεγαλύτερο μέρος του κοινωνικού σώματος. Συνέχεια ανάγνωσης

Για μια «νέα ταυτότητα» των ΑΕΙ;

Standard

του Παναγιώτη Νούτσου

Αναγνωρίζω τη βασιμότητα της λανθάνουσας ή εμφανούς αιτίασης προς τον «νεποτισμό», δηλαδή την «εύνοια δημόσιων λειτουργών προς τους συγγενείς τους» («nepos»), χωρίς όμως να κλείνω τα μάτια μου στην «ευνοιοκρατία» της κεντρικής πολιτικής σκηνής και της τοπικής αυτοδιοίκησης. Όταν όμως διακηρύσσεται η ανάγκη αλλαγής του «DNA της λειτουργίας των Πανεπιστημίων», είναι χρήσιμο να μη ρίχνουμε τη σφαίρα του «διαλόγου» στην εξέδρα, «χάρτινη» ή «τηλεοπτική».

Τι εμφανίζεται ως κεντρικό ζήτημα που θα κρίνει την έκβαση της «μητέρας των μαχών»; Πρόκειται για τη θεσμοθέτηση του «Συμβουλίου του Ιδρύματος», κατά την αρχική τιτλοφόρησή του στο «Κείμενο διαβούλευσης», που εκτιμάται ως «αναγκαία προϋπόθεση για την ενίσχυση της αυτοδιοίκησης» των Πανεπιστημίων. Και τούτο γίνεται στη «βάση της ευρωπαϊκής και διεθνούς εμπειρίας και πρακτικής». Αν «παραμείνουν στην αρμοδιότητα» της Συγκλήτου τα θεωρούμενα ως αμιγώς «ακαδημαϊκά ζητήματα», τότε στο «Συμβούλιο του Ιδρύματος» ανατίθεται η ευθύνη της «στρατηγικής ανάπτυξης (συνεργασίες κ.ά.)», της «έγκρισης του προϋπολογισμού» και της «προγραμματικής συμφωνίας με την πολιτεία» ή του «απολογισμού λειτουργίας», της «αξιοποίησης της περιουσίας», της «έγκρισης του Εσωτερικού Κανονισμού» και της «τήρησής» του, της «επιλογής» και της «παύσης» του πρύτανη κλπ. Μολονότι δεν είναι γνωστή η αριθμητική σύνθεση του «Συμβουλίου» και η αναλογία «εσωτερικών» και «εξωτερικών» μελών, τα τελευταία προδιαγράφονται ως «σημαντικές προσωπικότητες που έχουν διακριθεί σε διάφορους τομείς της επιστήμης, των γραμμάτων, των τεχνών και της ευρύτερης κοινωνίας». Επιπλέον, «επιλέγονται» από την πολιτεία ως «άτομα και όχι ως ex officio εκπρόσωποι φορέων ή οργανισμών». Συνέχεια ανάγνωσης

Υπάρχει άλλος δρόμος για την αλλαγή στο Πανεπιστήμιο

Standard

του Ευθύμιου Παπαταξιάρχη

 

Ζαν Μέτζινγκερ, "Σφίγγα", 1920

Οι τελευταίες τρεις δεκαετίες αποτελούν περίοδο θεαματικής ανάπτυξης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Σε μικρό διάστημα έγιναν μεγάλα και σημαντικά βήματα — στις προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές καθώς και στην έρευνα. Οι ποσοτικοί και ποιοτικοί δείκτες αυτό μαρτυρούν.

Όμως συσσωρεύτηκαν και πολλά προβλήματα. Η μεγάλη πρόοδος συντελέστηκε σε αντίξοες συνθήκες. Η  υποχρηματοδότηση, οι εμβαλωματικές προσθήκες στον ν. 1268 που μάλλον ανεπιτυχώς προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν καταχρήσεις του νόμου και δυσλειτουργίες, οι πιο πρόσφατες αποσπασματικές προσπάθειες «μεταρρύθμισης» ενάντια στη βούληση της πανεπιστημιακής κοινότητας και οι εκβιαστικές πρακτικές που τις συνόδευαν συνέβαλαν στη δημιουργία ενός κλίματος μεγάλης δυσπιστίας. Γι’ αυτό οι ευθύνες των κυβερνώντων υπήρξαν μεγάλες. Η θετική σκέψη, βασική ιδιότητα κάθε χώρου παραγωγής επιστημονικής γνώσης όπως είναι το πανεπιστήμιο, άρχισε να υποχωρεί μπροστά σε αμφίσημες πρακτικές, που συνδυάζουν την τυπική αποδοχή ενός μέτρου με την ουσιαστική του απόρριψη, και σε στρατηγικές επιβίωσης που εμφορούνται από αμυντικά αντανακλαστικά. Η θεσμική απροσδιοριστία σε συνδυασμό με το διασυρμό του δημόσιου πανεπιστημίου στην κοινωνία παρήγαγε ένα καθεστώς αβεβαιότητας και την αίσθηση ότι καθώς υποβαθμίζεται η δουλειά μας τα αποτελέσματα πολύχρονων προσπαθειών είναι επισφαλή.

Πολλοί τώρα αισθανόμαστε ότι μας άφησαν μετέωρους. Έχουμε δίκιο.

Αυτό το κλίμα εμποδίζει τους διδάσκοντες να δουλέψουν, τους φοιτητές να συγκεντρωθούν στις σπουδές τους και –το σπουδαιότερο– αναστέλλει την επεξεργασία του αναγκαίου σχεδίου που θα ξεκολλήσει τα πανεπιστήμια από τα υπάρχοντα προβλήματα.  Έχουμε καθηλωθεί σε έναν πόλεμο χαρακωμάτων που δεν ωφελεί κανέναν. Είναι πλέον φανερό ότι για να λειτουργήσει ικανοποιητικά το δημόσιο πανεπιστήμιο θα πρέπει να το μετασχηματίσουμε.

Το γνωρίζουμε όλοι. Τα πανεπιστήμια πρέπει να αλλάξουν. Όχι όμως στην κατεύθυνση που φαντάζεται αυτοσχεδιάζοντας επί χάρτου το Υπουργείο. Όχι υπό την αιγίδα του λαϊκισμού της αγοράς και στη βάση μιας οργανωτίστικης λογικής που αντιμετωπίζει τα πανεπιστήμια ως επιχειρηματικούς οργανισμούς και τους πανεπιστημιακούς ως μοναχικούς επιχειρηματίες. Τα πανεπιστήμια είναι ακαδημαϊκοί θεσμοί. Η θεσμική υποταγή της επιστήμης στη αγορά, την οποία  η κυβέρνηση ζητά ως αντάλλαγμα για να προσφέρει την αναγκαία αυτοτέλεια, είναι ακαδημαϊκά απαράδεκτη. Στη μετάλλαξη του ρόλου του πανεπιστημίου δεν συναινούμε. Συνέχεια ανάγνωσης

Eίμαστε το άλας της γης; Οι ανθρωπιστικές σπουδές υπό κρίση

Standard

του Κώστα Σπαθαράκη

Α. Μοντιλιάνι, "Καρυάτις"

«Πολιτικές αλλαγών στο πανεπιστήμιο – Διεκδικώντας μέλλον για τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές σπουδές» ήταν ο τίτλος της συζήτησης που οργάνωσε το περιοδικό Ιστορείν το Σάββατο 13 Νοεμβρίου. Ομιλητές ήταν η Αθηνά Αθανασίου, η Ελένη Βαρίκα, ο Πολυμέρης Βόγλης, η Έφη Γαζή, ο Κώστας Γαβρόγλου, ο Μάκης Κουζέλης, η Ιωάννα Λαλιώτου, ο Αντώνης Λιάκος, ο Αντώνης Μόλχο, η Ρίκα Μπενβενίστε και η Ρίκη βαν Μπούσχοτεν. Τόσο οι εισηγήσεις όσο και η συζήτηση ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες, καθώς αποτυπώθηκε ένα ευρύ φάσμα απόψεων σχετικά με την κρίση των ανθρωπιστικών σπουδών στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς. Επίσης, συζητήθηκαν οι αντιφάσεις και τα προβλήματα που προκαλεί η πρόταση μεταρρύθμισης του υπουργείου Παιδείας. Θα επιχειρήσω να συμπυκνώσω σε λίγες γραμμές τα ποικίλα ερωτήματα και τις προβληματικές που αναπτύχθηκαν.

Το κεντρικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η υπεράσπιση των κριτικών ανθρωπιστικών και κοινωνικών σπουδών σήμερα είναι επιστημολογικής τάξης. Οι ριζοσπαστικές επιστημολογίες που επικράτησαν στις ανθρωπιστικές σπουδές μετά την αλλαγή Παραδείγματος που έφερε η δεκαετία του ’60, με δυο λόγια η κριτική αποδόμηση του παραδοσιακού ανθρωπισμού, άφησαν τις ανθρωπιστικές σπουδές χωρίς το ισχυρό θεμέλιο που τις συνείχε από την εποχή της Αναγέννησης: η κριτική στον παραδοσιακό ανθρωπισμό γέννησε μεν ριζοσπαστικές κατευθύνσεις και προβληματικές, αλλά αποδιάρθρωσε την «κοινωνική χρησιμότητα» των σπουδών αυτών. Τώρα, στη στιγμή της κρίσης, υπάρχει μια τάση υπεράσπισης των ανθρωπιστικών σπουδών με επιχειρήματα από το οπλοστάσιο του παραδοσιακού ανθρωπισμού. Η αντίφαση αυτή αναδείχθηκε ανάγλυφα σε όλη τη συζήτηση και επισημάνθηκε η ανάγκη να καταδειχθεί ο κριτικός και αναστοχαστικός ρόλος  που επιτελούν οι ανθρωπιστικές σπουδές τόσο εντός του πανεπιστημίου όσο και γενικότερα.

Ένα δεύτερο σημείο που συζητήθηκε εκτενώς είναι το πρόβλημα της αυτονομίας του πανεπιστημίου: η αυτονομία δεν νοείται μόνο ως ανεξαρτησία από την αγορά, από τις άμεσες επιταγές του κοινωνικού. Το νεωτερικό πανεπιστήμιο ως θεσμός που προήλθε από τον Διαφωτισμό διεκδικεί ένα χώρο συλλογικής αυτονομίας «μια απροϋπόθετη ελευθερία, όσον αφορά την ερωτηματοθεσία και τις προτάσεις, και δη ακόμη περισσότερο, το δικαίωμα να λέγει δημοσίως καθετί που απαιτούν η έρευνα, η μάθηση και η σκέψη όσον αφορά την αλήθεια» (Ντερριντά). Πώς συμβιβάζεται ένα τέτοιο αίτημα με τις αυστηρές προδιαγραφές ενός μοντέλου κόστους/οφέλους, με τα «πτυχία με αντίκρισμα», με συγκεκριμένες δηλαδή και μετρήσιμες ικανότητες του πτυχιούχου ή με τη μορφή διοίκησης του πανεπιστημίου που προτείνει το υπουργείο Παιδείας;

Συνέχεια ανάγνωσης

Και τώρα, τι;

Standard

του Παναγιώτη Νούτσου

 

Καρλ Σμιτ-Ρότλουφ, "Οι τρεις μάγοι", 1917

Τέσσερις είναι οι κυριότεροι τρόποι να συμμετάσχεις σε έναν «διάλογο», όσο προσχηματικός» κι αν είναι από την πλευρά αυτών που τον εγκαινιάζουν. Ο πρώτος είναι να αυτοαποκλεισθείς διατυπώνοντας με «καθαρότητα» τους λόγους αυτής της επιλογής.  Μόνο που κινδυνεύεις, αντί να αποσείσεις, να πάρεις μάλλον στους ώμους σου την ευθύνη επιβολής των προτάσεων που παρέκαμψες. Ο δεύτερος αποκρυσταλλώνεται ως συναίνεση, μέσα από πολλές πρακτικές γνωστοποίησης μιας τέτοιας επιδοκιμασίας. Ο τρίτος στοιχειοθετείται με το να αρκείσαι στην αυτοδυναμία του μονολόγου, επαρκούς ή όχι, χωρίς να απαντάς ή να ανταπαντάς κατευθείαν σε ό,τι από την πλευρά της κρατικής εξουσίας προβάλλεται ως «ατζέντα» ή ως «ημερήσια διάταξη» του «διαλόγου».  Μόνο που κι εδώ ελλοχεύει ο κίνδυνος, ιδίως στο πεδίο της δημοσιότητας, να εμφανισθείς  ότι προκρίνεις το «άλλα λόγια ν’αγαπιόμαστε». Για την ώρα δεν συμπεριλαμβάνω εδώ το «Ψήφισμα» της 65ης Συνόδου των Πρυτάνεων, η οποία «δεσμεύθηκε» να καταθέσει «ολοκληρωμένη πρόταση που θα αφορά στην  ανασυγκρότηση του Πανεπιστημίου με γνώμονα το συμφέρον της Παιδείας και της Ελληνικής Κοινωνίας», ιδίως αν η πρόταση αυτή επαναλαμβάνει –αυτολεξεί ή όχι– τις «αλλαγές στη λειτουργία των Πανεπιστημίων» που προτάθηκαν από Επιτροπή της 63ης Συνόδου.

Ο τέταρτος προϋποθέτει διαρκή εγρήγορση για να αιτιολογείς, αναλυτικά όσο γίνεται, την άρνησή σου να συγκατανεύσεις στις προτάσεις που «κατατίθενται σε διάλογο και δημόσια διαβούλευση», απογυμνώνοντας έτσι τον εξουσιαστικό λόγο που έχει σχεδιασθεί να απολήξει σε νομοθέτημα, μάλιστα με την ανάκληση της ποδοσφαιρικής φρασεολογίας (μια και αλλού δεν χρησιμοποιείται πια) ότι θα διεξαχθεί η «μητέρα όλων των μαχών».  Συνέχεια ανάγνωσης

Φονταμενταλισμός εναντίον επιστήμης

Standard

του Κώστα Σταμάτη

 

Πωλ Κλέε, "Τυμπανιστής", 1933

Θεοκρατικός φονταμενταλισμός. Το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν απαγόρευσε πρόσφατα την καλλιέργεια των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών, της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης, καθώς και της φιλοσοφίας. Αιτιολογικό ήταν ότι τέτοιοι κλάδοι γνώσης προέρχονται από την «υλιστική» και ελευθερόφρονα Δύση. Διακονούν την επιστήμη με την ανίερη ιδέα ότι μπορεί και να μην υπάρχει Θεός. Και το κάνουν επικαλούμενοι τα θεμελιώδη δικαιώματα, η ενάσκηση των οποίων αφήνεται «αυθαίρετα» στον φορέα τους.

Ματαιοπονία είναι να προσπαθήσει κανείς να ανασκευάσει μια δογματική τοποθέτηση, με σκοπό να μεταπείσει τους πιστούς της. Ας αρκεστούμε αντ’ αυτού σε μια τετριμμένη αντιδιαστολή. Σε δημοκρατική κοσμική χώρα ελεύθερων και ίσων πολιτών ουδείς νομιμοποιείται να επιβάλλει νόημα ζωής στους άλλους ή να αμφισβητήσει το απαράγραπτο δικαίωμα καθενός να δώσει στον εαυτό του τέτοιο νόημα με τρόπο αυτόνομο. Το κράτος δεν είναι απλώς ανεξίθρησκο, αλλά αναγνωρίζει ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης για όλους. Οποιοσδήποτε είναι ελεύθερος να έχει ή να μην έχει θρησκευτικές πεποιθήσεις, να τις εκφράζει και να τις διαδίδει ελεύθερα. Η επιστήμη και η έρευνα ασκούνται ελεύθερα επί παντός του επιστητού. Αντίστοιχα, το εκπαιδευτικό σύστημα δέον να είναι ανοιχτό σε ολόκληρο τον πλούτο των επιδόσεων ανθρώπινης σκέψης, επιστήμης και πολιτισμού, όπως διαμορφώνονται ιστορικά. Με ζητούμενο να διαπλάσει τους νέους ανθρώπους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες, όπως εξαγγέλλει το άρθρο 16 του ελληνικού Συντάγματος.

Τα παραπάνω θα άρμοζε να είναι αυτονόητα για οποιονδήποτε πολιτισμένο άνθρωπο στον πλανήτη, μέσα ή έξω από τη λεγόμενη Δύση. Τα θεμελιώδη δικαιώματα για όλους συνέχονται με την ελεύθερη δημόσια κριτική των πάντων. Ακριβώς αυτό είναι που βδελύσσεται οποιοδήποτε θεοκρατικό καθεστώς. Παρά ταύτα, εάν μείνει κανείς σ’ αυτή την εκτίμηση, τότε επαναπαύεται σε μια στάση καθησυχαστική, αποστρέφοντας το βλέμμα από αντίστοιχες παθογενείς και αυταρχικές αντιλήψεις στην ίδια τη Δύση. Φωνές ή νοοτροπίες θρησκευτικού σκοταδισμού ή κοσμοθεωρητικής μισαλλοδοξίας εκδηλώνονται ακόμη και σε καθεστώτα φιλελεύθερα και δημοκρατικά (όπως στις ΗΠΑ ή την Ελλάδα).

Συνέχεια ανάγνωσης

Η κριτική την εποχή της κρίσης ή η απαξίωση των κοινωνικών και ανθρωπιστικών σπουδών

Standard

της Αθηνάς Αθανασίου

 

Μαξ Ερνστ, "Προσεγγίζοντας την εφηβεία ή οι Πλειάδες", 1921

Στο πλαίσιο των μεταρρυθμιστικών πολιτικών που κατακλύζουν τα πανεπιστήμια της Ευρώπης τα τελευταία χρόνια, οι κοινωνικές και οι ανθρωπιστικές σπουδές, και μάλιστα αυτές που επιμένουν να διεκδικούν ένα πανεπιστήμιο-φορέα δημοκρατικής, συμμετοχικής και ελεύθερης παραγωγής νέας γνώσης και κριτικού στοχασμού, μετατρέπονται στον «εσωτερικό εχθρό» της προωθούμενης επιχειρησιακής «αναμόρφωσης».

Σε μια τέτοια τροχιά κινείται και το «κείμενο διαβούλευσης για την έναρξη διαλόγου» για τη λεγόμενη «μεταρρύθμιση» του πανεπιστημίου, που παρουσίασε πρόσφατα η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας. Είχε προηγηθεί μια συστηματική παραγωγή λόγων που καλλιεργούσαν ένα κλίμα καχυποψίας απέναντι στους πανεπιστημιακούς και παρουσίαζαν το πανεπιστήμιο σαν έναν ακόμη «μύθο της Μεταπολίτευσης», ξεπερασμένο και ενοχλητικό.

Την ίδια στιγμή, κάθε εκφορά κριτικού λόγου εξομοιώνεται με νοσταλγική υπεράσπιση αρχαϊκών τυπολογιών και κλαδικών κατεστημένων. Επομένως, η ρητορική προώθησης της «μεταρρύθμισης» –περιβεβλημένη την αύρα του αναπόφευκτου και του αυτονόητου εν ονόματι της κρίσης— έχει ως συστατική της όψη την εκ των προτέρων ακύρωση της κριτικής: «It’s the economy, stupid!» Πρόκειται για τη συνήθη στρατηγική μονοπώλησης του νοήματος — ίδιον, άλλωστε, κάθε εξουσιαστικού λόγου. Στο πλαίσιο αυτό, ενισχύεται δραματικά η ρητορική που συκοφαντεί την ερμηνευτική και κριτική κοινωνική σκέψη, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες εκφυλίζονται εξαιτίας της αμφίβολης χρησιμότητάς τους, της εσωστρέφειας, αλλά και του περίπλοκου κριτικού στοχασμού που ενθαρρύνουν.

***

 

Ρενέ Μαγκρίτ, "Διαπερνώντας τον χρόνο", 1938

Το ελληνικό πανεπιστήμιο χρειάζεται να αλλάξει, επειγόντως και ριζικά. Το κρίσιμο ερώτημα είναι σε ποια κατεύθυνση. Πρέπει να καλύψει ελλείμματα, ανεπάρκειες και αγκυλώσεις που αφορούν τη σύνδεση διδασκαλίας και έρευνας, τις δυνατότητες των μελών ΔΕΠ να διεξάγουν έρευνα, τον ορισμό των γνωστικών κλάδων –σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο– με ανανεωμένες, διεπιστημονικές προοπτικές, το σύστημα υποτροφιών για εκπόνηση διδακτορικής διατριβής, τους τρόπους υλοποίησης της συμμετοχής στη διοίκηση, τη χρηματοδότηση και την οικονομική διαχείριση, την οργάνωση βιβλιοθηκών και εργαστηρίων, την κτιριακή υποδομή, την καλλιέργεια διαπανεπιστημιακών σχέσεων με ιδρύματα του εξωτερικού, κ.τ.λ.

Όμως η προωθούμενη «μεταρρύθμιση» υπάγει αυτή την ανάγκη για ριζικές και ουσιαστικές αλλαγές σε μια αντι-ακαδημαϊκή, αντι-διανοητική, τεχνοκρατική λογι(στι)κή. Συνοψίζει, έτσι, την πολιτική συνθήκη της ιστορικής απόσυρσης (προγραμματικής, αυτή τη φορά, και όχι με τη μορφή απλώς της de facto αδράνειας) του κράτους από την ευθύνη οικονομικής στήριξης της ανώτατης εκπαίδευσης. Ωστόσο, το κράτος αποσύρεται από την ευθύνη, και όχι από τον έλεγχο του πανεπιστημίου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Το δημόσιο πανεπιστήμιο που υπερασπιζόμαστε δεν είναι αυτό που υπάρχει…

Standard

του Νίκου Κοταρίδη

Φωτογραφία του Delfo Sgalambro

Η ρητορεία της κυβέρνησης για τη μεγάλη αλλαγή στα ΑΕΙ βρίθει αναφορών στην «ανάγκη», στην «κοινωνία της γνώσης και της πληροφορίας», στην «καινοτομία και τη διεπιστημονικότητα», την «αξιολόγηση και την κοινωνική λογοδοσία». Ωραία πράγματα, αλλά οι εμπειρίες κακές: με την «αειφόρο και πράσινη ανάπτυξη» συντελέστηκαν οικολογικά εγκλήματα.

Ανάγκη, λοιπόν, φοιτητών και αγοράς. Η ασύμμετρη σχέση, όμως, εργαζόμενων και εργοδοτών, η επονομαζόμενη και ταξική πάλη, καταργήθηκε ήδη διά του νόμου περί συλλογικών συμβάσεων. Κοινωνία της γνώσης και κοινωνία της πληροφορίας ανάγονται στο ίδιο λογικό επίπεδο, διεπιστημονικότητα και συνάντηση ειδικοτήτων, εξομοιώνονται, διά νόμου. «Η ανεργία αντιμετωπίζεται διά της ενίσχυσης του κεφαλαίου που οδηγείται στην επένδυση που παράγει θέσεις εργασίας…» — κι αυτό διά νόμου.

Ως προς τα ΑΕΙ. Μικρές λεπτομέρειες ανάλογων σχηματοποιήσεων που φωτίζουν ενδεχομένως τις πλέον πολύπλοκες πραγματικότητες, αλλά και τις επιτελεστικές λειτουργίες των νεοφιλελεύθερων ιδεολογημάτων. Στη διεθνή πραγματικότητα, η καινοτομία δεν παράγεται μόνο στο δημόσιο πανεπιστήμιο, κατά τη δυναμική της ερευνητικής και διανοητικής εργασίας. Η γνώση δεν διαχέεται μόνο από εκεί στην κοινωνία ως «εφαρμογή», το πανεπιστήμιο δεν είναι το κέντρο του κόσμου. Στα καθ’ ημάς, η «καινοτομία» εστιάζεται πλέον στο πεδίο της συνάντησης ΑΕΙ-κοινωνίας(αγοράς)-εξουσίας, το οποίο εξορθολογίζεται με νέους θεσμούς, προκειμένου να μπει σε τροχιά «παραγωγικότητας» και «αριστείας». Σύμφωνα με τον «απελευθερωμένο» νεοφιλελευθερισμό, στην κοινωνία συντελούνται διεργασίες και απελευθερώνονται δυναμικές ασύμμετρες ως προς τον πνευματικό και τεχνολογικό πλούτο που διαχειρίζονται τα ΑΕΙ ή ως προς την ετοιμότητά τους να συγχρονίζονται και να απαντούν κατά τρόπο «καινοτόμο».

Συνέχεια ανάγνωσης