Εθνικές επέτειοι και γεγονότα διαμαρτυρίας: ένα καινοφανές πρόβλημα;

Standard

του Παναγιώτη Στάθη

Από την παρέλαση στην Πάτρα, 25.3.2012

Οι πολλαπλές και πολύμορφες διαμαρτυρίες και εντάσεις στις τελευταίες εθνικές επετείους οδήγησαν σε ζωηρές συζητήσεις στα ΜΜΕ που κατέληγαν στην πλειονότητά τους σε σφοδρή αποδοκιμασία και καταδίκη των γεγονότων. Τι είναι αυτό που κάνει τα συγκεκριμένα γεγονότα διαμαρτυρίας να θεωρούνται ξεχωριστά και να επικρίνονται σε βαθμό ακόμη και αμφισβήτησης του δικαιώματος διαμαρτυρίας κατά τις ημέρες των εθνικών γιορτών;

Ο συμβολικός χαρακτήρας των επετείων

Κεντρική εκδήλωση των εθνικών επετείων είναι η σε στρατιωτικούς σχηματισμούς παρέλαση μαθητών, στρατού και σωμάτων ασφαλείας, συλλόγων και σωματείων ενώπιον εκπροσώπων των κεντρικών ή περιφερειακών αρχών και παρουσία θεατών από ευρύτερα μεσαία και λαϊκά στρώματα. Στη δομή αυτού του θεάματος είναι εγκατεστημένη μια τριμερής ιεραρχημένη σχέση με ισχυρή συμβολική σημασία: κεντρική εξουσία-συντεταγμένες εθνικές δυνάμεις-λαός. Οι παρελαύνοντες δηλαδή συμβολίζουν το, οιονεί ή πράγματι, στρατιωτικά οργανωμένο τμήμα του έθνους που, σήμερα ή στο μέλλον, έχει αποστολή την προάσπιση των αξιών που διέπουν την ελληνική κοινωνία και αρθρώνονται στο γεγονός της επετείου όπως αυτό εκάστοτε νοηματοδοτείται από την κυρίαρχη ιδεολογία. Η ιδεολογία αυτή νομιμοποιεί και στηρίζει την πολιτική εξουσία, της οποίας ο συσχετισμός δύναμης αντιπροσωπεύεται στην εξέδρα των επισήμων. Μάλιστα, σε μια ιεραρχικά δομημένη εξέδρα στην οποία ο πρόεδρος της δημοκρατίας στέκεται ξεχωριστά και ακολουθούν εκατέρωθεν και πίσω του οι υπόλοιποι εκπρόσωποι των φορέων εξουσίας. Το συντεταγμένο σώμα του έθνους παρελαύνοντας έμπροσθεν των εκπροσώπων της εξουσίας στρέφει την κεφαλή προς αυτούς σε μια συμβολική κίνηση νομιμοποίησης της δομής εξουσίας. Η παρουσία του λαού ως θεάμονος κοινού που χειροκροτεί παρέχει λαϊκή αποδοχή και νομιμοποίηση της εν λόγω ιεραρχημένης δομής και συνακόλουθα του πολιτικού συστήματος. Συνιστά, άλλωστε, μια από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου ο λαός έρχεται σε άμεση επαφή με εκπροσώπους της κεντρικής εξουσίας, ιδιαίτερα μάλιστα τα τελευταία χρόνια οπότε οι προεκλογικές συγκεντρώσεις έχουν υποκατασταθεί από τηλεοπτικές συζητήσεις. Επιπλέον στις παρελάσεις αποτυπώνονται πολλαπλώς κυρίαρχες εκδοχές της δημόσιας ιστορίας: ενσωματώνονται νοερές ιστορικές γενεαλογίες (π.χ. παρελαύνουν ανάπηροι πολέμου, απόγονοι των Μακεδονομάχων, τμήματα ευζώνων, σύλλογοι με παραδοσιακές ενδυμασίες κλπ.), συχνά ένας εκφωνητής διανθίζει την περιγραφή της παρέλασης με αφηγήσεις των ιστορικών γεγονότων των τιμώμενων επετείων και συνδέσεις του ιστορικού παρελθόντος με το παρόν, ενώ στο τέλος της παρέλασης οι επίσημοι κάνουν δηλώσεις εκθέτοντας την εκδοχή τους για το μήνυμα της επετείου. Συνακόλουθα, οι επετειακές εκδηλώσεις συνιστούν τόπους συνάντησης της ιστορικής μνήμης και της επικαιρότητας, και συνακόλουθα τόπους όπου το ιστορικό παρελθόν φιλτράρεται από τη συγκυρία. Καθώς, λοιπόν, οι επέτειοι αποτελούν δημόσια γεγονότα με σημαντική εμβέλεια, η δημόσια ιστορία που ενσαρκώνεται σε αυτές αποκτά αντίστοιχη σημασία.

Επομένως, οι παρελάσεις συνιστούν συμβολικές τελετές συναίνεσης ή και νομιμοποίησης των πολιτικών ελίτ και συνακόλουθα του πολιτικού συστήματος, της κυρίαρχης ιδεολογίας και της δημόσιας ιστορίας. Από αυτή την άποψη, οι εθνικές επέτειοι αποτελούν επινοημένες παραδόσεις, σύμφωνα με την ανάλυση του Έρικ Χομπσμπάουμ,[1] και αποκτούν ισχύ εθνικού συμβόλου, του οποίου η προσβολή προσλαμβάνεται ως βαρύ αμάρτημα που στρέφεται ενάντια στην εθνική ιστορία.

Οι επέτειοι ως ευκαιρία πολιτικής διαμαρτυρίας

Πράγματι, σε περιόδους ομαλής πολιτικής κατάστασης διαμορφώνονται βαθμιαία συναινετικές προσλήψεις των ιστορικών γεγονότων που τιμώνται στις επετείους και των τρόπων εορτασμού τους. Σε περιόδους όμως πολιτικής κρίσης είναι δυνατόν οι συναινέσεις να διαρρηγνύονται. Τότε κοινωνικές ομάδες ή πολιτικές συλλογικότητες αντιπαρατίθενται στο πολιτικό σύστημα, ή έστω σε ορισμένες πλευρές του, εκφράζοντας μια αντίπαλη ιδεολογία που περιλαμβάνει επίσης μια διαφορετική εκδοχή ιστορίας, η οποία συχνά εκβάλλει σε δημόσιες τελετές όπως οι εθνικοί επέτειοι, παίρνοντας τη μορφή είτε γεγονότων διαμαρτυρίας είτε εναλλακτικών και αντίπαλων τελετών εορτασμού.

Στο παρελθόν δεν είναι λίγα τέτοια παραδείγματα. Μεταξύ 1838 (που θεσπίστηκε η επέτειος της 25ης Μαρτίου) και 1843 (κίνημα της 3ης Σεπτέμβρη που επέβαλε σύνταγμα) αντιοθωνικοί κύκλοι οργάνωσαν εναλλακτικούς εορτασμούς που τόνιζαν το φιλελεύθερο χαρακτήρα του Εικοσιένα έναντι του απολυταρχικού καθεστώτος του Όθωνα.[2] Το 1875 ιδιωτικοί σύλλογοι διοργάνωσαν εορτασμούς της 25ης Μαρτίου στους οποίες συνέδεαν την επανάσταση με το κίνημα της 3ης Σεπτέμβρη καταγγέλλοντας έτσι την ανώμαλη λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος της εποχής. Παράλληλα ο λαός παρακολούθησε τη βασιλική πομπή και τη στρατιωτική παρέλαση ψυχρά, χωρίς ζητωκραυγές και επευφημίες.[3]Στην επέτειο του 1936 φοιτητές φώναξαν αντιφασιστικά συνθήματα συνδέοντας την πράξη τους με τον φιλελεύθερο αγώνα του Εικοσιένα.[4] Στις πρώτες μεταπολεμικές επετείους της 28ης Οκτωβρίου, το 1944-1945, το ΕΑΜ, το μπλοκ Κέντρου-Δεξιάς και η Ακροδεξιά αντιπαρατίθενται τόσο στους τρόπους εορτασμού όσο και στην ιστορική ερμηνεία της επετείου. Οι εαμικές δυνάμεις προβαίνουν σε διαδηλώσεις, ενώ οι αντίπαλοι πριμοδοτούν το στρατιωτικό χαρακτήρα της παρέλασης. Η Αριστερά, με σύνθημα λαοκρατία, τονίζει την αντιφασιστική διάσταση του πολέμου. Τα αστικά κόμματα δίνουν έμφαση στον πανεθνικό χαρακτήρα του πολέμου αποφεύγοντας πολιτικές συνδηλώσεις. Η ακροδεξιά υπογραμμίζει το «Όχι» των Μεταξά και βασιλιά Γεωργίου στην προοπτική της επιστροφής του τελευταίου. Η νοηματοδότηση της επετείου με βάση τις προτεραιότητες της συγκυρίας είναι εμφανής.[5]Στις εθνικές επετείους των ετών 1963-1966 πλήθη πολιτών φώναζαν συνθήματα υπέρ της δημοκρατίας, διαμαρτυρόμενοι για την ανώμαλη πολιτική κατάσταση της περιόδου.[6] Στα 1979-1980 οι προσπάθειες αριστερών σωματείων της Εθνικής Αντίστασης να καταθέσουν στεφάνια και να συμμετέχουν στις παρελάσεις κατέληξε σε επεισόδια και συλλήψεις. Ήταν η εποχή που η Αριστερά διεκδικούσε την αναγνώριση της συμβολής της στην Εθνική Αντίσταση του 1941-1944.[7]

Οι τελευταίες εθνικές (28η Οκτωβρίου, 17η Νοέμβρη, 25η Μαρτίου) και τοπικές επέτειοι (Γιάννενα, Ρόδος), ακόμη και η θρησκευτική γιορτή των Θεοφανείων χρωματίστηκαν από μια ευρεία γκάμα εκδηλώσεων διαμαρτυρίας: αποδοκιμασίες των πολιτικών, διαδηλώσεις – αντι-παρελάσεις, στροφή της κεφαλής στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτή των επισήμων, παρέλαση τμημάτων με μαύρα μαντίλια, παρεμπόδιση της παρέλασης μέχρι να αποχωρήσουν οι πολιτικοί εκπρόσωποι από τις εξέδρες των επισήμων, αλλά και ορισμένες βιαιότερες ενέργειες όπως μούντζες στους πολιτικούς, εκτόξευση γιαουρτιών, επιθέσεις στις αστυνομικές δυνάμεις όταν εμπόδιζαν ομάδες διαδηλωτών να πλησιάσουν τους επισήμους, μέχρι και μεμονωμένες ατομικές επιθέσεις σε πολιτικούς. Η αντίδραση των αρχών ήταν επίσης ποικίλη: αύξηση των αστυνομικών δυνάμεων επιτήρησης, τοποθέτηση κιγκλιδωμάτων για τον περιορισμό των θεατών-διαδηλωτών, απόσυρση των εξεδρών των επισήμων για να μην ξεχωρίζουν οι πολιτικοί από το πλήθος, αποφυγή των πολιτικών να εμφανιστούν στις παρελάσεις, ματαίωση της παρέλασης μπροστά στον όγκο των διαμαρτυρομένων.

Την 25ης Μαρτίου η αστυνομία προχώρησε ακόμη και σε προληπτικές προσαγωγές και κράτηση πολιτών  στα αστυνομικά τμήματα στη διάρκεια της παρέλασης, μέτρο που σαφώς παραβιάζει τα ατομικά δικαιώματα εφόσον η προσαγωγή διενεργήθηκε σε πολίτες που δεν έδωσαν αφορμή. Στην κεντρική τελετή της 28ης Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη αποχώρησε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας και ματαιώθηκε η στρατιωτική παρέλαση. Η αντίστοιχη παρέλαση της 25ης Μαρτίου στην Αθήνα πραγματοποιήθηκε ουσιαστικά με μόνους θεατές τους επισήμους και την αστυνομία εφόσον οι πολίτες απαγορεύτηκε πλησιάσουν στο Σύνταγμα, ακυρώνοντας ουσιαστικά το δημόσιο χαρακτήρα της τελετής. Στο μέτρο δηλαδή που η παρέλαση συνιστά μια συμβολική απότιση φόρου τιμής του έθνους στους αγωνιστές του Εικοσιένα, στην πρόσφατη περίπτωση το έθνος απουσίαζε αποκλεισμένο από εκείνες τις δυνάμεις που είναι ταγμένες να το προστατεύουν. Συνέχεια ανάγνωσης

Το πολίτευμα σαν εκκρεμές

Standard

του Αλέξανδρου Κεσσόπουλου

της Κατερίνας Νάκου

Ο τρόπος οργάνωσης μιας πολιτείας και οι συνταγματικοί κανόνες βάσει των οποίων λειτουργεί αποτελούν τη θεσμική αποτύπωση της έκβασης κοινωνικών αγώνων, που έχουν ως διακύβευμα την εξασφάλιση της μέγιστης δυνατής πολιτικής ισχύος για καθεμιά από τις αντιμαχόμενες δυνάμεις. Εφόσον, δηλαδή, κάθε νομικό κείμενο πολιτικού χαρακτήρα αποτελεί την επισφράγιση ενός συμβιβασμού που επιτυγχάνεται ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές δυνάμεις και τάξεις, μπορεί να γίνει αντιληπτό ως προοδευτικό ή συντηρητικό, ανάλογα με τον βαθμό στον οποίο ενσωματώνει τις λαϊκές διεκδικήσεις, θεσμικές και κοινωνικές, εντός του δεδομένου πλαισίου βέβαια που της επιτρέπει η κοινοβουλευτική δημοκρατία. Με δεδομένο, λοιπόν, ότι στις μέρες μας ζούμε μια επίθεση που σαρώνει θεμελιώδη κοινωνικά κεκτημένα δεκαετιών, το ερώτημα που τίθεται για τις δυνάμεις της εργασίας είναι αν είναι προς το συμφέρον τους, στην παρούσα συγκυρία, μια αλλαγή στο θεσμικό επίπεδο των ισορροπιών που διαμορφώθηκαν κατά τη μεταπολίτευση. Συνέχεια ανάγνωσης

Η παράξενη και σημαντική Τετάρτη 15 Ιουνίου

Standard

του Στρατή  Μπουρνάζου

Όλοι σκεφτόμασταν ότι η Τετάρτη 15 Ιουνίου θα είναι μια παράξενη μέρα. Λίγες μέρες μετά, μπορούμε να πούμε ότι υπήρξε και σημαντική. Όχι μόνο επειδή σηματοδότησε την αρχή του τέλους της κυβέρνησης και τη δρομολόγηση λύσεων συγκυβέρνησης — κάτι που, όπως και να το αξιολογεί ο καθένας, αποτελεί τομή στην πρόσφατη ιστορία μας. Αλλά και επειδή, ταυτόχρονα, συνιστά σημαντικό γεγονός στην ιστορία των κινητοποιήσεων των τελευταίων χρόνων. Η συγκέντρωση της Τετάρτης ήταν πολύ μεγάλη — δεν είναι όμως αυτό που την κάνει ξεχωριστή, αλλά ορισμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά της.

Σύνταγμα. Ο χορός της χαράς

Πρώτον, σε αυτήν συνυπήρξαν απεργοί και «αγανακτισμένοι»: η συνάντηση πραγματοποιήθηκε και, παρά τις εκ προοιμίου δυσκολίες, απεδείχθη πετυχημένη. Η Τετάρτη υπήρξε το επιστέγασμα όλων των προηγούμενων ημερών και, ταυτόχρονα, ένα σημαντικό βήμα μπρος. Το γεγονός άλλωστε ότι σύνθημα που ξεχώρισε ήταν «Ψωμί, Παιδεία Ελευθερία, η Χούντα δεν τελείωσε το ’73» κάτι δηλώνει για τη συνάντηση αυτή.

Δεύτερον, δεν κυριάρχησαν η βία και τα τυφλά σπασίματα. Εις πείσμα των τηλεοπτικών εικόνων, αρκούσε μια βόλτα το απόγευμα στη Σταδίου ή την Πανεπιστημίου για να το αντιληφθεί κανείς. Ούτε όμως και η εξαιρετικά δυσανάλογη χρήση χημικών εκ μέρους των ΜΑΤ κατάφερε να σφραγίσει τη μέρα. Αντίθετα, τον τόνο έδωσαν ο μαζικός, ειρηνικός, ο αποφασιστικά ειρηνικός και αποφασισμένος μαζί, χαρακτήρας της διαμαρτυρίας. Και εδώ έπαιξε σπουδαίο ρόλο ότι, όλες τις προηγούμενες μέρες, εμπεδώθηκε το αίσθημα ότι οι άνθρωποι μπορούν να διαμαρτύρονται ειρηνικά, να κουβαλάν τα παιδιά τους, να έρχονται γέροντες και γερόντισσες, και η κάθοδος στον δρόμο να μην ισοδυναμεί με κάθοδο στα Τάρταρα — και αυτό είναι μια κατάκτηση σε σχέση με την κατάσταση των τελευταίων χρόνων, μια κατάκτηση του κινήματος των πλατειών.

Τρίτον, η πλατεία Συντάγματος, παρά τον καταιγισμό ασφυξιογόνων, το απόγευμα ήταν και πάλι γεμάτη. Ο κόσμος ερχόταν κατά κύματα, ξανάφευγε βέβαια λόγω της χημικής βροχής, ξαναρχόταν. Και μόλις τα κατάφερε,  είδαμε εικόνες που αληθινά αξίζουν όσο πολλές λέξεις: μια αλυσίδα ανθρώπων, που ξεκινούσε από το σιντριβάνι και αγκάλιαζε την πλατεία, καθάριζε, με μπουκαλάκια νερού, την πλατεία από τα χημικά. Βοήθησε και μια μάνικα, αλλά η πλατεία πλύθηκε μπουκάλι μπουκάλι — σκεφτείτε το, είναι σαν να πλένεις ένα δωμάτιο με δαχτυλήθρα. Και μετά ένας χορός –αξίζει να δείτε την εικόνα– ένας χορός λυτρωτικός και χαρούμενος για το κράτημα της πλατείας· και το βράδυ, όπως πάντα, η συνέλευση. Ήταν μια μεγάλη νίκη, όπως το έγραψε και πρωτοσέλιδα η Αυγή την Πέμπτη, ότι το Σύνταγμα κρατήθηκε — και αυτό, πιστεύω, πρέπει να αποδοθεί στη γόνιμη συνάντηση απεργιακής πορείας και Αγανακτισμένων, στο νικηφόρο πολιτικό μείγμα που παρήγαγε. Συνέχεια ανάγνωσης

Ποιος θα καταλάβει το Σύνταγμα;

Standard

του Αλέξανδρου Κεσσόπουλου

Πάμπλο Πικάσο, "Ταύρος και άλογο", 1931

Το κίνημα της αγανάκτησης και της αμφισβήτησης του τρόπου λειτουργίας του πολιτικού συστήματος συνεχίζει ακάθεκτο να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική σκηνή της χώρας, παρά τις επιθέσεις που δέχθηκε τις τελευταίες ημέρες. Κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα των πρωτοφανών εκδηλώσεων διαμαρτυρίας των αγανακτισμένων πολιτών είναι αφενός η μαζικότητα και η διάρκειά τους και αφετέρου το ετερόκλητο του πλήθους και η πανσπερμία των αιτημάτων που διατυπώνονται. Αν επιχειρούσε κάποιος να αναλύσει, όχι τα στοιχεία τα οποία ενώνουν τους διαδηλωτές και σε γενικές γραμμές είναι προφανή, αλλά αυτά που διαφοροποιούν τη στάση τους, θα μπορούσε να προβεί στην εξής βασική κατηγοριοποίηση: μια μερίδα των Αγανακτισμένων αντιλαμβάνεται ως αιτία της κρίσης την κυριαρχία του άκρατου οικονομικού φιλελευθερισμού και, συνεπώς, διεκδικεί την επιστροφή της πολιτικής στο προσκήνιο και την υποταγή της οικονομίας σε αυτήν, ενώ μια άλλη θεωρεί ότι η επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου ολόκληρης σχεδόν της ελληνικής κοινωνίας έχει προέλθει από φαινόμενα κακοδιαχείρισης και, κυρίως, διαφθοράς του πολιτικού προσωπικού της χώρας.

Οι διαφορετικές αυτές προσλήψεις της πραγματικότητας διαμορφώνουν δύο πολιτικές και ιδεολογικές τάσεις στο εσωτερικό του κινήματος των αγανακτισμένων, που, κατά τη γνώμη μου, βρίσκονται σε μια συγκρουσιακή σχέση μεταξύ τους. Η πρώτη από αυτές διατυπώνει το αίτημα του εκδημοκρατισμού της λειτουργίας των πολιτικών θεσμών και, ταυτόχρονα, αναζητεί στις λαϊκές συνελεύσεις τις γενικές κατευθύνσεις θεσμικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες θα αφαιρέσουν από τα διάφορα κέντρα οικονομικής ισχύος, κυρίως τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, την τεράστια πολιτική δύναμη που έχουν αποκτήσει, ώστε αυτή να επιστρέψει και ουσιαστικά στα χέρια του τυπικού φορέα της, του κυρίαρχου λαού. Η δεύτερη τάση κινείται μάλλον αντίρροπα, καθώς διαθέτει έντονα αντιπολιτικά και αντικοινοβουλευτικά χαρακτηριστικά, τα οποία εκφράζονται μέσω συνθημάτων, δρώμενων και χειρονομιών, που δηλώνουν πλήρη απαξία όχι μόνο για όλους ανεξαιρέτως τους πολιτικούς, αλλά και για την ίδια την μορφή του πολιτεύματος. Με άλλα λόγια, εξελίσσεται στην πλατεία Συντάγματος, και όπου αλλού συναθροίζονται Αγανακτισμένοι, μια διαπάλη ανάμεσα στο αίτημα για εμβάθυνση της δημοκρατίας και τις κραυγές που απαιτούν τη συρρίκνωσή της. Συνέχεια ανάγνωσης

Τι είναι και πού πηγαίνει το κίνημα των Αγανακτισμένων;

Standard

της Ντίνας Τζουβάλα

Αλμπέρτο Τζιβέρι, «Ο χορός», 1937

Έπειτα από ένα σχεδόν μήνα κινητοποιήσεων στις πλατείες της χώρας, το ερώτημα τι είναι και πού πηγαίνει το κίνημα των «Αγανακτισμένων» παραμένει ανοικτό.  Σίγουρα κάποιες απόπειρες απάντησης μοιάζουν πιο εφικτές σήμερα, καθώς υπάρχει περισσότερο πραγματολογικό υλικό στη διάθεσή μας. Η απεργία και η περικύκλωση της Βουλής την περασμένη Τετάρτη, καθώς και τα όσα ακολούθησαν, μπορούν να είναι αρκετά διαφωτιστικά για το τι όντως συμβαίνει.

Όσες και όσοι κάνουν κριτική στο κίνημα των Πλατειών «από τα αριστερά»  θέτουν σε αντιπαράθεση τον «γνήσιο» ταξικό αγώνα με τη «διαταξική σούπα» των Αγανακτισμένων. Ο πρώτος υλοποιείται από τα συνδικάτα και τις δυνάμεις της Αριστεράς και της αναρχίας, με αποκορύφωμα –στην παρούσα φάση–τις γενικές απεργίες. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποια-ος που συντάσσεται με τις δυνάμεις της εργασίας  και αμφισβητεί την κομβικότητα της οργάνωσης στους χώρους εργασίας, τη δύναμη των απεργιών ή τη γραφειοκρατικοποίηση και απαξίωση της ηγεσίας της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ. Παρ’ όλα αυτά, η απόρριψη του κινήματος Πλατειών με ένα τέτοιο σκεπτικό παραβλέπει κάτι: το 20% των ανέργων και τον απροσδιόριστα μεγάλο αριθμό –κυρίως νέων– εργαζομένων, οι οποίοι βρίσκονται σε ένα μεταίχμιο μεταξύ ανεργίας και εργασίας, δουλεύοντας κάποιες μέρες το μήνα ή την εβδομάδα, κυρίως υπό τον νομικό μανδύα του δελτίου παροχής υπηρεσιών. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, ακριβώς επειδή είναι  αποκλεισμένοι από την εργασία, αδυνατούν δομικά να χρησιμοποιήσουν την αποχή από αυτή ώστε να πιέσουν την εργοδοσία και την κυβέρνηση. Είμαι απόλυτα πεισμένη ότι η Πλατεία Συντάγματος, της οποίας η καθημερινή λειτουργία απαιτεί  αφιέρωση χρόνου, δεν θα μπορούσε να κρατηθεί τόσες μέρες αν δεν κάλπαζε η ανεργία, γεγονός που «εξασφαλίζει» πολύ ελεύθερο χρόνο, ειδικά σε νέες και νέους. Ίσως αυτός ο τρόπος οργάνωσης και διαμαρτυρίας να μην είναι ο πλέον αποτελεσματικός γι’ αυτές τις προσφάτως περιθωριοποιημένες κατηγορίες. Όποιος και όποια όμως έχει κατά νου κάτι αποτελεσματικότερο και «ταξικότερο» ας το προτείνει. Σε αντίθετη περίπτωση, επιβεβαιώνεται η  ανησυχητική υποψία ότι υπάρχουν πολιτικοί χώροι με αναφορά στο κίνημα που κάνουν πολιτική όπως ακριβώς έκαναν την εποχή που επικρατούσε η πλήρης απασχόληση και η ανεργία ήταν περιορισμένη. Αν μη τι άλλο, κάτι τέτοιο είναι πολύ πιο προβληματικό από το αν στο Σύνταγμα υπάρχουν πέντε, δέκα ή πενήντα πέντε ελληνικές σημαίες. Συνέχεια ανάγνωσης

Σκέψεις με αφορμή την πλατεία Συντάγματος

Standard

της Σίας Αναγνωστοπούλου

Βασίλι Καντίνσκυ, "Σύνθεση ΙΙ"

Βρέθηκα αρκετές φορές στο Σύνταγμα των «αγανακτισμένων», σε αυτή τη νέα, πολυπληθή ομάδα της πλατείας, που την προηγούμενη Κυριακή ξεπέρασε σε όγκο τις 300.000. Παρακολούθησα κι εγώ στη μέση της πλατείας το νέο βήμα δημόσιου διαλόγου, εκεί που κάθε βράδυ διεξάγεται η Γενική Συνέλευση, την οποία πολύ εύστοχα σχολίασε ο Στρατής Μπουρνάζος στα «Ενθέματα» της προηγούμενης Κυριακής. Η Γενική Συνέλευση, οργανωμένη παραδειγματικά, με αντίληψη «άμεσης δημοκρατίας» που, όπως και η άρνηση οποιασδήποτε κομματικότητας, έκανε πολλούς να μιλήσουν για απολιτικότητα μέχρι και για υπονόμευση της Δημοκρατίας ή του κοινοβουλευτισμού. Η μη αναφορά όμως σε κόμματα σημαίνει αυτομάτως και την υπονόμευση των κομμάτων και της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας; Ή μήπως, με αυτό τον τρόπο, εκφράζεται κάτι άλλο;

Μια προσπάθεια επανεφεύρεσης του δημόσιου χώρου

Καταρχάς, το πλήθος μαζεύεται εκεί για να δώσει το «παρών», να πει «καλησπέρα», σε έναν χώρο στον οποίο όλοι μοιράζονται το ίδιο πρόβλημα: αυτό που δημιουργεί η πολιτική του Μνημονίου. Η πολλαπλή εξατομικευμένη αγανάκτηση δεν φτιάχνει μόνο μια μαζική αγανάκτηση, φτιάχνει και αλληλεγγύη, φτιάχνει ανθρωπιά. Το νόημα της πλατείας και της Γενικής της Συνέλευσης, κατά τη γνώμη μου, ακριβώς σε αυτό το σημείο εντοπίζεται: στην ασαφή ακόμη προσπάθεια «επανεφεύρεσης» του τι σημαίνει «παρίσταμαι» και πάλι σε έναν δημόσιο χώρο, του τι σημαίνει το ξαναδηλώνω ως άτομο το «Καλησπέρα» μου στην ομήγυρη, μην περιμένοντας από τις «32» ή τις «132» κομματικές, πνευματικές, συνδικαλιστικές, τηλεοπτικές προσωπικότητες να το οικειοποιηθούν αυτονόητα. Σε αυτή την κρίσιμη φάση, η πλατεία οικοδομεί την αντίληψη του «είμαι εδώ» μαζί με τους άλλους και προσπαθώ να βρω αυτά που μοιράζομαι ή που ίσως έπρεπε εδώ και καιρό να είχα μοιραστεί. Συνέχεια ανάγνωσης

Η αμεσότητα του Συντάγματος

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Ανρί Ματίς, «Το έλκηθρο», 1943

Τα άρθρα για τα κυριακάτικα γράφονται, όπως ξέρετε, κάμποσες μέρες πριν. Έτσι, σε μια περίοδο που τα γεγονότα τρέχουν, ο αρθρογράφος κινδυνεύει σοβαρά είτε να αναδειχθεί σε μετά Χριστόν προφήτη, προβλέποντας με πολύπλοκους και προσεκτικούς συλλογισμούς κάτι που φαντάζει εντελώς αυτονόητο τη στιγμή της δημοσίευσης, είτε όσα γράφει να βρίσκονται εντελώς εκτός τόπου και, κυρίως, χρόνου. Ίσως και οι λίγες σκέψεις που ακολουθούν και γράφονται Πέμπτη βράδυ να μην ξεφύγουν από αυτήν τη μοίρα, να μοιάζουν αδύναμες, λίγες και παλιωμένες, να έχουν βουλιάξει, το απόγευμα και το βράδυ της Κυριακής, σε μια λαοθάλασσα  που θα ’χει πλημμυρίσει το Σύνταγμα, τις πλατείες της Ελλάδας και της Ευρώπης. Άμποτες.

Από τα προηγούμενα «Ενθέματα» πολύ νερό κύλησε στ’ αυλάκι. Το πρώτο, και πολύ σημαντικό, είναι ότι οι συγκεντρώσεις στις πλατείες έδειξαν ότι δεν αποτελούν φαινόμενο της μιας ημέρας και νύχτας: συνεχίζονται, τη στιγμή που γράφω, για εννιά συναπτές ημέρες, με μεγάλη μαζικότητα, με αποκορύφωμα την προηγούμενη Κυριακή. Έτσι, ακόμα και όσοι ήταν επιφυλακτικοί στην αρχή, ακόμα κι εκείνοι που εξακολουθούν να έχουν τις αντιρρήσεις τους, δεν μπορούν, εκτός αν θέλουν να διαρρήξουν πλήρως τη σχέση τους με την πραγματικότητα, να αγνοήσουν αυτό που συμβαίνει στις πλατείες: είναι το γεγονός που σφραγίζει τις εξελίξεις όλο το τελευταίο διάστημα, αυτό που δίνει τον τόνο, αυτό που άλλαξε άρδην το κλίμα και την πολιτική ατζέντα. Συνέχεια ανάγνωσης

Η αντ-αγανάκτηση έφτασε

Standard

του Δημήτρη Σεβαστάκη

Χαρακτικό του Ότο Νίκελ, από το λεύκωμα «Πεπρωμένο», 1930

Οι καινούριες μεγάλες συγκεντρώσεις είναι ένα τοιχογράφημα, σχηματίζουν ένα μεγάλο απόθεμα από ίχνη. Ο καθένας, μέσα από την facebook πειθαρχία, θεωρεί  ότι επανεγγράφεται με νέους όρους στο κοινωνικό σώμα. Το ρέμα λοιπόν μπορεί να πάει στο παντού, να απλώσει ρευστό και αχαλίνωτο ή να στεγνώσει σε μια παρακυβερνητική κατάπτωση. Μπορεί να εκφράσει, αλλά μπορεί και να σβήσει, αφού ο καθένας αισθάνεται ήδη πληρωμένος μέσα  σε μια γλωσσική-συμβολιστική ολικότητα. Άρα, όσο ορμητικά ήρθε τόσο αποφασιστικά μπορεί να αποσυρθεί. Κι αυτό ενδεχομένως θα γεννήσει ακόμα εντονότερα την ανάγκη αναφοράς, την ανάγκη σύνθεσης ευδιάκριτου πολιτικού προσώπου, εννοιολογικής νομιμοποίησης, ερμηνευτικής ακρίβειας. Και για τους θεατές του κινήματος και για τους θαμώνες. Αυτά τα στοιχεία συστήνουν το ελάττωμα και το προτέρημα της παρθένας και καθαρής μαζικότητας.

Από την άλλη πλευρά όμως,  ο έλεγχος ενός μαζικού κοινωνικού σκιρτήματος που πάει να γίνει λόγιο από αχανές που ήταν, που πάει ν αρπάξει ένα κομμάτι ιστορίας ή έστω να διασκεδάσει θυμικά την κρίση και την ματαίωση, είναι σύνθετο «καθήκον». Οι κουρασμένες ελίτ, οι πυρήνες μιντιακής και κυβερνητικής εξουσίας, δύσκολα μπορούν να σκεφτούν πάνω στα απροσδόκητα. Προτιμούν τα εύκολα, τις τετράγωνες κατηγοριοποιήσεις, όπως ακριβώς έχουν εκπαιδευτεί. Κάθε εκτροπή, για παράδειγμα, περιφράσσεται στους κουκουλοφόρους. Στην περίπτωση των social networks τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα αφού τα Μέσα είναι οικεία και νομιμοποιημένα στην οικιακή τάξη. Όλες  οι πολιτικές εκφωνήσεις που υποχρεώθηκαν να εξοικειωθούν  με την γκατζετ-παπανδρεϊκή μονομανία, μοιάζουν ανεξοικείωτες με το εγερτικό ρέμα που η τελευταία συνεπιφέρει. Σαν να συμβαίνει για πρώτη φορά, σα να κατέβηκε στην πραγματικότητα και να μην είναι μέρος της. Οι διάφορες πολιτικές επεξεργασίες, οι περιγραφές είναι εσωστρεφείς, τυφλές ή ρυπαρές. Συνέχεια ανάγνωσης

Η συναίνεση και οι αγανακτισμένοι

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Αβραάμ Ράτνερ, "Φωτιά", 1932

 Δυο λέξεις κονταροχτυπιούνται για τον τίτλο της λέξης του μήνα που μας πέρασε, οπότε για να μην αδικήσω καμιά τους θα ασχοληθώ σήμερα και με τις δύο. Καταρχάς έχουμε τη συναίνεση, που ακούστηκε πάρα πολύ επειδή οι δανειστές μας, που μας έβαλαν, όχι και πολύ συναινετικά είναι η αλήθεια, το μαχαίρι στο λαιμό, ζητούν να συναινέσει και η αντιπολίτευση στο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα ειδάλλως, λένε, δεν θα εκταμιευθεί η περίφημη πέμπτη δόση του δανείου και από τον Ιούλιο μας απειλούν ότι το ταμείον θα είναι μείον.

Συναίνεση λοιπόν, λέξη αρχαία, από το ρήμα συναινώ, που είναι βέβαια σύνθετο, από το συν και το αινώ, το οποίο παράγεται από το ουσιαστικό αίνος, που είναι ομηρικό. Και επειδή αινώ θα πει υμνώ, αν η σημασία υπαγορευόταν πάντοτε από την ετυμολογία (φυσικά αυτό δεν ισχύει) θα μπορούσαμε να πούμε ότι όσοι συναινούν υμνούν όλοι μαζί κάτι· τι άραγε; τις αγορές προφανώς. Βέβαια, στην πραγματικότητα συναινώ σημαίνει «συγκατατίθεμαι, συμφωνώ», αν και στην αρχαιότητα υπήρχε επίσης η σημασία «παραχωρώ» — μερικοί θα έλεγαν ότι υπάρχει ακόμα.

Ο αίνος, που ήταν ο λόγος ο βαθύς, ο γεμάτος νόημα, και στη συνέχεια ο ύμνος και το εγκώμιο, επιβιώνει στην εκκλησιαστική γλώσσα (όπως άλλωστε και το αινώ), ενώ σαν σύνθετο τον βρίσκουμε στον έπαινο. Της ίδιας οικογένειας είναι και το αίνιγμα. Συνέχεια ανάγνωσης

Στο Σύνταγμα

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Έργο του Γιάννη Ψυχοπαίδη, από την έκθεση «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία», που συνεχίζεται, μέχρι τις 25 Ιουνίου, στο Σπίτι της Κύπρου (Ηρακλείτου 10, Κολωνάκι).

Δεν θα προσπαθήσω να περιγράψω τι γίνεται στην Πλατεία Συντάγματος και σε τόσες άλλες πλατείες της χώρας: όλοι ή οι περισσότεροι ήμασταν εκεί — τουλάχιστον έτσι θέλω να φαντάζομαι. Κι έπειτα, συστατικά στοιχεία των συγκεντρώσεων ήταν η μαζικότητα και η ποικιλομορφία: έτσι, το να την περιγράψουμε σε λίγες αράδες, να συμπυκνώσουμε τα χαρακτηριστικά τους, δεν είναι καθόλου απλό· ίσα ίσα, αποτελεί ένα από τα βασικά ζητούμενα. Θα ήθελα όμως να μοιραστώ τις σκέψεις μου μαζί σας, κυριακάτικοι αναγνώστες των «Ενθεμάτων», καθώς αυτό που συμβαίνει μας αφορά βαθιά και μας υποχρεώνει να σκεφτούμε.

Το πρώτο και μείζον, για μένα, είναι ότι επί δύο συνεχόμενες μέρες (τη στιγμή που γράφεται το άρθρο, Παρασκευή πρωί) χιλιάδες άνθρωποι, ξαφνικά, από τη μια στιγμή στην άλλη, από το πουθενά, ανταποκρινόμενοι σε ένα κάλεσμα στο facebook βγήκαν στο δρόμο για να διαμαρτυρηθούν. Δεν ήταν καθόλου εύκολο ούτε δεδομένο: πόσες και πόσες φορές, τον τελευταίο καιρό, δεν έχουμε πάει σε άμαζες και θλιβερές συγκεντρώσεις, του «αραία αραία να φαινόμαστε καμιά σαρανταρέα», κι ας χαλάει ο κόσμος απ’ όσα γίνονται, κι ας καλούσαν σ’ αυτές πεντακοσιεσπενηνταπέντε συλλογικότητες, ομάδες και ψηφίσματα. Από μόνο του λοιπόν, αυτό καθαυτό, το ότι χιλιάδες άνθρωποι, νέοι στη συντριπτική τους πλειονότητα, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν είναι μάλλον μόνιμοι θαμώνες των κινητοποιήσεων, κατεβαίνουν στο δρόμο συνιστά πολιτικό γεγονός πρώτης τάξης, με δύο κρίσιμα γνωρίσματα: το μαζικό και το αυθόρμητο. Και η πράξη αυτή, στη συνέχεια, συνιστά μια έμπρακτη διαπαιδαγώγηση στη συλλογική δράση. Συνέχεια ανάγνωσης