«Ρωτούσε για την ποιότητα…»: Τα κανάλια και η δημοκρατία

Standard

 «Pωτούσε για την ποιότητα των μαντηλιών
και τι κοστίζουν με φωνή πνιγμένη,
σχεδόν σβησμένη απ’ την επιθυμία.
Κι ανάλογα ήλθαν οι απαντήσεις,
αφηρημένες, με φωνή χαμηλωμένη,
με υπολανθάνουσα συναίνεσι»

Κ.Π. Καβάφης, «Ρωτούσε για την ποιότητα»

 

του Στρατή Μπουρνάζου

Ρενέ Μαγκρίτ, "Πανικός τον Μεσαίωνα", 1927

Ρενέ Μαγκρίτ, «Πανικός τον Μεσαίωνα», 1927

Έπειτα από χρόνια, ο μελετητής της ελληνικής κοινωνίας θα διαθέτει, νομίζω, ένα παραστατικό παράδειγμα που συνοψίζει το φαινόμενο της «διαπλοκής» και γενικότερα του ελληνικού καπιταλισμού του 21ου αιώνα (αυτού που αποκλήθηκε «δύσμορφος», «στρεβλός» κλπ. – αλλά δεν είναι εδώ ο χώρος γι’ αυτή τη συζήτηση): τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια. Αρκεί να θυμηθούμε μερικά βασικά τους γνωρίσματα, από τα «θαλασσοδάνεια» και τους φόρους που δεν αποδίδουν μέχρι την εξοργιστική πολιτική μονομέρειά τους, το χαμηλής ποιότητας προϊόν που παράγουν και προβάλλουν, την καταπάτηση της δεοντολογίας, τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης, τη χρήση τους από τους ολιγάρχες ιδιοκτήτες ως μέσον πολιτικής πίεσης και άλλα πολλά.

Με αυτά τα δεδομένα, ένας αριστερός, αλλά και γενικότερα δημοκρατικός πολίτης, έχει, καταρχήν, κάθε λόγο να υποστηρίξει τις προσπάθειες της κυβέρνησης (και κάθε κυβέρνησης) να παρέμβει σε αυτή την κατάσταση, ρυθμίζοντας το τηλεοπτικό τοπίο. Γιατί η κατάσταση αυτή έχει βλάψει και βλάπτει σοβαρά τη δημοκρατία και τον πλουραλισμό, διαπαιδαγωγεί με αρνητικό τρόπο τους πολίτες, διαχέει ρατσιστικά στερεότυπα κ.ο.κ. Και το ότι έχουμε εθιστεί σε αυτή, δεν σημαίνει ότι πρέπει να είναι ανεκτή.

Από εκεί και πέρα, αφού συμφωνήσουμε σε μερικά βασικά (όπως το απαράδεκτο της κατάστασης, το ότι αποτελεί αρμοδιότητα αλλά και υποχρέωση του κράτους να παρέμβει, τις τεράστιες ευθύνες ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ.), αρχίζει η ουσιαστική κουβέντα: τι πρέπει να γίνει (πέρα από ευχολόγια τύπου σχολικών εκθέσεων, όπως «η πολιτεία οφείλει να πατάξει την ανομία» κλπ. κλπ.). Πριν προχωρήσω, σημειώνω απλώς ότι το ζήτημα «ενημέρωση-δεοντολογία-ελευθερία της έκφρασης-δημόσιος έλεγχος-ιδιωτική ή κυβερνητική χειραγώγηση» είναι από τα πιο σύνθετα και δύσκολα, αλλά και ουσιαστικά σε μια δημοκρατία. Πατάμε, εδώ, σε μια κινούμενη άμμο: αν από τη μια έχουμε τα συμφέροντα της διαπλοκής που αντιστέκονται στη λογοδοσία και τον έλεγχο (αυτό είναι απλό να το διακρίνουμε και δύσκολο να το αντιμετωπίσουμε) από την άλλη έχουμε πιο σύνθετα ζητήματα, όπως πώς επιτυγχάνεται ο δημόσιος (αλλά όχι κυβερνητικός) έλεγχος και η λογοδοσία, πώς συνδυάζεται δεοντολογία και ελεύθερη έκφραση, πώς η δεοντολογία δεν πρέπει να οδηγεί σε ηθικοδιδακτισμό κ.ο.κ.

Μετά από αυτά τα γενικά, προχωράω στο συγκεκριμένο, την τροπολογία της κυβέρνησης, που ψηφίστηκε την Πέμπτη. Και επικεντρώνομαι σε ένα βασικό ερώτημα, που έχει τεθεί: Γιατί τέσσερα κανάλια; Bασικό επιχείρημα που διατυπώθηκε υπέρ του αριθμού αυτού είναι ότι με βάση τη «διαφημιστική πίτα» τόσα μόνο κανάλια μπορούν να είναι «υγιή». Πέραν μιας σειράς άλλων προβλημάτων (γιατί τρία και όχι πέντε;) η λογική αυτή, αν τη μεταφέρουμε σε άλλους χώρους (λ.χ. εφημερίδες ή θέατρα, χωρίς να παραγνωρίζv τις διαφορές) μας δείχνει πόσο προβληματική είναι η λέξη «βιωσιμότητα». Και, το πιο ριζικό, για μένα, ερώτημα, : «Εάν όντως θέλουμε να ξεφύγουμε από τη σημερινή εκδοχή κακής ψυχαγωγίας και χειραγωγημένης ενημέρωσης, το πρώτο πράγμα που πρέπει να μας απασχολήσει δεν είναι ο αριθμός των αδειών αλλά η ποιότητα των καναλιών. Το να έχουμε 4 ή 14 παραλλαγές του MEGA και του ΣΚΑΪ μας κάνει εξίσου ανενημέρωτες-ους» (το απόσπασμα από το άρθρο του Παναγιώτη Σωτήρη, «Τηλεοπτικές άδειες: το ανακάτεμα της τράπουλας δεν είναι ρήξη με τη διαπλοκή», από το ηλεκτρονικό Unfollow. Συνέχεια ανάγνωσης