Το σύστημα έχει φτάσει στα ιστορικά του όρια

Standard

«Μια αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα θα είναι πολύ σημαντική για όλο το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι»

συνέντευξη του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, με την ευκαιρία της κυκλοφορίας της «Γυμνής βασίλισσας» (εκδ. Καστανιώτη)

4-tsoykalas

Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς σπίτι του. Φωτογραφία του Γιώργου Οικονομόπουλου.

Η Γυμνή βασίλισσα. Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη, παρότι μιλάει για την οικονομία και την κυριαρχία της, δεν είναι ένα βιβλίο οικονομικό. Είναι ένα έργο συνολικό, με το οποίο ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς επιβεβαιώνει, για άλλη μια φορά, ότι είναι ένας πολιτικός στοχαστής, με όλη τη σημασία του όρου, και επίσης κατεξοχήν Ευρωπαίος: τόσο επειδή η οπτική του είναι ευρωπαϊκή και διεθνής όσο και γιατί συνομιλεί, όπως και με τα προηγούμενα έργα του, με τους μεγάλους ευρωπαίους ομοτέχνους του. Η Γυμνή Βασίλισσα (που είναι, βέβαια, η οικονομία, και ιδίως η νεοφιλελεύθερη οικονομία) υπερβαίνει τις επιστημονικές εξειδικεύσεις και κλάδους, μέσα από ένα συνολικό πρίσμα. Και το κάνει με γραφή σαφή και απλή (σε σχέση και με προηγούμενα βιβλία του), και συγχρόνως πλούσια, που αντλεί από πολλές επικράτειες, πέραν της θεωρίας και της φιλοσοφίας, όπως η τέχνη, η λογοτεχνία, η ιστορία. Ένα έργο που, με βαθιά πολιτική αγωνία, ανοίγει ζητήματα και θέτει καίρια ερωτήματα, χωρίς να δίνει εύκολες ή τελεσίδικες απαντήσεις. Γιατί, όπως λέει, «είτε το θέλουμε, είτε όχι, η πανούργα Ιστορία μάς περιμένει στη γωνία».

Στρ. Μπ.

Ανιόλο Μπροντζίνο, «Αλληγορία του Χρόνου (λεπτομέρεια), 1545

Ανιόλο Μπροντζίνο, «Αλληγορία του Χρόνου (λεπτομέρεια), 1545

Θα ξεκινήσω από μια διαπίστωση η οποία, όπως γράφεις, αποτελεί κεντρικό άξονα της Γυμνής βασίλισσας ότι το σύστημα έχει φτάσει στα έσχατα ιστορικά του όρια.

Το κεντρικό ερώτημα που θέτω στο βιβλίο δεν είναι επιστημονικό, αλλά πολιτικό: Αν και υπό ποίους όρους το παγκοσμίως εξελισσόμενο νεοφιλελεύθερο σύστημα είναι δυνατόν να αναπαραχθεί. Και όταν λέω αναπαραχθεί, εννοώ αν οι ολοένα οξυνόμενες υφέρπουσες αντιφάσεις είναι δυνατόν να θεραπευθούν ή να αρθούν με τα μέσα τα οποία δίνει το σύστημα στις πολιτικές εξουσίες.

Μέχρι τώρα, στο πλαίσιο των εθνικών κρατών, είτε αυτά ήταν δημοκρατικά είτε αυταρχικά είτε φιλελεύθερα είτε ακόμα φασιστικά, το καπιταλιστικό κράτος είχε μια θεμελιώδη ευθύνη: την ευθύνη να αναπαραγάγει το σύστημα. Kαι το έκανε μέσα από θεσμούς και μηχανισμούς, εν ανάγκη μετατρεπόμενο σε κράτος έκτακτης ανάγκης. Εδώ, ακριβώς, πιστεύω, έγκειται η κρισιμότητα των σημερινών καιρών. Η παγκοσμιοποίηση, αν δεν έχει καταλύσει, έχει αμβλύνει εξαιρετικά, σε σημείο πρωτοφανές, την παρεμβατική ικανότητα των κατεστημένων πολιτικών εξουσιών, των κρατών και, κατ’ επέκταση, των οργανωμένων κοινωνών. Το αποτέλεσμα είναι οι μεγάλες αποφάσεις για το παρόν και το μέλλον των λαών να μην παίρνονται από τα κράτη – εξαιρώ τα πολύ μεγάλα κράτη (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα)· μιλάω για όλα τα άλλα, τα περισσότερα, και προφανώς για την Ελλάδα.

Οι μεγάλες αποφάσεις, λοιπόν, λαμβάνονται από αυτό που ονομάζουμε αγορές. Οι αγορές δεν είναι η αγορά. Η αγορά ήταν μια ιδέα, μια fictio, ένα πλάσμα, ένα αφηρημένο σύστημα ισορροπιών ανάμεσα σε ελεύθερα αναπτυσσόμενες δυνάμεις. Ενώ οι αγορές είναι ένα κέντρο λήψης αποφάσεων, το οποίο προσπαθεί να επιβάλει –και το καταφέρνει σε μεγάλο βαθμό– τα συγκροτημένα και εξειδικευμένα συμφέροντα, τα οποία εκπροσωπεί. Συνέχεια ανάγνωσης

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η ρητορική της ανωριμότητας

Standard

του Μάικλ Μάρντερ

μετάφραση: Ελένη Βουγιουκλάκη

Έργο του Πάμπλο Πικάσο

Ενώ έχουν περάσει πάνω από διακόσια χρόνια από το θάνατο του Ιμάνουελ Καντ, το ζήτημα του πολιτικού διαφωτισμού στην Ευρώπη παραμένει φλέγον. Τι χρειάζεται για να κατακτηθεί η ατομική και η συλλογική αυτονομία και η ικανότητα για αυτο-κυβέρνηση; Ποιος κατάφερε να ξεπεράσει τα εμπόδια της «ανωριμότητας για την οποία είναι ο ίδιος υπεύθυνος», όπως το θέτει ο Καντ, και να έχει πλήρη έλεγχο του εαυτού του, καθώς και της πολιτικής του κατάστασης;

Η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργεί στη βάση της υπόθεσης ότι συγκεκριμένες χώρες-μέλη, με υπερβολικά ποσά μη διαχειρίσιμου κρατικού χρέους, δεν είναι τόσο διαφωτισμένες όσο άλλες. Η Ελλάδα, για παράδειγμα, έχει υποστεί πλήθος εξευτελισμών, συμπεριλαμβανομένων προτάσεων να αναλάβει η Ε.Ε. τον έλεγχο του κρατικού της χρέους. Αυτό το αίσθημα αναπαρήγαγε στις 16 Φεβρουαρίου του 2012 ο επικεφαλής του Γιούρογκρουπ, Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, λέγοντας ότι η εφαρμογή των μέτρων λιτότητας στην Ελλάδα χρειάζεται «παρακολούθηση» και «πιο σφιχτή εποπτεία». Με άλλα λόγια, η ηγεσία της ΕΕ πιστεύει ότι οι Έλληνες συμπεριφέρονται, συλλογικά, τόσο παιδιάστικα ώστε χρειάζεται επίβλεψη από κάποιον ενήλικα για να διασφαλιστεί ότι ξοδεύουν το αποκαλούμενο πακέτο διάσωσης με τον πιο υπεύθυνο δυνατόν τρόπο.

Η τάση να αντιμετωπίζονται ορισμένα κράτη-μέλη σαν παιδιά συμβαδίζει και  με την αντιμετώπισή τους σαν ζώων, προφανής στην προσβλητική συντομογραφία της Πορτογαλίας, της Ιρλανδίας, της Ελλάδας και της Ισπανίας στη λέξη PIGS, που δηλώνει έμμεσα ότι δεν είναι ούτε τόσο άνθρωποι ούτε τόσο έλλογοι όσο οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ. Σε ολόκληρη τη δυτική φιλοσοφία, τόσο τα παιδιά όσο και τα ζώα, με τις ιδιότροπες επιθυμίες τους, έχουν θεωρηθεί ανεπαρκή από τη σκοπιά των πλήρως ανεπτυγμένων λογικών ενηλίκων και, επομένως, έχουν ανάγκη εκπαίδευσης, μόρφωσης και πειθαρχίας. Τα τωρινά μέτρα λιτότητας είναι, στην πραγματικότητα, ένα είδος συλλογικής τιμωρίας, που επιβάλλονται όχι τόσο για να ελεγχθούν οι δαπάνες και να βελτιωθεί η οικονομική απόδοση (όλοι οι δείκτες δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι οικονομικές συνθήκες χειροτερεύουν στις χώρες όπου εφαρμόστηκαν τέτοια μέτρα), αλλά για να εξαναγκαστεί η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών  να υποταχθεί, να φτωχύνει και να δουλεύει πρόθυμα για παράλογα μικρούς μισθούς. Ακολουθώντας τη χριστιανική λογική, με την οποία αδιαμφισβήτητα τασσόταν και ο Καντ, αυτή η αυθεντική συλλογική αυτοθυσία θα γινόταν ο κινητήρας της προόδου, αν όχι του πλήρους εξανθρωπισμού, για τα παιδικά ή τα ζωόμορφα έθνη. Συνέχεια ανάγνωσης

Προϋποθέσεις της Επανάστασης του 1821

Standard

του Σπύρου Ι. Ασδραχά

Ελληνική μαρτιγάνα, 1807 (J.L.S. Bartholdy, «Voyage en Grèce…», Ι, Παρίσι 1807, όπως παρατίθεται στο «Η Θεσσαλονίκη του 18ου αιώνα», Θεμέλιο, Αθήνα 1996)

Καθώς πλησίαζε η επέτειος της 25ης Μαρτίου, σκεφτήκαμε να απευθυνθούμε σε ορισμένους από τους πλέον ειδικούς, φίλους και συνεργάτες των «Ενθεμάτων». Ο Σπύρος Ι. Ασδραχάς, ο Νίκος Θεοτοκάς, ο Νίκος Κοταρίδης και ο Διονύσης Τζάκης ανταποκρίθηκαν πρόθυμα στο κάλεσμά μας. Βρεθήκαμε έτσι, πριν λίγες μέρες, στο φιλόξενο σπίτι του Νίκου Θεοτοκά, στη Νέα Σμύρνη, όπου οι συνομιλητές μας συζήτησαν, για ώρες, γύρω από το στρωμένο τραπέζι και συνοδεία του απαραίτητου οίνου, σχετικά με τις προϋποθέσεις, την προετοιμασία και τον χαρακτήρα της Επανάστασης του 1821. Καθώς για όσα ειπώθηκαν δεν επαρκούσε ο δεδομένος χώρος των «Ενθεμάτων» και κρίναμε ότι θα ήταν κρίμα να ακολουθήσουμε την οδό των δραστικών περικοπών, προτιμήσαμε το σύνολο της συζήτησης να κυκλοφορήσει σε αυτοτελές τευχίδιο, το επόμενο διάστημα. Ως μικρή πρόγευση του όλου, δημοσιεύουμε σήμερα κομμάτια από την παρέμβαση του Σπύρου Ι. Ασδραχά, με την επισήμανση ότι, παρά τις προσθήκες του συγγραφέα, έχει διατηρηθεί ο προφορικός χαρακτήρας του λόγου.

«ΕΝΘΕΜΑΤΑ»

 

Έλληνας έμπορος, π. 1780 («Recueil des different costumes…», Παρίσι, chez Onfroy, π. 1780, όπως παρατίθεται στο «Η Θεσσαλονίκη του 18ου αιώνα», Θεμέλιο, Αθήνα 1996)

Επιμένω στην έννοια της κατάκτησης. Μόνο παρερμηνείες ή χρησιμοθηρίες υποβαθμίζουν, στην πρόσφατη ιστοριογραφία, την έννοια αυτή.

Η κατάκτηση έχει τα χαρακτηριστικά της. Συνεπέφερε ωσμώσεις,  εισχωρήσεις των κατακτημένων στο σύστημα των κατακτητών, δημιούργησε συνδετικούς κρίκους, αλλά και ανταρσίες. Ο Σάθας διατύπωσε ένα ερμηνευτικό σχήμα, που το ξαναβρίσκουμε στον Μακρυγιάννη, ότι ευθύς με την άλωση της Κωνσταντινούπολης, αρχίζει η «αντίσταση» στην κατάκτηση. Τα παραδείγματα είναι πάμπολλα.

Η έννοια της κατάκτησης και η σημασία της

Πριν προχωρήσουμε, ας υπενθυμίσουμε ότι μια κατάκτηση δεν μπορεί να εδραιωθεί εάν οι κατακτημένοι δεν έχουν δομή ή δομές. Η κατάκτηση της Αμερικής προσέκρουε στους indios bravos· αυτούς δεν μπορούσαν να τους ελέγξουν. Η κατακτημένη κοινωνία, στη δική μας  περίπτωση, είχε τις δομές της, και ως εκ τούτου μπορούσε να επικαθίσει  σε αυτήν η οθωμανική κατάκτηση.

Η κατάκτηση, χονδρικά, διανύει δύο φάσεις: τη φάση της οθωμανικής επέκτασης και τη φάση που έπεται της αποτυχίας της Βιέννης. Στην πρώτη φάση είναι έξεργος ο λεηλατικός χαρακτήρας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στη δεύτερη φάση, ο λεηλατικός αυτός χαρακτήρας κατά κάποιον τρόπο εσωτερικεύεται, με τους φόρους. Ωστόσο δεν είναι,  κατά τη γνώμη μου, ο φόρος το στοιχείο που επιδείνωνε την εκμετάλλευση­· είναι το  γεγονός ότι αλλάζει ο τύπος των προσόδων, συγκεκριμένα ότι πυκνώνεται ένας τύπος προσόδων, χρειάζεται συνεπώς να μελετήσουμε την εξέλιξη και διόγκωση των γαιοπροσόδων σε σχέση με τις φορολογικές προσόδους.

Βλέποντας το ζήτημα εκ των υστέρων, εκεί όπου έχουμε καταγραφές, προκύπτουν ορισμένα προφανή πράγματα: η κατακτητική κοινωνία ιδιοποιείται την οικονομία μέσω της δημιουργίας οιονεί ατομικής ιδιοκτησίας, η οποία προϋπήρχε, αλλά διογκώνεται. Αν καταμετρήσουμε τον οθωμανικό πληθυσμό και την κατοχή γαιών, και μάλιστα των καλύτερων γαιών, θα δούμε ότι υπάρχει μια δυσαναλογία: η αριθμητικώς μικρότερη κοινωνία κατέχει τις περισσότερες γαίες — αυτό είναι το αποτέλεσμα των μετρήσεων που μπορεί να γίνουν επί τη βάσει των πρώτων στατιστικών που έχουμε μετά την Επανάσταση του 1821. Και αν κάνουμε και άλλες διακρίσεις, θα δούμε ότι οι αρδευόμενες γαίες κατέχονται πρωτίστως από τους Οθωμανούς, τους μουσουλμάνους. Καλλιεργούνται με διαφόρων τύπων διανεμητικά συστήματα, κυρίως από τους κατεχόμενους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και οι κατακτητές δεν είναι άμεσοι καλλιεργητές. Στην ουσία, η γαιοκτησία αυτού του τύπου είναι αποτέλεσμα ιδιοποιήσεων μέσω της καταχρέωσης των χωρικών που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις φορολογικές τους υποχρεώσεις και να μετέχουν στην αγορά, υποκείμενοι, στο μέτρο όπου μετέχουν, σε μια άνιση ανταλλαγή. Συνέχεια ανάγνωσης