Το ρεζίλεμα της υψηλής διπλωματίας της Γαλλίας

Standard

του Στέφαν Ζίμονς

μετάφραση: Ιωάννα Μεϊτάνη

Κατέφθασε με 100 λιμουζίνες, υποσχέθηκε μπίζνες δισεκατομμυρίων και κατασκήνωσε μες στο κέντρο του Παρισιού: για τους γάλλους διπλωμάτες, ο Μουαμάρ αλ-Καντάφι ήταν ο εξαγνισμένος ηγεμόνας, ένας καλοδεχούμενος επισκέπτης. Η εικόνα αυτή άλλαξε ριζικά μετά τη δολοφονική επίθεση ενάντια στον ίδιο του το λαό.

Τιμητική υποδοχή, επίσημο δείπνο στο Μέγαρο των Ηλυσίων και δύο προσωπικές συναντήσεις με τον πρόεδρο Νικολά Σαρκοζύ — η επίσκεψη του Καντάφι το 2007 ήταν μια πενθήμερη υπόκλιση διαρκείας στον ηγέτη της λιβυκής επανάστασης. Έφτασε με συνοδεία 400 ατόμων και με στόλο από 100 λιμουζίνες, έστησε βεδουίνικο αντίσκηνο στο προαύλιο ενός μεγάρου στο κέντρο του Παρισιού και έκανε το γύρο της πόλης με πλοίο — εκείνες τις ώρες απαγορεύτηκε η κυκλοφορία στις γέφυρες του Σηκουάνα.

Για να συμπληρωθεί το ρεζίλεμα του πρωτοκόλλου, ο Καντάφι έγινε δεκτός στη χώρα «της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης» ακριβώς την «Παγκόσμια Ημέρα των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων».

Ο υπουργός Εξωτερικών Μπερνάρ Κουσνέρ, που μεταπήδησε στην κυβέρνηση από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, κόμπιασε σε μια ραδιοφωνική συνέντευξη, προσπαθώντας να αποφύγει τον χαρακτηρισμό «δικτάτορας» για τον Καντάφι. Η Ραμά Γιαντ, τότε υφυπουργός για θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων (στον επόμενο ανασχηματισμό έγινε υφυπουργός Αθλητισμού και αργότερα δεν περιλήφθηκε ξανά στο κυβερνητικό σχήμα [Σ.τ.Μ.]), κατέκρινε έντονα την επίσκεψη του λίβυου ηγέτη, λέγοντας ότι «η χώρα μας δεν είναι χαλάκι για να σκουπίζει ο κάθε ηγέτης τα πόδια του από το αίμα των εγκλημάτων του» και κλήθηκε έπειτα από τον Σαρκοζύ να δώσει λογαριασμό για αυτά της τα λόγια.

Δεν είναι ν’ απορεί κανείς: ο Καντάφι είχε υποσχεθεί στον γάλλο ομόλογό του την αγορά πολεμικών αεροσκαφών και στρατιωτικών ελικοπτέρων, για την οποία τα συμβόλαια, όπως ήλπιζε ο Σαρκοζύ, θα έφταναν «στο ύψος των 10 εκατομμυρίων ευρώ».

Απερίσκεπτος πραγματισμός

 

Σκίτσο του Λατούφ

Στην επίσκεψη εκείνη, το Παρίσι είχε τιμήσει τον ηγεμόνα της ερήμου επειδή είχε απελευθερώσει τις βουλγάρες νοσοκόμες, τις οποίες είχε πρώτα φυλακίσει αυθαίρετα η λιβυκή δικαιοσύνη. Σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά, ένα μούδιασμα απλώνεται στους διπλωματικούς κύκλους — όχι μόνο γιατί η παραγγελία των εξοπλισμών εξέπεσε σε αγορά 20 μόνο Αίρμπας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και προκάτοχοι του Σαρκοζύ στο προεδρικό μέγαρο, όπως ο Ζωρζ Πομπιντού, είχαν πουλήσει την Τρίπολη αεροσκάφη Μιράζ· αναμφίβολα, επίσης, ορισμένοι γάλλοι αριστεροί θεωρούσαν τον χαμαιλέοντα δικτάτορα μπροστάρη στη μάχη κατά του ιμπεριαλισμού.

Τώρα, μια ομάδα διπλωματών καταγγέλλει δημοσίως και με ασυνήθιστα έντονο ύφος τον «ερασιτεχνισμό» και τον «παρορμητισμό» της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία καθορίζεται κυρίως από την ατζέντα δημοσίων σχέσεων του Μεγάρου των Ηλυσίων. Μια ομάδα ειδικών του υπουργείου Εξωτερικών, που διατηρούν την ανωνυμία τους, περιγράφουν σε άρθρο τους στη Le Monde την πορεία του Σαρκοζύ στην εξουσία ως μια αλληλουχία από ήττες και αποτυχίες, η οποία, τώρα, ενόψει της κρίσης στη βόρεια Αφρική, αναδεικνύεται πάλι ανάγλυφα και φανερώνει την αδυναμία της Γαλλίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Η μακριά σκιά ενός μύθου

Standard

της Ιωάννας Μεϊτάνη

O υπουργός Εξωτερικών του Ράιχ, Γιόαχιμ φον Ρίμπεντροπ, ο ιταλός ομόλογός του Γκαλεάτσο Τσιάνο, ο Χίτλερ και ο Γκέρινγκ.

Στα τέλη Οκτωβρίου παρουσιάστηκε στο Βερολίνο, σε ένα κατάμεστο θέατρο, η μελέτη, έκτασης 890 σελίδων, που συνέταξε επιτροπή ιστορικών με τίτλο Το Υπουργείο Εξωτερικών και το παρελθόν. Οι γερμανοί διπλωμάτες στο Τρίτο Ράιχ και την ΟΔΓ (Eckart Conze, Norbert Frei, Peter Hayes, Moshe Zimmermann, Das Amt und die Vergangenheit. Deutsche Diplomaten im Dritten Reich und in der Bundesrepublik, εκδ. Blessing, Βερολίνο 2010). Την εντολή για τη σύσταση της επιτροπής και την εκπόνηση της μελέτης την είχε δώσει το 2005 ο τότε υπουργός εξωτερικών, Γιόσκα Φίσερ. Στο βιβλίο, λοιπόν, αποκαλύπτεται ότι το διάστημα 1939-1945 το Υπουργείο Εξωτερικών ήταν ένας «εγκληματικός οργανισμός», αναμεμειγμένος κανονικότατα στα εγκλήματα των εθνικοσοσιαλιστών, ότι οι γερμανοί διπλωμάτες σε όλες τις χώρες της Ευρώπης συμμετείχαν ενεργά στην εφαρμογή της «τελικής λύσης» και στη συστηματική εξόντωση των Εβραίων, και ότι όλοι οι υπάλληλοι, και όχι μεμονωμένοι αξιωματούχοι, γνώριζαν τα πάντα για το Ολοκαύτωμα από την πρώτη μέρα. Επίσης, ότι μετά το ’45, φανατικοί ναζί όχι μόνο συνέχισαν να δουλεύουν στο υπουργείο, αλλά κατάφεραν να δημιουργήσουν εκεί δομές νομικής προστασίας συναδέλφων τους εγκληματιών και να βοηθούν καταζητούμενους ναζί δολοφόνους.

Εσωτερικό έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών, όπου ως σκοπός ταξιδιού αναφέρεται «Εξολόθρευση των Εβραίων, πράγμα που αποδεικνύει ότι η «τελική λύση» ήταν κοινό μυστικό μέσα στην υπηρεσία.

Τι το περίεργο, θα αναρωτηθεί οποιοσδήποτε μη Γερμανός. Στη Γερμανία όμως, η συλλογική ενοχή είναι ακόμη βαριά. Τα αποτελέσματα της μελέτης καταρρίπτουν έναν συστατικό μύθο της ίδρυσης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, τον οποίον καλλιέργησαν, μεταξύ άλλων, και οι ίδιοι οι υπάλληλοι του υπουργείου και είναι ένας από τους μακροβιότερους μύθους περί το Τρίτο Ράιχ: ότι δηλαδή το υπουργείο αυτό επί Χίτλερ έκανε τάχα ό,τι μπορούσε για να αποτρέψει τα χειρότερα, ήταν εστία αντίστασης με σχετικά αυτόνομη υπόσταση, και ότι οι γερμανοί διπλωμάτες δεν γνώριζαν τις λεπτομέρειες των χιτλερικών εγκλημάτων.

Δεν αποτελεί βέβαια είδηση ότι μεταπολεμικά στη Γερμανία σε όλα τα υπουργεία παρέμειναν αξιωματούχοι και υπάλληλοι με ναζιστικό παρελθόν, ότι η «αποναζιστικοποίηση» δεν συντελέστηκε πλήρως και σε βάθος και ότι το γεγονός αυτό δεν θιγόταν επισήμως. Από το 1971 κιόλας, διάφοροι ιστορικοί έχουν μελετήσει το θέμα — πάντα όμως είχαν να αντιμετωπίσουν το καθεστώς των διπλωματών που διαμαρτύρονταν και ένα κράτος που τους διέψευδε και τους αντιμαχόταν ώστε να συντηρήσει το μύθο του. Αφορμή για τη σύσταση της τωρινής επιτροπής, η οποία, σημειωτέον, ερεύνησε μόνο ό,τι αφορά το Υπουργείο Εξωτερικών και δεν ασχολήθηκε καθόλου με άλλες υπηρεσίες, στάθηκε η επιμονή μιας ηλικιωμένης υπαλλήλου του υπουργείου, που επισήμανε με επιστολή της στον Φίσερ, τότε υπουργό, και κατόπιν στον καγκελάριο Σρέντερ ότι στη νεκρολογία ενός διπλωμάτη δεν αναφερόταν λέξη για το ναζιστικό του παρελθόν. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι γερμανοί διπλωμάτες στο Γ΄ Ράιχ

Standard

των Eckart Conze, Norbert Frei, Peter Hayes, Moshe Zimmermann

μετάφραση: Ιωάννα Μεϊτάνη

(Απόσπασμα από την εισαγωγή της μελέτης  Das Amt und die Vergangenheit. Deutsche Diplomaten im Dritten Reich und in der Bundesrepublik, εκδ. Blessing, Βερολίνο 2010)

 

Βερολίνο, 1933

Σε ένα φυλλάδιο με τίτλο Η εξωτερική πολιτική σήμερα, που εξέδωσε το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών το 1979 –ένα χρόνο μετά την έρευνα του Κρίστοφερ Μπράουνινγκ,[1] η οποία δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας–, συνοψίζεται σε μερικές προτάσεις η ιστορία του υπουργείου το διάστημα 1933-1945: «Το Υπουργείο Εξωτερικών πρόβαλλε σκληρή και επίμονη αντίσταση στα σχέδια των αξιωματούχων του εθνικοσοσιαλισμού, δεν κατάφερε ωστόσο να αποτρέψει τα χειρότερα. Το υπουργείο παρέμεινε για καιρό μια “απολιτική” υπηρεσία και οι εθνικοσοσιαλιστές το θεωρούσαν θύλακα αντιπολίτευσης. Στην είσοδο του καινούργιου υπουργείου στη Βόννη βρίσκεται αναρτημένη μια αναμνηστική πινακίδα για τους συνεργάτες του Υπουργείου Εξωτερικών που θυσίασαν τη ζωή τους στον αγώνα ενάντια στη δικτατορία του Χίτλερ». Ακόμη και με την ευμενέστερη ματιά, αυτή ήταν μόνο η μισή αλήθεια. Γιατί η ιστορία του Υπουργείου Εξωτερικών την περίοδο του εθνικοσοσιαλισμού δεν είναι γραμμένη με το μελάνι της αντίστασης και της αντιπολίτευσης. Η εικόνα που καλλιεργούσε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία το ίδιο το Υπουργείο Εξωτερικών για την ιστορία του είναι ένας μύθος.

Συνέχεια ανάγνωσης