Ο Αλτουσέρ, το ΕΑΜ και ο ΣΥΡΙΖΑ: μια αστάθμητη συνάντηση

Standard

του Σταύρου Παναγιωτίδη

 panagiotidisΠοιες είναι οι συνθήκες που ευνοούν σήμερα την προοπτική της κυβέρνησης της Αριστεράς; Θα έλεγα, μεταξύ άλλων, δύο που αφορούν το ίδιο το υποκείμενο της, τον ΣΥΡΙΖΑ. Πρώτον, ότι δεν είναι κομμάτι των βασικών σχέσεων εξουσίας και των πελατειακών δικτύων, με την ευρύτερη έννοια, που όριζαν ως τώρα τις πολιτικές αποφάσεις. Άρα, δεν έχει βεβαρυμμένο πολιτικό «ποινικό μητρώο», αλλά κυρίως δεν έχει τις αντίστοιχες δεσμεύσεις. Δεύτερον, ότι καλείται να κυβερνήσει μέσα σε ένα πεδίο πολύ μεγάλης κρίσης της ιδεολογικής ηγεμονίας των αντιπάλων του, που με κατάλληλες κινήσεις και πρακτικές μπορεί να ρευστοποιηθεί τόσο πολύ που να εδραιώσει στοιχεία μιας νέας ιδεολογικής ηγεμονίας πολύ πιο γρήγορα από όσο φανταζόμαστε.

Όλα αυτά θυμίζουν, τηρουμένων των πολλών αναλογιών, τις συνθήκες ισοπέδωσης της ελληνικής κοινωνίας, υπό τις οποίες το ΚΚΕ ανέλαβε με το ΕΑΜ την πρωτοβουλία της Αντίστασης και της οικοδόμησης νέων σχέσεων εξουσίας και καθημερινότητας στις περιοχές που απελευθέρωνε. Για να το πούμε αλλιώς, τις συνθήκες μέσα στις οποίες η Αριστεράμε τις πρακτικές της έδωσε τον αγώνα για τα μυαλά των ανθρώπων. Συνέχεια ανάγνωσης

Αντίσταση ή υπακοή;

Standard

22 Iουλίου: 70 χρόνια από τη μαζικότερη αντιστασιακή κινητοποίηση της Κατοχής

 

του Μενέλαου Χαραλαμπίδη

 8888888888888888888888Σπάνια βλέπουμε την Αντίσταση κατά την περίοδο της Κατοχής ως ένα τεράστιο ηθικό, πολιτικό και ψυχολογικό δίλλημα που έθεσε τις επιλογές, διαμόρφωσε τις συνειδήσεις και καθόρισε τις ζωές των ανθρώπων: Αντίσταση ή υπακοή; Δράση ή αναμονή; Τον πρώτο χρόνο της Κατοχής, κάθε αντίσταση ενάντια στον κατακτητή φαινόταν μάταιη. Ο αήττητος στρατός της ναζιστικής Γερμανίας κατέλαβε αστραπιαία σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Οι υποστηρικτές της υπακοής απέναντι στους κατακτητές και της στάσης αναμονής έως τη λήξη του πολέμου δικαιώνονταν από τις εξελίξεις. Η κατάσταση επιδεινώθηκε με το ξέσπασμα του κατοχικού λιμού. Η τρομοκρατία της πείνας και των 50.000 περίπου νεκρών, διέγραψε το δίλλημα αυτό από τις σκέψεις των λιμοκτονούντων Αθηναίων. Τα λαϊκά στρώματα γνώρισαν την απόλυτη ανθρωπιστική κρίση της βιολογικής εξόντωσης, τα εισοδήματα της μεσαίας τάξης εξανεμίζονταν από τον πληθωρισμό και η ακίνητη περιουσία της πωλούνταν στους μαυραγορίτες, ακόμη και μερίδα των μεγαλοαστών του Μεσοπολέμου έχασε τις επιχειρήσεις της που έκλειναν λόγω των τεραστίων ελλείψεων σε πρώτες ύλες και εμπορεύματα. Η πλήρης εξαθλίωση βύθιζε την ελληνική κοινωνία σε αδράνεια. Η καθημερινότητα αναλωνόταν στην προσπάθεια εξεύρεσης τροφίμων. Φαίνεται λοιπόν ότι είχε δίκιο ο Γιόζεφ Γκαίμπελς, όταν έγραφε στο ημερολόγιό του:  «Οι κάτοικοι των κατεχόμενων περιοχών είναι βουτηγμένοι στις υλικές έγνοιες. Η πείνα και το κρύο είναι στην ημερήσια διάταξη. Άνθρωποι που η μοίρα τους έχει χτυπήσει τόσο σκληρά, σε γενικές γραμμές δεν κάνουν επαναστάσεις».[1]

Η εξέλιξη που ανέστρεψε αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα, που επανέφερε το δίλημμα αντίσταση ή υπακοή, δεν ήταν η απόλυτη απόγνωση και εξαθλίωση του πληθυσμού, αλλά η εμφάνιση της οργανωμένης αντίστασης. Στην Αθήνα, από την άνοιξη του 1942, με την ύφεση του λιμού, οι αντιστασιακές οργανώσεις δραστηριοποιούμενες στους χώρους εργασίας και εκπαίδευσης, κατάφεραν να κινητοποιήσουν μια κρίσιμη μάζα ανθρώπων, που αποτέλεσε τη βάση για την ανάπτυξη του μαζικότερου αντιστασιακού κινήματος πόλεων πανευρωπαϊκά. Οι συνεχείς μικρές και μεγάλες κινητοποιήσεις έφτασαν στο απόγειό τους τον Φεβρουάριο-Μάρτιο  του 1943, όταν ο αγώνας ενάντια στην πολιτική επιστράτευση οδήγησε στην απόσυρσή της και την αποφυγή της αποστολής δεκάδων χιλιάδων Ελλήνων στα γερμανικά εργοστάσια για καταναγκαστική εργασία.[2] Η μεγάλη νίκη της Αντίστασης, σε συνδυασμό με την κατάρρευση της φασιστικής Ιταλίας, αναπτέρωσε τις ελπίδες του κατεχόμενου λαού. Η Αντίσταση κέρδιζε ανέλπιστες, μέχρι πριν λίγους μήνες, νίκες, πείθοντας όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού για το αναγκαίο της δράσης της. Το δίλημμα αντίσταση ή υπακοή έμπαινε ξανά με διαφορετικούς πλέον όρους. Συνέχεια ανάγνωσης

Κινδυνεύει η δημοκρατία;

Standard

 του Στέφανου Δημητρίου

 Η αυταρχική διακυβέρνηση

6-DIMITRIOU-b

Έργο του Φράνσις Μπέικον, 1969

Είναι κοινός τόπος η κρίση της δημοκρατίας. Η κυβέρνηση Σαμαρά συνδέει την άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας με την «κατάσταση έκτακτης ανάγκης». Η επίκλησή της είναι ένσκοπη ενέργεια, που σχετίζεται με την παραβίαση μιας αρχής συστατικής για το κοινωνικό κράτος δικαίου: το κράτος δεν δικαιούται να εγκαταλείπει τον ρυθμιστικό ρόλο του και τη συναφή εξουσία, που του αναγνωρίζει το Σύνταγμα, να μεριμνά για την ίση και ευχερή πρόσβαση όλων στα δημόσια κοινωνικά αγαθά, όπως είναι η κοινωνική πρόνοια και ασφάλιση, η παιδεία, η υγεία και η εργασία ως προϋπόθεση για αξιοπρεπή ζωή. Η αποσάθρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων προϋποθέτει την επίκληση της «έκτακτης ανάγκης».

Η ηθικοπολιτική δικαιολόγηση αυτών των δικαιωμάτων γίνεται σε αναφορά προς την αξία της ίσης αξιοπρέπειας και της κοινωνικής αλληλεγγύης. Το εναγκαλιζόμενο με τον εσμό της ακροδεξιάς πρωθυπουργικό επιτελείο κηρύττει τον αναγκαίο περιορισμό αυτών των αρχών, τις οποίες διασύρει ως απολιθώματα της μεταπολίτευσης. Προφανώς και έχουν πρόβλημα με τη μεταπολίτευση όσοι δεν είχαν πρόβλημα με τη χούντα — με τη θρασεία αρωγή των ΜΜΕ, ορισμένα από τα οποία εξακολουθούν να δανείζονται από τις τράπεζες, όταν ένας μικροεπαγγελματίας δεν μπορεί. Ο τελευταίος πρέπει να πιστέψει ότι του φταίνε οι «Μεχμέτ» και οι «Χασάν» — απλώς και μόνο επειδή δεν τους λένε «Γιάννη» ή «Κώστα»–, αυτοί που σταυρώνονται από τους επανακάμψαντες Χίτες, οι οποίοι υψώνουν σβάστικες στις συνοικίες της Αθήνας. Η αυταρχική εκτροπή του νεοφιλελευθερισμού έχει ανάγκη τους νεοναζί της Χρυσής Αυγής, προκειμένου να πλήξει τη δημοκρατία και την Αριστερά, για να επιτύχει την υποταγή της δυσπραγούσας κοινωνίας.

 Η ιδεολογική ταύτιση ΠΑΣΟΚ-Ν.Δ. και η συνεργασία με την Ακροδεξιά

Ας αναρωτηθούμε: η διακυβέρνηση ασκείται δημοκρατικά ή αυταρχικά; Εάν ισχύει το δεύτερο, τότε, ως αξιωματική αντιπολίτευση, καλώς στηρίζουμε όσους δικαίως διαμαρτύρονται. Η ειρηνική διαμαρτυρία είναι έκφραση της δημοκρατικής νομιμότητας και του συλλογικού δημοκρατικού αυτοκαθορισμού. Ο ΣΥΡΙΖΑ εντέλλεται να εκφράσει αυτή την αγανάκτηση, να τη θέσει εντός του αντιπολιτευτικού και προγραμματικού του λόγου και να την αναδείξει στο κοινοβούλιο και την κοινωνία. Όσοι λοιδορούν τον ΣΥΡΙΖΑ, επειδή στηρίζει τη διαμαρτυρόμενη κοινωνία, παραβλέπουν ότι αυτός πράττει με σεβασμό στην αντιπροσωπευτική μορφή του πολιτεύματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ασκώντας αντιπολίτευση, πράττει το καθήκον του. Αντιπροσωπεύει αυτούς που τον όρισαν αξιωματική αντιπολίτευση. Συνέχεια ανάγνωσης

Επετειακές ιστορικές δυσαναλογίες

Standard

ΔΙΑΦΟΡΙΔΙΑ – ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ

της Αγγέλικας Ψαρρά

Γυναίκες ψηφίζουν στην Ελεύθερη Ελλάδα. Φωτογραφία του Σπύρου Μελετζή

Ας εξομολογηθώ, μέρα που ’ναι, την αμαρτία μου. Κι ας μου συγχωρεθεί να υποστηρίξω πως ελάχιστες υπηρεσίες στα ζητούμενα της σημερινής συγκυρίας προσφέρει στη δική μας Αριστερά η τρέχουσα πλέον κατάχρηση των ιστορικών αναλογιών, ιδιαίτερα εκείνων που σχετίζονται με την Κατοχή και την Αντίσταση. Γιατί είναι βέβαιο ότι δεν πρόκειται πλέον για μια γενικόλογη προσφυγή σε πτυχές της ιστορίας του εγχώριου αντιφασισμού. Η αναζήτηση ιστορικών προηγουμένων είναι ως ένα βαθμό αναμενόμενη, καθώς στη διαδικασία της συγκρότησής τους κάθε λογής κινήματα, κινήσεις και συσσωματώσεις κατασκευάζουν τη γενεαλογία τους, κατονομάζουν τους προπάτορές τους –άντε, και κάποιες προμήτορες– και επιλέγουν τους ιστορικούς τους συμβολισμούς. Οι μεταβαλλόμενες σημασίες που φορτώνονται κατά καιρούς οι «εθνικές επέτειοι», με άλλα λόγια οι μετατροπές που υφίστανται τα περιεχόμενά τους από τη μια χρονιά στην άλλη, συνιστούν ένα καλό παράδειγμα. Πεδίο διεκδίκησης –και διαμάχης– και η ίδια η τελετουργία του εορτασμού, μαρτυρά τη διαπάλη διαρκείας των αντίστοιχων νοημάτων: με την έννοια αυτή, οι επέτειοι δεν είναι δεδομένες, αλλά επινοούνται κάθε φορά εκ νέου προκειμένου να ικανοποιήσουν διαφορετικές κάθε φορά προσμονές.

Μόνο που δεν πρόκειται γι’ αυτό: οι συνεχείς συγκρίσεις των σημερινών συνθηκών με εκείνες της εμπόλεμης δεκαετίας του ’40 υποδεικνύουν ότι το παρελθόν δεν ανασύρεται απλώς προκειμένου να εμπνεύσει τις παροντικές –αντιφασιστικές, αντιμνημονιακές ή όποιες άλλες– πολιτικές πρακτικές και να τις νομιμοποιήσει, προικίζοντάς τες με το απαραίτητο ιστορικό βάθος. Σπεύδω να ξεκαθαρίσω ότι η έγνοια μου δεν είναι τόσο οι ιστορικές ανακρίβειες: γνωρίζουμε πια τους μηχανισμούς με τη βοήθεια των οποίων το παρόν κατορθώνει να διαβάζει τα παρελθόντα λίγο πολύ κατά το δοκούν, παραμερίζοντας με συγκινητική αδιαφορία τα πραγματικά περιστατικά, για να δανειστώ τη σχετική διατύπωση του Φίλιππου Ηλιού. Εκείνο που μου φαίνεται ανησυχητικό είναι ότι στον δημόσιο αριστερό λόγο, η εμπειρία της αντίστασης στη ναζιστική κατοχή εμφανίζεται όλο και συχνότερα σαν το θαυματουργό κλειδί που θα επιτρέψει την κατανόηση των σημερινών προβλημάτων και θα υπαγορεύσει τις μεθόδους αντιμετώπισής τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Η Αριστερά και η αξία του δημοκρατικού πατριωτισμού

Standard

 του Στέφανου Δημητρίου

Bάλιας Σεμερτζίδης, «Συνεδρίαση αυτοδίοικησης στα Άγραφα», 1944-1945

Η κατασκευή ενός προβλήματος: είναι ο ΣΥΡΙΖΑ το νέο ΠΑΣΟΚ;

Ο ΣΥΡΙΖΑ εγκαλείται ότι μεταλλάσσεται σε «νέο ΠΑΣΟΚ». Αφορμή, η αξιόλογη πρωτοβουλία του «Νέου Αγωνιστή» να οργανώσει συγκέντρωση με θέμα αν ισχύει σήμερα το τρίπτυχο: Εθνική Ανεξαρτησία – Λαϊκή Κυριαρχία – Κοινωνική Απελευθέρωση. Η αιτίαση είναι άδικη, διότι η επεξεργασία του δημοκρατικού σοσιαλισμού, η οποία αναγκαίως περιλαμβάνει το ανωτέρω τρίπτυχο, υπερβαίνει κατά πολύ τη διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη. Η τελευταία προέταξε αυτές τις αρχές ως σύνθημα ικανό να οδηγήσει στη δήωση των ιδεών και των αξιών της Αριστεράς, ώστε το –ενίοτε εξιδανικευόμενο σήμερα– ΠΑΣΟΚ του ’74-’81 να εφορμήσει προς την εξουσία, για να το εγκαταλείψει αμέσως. Μετά, ασχολήθηκε με το βάψιμο, δηλαδή πώς θα βάψει πράσινο το μαύρο πελατειακό κράτος, που δημιούργησε η μεταπολεμική, δωσιλογική Δεξιά. Το ΠΑΣΟΚ διετήρησε όλα τα πελατειακά γνωρίσματα του κράτους, συχνά τονίζοντάς τα. Γι’ αυτό ούτε υπήρξε ούτε μπορεί να υπάρξει θεωρητική επεξεργασία για τον δημοκρατικό σοσιαλισμό που να περιλαμβάνει τις πομπώδεις διακηρύξεις του ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ απαξίωσε όχι μόνο τη συστηματική θεωρητική επεξεργασία αλλά και τον στοιχειώδη σχετικό προβληματισμό. Δεν χρειάζεται, άλλωστε, παρόμοιος προβληματισμός ούτε, βεβαίως, η συστηματική επεξεργασία προβλημάτων και εννοιών, για να μπορεί να λέει κάποιος «Μάλιστα, κ. πρόεδρε».

Αυτό το τρίπτυχο, όπως θα προσπαθήσω να δείξω, συγκροτεί την έννοια του δημοκρατικού πατριωτισμού και, μάλιστα, είναι ανιχνεύσιμο στην παράδοση του φιλελεύθερου και δημοκρατικού συνταγματισμού της Ελληνικής Επανάστασης. Το άρθρο 36 του Συντάγματος της Τροιζήνας, το 1827, κατοχυρώνει τη φιλελεύθερη διάκριση των εξουσιών, ενώ το άρθρο 5 τη λαϊκή κυριαρχία ως βάθρο του δημοκρατικού συνταγματισμού. Σε αυτό το άρθρο, ορίζεται ότι η συντακτική εξουσία απορρέει από την κυριαρχία η οποία ανευρίσκεται στο έθνος. Έτσι, συντίθενται οι δύο παραδόσεις, με τον δημοκρατικό συνταγματισμό να αποτελεί υπερκείμενη έννοια και αξία. Διακρίνονται όμως και στην κορύφωση αυτής της παράδοσης, το ΕΑΜ. Είναι δηλωτικό της συνέχειας το άρθρο 2 του πρώτου ψηφίσματος της ΠΕΕΑ, στο οποίο αναγράφεται ότι «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό και ασκούνται από τον λαό». Το ΕΑΜ ήταν η σύγχρονη διατράνωση της λαϊκής κυριαρχίας και του δημοκρατικού πατριωτικού φρονήματος, που συνδύαζε την εθνική με την κοινωνική απελευθέρωση. Συνέχεια ανάγνωσης

Από το ΕΑΜ στην ΕΔΑ

Standard

Η ραγδαία ανασυγκρότηση της ελληνικής Αριστεράς και οι μεταμφυλιακές πολιτικές πολιτικές αναγκαιότητες

 Από αύριο Δευτέρα θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία η νέα μελέτη του Μιχάλη Λυμπεράτου «Από το ΕΑΜ στην ΕΔΑ. Η ραγδαία ανασυγκρότηση της ελληνικής Αριστεράς και οι μεταμφυλιακές πολιτικές αναγκαιότητες» (εκδόσεις Στοχαστής). Όπως επισημαίνει και ο Προκόπης Παπαστράτης στον πρόλογό του, η σφαιρική αυτή μελέτη, με τη μεθοδική αποκατάσταση των γεγονότων,  φωτίζει μια συναρπαστική διαδρομή: πώς η καθημαγμένη από τον Εμφύλιο Αριστερά κατορθώνει, παρά τον ανηλεή διωγμό της, να αναδειχθεί σε παράγοντα με καθοριστικό ρόλο στην πολιτική ζωή. Μια ιστορική γνώση εξαιρετικά χρήσιμη και για την πολιτική του σήμερα.  Προδημοσιεύουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από την εισαγωγή.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 

 Η ραγδαία μετεμφυλιακή ανασύνταξη της ελληνικής Αριστεράς συνιστά αναμφισβήτητα ένα ιστορικό παράδοξο: είναι ίσως δυσκατάληπτο το πώς μια ηττημένη πολιτική δύναμη σε έναν καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο, ιδεολογικά κατασυκοφαντημένη και αντιμέτωπη με ένα κράτος που παρέτεινε εις βάρος της τις πρακτικές του εμφυλίου για δεκαετίες, κατορθώνει να ανασυνταχθεί σε τέτοιο βαθμό μέσα σε μόνο μια πενταετία, ώστε να αποτελέσει μια εν δυνάμει πλειοψηφική δύναμη και ακόμα και εκλογικά να διεκδικήσει την πολιτική εξουσία. Αυτό, σε πείσμα της εκτεταμένης προσπάθειας που καταβλήθηκε με τη συνδρομή του κρατικού μηχανισμού να ανασυγκροτηθούν οι κοινωνικές συμμαχίες των νικητών του εμφυλίου πολέμου, μέσω των επιλεκτικών διανομών  της βοήθειας του σχεδίου Μάρσαλ αλλά και μιας κρατικής πολιτικής που αναδιένειμε κεφάλαια και παρείχε εργασιακή και κοινωνική αποκατάσταση με σαφή πολιτικά κριτήρια προς όφελος των υποστηρικτών των νέων δομών εξουσίας…

Και όμως όλα αυτά φαίνεται ότι δεν αρκούν για την πολιτική καθήλωση της Αριστεράς, όπως ευελπιστούσαν οι μηχανισμοί επιβολής της αστικής εξουσίας. Ακόμα και όταν το κράτος επιστρατεύει ωμές μορφές μαζικής τρομοκρατίας και προβαίνει ακόμα και σε εκτελέσεις παραδειγματισμού, όπως του Ν. Μπελογιάννη  και των συντρόφων του, προσπαθεί τελικά να σταματήσει το απευκταίο: την επικείμενη ανασυγκρότησή της, μια δυναμική με πανευρωπαϊκά χαρακτηριστικά. Έτσι, όλη η μετεμφυλιακή ιστορία της χώρας κατατρύχεται από το φάντασμά της, που πλανιέται ως απειλή, πολύ πιο σοβαρή από ότι από την επίσημη εξουσία γίνεται παραδεκτό. Και μάλιστα παρά την συμπαράσταση των Αμερικανών, που εκτός από τις στρατιωτικές ενισχύσεις και την ανάλογη «τεχνογνωσία», βοηθούν το κράτος να καλλιεργήσει  την υστερία της «έθωξεν» απειλής, να στρατιωτικοποιήσει την κοινωνία, κατασκευάζοντας έναν υπέρογκο, για τα πληθυσμιακά δεδομένα της χώρας, στρατό και να αναζητήσει τους «προδότες» υποβάλοντας τους σε ανηλεή καταδίωξη, αφού που υποτίθεται διευκόλυναν τους βαλκάνιους γείτονες να εξυπηρετήσουν τα επεκτατικά τους σχέδια. Συνέχεια ανάγνωσης

Μια ιστορική πρόκληση: το ΕΑΜ

Standard

ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΕΑΜ

 του Σπύρου Ι. Ασδραχά

Για το ΕΑΜ είναι εύκολο στον καθένα να μιλήσει, με έξαρση μάλιστα, αν ανήκει στη γενεαλογία του. Όσοι ήταν ώριμοι στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 έχουν  πάρει το μονοπάτι του θανάτου. Λίγοι από τους νέους της δεκαετίας του 1940 επιζούν. Όσοι ανήκουν στη μικρότερη ηλικιακή κλάση που το αγκάλιασε, τα Αετόπουλα, σήμερα κοντεύουν να γίνουν ογδοηντάρηδες· άλλοι απ’ αυτούς, όσοι βίωσαν φυσιολογικά, έφυγαν και απομείναντες πήγαν στο ξόδι τους. Το ΕΑΜ όμως δεν είναι μια διαγεναϊκή μνήμη που κρατά όσο και η προφορική διαιώνισή της: το ΕΑΜ είναι ιστορία, και η ιστορία δεν έχει τέλος, γιατί δεν είναι μόνο η περιγραφή συμβάντων, αλλά μια ανασηματοδοτούμενη επιθυμία, βούληση και ερμηνευτική προκείμενη του παρόντος. Έχει γίνει μια ζώσα ιστορία.

ΕΑΜ, δηλαδή Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Ας αναστοχαστούμε αυτές τις τεταμένες λέξεις. Εθνικό: ο κύριος συντελεστής του, το ΚΚΕ, ήταν κόμμα διεθνιστικό που υπερέβαινε το έθνος μέσω μιας τάξης που από υποτελής γινόταν ηγεμονική, της εργατικής τάξης· μιας τάξης επαναστατικής.

Η συγκυρία του πολέμου ανάδειξε τον πατριωτισμό, κι αυτός δεν μπορούσε να είναι παρά εθνικός, αφού ο πόλεμος έφερνε αντιμέτωπα κράτη, συνεκτικός δεσμός των οποίων ήταν η εθνική ιδεολογία. Η μητέρα του διεθνισμού ήταν μια αυτοκρατορία πολυσύνθετη, που θέλησε να μεταλλαχθεί σε υπερεθνική ταξική ενότητα. Η πραγματολογία όμως της ιστορίας δεν είναι ταυτόσημη με τη λογική της: το διαλεκτικό σχήμα θέση-αντίθεση-σύνθεση προσέκρουε  στη μεσοχρονική –όπως πιστευόταν– διάρκεια, και στη διαλεκτική αντιπαρατασσόταν η λεγόμενη «τυπική λογική»: ή – ή. Η λήψη αποφάσεων υποτασσόταν, στη συγκεκριμένη συγκυρία, σ’ αυτή τη λογική. Ο πόλεμος δεν μπορούσε παρά να είναι πατριωτικός, δηλαδή εθνικός. Πόλεμος, για τους ηττημένους, απελευθερωτικός.

Απελευθέρωση από ποιους; Όχι από τους ταξικούς κυρίαρχους, αλλά από τους εχθρούς της πατρίδας, συνεπώς του έθνους, του αστικού έθνους στην περίπτωση των χωρών που δεν ανήκαν στους κρατικούς σχηματισμούς που απέρρεαν από την επανάσταση του 1917. Με ποιον μοχλό; Το Μέτωπο. Είχε ήδη δοκιμαστεί ο μοχλός αυτός στο κοινωνικό πεδίο.  Το Μέτωπο συνεπαγόταν τη σύγκλιση ετεροτήτων χάρη  σε έναν γενικώς αποδεκτό ενοποιητικό παράγοντα, την απελευθέρωση από την ξένη κατοχή. Αυτό θέλησε να πραγματοποιήσει το ΕΑΜ, και εν πολλοίς το πραγματοποίησε. Συνέχεια ανάγνωσης