Οι μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση και το «εθνικό σπορ» του διασυρμού

Standard

της Αιμιλίας Σαλβάνου

2-salvanoy

«Μεγαλέξαντρος και Ρωξάνη» Σκίτσο του Μποστ

Ποιος θυμάται σήμερα ότι στα μέσα της δεκαετίας του 1960 είχε υποβληθεί αίτημα στην Ιερά Σύνοδο για αφορισμό του Ευάγγελου Παπανούτσου; Eίχε δεχτεί σφοδρότατες κατηγορίες για την κομβική συμμετοχή του στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου, η οποία θεωρήθηκε από τους συντηρητικούς κύκλους «αντεθνική και ανίερη συνωμοσία των απάτριδων και άθεων ανατροπέων της Εθνικής μας Παιδείας». Αιχμή της κριτικής ήταν η εισαγωγή της δημοτικής στο δημοτικό και η καθιέρωση της ισοτιμίας της με την καθαρεύουσα στις άλλες βαθμίδες της εκπαίδευσης. Η δημοτική, σύμφωνα με τους επικριτές της μεταρρύθμισης, θα άμβλυνε την εθνική συνείδηση των μαθητών, θα εισήγαγε την αθεΐα και θα τους έφερνε πιο κοντά στον κομμουνισμό… Συνέχεια ανάγνωσης

Tα «καθαρά χέρια» της Χρυσής Αυγής

Standard

συνέντευξη του Κωστή Παπαϊωάννου

Μιλάει για την «ιατροποινική καταστολή», τη διάχυση του νεοναζισμού, τον εκφασισμό κράτους και κοινωνίας, το σχολείο, τον σύγχρονο αντιφασισμό

Kostis Papaioannou ÊÙÓÔÇÓ ÐÁÐÁÉÙÁÍÍÏÕ«Η πολιτική και κοινωνική εξουδετέρωση της Χ.Α. περνάει μέσα από την ίδια τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και το κράτος πρόνοιας»

Πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε η μελέτη του Κωστή Παπαϊωάννου Τα «καθαρά χέρια» της Χρυσής Αυγής. Εφαρμογές ναζιστικής καθαρότητας (εκδ. Μεταίχμιο). Ο συγγραφέας, εκπαιδευτικός και πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, είναι γνωστός από την αρθρογραφία και τη δράση του, εδώ και χρόνια, ενάντια στον ρατσισμό, τη μισαλλοδοξία και τον νεοναζισμό. Σήμερα, με το βιβλίο του (που γράφτηκε το καλοκαίρι, αλλά πρόλαβε και τις τελευταίες εξελίξεις, με τη σύλληψη Μιχαλολιάκου) μας προσφέρει μια ολοκληρωμένη ανάλυση. Ξεκινώντας από τη γνωστή φράση του Ν. Μιχαλολιάκου για τα «καθαρά χέρια», εξετάζει κομβικά ζητήματα, όπως η άνοδος της Χ.Α., τα «νοσήματα» στους διάφορους χώρους στα οποία οι νεοναζί έρχονται να «απολυμάνουν», τον εκφασισμό του κράτους και της κοινωνίας. Για όλα αυτά, μιλήσαμε μαζί του.

Στρ. Μπ.

Το βιβλίο επιγράφεται Τα «καθαρά χέρια» της Χρυσής Αυγής. Αλλά και σε όλο το κείμενο το δίπολο «καθαρότητα/καθαρό» vs «βρομιά/βρόμικο» είναι κεντρικό στην ανάλυση. Ποιο ρόλο παίζει στον λόγο και την πρακτικής της Χ.Α.;

Η διαρκής προβολή της αξίας της καθαρότητας, τα «καθαρά χέρια», ο «τόπος που θα ξεβρομίσει», δεν είναι απλή επικοινωνιακή στρατηγική. Η καθαρότητα αποτελεί κομβικό σημείο στην πρόσληψη του ναζιστικού φαινομένου γενικά, και του σύγχρονου ελληνικού νεοναζισμού ειδικά. Διατρέχει τον λόγο ως καθαρότητα, και την πράξη ως εκκαθάριση και εξόντωση του βρόμικου, του μιαρού. Στο αίτημα για καθαρότητα συναρμόζεται η τακτική με την πολιτική, γιατί αποτελεί πρωτίστως εκ των ων ουκ άνευ όρο για την υλοποίηση του προγράμματος της Χ.Α. και αντανακλά το προγραμματικό της εύρος. Η έννοια της καθαρότητας, ως δομικό στοιχείο κάθε εθνικοσοσιαλιστικού και φασιστικού προγράμματος, δεν μένει στο επίπεδο του αιτήματος. Το αίτημα συνοδεύεται από την επιβολή του.

Ναζιστική αφίσα του 1932: Η έγερση των εργατών

Ναζιστική αφίσα του 1932: Η έγερση των εργατών

Ας πάρουμε το κοινωνικό σώμα, το σώμα της κοινότητας του λαού, που θα έλεγαν και οι νεοναζί, πάλαι ποτέ αγαπημένοι των τηλεοπτικών πάνελ και του λαϊφστάιλ. Αυτό ταυτίζεται με το σώμα των Ελλήνων· οι υπόλοιποι δεν ενδιαφέρουν. Μετά περνάμε στο δεύτερο στάδιο της εκκαθαριστικής λογικής, στάδιο ιστορικά αναγκαίο για τον φασισμό: ακόμα και αν αποβάλουμε τους ξένους, το σώμα των Ελλήνων δεν θα περιλαμβάνει όλους τους Έλληνες, αλλά όσους αναγνωρίζουν αυτό το σώμα ως τέτοιο, όσους αποδέχονται τους όρους ένταξης σε αυτό, άρα όσους πληρούν τα κριτήρια καθαρότητας. «Ανθέλληνες», «απάτριδες», «ελληνόφωνοι», όσοι αποτυγχάνουν στο τεστ ελληνοφροσύνης πρέπει να αποκοπούν από το εθνικό σώμα. Η κατηγορία περιλαμβάνει από φιλελεύθερους δεξιούς κοσμοπολίτες μέχρι αριστερούς διεθνιστές, από σοσιαλδημοκράτες ευρωπαϊστές αστούς μέχρι αναρχικούς, όλους τέλος πάντων όσοι δεν συντάσσονται εφ’ ενός ζυγού σε θέματα εθνικής ταυτότητας και αυτοεικόνας, διεθνών σχέσεων, ελληνικού και βαλκανικού εθνικισμού, σχέσεων κράτους και Εκκλησίας κ.λπ. Συνέχεια ανάγνωσης

Διγλωσσία: Πρόβλημα, δικαίωμα ή κοινωνικό κεφάλαιο;

Standard

του Γιώργου Μπουγελέκα

Φερνάν Λεζέ, «Σύνθεση με τρεις μορφές», 1932

Φερνάν Λεζέ, «Σύνθεση με τρεις μορφές», 1932

Σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια διαπιστώνεται η έντονη πλέον παρουσία δίγλωσσου μαθητικού πληθυσμού. Τα φαινόμενα διγλωσσίας στην Ελλάδα άρχισαν να παρατηρούνται και να μελετούνται κυρίως την τελευταία δεκαετία, καθώς η χώρα έχει αλλάξει από χώρα εξαγωγής μεταναστών σε χώρα υποδοχής από πολλά μέρη του κόσμου. Για τον λόγο αυτό, τα θέματα διγλωσσίας και δίγλωσσης εκπαίδευσης έχουν ορμητικά καταλάβει μια από τις πρωτεύουσες θέσεις στα ελληνικά κοινωνικά και εκπαιδευτικά πλαίσια. Μέχρι τώρα, το μοναδικό μέλημα των ελληνικών πολιτικών και εκπαιδευτικών αρχών είναι η επιτυχής διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας. Μια τέτοια πολιτική είναι πια εντελώς αναντίστοιχη με τις συνθήκες.

Γενικά, οι άλλες γλώσσες είναι δυνατόν να αντιμετωπισθούν από ορισμένους ως πρόβλημα, από κάποιους άλλους ως δικαίωμα, ενώ από κάποιους τρίτους ως κοινωνικός πόρος ή κεφάλαιο.

Α. Αν αντιμετωπισθεί η γλωσσική ετερότητα ως πρόβλημα, τότε η γλωσσική αφομοίωση είναι αποκλειστικός μακροπρόθεσμος στόχος που επιτάσσει είτε την απευθείας παράκαμψη της όποιας άλλης γλώσσας είτε τη σταδιακή μετάβαση από αυτήν προς την ελληνική. Αυτές οι προσεγγίσεις υπηρετούνται με τα μοντέλα εμβύθισης (submersion) ή και με τα μοντέλα μεταβατικής δίγλωσσης εκπαίδευσης(transitionalbilingualeducation). Πρόκειται για δύο προγράμματα ενάντια στη δίγλωσση εκπαίδευση, τα οποία εμφανίστηκαν αρχικά στις ΗΠΑ, τις δύο τελευταίες δεκαετίες.1

Η συνήθης διδακτική πρακτική είναι η απαίτηση των διδασκόντων προς τους γονείς των νηπίων για άμεση διακοπή ακόμη και της ενδοοικογενειακής χρήσης της μητρικής τους γλώσσας, θεωρώντας ότι εκεί βρίσκεται το πρόβλημα της σχολικής τους αποτυχίας. Πρόκειται, κατά τον JimCummins, για λανθασμένη αντίληψη «της διγλωσσίας των παιδιών ως δήθεν προβλήματος που πρέπει να λυθεί» και η οποία «συχνά οδηγεί σε τύπους αλληλεπίδρασης δασκάλου-μαθητή που μεταδίδουν στους μαθητές το μήνυμα ότι πρέπει να αφήσουν έξω από την πόρτα του σχολείου τη γλώσσα τους και τον πολιτισμό τους».2 Συνέχεια ανάγνωσης

Δουλειά, εκπαίδευση και ελευθερία

Standard

Ο Νόαμ Τσόμσκυ μιλάει για τα νεανικά του χρόνια, τις σπουδές, το παιχνίδι, τη χειραφέτηση

 Συνέντευξη του Νόαμ Τσόμσκυ

 μετάφραση: Λ. Ροδάμνης

Ο Τσόμσκυ διδάσκει γλωσσολογία στο ΜΙΤ, τη δεκαετία του 1950

Ο Τσόμσκυ διδάσκει γλωσσολογία στο ΜΙΤ, τη δεκαετία του 1950

Θα ήθελα να ξεκινήσω με το εξής ερώτημα: Ποια είναι η ενασχόληση που πραγματικά σας γεμίζει; Να ξεκινήσουμε από την προσωπική σας ζωή και τη διπλή σας σταδιοδρομία στη γλωσσολογία και στον πολιτικό αγώνα, τι λέτε;

 Αν είχα το χρόνο, θα περνούσα πολύ περισσότερο καιρό ασχολούμενος με τη γλώσσα, τη φιλοσοφία, τη γνωσιολογία, διανοητικά πεδία με εξαιρετικό ενδιαφέρον. Ωστόσο, μεγάλο μέρος της ζωής μου το αφιερώνω στη μία ή την άλλη μορφή πολιτικής δραστηριότητας: διάβασμα, συγγραφή, οργανωτική δράση, ακτιβισμό κ.ο.κ. Όλα αυτά  αξίζει πραγματικά να τα κάνουμε, είναι αναγκαίο, αλλά δεν είναι πάντα συναρπαστικά από διανοητική άποψη. Πολλές φορές είτε δεν καταλαβαίνουμε τίποτα είτε μένουμε σε ένα επιφανειακό επίπεδο. Το κάνω ωστόσο, επειδή είναι απαραίτητο. Το είδος της δουλειάς που πρέπει να καταλαμβάνει το βασικό μέρος της ζωής μας είναι  αυτό που θέλαμε να κάνουμε αν δεν πληρωνόμασταν γι’ αυτό: η ενασχόληση που προκύπτει από τις εσωτερικές μας ανάγκες, ενδιαφέροντα και ανησυχίες.

Πιστεύετε λοιπόν ότι ένα άτομο ξέρει πραγματικά τι είναι αυτό που θέλει να κάνει;

Υπό τις κατάλληλες συνθήκες, ναι. Τα παιδιά, για παράδειγμα, είναι εκ φύσεως περίεργα — θέλουν να μάθουν τα πάντα, θέλουν να εξερευνήσουν τα πάντα, αλλά συνήθως αυτό φροντίζουν να τους το βγάλουν από το κεφάλι τους. Μπαίνουν σε πειθαρχημένες δομές, όπου τα πράγματα οργανώνονται με άκαμπτο τρόπο.   Συνέχεια ανάγνωσης

«Ο άνθρωπος πάνω από το Μνημόνιο»

Standard

Προς ένα αριστερό, λαϊκό πρόγραμμα για την εκπαίδευση

της Σίσσυς Βελισσαρίου

Άουγκουστ Χέρμπιν, «Πίνακας», 1927

Η Αριστερά στην Ελλάδα, για ποικίλους ιστορικούς λόγους, έχει ιεραρχήσει την εκπαίδευση ως έναν από τους πλέον κρίσιμους χώρους για την πολιτική, κοινωνική και μορφωτική της παρέμβαση. Κι αυτό γιατί η πρόσβαση στο αγαθό της εκπαίδευσης και η απόλαυσή του, με ό,τι συνεπάγεται (υλική απολαβή, ταξική άνοδο, κοινωνική καταξίωση, συμβολικό κεφάλαιο κλπ.) υπήρξε και παραμένει βαθύτατα λαϊκό αίτημα με χειραφετητικό χαρακτήρα. Από την κατίσχυση του νεοφιλελευθερισμού, η εκπαίδευση μετατρέπεται στον ευαίσθητο εκείνο δέκτη που συμπυκνώνει κύριες αντιθέσεις και καταγράφει αντιφάσεις που διαπερνούν το κοινωνικό σώμα. Εξού και η σωρεία άκρως πολιτικών παρεμβάσεων από το κυρίαρχο μπλοκ, κυρίως στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η οποία συχνά χρησιμοποιείται ως χώρος προσομοίωσης ριζοσπαστικών αντιλαϊκών πολιτικών με μακροπρόθεσμους στόχους. Ωστόσο –τι ειρωνεία!– ακόμα και η κατεξοχήν επιθετική πολιτική της θεσμοθέτησης ιδιωτικών πανεπιστημίων, μέσω της κατάργησης του άρθρου 16, «αξιοποιούσε» την επιθυμία και ανάγκη για εκπαίδευση όσων περισσότερων γίνεται, έστω με στρεβλό, διότι αγοραίο, τρόπο.

Το ερώτημα που πρέπει να τεθεί σήμερα από την Αριστερά είναι: Το Μνημόνιο εισάγει κάποια ειδοποιό διαφορά στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην οποία έχει τεθεί η εκπαίδευση από την εποχή Αρσένη; Κατά τη γνώμη μου ναι, και αυτή έγκειται στο ότι το Μνημόνιο στρέφεται πρωτίστως κατά των εκπαιδευτικών –κατά συνέπεια και κατά των εκπαιδευόμενων– σαν μια τερατώδης μηχανή που καταβροχθίζει τον άνθρωπο ως έμβιο ον, καταστρέφοντας τη ζωή ως βιολογική ύπαρξη. Σε αντίθεση με προηγούμενες νεοφιλελεύθερες πολιτικές, που έθιγαν κυρίως δομές, θεσμούς και τους/τις εκπαιδευτικούς εμμέσως διά των συνεπειών ή παρενεργειών τους (ελλιπής απορρόφησή τους από ιδρύματα, κυριαρχία των ευέλικτων σχέσεων εργασίας, ιδίως στις δυο πρώτες βαθμίδες, και ανεργία), η τωρινή επίθεση συνενώνει τους/τις εκπαιδευτικούς με τα άλλα θύματα του Μνημονίου σε μια αναλώσιμη μάζα ανέργων, νεόπτωχων και διαβιούντων σε μόνιμο καθεστώς στέρησης. Συνέχεια ανάγνωσης

Το Πανεπιστήμιο λογοδοτεί όχι στο παρόν, αλλά στο παρελθόν και στο μέλλον

Standard

Στο πλαίσιο των αντιδράσεων και της έντονης συζήτησης που έχει προξενήσει, στους κόλπους των πανεπιστημίων, οι προτάσεις του Υπουργείου Παιδείας για την ανώτατη εκπαίδευση, δημοσιεύουμε σήμερα αποσπάσματα από ένα παλιότερο, αλλά εξαιρετικά επίκαιρο κείμενο: την ομιλία της Catherine Drew Gilpin Faust, ιστορικού ειδικευμένης στον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο – κατά την επίσημη τελετή ανάληψης των καθηκόντων της ως 28ης προέδρου του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, 12.10.2007. Το πλήρες κείμενο είναι προσιτό στη διεύθυνση http://www.president.harvard.edu/speeches/faust/071012_installation.php )

«ΕΝΘΕΜΑΤΑ»

της Κάθριν Ντριου Γκίλπιν Φάουστ

μετάφραση: Ελένη Καλαφάτη

Τα Πανεπιστήμια, πράγματι, έχουν την υποχρέωση της λογοδοσίας. Αλλά εμείς, στην ανώτατη εκπαίδευση, χρειάζεται να πάρουμε την πρωτοβουλία να ορίσουμε για ποιο πράγμα λογοδοτούμε. Μας ζητούν να αναφέρουμε ποσοστά αποφοίτησης, στατιστικά στοιχεία για την εισαγωγή στα προπτυχιακά τμήματα, αποτελέσματα τυποποιημένων τεστ που αποσκοπούν στην εκτίμηση της «προστιθέμενης αξίας» των χρόνων φοίτησης, τα δολάρια από την έρευνα, τον αριθμό των δημοσιεύσεων των διδασκόντων. Αλλά τέτοια μετρήσιμα μεγέθη δεν μπορούν να συλλάβουν τα επιτεύγματα, πόσο μάλλον τις επιδιώξεις των πανεπιστημίων. Πολλές από αυτές τις μετρήσεις είναι χρήσιμες και ρίχνουν φως σε συγκεκριμένες όψεις του εγχειρήματός μας. Οι στόχοι μας, όμως, είναι πολύ πιο φιλόδοξοι και ως εκ τούτου είναι πολύ πιο δύσκολο να εξηγήσουμε την ευθύνη μας.

Επιτρέψτε μου να αποτολμήσω έναν ορισμό. Η ουσία του πανεπιστημίου είναι ότι λογοδοτεί αποκλειστικά στο παρελθόν και το μέλλον –όχι απλώς ή έστω κυρίως στο παρόν. […]. Ένα πανεπιστήμιο κοιτάζει και προς τα πίσω και προς τα εμπρός με τρόπους που πρέπει –που θα όφειλε– να έρχονται σε σύγκρουση με τις με τις άμεσες ανησυχίες ή απαιτήσεις ενός κοινού. Τα πανεπιστήμια αναλαμβάνουν δεσμεύσεις δεν έχουν συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα, κι αυτές οι επενδύσεις έχουν αποδόσεις που δεν μπορούμε να προβλέψουμε και συχνά δεν μπορούμε να μετρήσουμε […] Αισθανόμαστε αμήχανοι όταν επιχειρούμε να δικαιολογήσουμε αυτές τις προσπάθειες με όρους αποτελεσματικότητας, ως μετρήσιμα χρήσιμες σε ιδιαίτερες σύγχρονες ανάγκες. Αντίθετα, τις συνεχίζουμε «γι’ αυτές τις ίδιες», γιατί ορίζουν εκείνο που στο πέρασμα των αιώνων μάς έκανε ανθρώπους, όχι γιατί μπορεί να αυξήσουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητά μας […].

Από τη φύση τους, τα πανεπιστήμια καλλιεργούν μια κουλτούρα ανησυχίας, ακόμη και ανυποταξίας. Αυτό βρίσκεται στην καρδιά της ευθύνης τους προς το μέλλον. Εκπαίδευση, έρευνα, διδασκαλία είναι πάντα προσανατολισμένες στην αλλαγή […]

Δεν εύκολο να πείσεις ένα έθνος ή τον κόσμο να σεβαστεί, και πολύ περισσότερο να χρηματοδοτήσει, θεσμούς που προορισμός τους είναι να αμφισβητούν τις θεμελιώδεις παραδοχές της κοινωνίας.

 


 

 

Στην Ευρώπη, οι δεξιότητες εναντίον της γνώσης

Standard

 

 

Για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ένας είναι ο στόχος: να προετοιμάσουν ένα φυτώριο ευέλικτου εργατικού δυναμικού για να απαντήσουν στις ανάγκες των επιχειρήσεων σε εργάτες με χαμηλή ειδίκευση.

 

του Νίκο Χιρτ

Η εκπαιδευτική σκέψη της κας Αντρούλλας Βασιλείου, της κυπρίας επιτρόπου για την εκπαίδευση, συμπυκνώνεται σε μερικές φράσεις: «βελτίωση των δεξιοτήτων και πρόσβαση στην εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση με βάση τις ανάγκες της αγοράς», «να μπορεί η Ευρώπη να αντιμετωπίζει τον παγκόσμιο ανταγωνισμό», «να αποκτούν οι νέοι εφόδια για τη σημερινή αγορά εργασίας» και «να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης».[1]

Γκυστάβ Καϊγμπότ, "Le Pont d' Europe"

Συνοψίζει αρκετά καλά τις αντιλήψεις των ευρωπαίων ιθυνόντων, οι οποίοι, εδώ και δεκαπέντε χρόνια, θεωρούν ότι η πρωταρχική αποστολή του σχολείου είναι να υποστηρίζει τις αγορές και ότι η λύση στα προβλήματα της ανεργίας και της ανισότητας βρίσκεται σε μια καλύτερη αντιστοιχία ανάμεσα στην εκπαίδευση και στις «ανάγκες» της οικονομίας.

Το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (Cedefop) προβλέπει, για τα επόμενα χρόνια, αύξηση της απασχόλησης υψηλής ειδίκευσης, αλλά επίσης «μια σημαντική αύξηση των θέσεων απασχόλησης στους τομείς των υπηρεσιών, ιδιαίτερα στη λιανική πώληση και τη διανομή, καθώς και σε άλλες στοιχειώδεις εργασίες, που δεν απαιτούν παρά λίγα ή καθόλου τυπικά προσόντα».[2] Ένα φαινόμενο στο οποίο ο ευρωπαϊκός οργανισμός δίνει το όνομα «πόλωση στη ζήτηση δεξιοτήτων».

Πρόκειται για μια τάση που οι ΗΠΑ γνωρίζουν επίσης: στους σαράντα τομείς απασχόλησης που παρουσιάζουν την μεγαλύτερη αύξηση σε όγκο, οκτώ μόνον απαιτούν πολύ υψηλά επίπεδα προσόντων (baccalauréat + 4 ή περισσότερα), ενώ περίπου είκοσι δεν απαιτούν παρά μια σύντομη εμπειρική κατάρτιση στον τόπο εργασίας (short-term on-the-job training).[3] Διάφοροι αγγλοσάξονες συγγραφείς περιγράφουν αυτή την πόλωση με την αντιπαράθεση «MacJobs» και «McJobs» (παραπέμποντας στον Mac, τον υπολογιστή της εταιρίας Apple, και στο «Mc» των McDonald’s). Για τους οικονομολόγους David H.Autor, Lawrence F. Katz και Melissa S. Kearney, «η εξέλιξη της απασχόλησης [από] τη δεκαετία του 1990 έχει πολωθεί, παρουσιάζοντας την μεγαλύτερη αύξηση στις θέσεις εργασίας που απαιτούν υψηλή ειδίκευση, την μικρότερη αύξηση στις θέσεις μεσαίου επιπέδου προσόντων και μια μέτρια αύξηση των θέσεων χαμηλής ειδίκευσης».[4]

 

Συνέχεια ανάγνωσης