Ελληνικός Εμφύλιος: η Αδύνατη Επανάσταση

Standard

συνέντευξη του Πολυμέρη Βόγλη με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του βιβλίου του «Η αδύνατη επανάσταση» (εκδ. Αλεξάννδρεια)

6-voglis-b

Ο Πολυμέρης Βόγλης. Φωτογραφία του Π. Κουπαράνη

Ήδη από το πρώτο βιβλίο του, Η εμπειρία της φυλακής και της εξορίας. Οι πολιτικοί κρατούμενοι στον Εμφύλιο Πόλεμο (εκδ. Αλεξάνδρεια) ο Πολυμέρης Βόγλης είχε φανερώσει τις αρετές της ιστορικής του γραφής. Όπως έχει επισημάνει ο Αντώνης Λιάκος, ο Π. Βόγλης μας έδειξε πώς η εμπειρία (της φυλακής και της εξορίας) μπορεί να γίνει αντικείμενο ιστορικής ανάλυσης, και μάλιστα συγκριτικής, καθώς και πώς η υποκειμενικότητα είναι εργαλείο της κοινωνικής ιστορίας (καθώς οι κρατούμενοι δεν αντιμετωπίζονταν ως παθητικά υποκείμενα). Τα γνωρίσματα αυτά, πιο ανεπτυγμένα και ώριμα, τα βρίσκουμε στη μελέτη του Η αδύνατη επανάσταση. Η κοινωνική δυναμική του Εμφυλίου Πολέμου, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Θα επισημάνω, ειδικότερα, την ουσιαστική αξιοποίηση της θεωρητική συζήτησης για τις επαναστάσεις και τους εμφυλίους· και λέω ουσιαστική, γιατί ότι ο συγγραφέας τα σχήματα αυτά δεν τα «κοτσάρει» σαν βαρίδια ή στολίδια στο έργο του, αλλά δουλεύει και οργανώνει το υλικό του με βάση αυτά. Κατά τη γνώμη μου, η σπουδαία συνεισφορά της μελέτης αυτής είναι ότι θέτει την κοινωνική –και όχι τη στρατιωτική– δυναμική στο επίκεντρο, εντάσσοντας συγχρόνως οργανικά τη μελέτη του Ελληνικού Εμφυλίου στις διεθνείς σπουδές περί εμφυλίου, επανάστασης, κομμουνιστικού κινήματος και Ψυχρού Πολέμου.

Στρ. Μπ.

xofylloΗ έννοια «επανάσταση» είναι κεντρική για όλη την προβληματική της μελέτης σου. Γιατί αντιμετωπίζεις τον Εμφύλιο ως επανάσταση;

Ένα από τα βασικά ερωτήματα που με απασχόλησαν όταν έγραφα το βιβλίο ήταν το τι ήταν ο Eμφύλιος Πόλεμος. Ο όρος εμφύλιος πόλεμος είναι αρκετά περιγραφικός, στην ουσία χρησιμοποιείται για να διαχωριστεί ο πόλεμος που διεξάγεται εντός του έθνους-κράτους από τον διακρατικό πόλεμο. Ο όρος εμφύλιος πόλεμος δεν βοηθά να καταλάβουμε γιατί συμβαίνει, ποιο είναι το διακύβευμα αυτής της εσωτερικής σύγκρουσης. Υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί εμφύλιοι πόλεμοι. Αν σκεφτούμε τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο, τον 19ο αιώνα, τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο ή τους πρόσφατους πολέμους σε χώρες της Αφρικής, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι ο όρος αφορά συγκρούσεις πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. Από την άλλη, γνωρίζουμε ότι σε πάρα πολλές περιπτώσεις οι επαναστάσεις ήταν αλληλένδετες με εμφυλίους πολέμους, ας σκεφτούμε για παράδειγμα τη Ρωσική ή την Κινεζική Επανάσταση. Με την εννοιολόγηση του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου ως επανάστασης επιδίωξα να δώσω περιεχόμενο και να αναδείξω το διακύβευμα αυτής της σύγκρουσης και να τον εντάξω σε μια ευρύτερη διεθνή συζήτηση περί επαναστάσεων. Στην ίδια κατεύθυνση, επίσης, ήθελα να στρέψω το ενδιαφέρον από τη μελέτη των εξωγενών παραγόντων (δηλαδή, τον ρόλο που διαδραμάτισαν οι ξένες δυνάμεις) στις εσωτερικές αντιθέσεις, τις κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές προϋποθέσεις της εμφύλιας σύγκρουσης. Τέλος, καλό είναι να λαμβάνουμε υπόψη πώς οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές χαρακτηρίζουν αυτό το οποίο κάνουν. Εκείνη την εποχή στελέχη και μέλη του κόμματος μιλούν για «λαϊκή επανάσταση» και περιγράφουν το Δημοκρατικό Στρατό ως «λαϊκό επαναστατικό στρατό».

Εξοπλισμένοι εθνικόφρονες χωρικοί (Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού)

Εξοπλισμένοι εθνικόφρονες χωρικοί (Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού)

Επανάσταση, λοιπόν, και μάλιστα «αδύνατη επανάσταση». Ο αναγνώστης σκέφτεται αμέσως τους τίτλους των βιβλίων του Θανάση Χατζή και ιδίως του Άγγελου Ελεφάντη (στον δεύτερο αναφέρεσαι μάλιστα στην Εισαγωγή, εξηγώντας τις διαφορές). Στο βιβλίο σου μιλάς και για «αδύνατη» και για «επανάσταση που χάθηκε».

Ο Θ. Χατζής μιλά για «νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε» αναφερόμενος στην Κατοχή και το εαμικό κίνημα, ενώ ο Α. Ελεφάντης χρησιμοποιεί τον όρο «αδύνατη επανάσταση» για να εξηγήσει, πολύ εύστοχα, την αναντιστοιχία ανάμεσα στις ιδεολογικές εξαγγελίες της ηγεσίας του ΚΚΕ και την κοινωνική πραγματικότητα που επικρατούσε στην Ελλάδα το Μεσοπόλεμο. Η διαφορά με τον Μεσοπόλεμο είναι προφανής. Αφενός, η επαναστατική «έφοδος» στον Εμφύλιο ανταποκρινόταν στις προσδοκίες ενός σημαντικού τμήματος της ελληνικής κοινωνίας, αντιστοιχούσε σε κοινωνικές διαθεσιμότητες. Αφετέρου, η επανάσταση στον Μεσοπόλεμο εξαγγέλλεται, ενώ μετά το 1947 επιχειρείται να πραγματοποιηθεί. Η σχέση του αριστερού κινήματος του Εμφυλίου Πολέμου με το εαμικό κίνημα είναι πιο σύνθετη. Το εαμικό κίνημα, επειδή συνδυάζει την εθνική απελευθέρωση με την κοινωνική αλλαγή, στις συγκεκριμένες συνθήκες που υπήρχαν στην Κατοχή, καταφέρνει και αποκτά μια πρωτοφανή κοινωνική δυναμική. Αυτή η δυναμική αρχίζει να συρρικνώνεται στη συνέχεια, ως συνέπεια αφενός της ήττας στα Δεκεμβριανά (αλλά και της έκρηξης της βίας στη «Μάχη της Αθήνας») και αφετέρου ως συνέπεια των διώξεων, της βίας, της τρομοκρατίας μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Η επιλογή του ένοπλου αγώνα και η κλιμάκωση της στρατιωτικής σύγκρουσης από την πλευρά του ΚΚΕ συρρίκνωσαν ακόμα περισσότερο τα κοινωνικά ερείσματά του και τη δυναμική ανάπτυξης του Δημοκρατικού Στρατού. Αυτό που υποστηρίζω είναι ότι η επανάσταση έτσι όπως εξελίχθηκε, δεν θα μπορούσε να ήταν νικηφόρα, και γι’ αυτό την ονομάζω αδύνατη επανάσταση. Συνέχεια ανάγνωσης

Η Αριστερά στη Δημαρχία του Άργους (Σεπτ. 1944-Ιαν. 1945)

Standard

Μια συναινετική διοίκηση

του Βασίλη Κ. Δωροβίνη

«Ο Έλληνας δεν έχει συμφιλιωθεί με τον εμφύλιο. Αυτό σημαίνει πως δεν έχει συμφιλιωθεί με τον Άλλον, τον διαφορετικό, τον αντίθετο […] πως δεν συμφιλιώθηκε με τον εαυτό του.»

Θόδωρος Τερζόπουλος από συνέντευξη στην «Αυγή»

 

 

Μερική άποψη του Άργους πριν το 1936

Μερική άποψη του Άργους πριν το 1936

Ένα από τα δεδομένα της Μεταπολίτευσης στον επιστημονικό-ερευνητικό τομέα υπήρξε η αποφασιστική στροφή προς την περίοδο της Κατοχής, της Απελευθέρωσης και του Εμφυλίου. Μέχρι σήμερα δύο κύρια ρεύματα έχουν διαμορφωθεί σχετικά, εκείνο με συμπάθειες στο χώρο της Αριστεράς και το μεταγενέστερο που αποκαλείται “αναθεωρητικό”. Δεν θα υπεισέλθουμε με το παρόν άρθρο στην ήδη σχεδόν οριοθετημένη διαφορά, αλλά θα θέλαμε να επισημάνουμε το ότι, κατά τη γνώμη μας, δύο μεθοδολογικές ελλείψεις ή χαρακτηριστικά σημαδεύουν τις δύο τάσεις. Την πρώτη, η έλλειψη ανθρωπολογικών προσεγγίσεων, μάλιστα σε πόλεις της επαρχίας και στον ύπαιθρο χώρο όπου εδραία ανθρωπολογικά δεδομένα διαμόρφωσαν νοοτροπίες, ευνόησαν πράξεις και οδήγησαν σε γεγονότα σαφώς αποδοκιμαστέα, που όμως δεν ποδηγετήθηκαν από κεντρικές πολιτικές οργανώσεις. Τα διαβόητα φαινόμενα ακραίας, μάλιστα, βίας, όπως ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο, είναι καιρός να ερευνηθούν και να αντιμετωπιστούν κατάματα. Επίσης, είναι καιρός να ερευνηθούν με επάρκεια τα φαινόμενα εσωτερικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών, σε εποχή μάλιστα που πολιτικά υπεύθυνοι, όπως ο Ζαχαριάδης, ανασύρονται από μία κάποια λήθη, για να στηθούν σε βάθρα. Συνέχεια ανάγνωσης

Lutto (Πένθος)

Standard

του Παύλου Κρέμου

Γνωρίζουμε τον Παύλο Κρέμο με πολλές ιδιότητες: καλό φίλο και σύντροφο, παθιασμένο συζητητή, αγωνιστή δοσμένο ψυχή τε και σώματι στην υπόθεση της ανανεωτικής Αριστεράς, ιδρυτή του Χώρου Τέχνης «Εύμαρος» (που εδώ και λίγους μήνες επαναλειτουργεί, διανύοντας μια δεύτερη άνοιξη). Με τη συλλογή διηγημάτων Fin de siècle όμως, που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες, ανακαλύψαμε ένα ακόμα χάρισμά του: του διηγηματογράφου. Τα έντεκα κείμενα του τόμου, αυτοβιογραφικά ως επί το πολύ, ξεκινούν από την Κατοχή και φτάνουν μέχρι τις μέρες μας, με τα χρόνια του αντιδικτατορικού αγώνα και της Ιταλίας να κυριαρχούν. Και πιστεύω ότι αυτό που τα κάνει ξεχωριστά –πέρα από τις αφηγηματικές αρετές του συγγραφέα, που ξέρει να γράφει (όπως και να λέει) ωραία τις ιστορίες του–, είναι το πάθος που περικλείουν, ένα πάθος για τη ζωή, την πολιτική, την Αριστερά, τους ανθρώπους, διασώζοντας στιγμές αληθινές, και γι’ αυτό τόσο δυνατές.

Από το Fin de siècle, με το οποίο εγκαινιάζονται οι εκδόσεις του Εύμαρου (υπεύθυνος: Πέτρος Κακολύρης), δημοσιεύουμε σήμερα το πρώτο διήγημα. Είχε πρωτοδημοσιευθεί στον Πολίτη (τχ. 150, Δεκέμβριος 2006). Τα σκίτσα του Χρήστου Πικριδά προέρχονται από τον τόμο, όπου σχολιάζουν και ζωντανεύουν, με το γνώριμο στοχαστικό και λιτό τρόπο του σκιτσογράφου, τα διηγήματα του Κρέμου.

Στρ. Μπ.

 

Σκίτσο του Χρήστου Πικριδά

In memoriam για έναν νεκρό πενήντα δύο χρόνια μετά το θάνατό του

Αφιερώνεται στην Ειρήνη Ιωάννοβιτς,

που μου έδειξε πώς να ανασυντάσσω το παρελθόν μου

 και να ελπίζω για το μέλλον μου

Στο κέντρο της Αθήνας, Αιόλου και Αγίου Μάρκου, βρίσκεται η εκκλησία που την αποκαλούν Χρυσοσπηλιώτισσα. Ο αρχιτεκτονικός της ρυθμός είναι απροσδιόριστος, αποπνέει όμως μια βαθιά ιεροσύνη και ίσως λίγη θλίψη. Είτε αν κοντοσταθείς απλώς να την κοιτάξεις είτε αν, ως πιστός, θελήσεις να προσκυνήσεις είτε ακόμη κι αν προσπεράσεις, απλός διαβάτης που τρέχει στις δουλειές του, δεν μπορεί, κάτι μέσα στην ψυχή σου θα σκιρτήσει. Το παραδέχονται αυτό όλοι οι Αθηναίοι που ρώτησα.

Ο γύρω τόπος είναι άχρονος. Αναλλοίωτος, παρά τις ωραιοποιήσεις που επιδιώκει στο οδόστρωμα η εκάστοτε δημοτική αρχή. Γιατί είναι τόπος μνήμης και συγκέντρωσης ανθρώπων αενάως, πολύ πριν από το 1836, όταν ο καλός αρχιτέκτονας Κλεάνθης φρόντισε για την ανοικοδόμηση του ναού, έως το 1944, οπότε λαμβάνει χώρα η μικρή μας ιστορία. Έως και σήμερα, που τα βήματά μου μ’ έφεραν εδώ όπου στάθηκα για να ξαποστάσω και να συλλογιστώ, μήπως βοηθηθώ και τακτοποιήσω τις δικές μου αναμνήσεις, απόγονος εγώ μιας οικογένειας που κατά τον Πόλεμο κατοικούσε πολύ κοντά, επί της οδού Αιόλου.

Πίσω στον Δεκέμβρη του ’44, λοιπόν. Από την Πεντέλη έχει κατεβάσει παγετό, τα μαγκάλια όμως είναι ακόμα παροπλισμένα και τα σώματα ταλαιπωρημένα, χορτάτος δεν είναι κανείς, η φυματίωση καραδοκεί πανταχού παρούσα κι αρχίζει να χασκογελά μαζί με το βορινό αγέρι, το παρελθόν πονάει και το μέλλον διαρκεί πολύ. Όμως, αν και όλα είναι τόσο εύθραυστα, υπάρχει ελπίδα. Η κυβέρνηση Εθνικής Ενώσεως με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου υπόσχεται ένα καλύτερο αύριο για όλους, η τεράστια εαμική παράταξη που με αντιφάσεις και αντιθέσεις παλεύει να διασφαλίσει τις κατακτήσεις του λαού μετέχει στην κυβέρνηση. Νικητές του πολέμου που τελειώνει είμαστε, άλλωστε. Εαμίτες και Σύμμαχοι. Δημοκράτες, κομμουνιστές, ακόμη και φιλοβασιλικοί.

Μπορούμε να συνυπάρξουμε. Πριν από λίγες μέρες η Αθήνα γιόρτασε την Απελευθέρωση.

Σκίτσο του Χρήστου Πικριδά

Είμαστε στην αρχή των «Δεκεμβριανών», όπως μάθαμε να τα λέμε μετά, κάποιου μήνα που μάλλον θα ’πρεπε να σβηστεί από τη συγκεκριμένη χρονιά, έτσι ηχούσε ο λόγος των μεγαλύτερων στ’ αυτιά της δικής μου παιδικής ηλικίας, δεκαπέντε με είκοσι χρόνια αρ­γότερα. Ήταν ο μήνας «που άρχισαν τα κομμουνιστοσυμμοριτικά εγκλήματα», όπως μας νουθετούσε ο θεολόγος και φανατικός Ζωίτης Βάρτσος στα Θρησκευτικά. Εποχή μεγάλης συμφοράς και διχασμού, για την οποία καλύτερα να μην ομιλούμε, μας προέτρεπαν οι συντηρητικοί κεντρώοι, αλλά τελείως σκοτεινή και ακατανόητη εποχή για εμάς, παιδιά αριστερών μαχητών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, που ενώ οφείλαμε να είμαστε περήφανοι για τους γονείς μας και να χαιρόμαστε που η Ελλάδα μας είχε λευτερωθεί από τη ναζιστική Κατοχή, με μεγάλη αντιθέτως σπουδή αυτοί μας επέβαλλαν το νόμο της σιωπής εξοβελίζοντας τον Δεκέμβρη στον απαγορευμένο κόσμο της λήθης. Θες από το φόβο του μετεμφυλιακού μακελειού και των διώξεων που επέβαλλαν οι νικητές για τουλάχιστον μία τριακονταετία, θες από αμηχανία για το ότι τελικώς δεν έγινε δυνατόν η παράταξή μας να υπάρξει ειρηνικά στη μεταπολεμική ανασυγκρότηση. Κάτι μπερδεμένα ακούγαμε μόνον για τον Δεκέμβρη. Κάτι που στην καλύτερη περίπτωση, μέσω διφορούμενων σημασιοδοτήσεων και αυτοσαρκασμού, να μας κινούσε αργότερα την περιέργεια: Μαθαίναμε το τραγουδάκι «Μας πήραν την Αθήνα… νανούμ νανούμ νανούμ, μονάχα για ένα μήνα…». Οι Εγγλέζοι την πήραν!; Μα γιατί; Οι Εγγλέζοι ήταν δικοί μας σύμμαχοι. Ακούγαμε ότι κάποιος Σκόμπυ, Άγγλος σύμμαχος κι αυτός, όχι ναζιφασίστας, δηλαδή από τους «καλούς», σαν τον Τζων Γουέην και το καστ του, που τους θαυμάζαμε στον κινηματογράφο του ’6ο στη «Μεγαλύτερη μέρα του πολέμου» να εφορμούν στις ακτές της Νορμανδίας και με καπνισμένα πρόσωπα να φέρνουν από τη Δύση, μαζί με τον αέρα της νίκης επί του φασισμού, το όνειρο μιας δημοκρατικής εποχής ευημερίας και πανανθρώπινης ευτυχίας. Αυτός ο Σκόμπυ όμως που έκανε απόβαση στον Πειραιά… Κύριε ελέησον! Δεν κόμισε γλαύ­κας παρά «ήρθε με αεροπλάνα και ρουκετοβόλα, μέσα στην Αθήνα να τα κάψει όλα… μόνο το Κολωνάκι να το αφήσει, γιατί το βράδυ εκεί θα κατουρήσει…», όπως έλεγε το σατιρικό τραγουδάκι σε ρυθμό φοξ-τροτ. Και επίσης ακούγαμε, αλλά βλέπαμε και με τα ίδια μας τα μάτια, ότι όχι οι ήρωες μα οι συνεργάτες των Γερμανών και οι δωσίλογοι, αυτοαποκαλούμενοι έκτοτε εθνικόφρονες, είχαν το πάνω χέρι, γι’ αυτό μόκο… Ηθικώς ο Εφιάλτης μπορεί να είναι καταδικασμένος στις συνειδήσεις μας, αδιαλείπτως από την Αρχαιότητα, αλλά καλού κακού ας μην θεωρηθεί ότι κάτι υπονοείται για συγχρόνους μας.

Χρειάστηκε να περάσει μισός αιώνας για ν’ ανοίξουν οι ιστορικοί το κουτί της Πανδώρας και ν’ αρχίσει δειλά δειλά «ο Δεκέμβρης» να αποκτά τις πραγματικές του διαστάσεις. Συνέχεια ανάγνωσης