H Δίκη της Ιστορίας

Standard

Αντιρατσιστική νομοθεσία: από την αναγκαιότητα στην καφκική διολίσθηση

του Μάνου Αυγερίδη και του Στρατή Μπουρνάζου

Τις επόμενες μέρες, ίσως και μέσα στην εβδομάδα ολοκληρώνεται μια από τις πιο ιδιόρρυθμες αλλά και σημαντικές δίκες των τελευταίων χρόνων: η δίκη του ιστορικού Χάιντς Ρίχτερ, για το βιβλίο του Η μάχη της Κρήτης, με βάση το άρθρο 2 του αντιρατσιστικού νόμου. Ιδιόρρυθμη, γιατί εξελίχθηκε σε μια μεγάλη δίκη της Ιστορίας, καθώς από το δικαστήριο παρήλασαν γνωστοί ιστορικοί και εν γένει κοινωνικοί επιστήμονες, στους οποίους η έδρα και η πολιτική αγωγή έθετε ζητήματα ιστορίας, γεγονότων και αξιολογικών κρίσεων επί των γραφομένων. Σημαντική, επειδή, εκτός του ότι είναι η πρώτη δίκη που γίνεται με τον αντιρατσιστικό νόμο του 2014, πλήττει ευθέως την ελευθερία της έκφρασης και της έρευνας.

***

Μίκαελ Χάφτκα, «Μάθημα ιστορίας», 1997

Μίκαελ Χάφτκα, «Μάθημα ιστορίας», 1997

Το φθινόπωρο του 2014 δεκάδες ιστορικοί, ερευνητές και κοινωνικοί επιστήμονες δημοσίευσαν μια έκκληση για την απόσυρση του άρθρου 2 του υπό ψήφιση τότε, αντιρατσιστικού νομοσχεδίου, εκφράζοντας την αντίθεσή τους στην ποινικοποίηση της άποψης –ιδιαίτερα όσον αφορά γεγονότα του παρελθόντος– και επισημαίνοντας τον κίνδυνο μια τέτοια ρύθμιση να χρησιμοποιηθεί καταχρηστικά απέναντι σε όποιον και όποια παρεκκλίνει από κυρίαρχες διατυπώσεις και αφηγήσεις. Έλεγαν, μάλλον προσεκτικά, καθώς οι υπογραφές αντιπροσώπευαν ένα ευρύ φάσμα: «Το άρθρο 2 προβλέπει την τιμωρία όποιου “με πρόθεση […], επιδοκιμάζει, ευτελίζει ή κακόβουλα αρνείται τη σοβαρότητα εγκλημάτων γενοκτονιών, εγκλημάτων πολέμου, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, του Ολοκαυτώματος και εγκλημάτων του ναζισμού. Εκφράζουμε τη ρητή αντίθεσή μας με μια τέτοια διάταξη. […] Η στάση μας δεν πηγάζει βέβαια από οποιαδήποτε ανοχή στους “αρνητές” απεχθών εγκλημάτων, ούτε από την άρνηση τιμωρίας εγκληματικών πράξεων, αλλά από την πεποίθηση, ότι, όπως έχει αποδείξει και η διεθνής εμπειρία, τέτοιες διατάξεις οδηγούν σε επικίνδυνες ατραπούς: πλήττουν καίρια το δημοκρατικό και αναφαίρετο δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου, ενώ ταυτόχρονα δεν είναι διόλου αποτελεσματικές. […] O χαρακτηρισμός και η προσέγγιση μαζικών εγκλημάτων ως γενοκτονιών, εθνοκαθάρσεων ή σφαγών πρέπει να είναι αντικείμενο επιστημονικού και νηφάλιου δημόσιου διαλόγου και όχι νομοθετικής ρύθμισης και ποινικής τιμωρίας με κίνδυνο να φιμώνεται κάθε αντίθετη στην κυρίαρχη άποψη, ακόμα και αυτή η ιστορική έρευνα και διδασκαλία». Συνέχεια ανάγνωσης

H Ιστορία στο εδώλιο;

Standard

του Πολυμέρη Βόγλη

«Όποιος με πρόθεση, δημόσια, προφορικά ή διά του τύπου, μέσω του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, επιδοκιμάζει, ευτελίζει ή κακόβουλα αρνείται την ύπαρξη ή τη σοβαρότητα εγκλημάτων γενοκτονιών, εγκλημάτων πολέμου, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, του Ολοκαυτώματος και των εγκλημάτων του ναζισμού που έχουν αναγνωριστεί με αποφάσεις διεθνών δικαστηρίων ή της Βουλής των Ελλήνων […] τιμωρείται»

(Νόμος 4285/2014, άρθρο 2)

Aντρέ Μασόν, «Πασιφάη», 1937

Aντρέ Μασόν, «Πασιφάη», 1937

Υπάρχει ελευθερία της επιστημονικής έρευνας στην Ελλάδα του 2015; Αυτές τις μέρες ο Χ. Ρίχτερ δικάζεται με βάση το παραπάνω άρθρο του αντιρατσιστικού Νόμου 4285 για τις απόψεις που διατυπώνει στο βιβλίο του σχετικά με τη Μάχη της Κρήτης και τη διεξαγωγή αντιποίνων από την πλευρά των Γερμανών σε βάρος του άμαχου πληθυσμού. Ο συγγραφέας δεν είναι ένας δήθεν ιστορικός (ή «ιστορικός», όπως περιγράφηκε). Για χρόνια διετέλεσε καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Μάνχαϊμ και έχει εκδώσει πολλές μελέτες για τη νεότερη και σύγχρονη ιστορία· ανάμεσά τους (στα ελληνικά): Δύο επαναστάσεις και οι επαναστάσεις στην Ελλάδα 1936-1946· Η επέμβαση των Άγγλων στην Ελλάδα: από τη Βάρκιζα στον εμφύλιο πόλεμο· Η ιταλο-γερμανική επίθεση εναντίον της Ελλάδος, Αύγουστος 1939 – Ιούνιος 1941· Ιστορία της Κύπρου κ.ά. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο πυρσός των τιμωρών

Standard

Γιατί μας αφορά το κάψιμο της «Athens Voice»

του Στρατή Μπουρνάζου

Την Τετάρτη το βράδυ τα γραφεία της Athens Voice κάηκαν. Δεν ήταν βραχυκύκλωμα, όπως θεωρήθηκε αρχικά, αλλά ενέργεια συνειδητή. Την ευθύνη για την «εμπρηστική παρέμβαση» ανέλαβε η «Αναρχική Ομάδα Aντικαπιταλιστικής Δράσης».

Franz Kline – Orange Outline, 1955

Ο λόγος που αισθάνομαι την ανάγκη να γράψω τις λίγες γραμμές που ακολουθούν δεν είναι η «νομιμοφροσύνη» ούτε η διάθεση μιας τυπικής πομπώδους καταδίκης· ούτε, τέλος, κάποια γνωριμία ή συμπάθεια για τους εκδότες και διευθυντές της Αthens Voice (δεν τους γνωρίζω, ούτε και πολυθέλω, εδώ που τα λέμε). Ο λόγος είναι η βαθιά –υπαρξιακή πολιτικά, θα έλεγα–, πεποίθησή μου ότι όσοι ανήκουμε στον χώρο της Αριστεράς δεν μπορούμε να παρατηρούμε απαθείς ή να μασάμε τα λόγια μας για μια τέτοια ενέργεια. Η «παρέμβαση» αυτή μας είναι απολύτως απεχθής και εχθρική: πλήττει ευθέως την ελευθερία της έκφρασης, και μάλιστα με τρόπο όχι συμβολικό, αλλά εντελώς πραγματικό. Είναι πράξη βαρβαρότητας, αντίθετη στις αξίες μας. Συνέχεια ανάγνωσης

Ορθώς κείμενα: Η απολογία της Μαρίνας Δημητριάδου

Standard

Στις 25 Σεπτεμβρίου, η Μαρίνα Δημητριάδου, μεταπτυχιακή φοιτήτρια του Πανεπιστημίου Κρήτης, πέταξε ένα αυγό εναντίον του υφυπουργού Προστασίας του Πολίτη Μανώλη Όθωνα. Συνελήφθη, προπηλακίστηκε από την οθωνική ασφάλεια και κρατήθηκε στο Τμήμα κατόπιν μηνύσεως του υφυπουργού, για «απρόκλητη λόγω και έργω εξύβριση». Στις 10 Οκτωβρίου, το δικαστήριο του Ρεθύμνου, αν και έκρινε ότι η πράξη δεν ήταν απρόκλητη, καταδίκασε τη Μ. Δημητριάδου σε φυλάκιση πέντε μηνών με αναστολή. Το γεγονός είναι πρωτοφανές στα μεταπολιτευτικά χρονικά: όχι βέβαια της ρίψης αυγών (και γιαουρτιών, αλευριού, ντοματών κλπ.), αλλά της μήνυσης και της καταδίκης· εκατοντάδες τέτοιες ενέργειες θεωρούνταν μέχρι σήμερα πράξεις πολιτικής διαμαρτυρίας, και όχι αντικείμενο του Ποινικού Κώδικα. Δεν χρειάζεται κανείς να συμφωνεί με την «αυγοβολή» για να καταλάβει ότι η δίωξη και καταδίκη, σε μια εποχή μάλιστα που η κοινωνική διαμαρτυρία εντείνεται, στρέφεται ευθέως κατά της πολιτικής έκφρασης και ταυτόχρονα δείχνει έλλειψη συναίσθησης εκ μέρους της κυβέρνησης. Συμπαραστεκόμενοι στη Μ. Δημητριάδου, δημοσιεύουμε αποσπάσματα από την απολογία της (ολόκληρη, καθώς και άλλες πληροφορίες για το συμβάν, στο μπλογκ της http://augobolos.blogspot.com/2011/10/blog-post.html).

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 […] Είναι, θαρρώ, φανερός ο εμπαιγμός του κ. Όθωνα σε βάρος μου και σε βάρος όλων των κατοίκων του Ρεθύμνου, ψηφοφόρων του και μη, καθώς άλλα τον ακούγαμε να λέει προεκλογικά και άλλα λέει και πράττει πλέον που είναι στην κυβέρνηση. Σύμφωνα με τα λόγια του μετά το συμβάν για το οποίο δικάζομαι δήλωσε ότι «η έκφραση αντίθεσης και διαμαρτυρίας στην εκάστοτε κυβερνητική πολιτική είναι όχι μόνο θεμιτή, αλλά αποτελεί και θεμελιώδες δικαίωμα κάθε πολίτη.» Ωστόσο, σπεύδει να διευκρινίσει ποιοι είναι εκείνοι που δικαιούνται να εκφράζουν τη διαμαρτυρία τους. Όχι οι «παγκοσμίως και τουλάχιστον πανρεθυμνίως άγνωστοι». Μας θυμίζει τις δηλώσεις του μετά τη φετινή μαθητική παρέλαση της 25ης Μαρτίου κατά την οποία ενεργοί πολίτες του Ρεθύμνου τόλμησαν να εκφραστούν ενάντια στην πολιτική της κυβέρνησης. Χαρακτηρίστηκαν ως «ομάδα πολιτών άνευ σημασίας» και δύο από αυτούς, προσωπικοί μου φίλοι, ξυλοκοπήθηκαν με ιδιαίτερο μένος από τα σώματα προστασίας του πολίτη. Στο ίδιο μήκος κινήθηκε και ο [δήμαρχος Ρεθύμνου] κύριος Μαρινάκης, συμπληρώνοντας τις απαξιωτικές δηλώσεις του κ. Όθωνα, λέγοντας ότι «άκουσε» πως την επίθεση έκανε μια «τριαντατριάχρονη Κύπρια φοιτήτρια, και αυτό τα λέει όλα». Πόσες γενιές πίσω άραγε οφείλω να έχω ρεθυμνιώτικο αίμα, για να δικαιούμαι να διαμαρτύρομαι στο Ρέθυμνο; Πόσο χρονών έπρεπε να είμαι; […]. Συνέχεια ανάγνωσης

Το νομοσχέδιο της εχθροπάθειας

Standard

του Νίκου Σαραντάκου

Η εχθροπάθεια μπήκε ορμητικά στη ζωή μας με το νέο νομοσχέδιο για την ποινική καταπολέμηση του ρατσισμού, που παρουσίασε το Υπουργείο Δικαιοσύνης και έχει γίνει στόχος αρκετών επικρίσεων. Πολλοί μάλιστα θεώρησαν πως πρόκειται για νεολογισμό, για λέξη που κατασκευάστηκε επί τούτου, ίσως και με πονηρό σκοπό. Εδώ οι επικριτές του νομοσχεδίου πέφτουν έξω. Η εχθροπάθεια δεν είναι ανύπαρκτη λέξη. Την έχουν όλα τα μεγάλα λεξικά μας, εκτός από το λεξικό Μπαμπινιώτη. Σύμφωνα με τον Κουμανούδη, που συμπεριέλαβε τη λέξη στη Συναγωγή νεολογισμών του, πρώτος φαίνεται να τη χρησιμοποίησε ο Ευγένιος Βούλγαρις, το 1817.

 

Χανς Μέμινντορφ, "Σπίτι-κεφάλι"

Υπάρχει λοιπόν η εχθροπάθεια, αλλά τι σημαίνει; Κατά το λεξικό του Παπύρου, εχθροπάθεια είναι «εχθρικό πάθος, εχθρική διάθεση εναντίον κάποιου, ισχυρή ή έμμονη έχθρα, μίσος». Ο ορισμός που δίνεται από το νομοσχέδιο δεν ξέρω αν βοηθάει και πολύ: Στον παρόντα νόμο, ο όρος «εχθροπάθεια» θα πρέπει να νοηθεί ως αναφερόμενος τόσο στην καλλιέργεια όσο και στην εξωτερίκευση αισθημάτων μίσους και αντιπαλότητας.

Να προσθέσουμε ότι η εχθροπάθεια εμφανίζεται μία φορά στον ισχύοντα Ποινικό Κώδικα, στο άρθρο 196 (κατάχρηση εκκλησιαστικού αξιώματος): «Ο θρησκευτικός λειτουργός που κατά την ενάσκηση των έργων του ή δημόσια και με την ιδιότητά του προκαλεί ή διεγείρει τους πολίτες σε εχθροπάθεια κατά της πολιτειακής εξουσίας ή άλλων πολιτών τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών». Στην αιτιολογική έκθεση του Ποινικού Κώδικα του 1933, που πρωτοκαθιέρωσε τη σχετική διάταξη, αναφέρεται: «Η διάταξις αύτη θα είναι ίσως ιδιαζόντως χρήσιμος παρ’ ημίν όπου, μετά την επέκτασιν του Κράτους, υπάρχουσι μεγάλοι αλλόθρησκοι πληθυσμοί, των οποίων η εν δεδομένη περιστάσει θρησκευτική εκμετάλλευσις ενδέχεται βαρείας να έχη διά το Κράτος συνεπείας».

Από μια σύντομη έρευνα που έκανα στα σώματα των εφημερίδων, βρήκα ότι την περίοδο του Εμφυλίου η εχθροπάθεια φαίνεται να απασχόλησε πάνω από μία φορά τα δικαστήρια. Για παράδειγμα, τον Ιούνιο του 1947 καταδικάστηκε ο Νίκος Ζαχαριάδης, ο γραμματέας του ΚΚΕ, σε έξι μήνες φυλάκιση και 500.000 πρόστιμο, διότι με άρθρο του στον Ριζοσπάστη σχετικά με την δολοφονία Ζέβγου «επιδίωξε να προκαλέσει εχθροπάθεια μεταξύ των πολιτών» (To Βήμα, 3.6.1947), ενώ λίγους μήνες αργότερα, κλήθηκαν οι υπεύθυνοι της εφημερίδας Ελευθερία να παρουσιαστούν στον επίτροπο του έκτακτου στρατοδικείου, για παράβαση των ν. 5060 και 755, διότι διά σημειωμάτων και αρθριδίων «δημοσιευθέντων εις την εφημερίδα των ενέβαλον εις ανησυχίαν τους πολίτας και εγένοντο αφορμή να προηγηθή αμοιβαία καταφρόνησις και εχθροπάθεια καθώς και απείθεια προς τας αρχάς» (To Βήμα, 23.12.1947). Το έγκλημα της εφημερίδας; Όταν κάποιοι Χίτες στον Πειραιά έλεγχαν ταυτότητες και προσωρινά συνελήφθησαν αλλά αργότερα αφέθηκαν ελεύθεροι, η εφημερίδα το είχε επικρίνει. Σε επόμενο δημοσίευμα (To Βήμα, 4.4.1948) αναφέρεται ότι μόνο το στρατοδικείο είναι αρμόδιο να εκδικάσει «αδίκημα προκαλούν εχθροπάθειαν παρά τω λαώ».

Μ’ άλλα λόγια, η εχθροπάθεια ναι μεν δεν είναι νεολογισμός, αλλά δεν βοηθάει, διότι αφήνει πολλά περιθώρια ερμηνείας και επιπλέον έχει συνδεθεί με ζοφερές περιόδους της ιστορίας μας.

Αλλά δεν είναι αυτή η βασική ένστασή μου. Ας περάσουμε στην ουσία του νομοσχεδίου. Το βρίσκω αναποτελεσματικό και επικίνδυνο. Δεν θα σταθώ στην αναποτελεσματικότητα, διότι δεν είμαι νομικός, αλλά θα σημειώσω αυτό που γράφτηκε σε ένα σχόλιο στο ιστολόγιο του e-lawyer (http://elawyer.blogspot.com/2011/02/to.html) ότι, με τους όρους που βάζει το νομοσχέδιο, «η βούληση είναι να μην επιτραπεί στο μέλλον να γίνει δίκη για ρατσισμό».

Ωστόσο, εγώ κυρίως επικίνδυνο το βρίσκω. Επικίνδυνο για την ελευθερία του λόγου, που τη θεωρώ υπέρτατο αγαθό. Ξέρω ότι πολλοί φίλοι μου πιστεύουν πως οι ρατσιστές δεν δικαιούνται να επικαλούνται την ελευθερία του λόγου, θεωρούν «προσχηματική» την επίκληση της ελευθερίας του λόγου προς υπεράσπιση του Πλεύρη ή του Λεπέν. Τους κατανοώ, δεν τους ψέγω, αλλά διαφωνώ. Διαφωνώ παρόλο που ξέρω ότι στις ελευθεροκτόνες μέρες μας, δηλαδή μετά τις 11/9/2001, ακόμα και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έχει κάνει γενναίες εκπτώσεις στην υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου: για παράδειγμα, έχει εγκρίνει την παύση ισλαμιστών δημάρχων στην Τουρκία για αδικήματα γνώμης, κάτι που μας θυμίζει τα μολυβένια χρόνια της οκταετίας Καραμανλή, όταν αριστεροί δήμαρχοι στην Ελλάδα έκαναν δηλώσεις π.χ. για να γυρίσουν οι πολιτικοί εξόριστοι από τη Γυάρο, και τούς έπαυε ο νομάρχης. Συνέχεια ανάγνωσης