Ασφάλεια ή ελευθερία; Και τα δύο!

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

την ποίησιν ή την δόξα;
την ποίηση
Χριστόν ή Βαραββάν;
Χριστόν
την Γαλάτειαν ή μιαν καλύβην;
την Γαλάτεια
Ν. Εγγονόπουλος, «Το γλωσσάριο των ανθέων» (1948)

–«Θέλεις μέλι ή γάλα του κουτιού στις φέτες το ψωμί σου» , ρώτησε ο Κούνελος τον Λουλού Πουφ, που τον είχε επισκεφθεί. –«Και από τα δύο! Και μέλι και γάλα του κουτιού!», απάντησε αμέσως με ενθουσιασμό ο Πουφ. Μετά όμως,  για να μη φανεί πλεονέκτης, πρόσθεσε: –«Σου χαρίζω όμως το ψωμί!»

(Α. Α. Μιλν, «Ο Πουφ και η συντροφιά του»)

Πωλ Ντελβώ, "Ένας άνθρωπος στον δρόμο", 1940

Πωλ Ντλεβώ, «Ένας άνθρωπος στον δρόμο», 1940

To ερώτημα «ασφάλεια ή ελευθερία», «ασφάλεια ή δικαιώματα» έχει εγκατασταθεί στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης εδώ και χρόνια. Η απάντηση είναι προδιαγεγραμμένη: η Δεξιά με την ασφάλεια, η Αριστερά με την ελευθερία, και ο πολίτης διαλέγει ελευθέρως. Και ειδικά τούτους τους καιρούς της ανασφάλειας και επισφάλειας, διαλέγει την πολύ συγκεκριμένη και αναγκαία «ασφάλεια», αντί το άπιαστο πουλί που λέγεται «ελευθερία».
Τι πταίει; Μα, το ίδιο το ερώτημα. Αν πρέπει να αρνηθούμε έναν όρο, αυτός είναι ο διαζευκτικός σύνδεσμος. Να αρνηθούμε το «ή», για να κερδίσουμε τα άλλα δύο: «και ελευθερία και ασφάλεια», «και δικαιώματα και ασφάλεια» — και ακόμα καλύτερα: «δικαιώματα, για να έχουμε ασφάλεια». Να πούμε, λοιπόν, ότι η ασφάλεια είναι καλό πράγμα. Ότι όλοι, και όχι μόνο οι «νοικοκυραίοι», θέλουν να νιώθουν ασφαλείς. Όταν (νιώθουμε ότι) απειλούμαστε, διαρρηγνύονται βασικοί όροι της συμβίωσης (θυμάμαι, εδώ, το άρθρο του Δημήτρη Χριστόπουλου, σε παλιότερα «Ενθέματα»).
Θέλουμε λοιπόν, και εμείς, οι αριστεροί, οι κινηματίες, την ασφάλεια• δεν είμαστε τίποτε ατρόμητα ξωτικά. Αλλά πρέπει να πούμε, πρώτον, ότι ασφάλεια δεν σημαίνει –ή δεν σημαίνει μόνο– φυλακές, αστυνομία και αστυνόμευση. Σημαίνει μέριμνα, σχολεία, νοσοκομεία, παιδικούς σταθμούς, φροντίδα για τους ηλικιωμένους, ασφαλείς δρόμους κ.ο.κ. Δεύτερον, ότι η αστυνόμευση, όπως ασκείται, είναι βασικός παράγων ανασφάλειας και φόβου, σε ένα φαύλο κύκλο. Τρίτον, ότι η καταστολή, εκτός από απάνθρωπη, συχνά είναι δημαγωγική και αναποτελεσματική. Όταν, λ.χ. μια «σκούπα» σαρώνει τους τοξικοεξαρτημένους, πηγαίνοντάς τους σε μια απόμερη γειτονιά, κανένα πρόβλημα δεν λύνει — μόνο το μεταθέτει και το πολλαπλασιάζει. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο «Παστίτσιος» και η δημοκρατία

Standard

 του Στρατή Μπουρνάζου

"Ο γέρων Παστίτσιος". Αγιογραφία του ιερομονάχου Παναγιώτου του Πετραλωνίτου,. Βρίσκεται στην Ιερά Σκήτη Βαλτετσίου

«Ο γέρων Παστίτσιος». Αγιογραφία του ιερομονάχου Παναγιώτου του Πετραλωνίτου,. Βρίσκεται στην Ιερά Σκήτη Βαλτετσίου

Στην αρχή, όταν πρωτοεμφανίστηκε στο facebook η σελίδα του «Γέροντος Παστίτσιου» είχε πλάκα. Μετά, όσο γέμιζε με κείμενα που διακωμωδούσαν τον σκοταδισμό και το εμπόριο θρησκευτικής πίστης, είχε πολύ πλάκα. Εξακολούθησε να έχει πλάκα, αν και κάπως ανησυχητική, όταν η Ελεύθερη Ώρα, σε πλήρη σύγχυση, έκανε πρωτοσέλιδο ένα από τα «θαύματα» του «Παστίτσιου»! Μετά όμως, όταν ο δημιουργός του «Παστίτσιου» συνελήφθη και παραπέμφθηκε σε δίκη, σταμάτησε να έχει πλάκα. Την περασμένη Πέμπτη, όταν το Πλημμελειοδικείο τον καταδίκασε σε δέκα μήνες με αναστολή (για εξύβριση θρησκεύματος κατ’ εξακολούθηση) το πράγμα έγινε απογοητευτικό, εξοργιστικό και τρομακτικό μαζί.

Το πιο βασικό, για μένα, είναι ότι η καταδίκη πλήττει, στην καρδιά του, το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης: η συγκεκριμένη σελίδα δεν περιείχε ούτε απειλές ούτε προτροπές για βιαιοπραγίες ούτε τίποτα παρόμοιο. Πρόκειται για μια καθαρή περίπτωση ποινικοποίησης του λόγου — και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπιστεί, ως πρώτης τάξης ζήτημα που απειλεί τη δημοκρατία και την ελευθερία μας.

Από κει και πέρα, πολλά είναι αυτά που πρέπει να θυμηθούμε. Ότι η υπόθεση ξεκίνησε από ερώτηση του υπαρχηγού της Χρυσής Αυγής Χρήστου Παππά, στην οποία έσπευσαν να ανταποκριθούν οι διωκτικές αρχές. Ότι ο καταδικασθείς δεν μοίραζε φυλλάδια στην Ομόνοια, αλλά χρειάστηκε να κινητοποιηθεί ένας ολόκληρος μηχανισμός του Τμήματος Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος για να εντοπιστεί. Ότι (εκτός του ότι η σελίδα του ήταν μάλλον συγκρατημένη σε σχέση με την ένδοξη βωμολοχική παράδοση του ελληνισμού) δεν έκανε απλώς πλάκα, δεν έγραφε λ.χ. για «τράγους»· πρόθεσή του ήταν να διακωμωδήσει τη δεισιδαιμονία, την αγυρτεία, τα «νερά του Καματερού» και τις «αγίες Αθανασίες» του 21ου αιώνα: τα αστεία του υπηρετούσαν ένα σκοπό διαφωτιστικό. Συνέχεια ανάγνωσης

Χωρίς ισότητα και αλληλεγγύη η ελευθερία είναι κενό γράμμα

Standard

 συνέντευξη του Στεφάν Εσσέλ 

μετάφραση: Μαρία Καλαντζοπούλου

 Ο διπλωμάτης και συγγραφέας Stéphane Hessel, ένας θρύλος της Γαλλικής Αντίστασης, πέθανε το βράδυ της Τρίτης σε ηλικία 95 ετών. Δημοσιεύουμε σήμερα μια συνέντευξή του στη Lina Sancari, που δημοσιεύθηκε στη Ηumanite (31.12.2010), με την ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου του «Αγανακτήστε!» (στα ελληνικά κυκλοφορεί σε μετάφραση Σώτης Τριανταφύλλου, από τις εκδ. Πατάκη).

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

hesselΠώς αντιμετωπίσατε την επιτυχία του βιβλίου σας «Αγανακτήστε!»; Ανταποκρινόταν σε μια ανάγκη της σημερινής  εποχής;

 Έμεινα κι εγώ κατάπληκτος απ’ την επιτυχία που γνώρισε το μικρό αυτό βιβλιαράκι. Ίσως επειδή ζούμε σε μια  εποχή αγωνίας, όπου δεν μπορούμε να διακρίνουμε καλά προς τα πού πηγαίνουμε. Έχουμε ξεκάθαρη τη συνείδηση ότι βρισκόμαστε στο μέσο –και όχι στο τέλος– μιας βαθιάς κρίσης της νεοφιλελεύθερης και απορρυθμισμένης οικονομίας, κι έτσι είναι αναμενόμενο να θέτουμε ερωτήματα για τα αίτια της  δυσλειτουργίας των κοινωνιών μας. Αφού ζούμε σε κοινωνίες που λειτουργούν προβληματικά, το πρώτο πράγμα που μας συμβαίνει, που το νιώθουμε σαν ανάγκη, είναι να αγανακτήσουμε.  Θυμόμαστε πως σε άλλες περιόδους της ιστορίας μας, έπρεπε επίσης να νιώσουμε αγανάκτηση, αν δεν θέλαμε να υποστούμε την ξένη κατοχή στη Γαλλία, ή σε περιστάσεις παθητικής ένδειας.

Το δημόσιο χρέος ή η απουσία πόρων χρησιμεύει συχνά ως επιχείρημα για την αμφισβήτηση κοινωνικών κατακτήσεων της Απελευθέρωσης. Για να πάμε πίσω στη δεκαετία του 1940, πώς το Εθνικό Συμβούλιο Αντίστασης (CNR) έθεσε αυτά τα θεμέλια, στο πλαίσιο μιας κατεστραμμένης Ευρώπης; Συνέχεια ανάγνωσης

Γιατί φοβούνται τον ΣΥΡΙΖΑ;

Standard

του Κύρκου Δοξιάδη

Πάουλ Κλε, «Τυμπανιστής», 1940

Πάουλ Κλε, «Τυμπανιστής», 1940

Για καιρό, η διάκριση Δεξιάς και Αριστεράς, στη διάχυτη αντίληψη περί πολιτικής, στην επικρατούσα πολιτική κουλτούρα, στα μυαλά πάρα πολλών ανθρώπων, αλλά ακόμη και σε κείμενα πολιτικής θεωρίας, συνοδευόταν από ένα δίλημμα που παρουσιαζόταν ως λίγο-πολύ αδυσώπητα αναπόφευκτο: Ότι στο γνωστό τρίπτυχο της ελευθερίας, της ισότητας και της αλληλεγγύης οφείλει κανείς να επιλέξει αν δίνει προτεραιότητα στον πρώτο όρο ή στους άλλους δύο. Και ανάλογα με αυτή του την επιλογή, αυτομάτως, ούτως ειπείν, τοποθετούσε κανείς τον εαυτό του προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά του ιδεολογικοπολιτικού φάσματος αντίστοιχα.

Όσο και αν ακούγεται υπερβολικά σχηματικό –και είναι–, το παραπάνω δίλημμα μαζί με την επίλυσή του ως κριτήριο διάκρισης Δεξιάς και Αριστεράς ήταν διάχυτο στην πολιτική ρητορεία, πρώτιστα της Δεξιάς. Ως επιχείρημα εναντίον της Αριστεράς ήταν πανίσχυρο. Και αυτό για δύο κυρίως λόγους, σε δύο διαφορετικά επίπεδα.

Στο πραγματολογικό-ιστορικό επίπεδο, είναι γεγονός ότι τα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού», με όλες τις λιγότερο ή περισσότερο σταλινικές παραλλαγές τους, αποτελούσαν ολοζώντανο παράδειγμα ότι τουλάχιστον για την Αριστερά το δίλημμα είχε όντως επιλυθεί εις βάρος της ελευθερίας. Για καιρό, όσο κι αν διαρρήγνυε τα ιμάτιά της η ανανεωτική Αριστερά ότι πιστεύει στην ελευθερία και στη δημοκρατία, λίγο ήταν πιστευτή, ακόμη και σε καλοπροαίρετους μη αριστερούς.

Η ειρωνεία είναι ότι και στο εννοιολογικό-θεωρητικό επίπεδο η Δεξιά επίσης έβρισκε ερείσματα στην Αριστερά. Αναφέρομαι στον οικονομικό αναγωγισμό που χαρακτήριζε κατά μέγα μέρος τον θεωρητικό λόγο της Αριστεράς, και που οδηγούσε, μεταξύ άλλων, σε μια ουσιώδη υποβάθμιση της αξίας της πολιτικής ελευθερίας — ήτοι, της ελευθερίας ως άρρηκτα συνδεδεμένης με την ιδιότητα του πολίτη καθώς και με την αξιακή στήριξη της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Εφόσον η Αριστερά δεν ενδιαφερόταν και τόσο για αυτήν ακριβώς την έννοια της ελευθερίας –έστω στον θεωρητικό της λόγο, αλλά η θεωρητική υποβάθμιση είχε και πρακτικές συνέπειες–, η Δεξιά βρήκε ελεύθερο το πεδίο να την υποβαθμίσει με τον δικό της τρόπο. Αρχικά επίσης στη θεωρία, κατόπιν και στην πράξη διαμέσου της εφαρμογής της πρώτης. Συνέχεια ανάγνωσης