Πανελλαδικές στοιχειωμένες λέξεις

Standard

του Βασίλη Ζαρείφη

Φωτογραφία του Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν

Φωτογραφία του Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν

Το καλοκαίρι του εβδομηνταοχτώ το έβγαλα στην Αθήνα — τότε δίναμε Πανελλήνιες στο τέλος του καλοκαιριού. Φροντιστήριο πήγαινα στη Νέα Σμύρνη, σε έναν σύντροφο που είχε σπουδάσει στο Πολυτεχνείο και μας έκανε όλα τα μαθήματα, εκτός από την έκθεση που μας έκανε ο μικρότερος αδελφός του, οικονομολόγος το επάγγελμα. Το φροντιστήριο είχε πέντε μαθητές-συντρόφους της τρίτης Λυκείου και μετά το μάθημα μεταμορφωνόταν σε τεχνικό γραφείο.

Εγώ έμενα τότε στη Νίκαια και για να είμαι κάθε πρωί στις οκτώ στο φροντιστήριο έπρεπε να είμαι στο λιμάνι του Πειραιά στις εφτά και τέταρτο, να πάρω το λεωφορείο για τη Νέα Σμύρνη. Δεν με πείραζε το πρωινό ξύπνημα, ούτε που η φίλη μου και συντρόφισσα Καίτη τραγουδούσε σε όλη τη διαδρομή Καζαντζίδη, όσο το ότι μαζί μου, την ίδια ώρα, κατέβαιναν στο λιμάνι όλοι οι υποψήφιοι επιβάτες-παραθεριστές-τουρίστες με προορισμό τις θάλασσες του Αιγαίου.

Ζήλευα. Ψέματα να πω; Και παραλίγο να τα κάνω θάλασσα.

Ένα ξημέρωμα, κάπου στα μέσα Αυγούστου, με βρήκε στο πλυσταριό της ταράτσας να παλεύω με την επανάληψη των ορίων και της συνέχειας των συναρτήσεων. Είχα φτάσει πια στα όριά μου, δεν άντεχα άλλο, σκεφτόμουν συνεχώς θάλασσες, νησιά και γλυκές ξέγνοιαστες τουρίστριες. Μπήκα αθόρυβα στο σπίτι, έβαλα σε ένα σακίδιο μαγιό, πετσέτα και δυο ρούχα, στην τσέπη ό,τι οικονομίες είχα από το χαρτζιλίκι της γιαγιάς και είπα: «Τέλος. Χρειάζομαι διακοπές».

 Κατέβηκα στο λιμάνι χωρίς να περάσω από την αφετηρία, μην τυχόν και η «Καίτη Καζαντζίδη» έχει κατέβει κι αυτή νωρίτερα, έβγαλα εισιτήριο, μπήκα στο πλοίο και βγήκα στο κατάστρωμα να απολαύσω αφ’ υψηλού τη ζωή – του λιμανιού, και όχι μόνο. Συνέχεια ανάγνωσης

Καταστολή, αναστολή και ματαιώσεις

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Σχέδιο του Γιόζεφ Νέμες Λάμπεθ, 1913

Σχέδιο του Γιόζεφ Νέμες Λάμπεθ, 1913

Για τον κόσμο της Αριστεράς (και πολλούς άλλους, βέβαια) ένα ήταν το ζήτημα, τις τελευταίες μέρες: η απεργία των καθηγητών, η επιστράτευση και το άδοξο –αν μη τι άλλο– τέλος της απεργίας προτού καν αρχίσει. Το συζητήσαμε και συνεχίζουμε να το συζητάμε, με πάθος και ένταση, όλοι μας, αριστεροί και αριστερές όλων των αποχρώσεων και τάσεων. Και αυτή η σχεδόν περιγραφική διατύπωση υποδεικνύει αμέσως και ένα μείζον πρόβλημα: ενώ η απεργία και η επιστράτευση ήταν το ζήτημα για όλους μας, ως Αριστερά και ως αριστεροί, δεν καταφέραμε να κάνουμε κάτι πολύ περισσότερο (αν εξαιρέσουμε την πορεία της Δευτέρας)  από το να το συζητήσουμε.

Γι’ αυτό δεν αρκεί να καταγγείλουμε την απερίγραπτη στάση της ΑΔΕΔΥ-ΓΣΕΕ, ούτε να εκφράσουμε την οργή μας για το ότι η προληπτική επιστράτευση αποφασίστηκε από μια κυβέρνηση που έχει μέσα ένα κόμμα που λέγεται –κατά διπλή αντίφραση, πλέον– Δημοκρατική Αριστερά κ.ο.κ. Όλα αυτά, και πολλά άλλα, είναι αναγκαία, αλλά είναι τα δεδομένα και τα «εύκολα». Χρειάζεται να μπούμε στα δύσκολα: στον βαθμό που είμαστε κομμάτι αυτής της υπόθεσης (όχι ως εκπαιδευτικοί, αλλά ως Συριζαίοι, ως αριστεροί, ως πολίτες που αγωνίζονται) να αναζητήσουμε τις δικές μας ευθύνες, όσα κάναμε και δεν  όσα κάναμε, όσα έκαναν και  όσα δεν έκαναν οι χώροι που ανήκουμε. Σκέψεις, λοιπόν, σε αυτή την κατεύθυνση:

1. Αν αποτιμήσουμε συνολικά το τελευταίο δεκαήμερο, είχαμε μια σοβαρή ήττα: όχι μόνο για την ΟΛΜΕ και τους καθηγητές, αλλά και για το συνδικαλιστικό κίνημα, γενικότερα για το κίνημα και την Αριστερά, και ακόμα γενικότερα για τη δημοκρατία. Το γεγονός ότι όχι μόνο «δεν ξεσηκώθηκαν οι πέτρες, δεν άνοιξαν οι ουρανοί, δεν σχίστηκε το καταπέτασμα του ναού» ενάντια στο τερατώδες μέτρο της «προληπτικής επιστράτευσης» (όπως έγραφε η Αυγή την Πέμπτη), αλλά ότι τελικά οδηγηθήκαμε στην αναστολή της απεργίας, συνιστά ξεκάθαρη ήττα για μας – και επιτυχία της κυβέρνησης. Συνέχεια ανάγνωσης