Προγραμματικός λόγος της Αριστεράς: Συνέχεια και ασυνέχεια

Standard

του Τάσου Χοβαρδά

 

Έργο του Σαλβαντόρ Νταλί

Έργο του Σαλβαντόρ Νταλί

Όσο πλησιάζει η ώρα των εκλογικών αναμετρήσεων, τόσο πιο επιτακτικά μπαίνουν μια σειρά ερωτήματα σχετικά με το τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ «αν» ή «όταν» — και, κυρίως, σχετικά με το τι μπορεί να κάνει. Η συζήτηση αυτή φαίνεται να επαναφέρει μια προαιώνια αντιπαράθεση στην Αριστερά: την αντίθεση μεταρρύθμισης και επανάστασης, διαδρομής και στιγμής, βημάτων (συνέχειας) και ρήξης (ασυνέχειας). Από αυτή την προβληματική διαπερνάται και η εσωκομματική διάταξη και οι αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής και ο δημόσιος λόγος του κόμματος. 

Οι απαντήσεις που δίνονται τείνουν, σχεδόν πάντοτε, να συγκλίνουν προς τον έναν από τους δύο πόλους. Ωστόσο, τα ιστορικά παραδείγματα δείχνουν τα όρια και των δύο κατευθύνσεων. Τι μπορεί να υπάρχει πέρα από το δίπολο «μεταρρύθμιση vs. επανάσταση»; Στις γραμμές που ακολουθούν, προσπαθώ να αξιοποιήσω τις θεωρητικές παραδοχές της γαλλικής επιστημολογικής σχολής, οι οποίες εδράζονται σε μια ειδική διαλεκτική που έχει εξαιρετική σημασία για τη σημερινή συγκυρία. Και, στη συνέχεια, θα δώσω ένα σχετικό παράδειγμα που μπορεί να ενισχύσει τις προγραμματικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ προς μια ανάλογη κατεύθυνση. 

Η γαλλική επιστημολογική σχολή (οι επεξεργασίες  του Γκαστόν Μπασελάρ και του Ζωρζ Κανγκιλέμ, όπως έχουν ενσωματωθεί στην αλτουσεριανή επιστημολογία για την περιγραφή του επιστημολογικού εμποδίου και της επιστημολογικής τομής)[1] ανατρέπει τη διπολική σχέση συνέχειας-ασυνέχειας, αναδιατάσσοντας τις έννοιες σε μια νέα διαλεκτική, όπου η μια προϋποθέτει την άλλη. Αυτή η απόπειρα, σε πρώτη ανάγνωση, φαίνεται αντιφατική και μη ρεαλιστική: Πώς γίνεται να συζητάμε ταυτόχρονα για συνέχεια και ασυνέχεια, και, μάλιστα, πώς γίνεται η συνέχεια να προϋποθέτει διαλεκτικά την ασυνέχεια και το αντίστροφο; Συνέχεια ανάγνωσης

Η δημοκρατία είναι μια έννοια διφορούμενη

Standard

Μια εκτενέστερη εκδοχή της συνέντευξης δημοσιεύεται στο RedNotebook (rnbet.gr)

Για τη δημοκρατία, τη «Λατινική Αυτοκρατορία» της Ευρώπης, τον Φουκώ, τον Μπένγιαμιν και τον Καρλ Σμιτ, την «κατάσταση εξαίρεσης»

Συνέντευξη του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

στην Αναστασία Γιάμαλη και τον Δημοσθένη Παπαδάτο-Αναγνωστόπουλο

O Tζ. Αγκάμπεν στην Αθήνα, στην εκδήλωση που οργάνωσαν οι Νέοι-Νέες του ΣΥΡΙΖΑ και το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς

Από την ομιλία του Τζ. Αγκάμπεν στην Αθήνα, στην εκδήλωση που οργάνωσαν οι Νέοι-Νέες του ΣΥΡΙΖΑ και το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς

Ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν βρέθηκε στην Αθήνα, το προηγούμενο Σάββατο. Μίλησε, στο ασφυκτικά γεμάτο αμφιθέατρο της Τεχνόπολης, με θέμα  «Μια θεωρία για την εξουσία της απογύμνωσης και της ανατροπής», στην κεντρική εκδήλωση που οργάνωσαν, για τα σαράντα χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου οι Νέοι-Νέες του ΣΥΡΙΖΑ και το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς,  Την Κυριακή, μετά την πορεία του Πολυτεχνείου, τον συνάντησαν και συζήτησαν μαζί του η Αναστασία Γιάμαλη εκ μέρους της Αυγής και ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος εκ μέρους του RedNotebook.

Το Σάββατο είπατε, ακολουθώντας τον Φουκώ, ότι η «λογική» της νεωτερικής εξουσίας δεν είναι η αντιμετώπιση των κρίσεων, αλλά η διαχείριση των συνεπειών τους. Είναι άραγε μοιραία η ενσωμάτωση μιας πολιτικής δύναμης που θέλει να αντιμετωπίσει τις αιτίες των προβλημάτων στη λογική αυτή; Και, αντίστροφα: ένα εγχείρημα «αλλαγής των ορίων», μπορεί να εμπνεύσει και να κινητοποιήσει, αν ταυτόχρονα δεν διεκδικεί να αλλάξει τα πράγματα; 

4-agaben-1Θεωρώ το σημείο αυτό (ότι οι νεωτερικές  ή τουλάχιστον οι σύγχρονες κυβερνήσεις δεν θέλουν να κυβερνήσουν αντιμετωπίζοντας τις αιτίες, αλλά μόνο τις συνέπειες) εξαιρετικά σημαντικό. Γιατί αυτό είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, σε σχέση  με την παραδοσιακή αντίληψη που έχουμε –σύμφωνα με την αντίληψη του Φουκώ για το κυρίαρχο κράτος– για την εξουσία.

Έχουμε μια εξουσία που απλώς διαχειρίζεται συνέπειες. Ήταν πολύ καθαρό στην περίπτωση του αστυνομικού που δολοφόνησε τον Κάρλο Τζουλιάνι, το 2001, ο οποίος είπε το απίστευτο: η αστυνομία δεν διαχειρίζεται την τάξη, αλλά τους μπελάδες, την αταξία. Αυτή είναι η κατάσταση στην οποία ζούμε, όχι μόνο στην εσωτερική, αλλά και στην εξωτερική πολιτική λ.χ. των ΗΠΑ: να δημιουργείς ζώνες αταξίας, ώστε να μπορείς να τις διαχειρίζεσαι επ’ ωφελεία σου.

4-agaben-2Στην Ιταλία, τα κόμματα της Αριστεράς παγιδεύτηκαν σ’ αυτή τη λογική της διαχείρισης των συνεπειών. Είναι πιο εύκολη και αποδίδει περισσότερο. Είναι άραγε μοιραίο να συμβεί αυτό; Ίσως όχι. Αποτελεί, όμως, μια ακόμα ένδειξη ότι η πολιτική εννοιολογία πρέπει να αλλάξει. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε κάτι που δεν είναι ούτε αιτία ούτε συνέπεια· χρειάζεται να βρούμε κάτι τρίτο ως τον σωστό τόπο της πολιτικής. Θεωρώ απαραίτητη μια μεγάλη εννοιολογική αλλαγή,  αλλιώς θα χάσουμε. Είναι αδύνατο να νικήσεις μια εξουσία, αν δεν καταλάβεις τη λογική της.

Σε ένα πρόσφατο άρθρο θυμίσατε τη «Λατινική Αυτοκρατορία» του Αλεξάντρ Κοζέβ (1947). Εκεί ο Κοζέβ προτείνει τη συγκρότηση μιας «αυτοκρατορίας» της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας, οι οποίες σε συνεργασία με τα κράτη της Μεσογείου θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν την ανερχόμενη Γερμανία. Θεωρείτε ένα τέτοιο σχέδιο δυνητικό αντίβαρο στον ηγεμονισμό της Μέρκελ, φαίνεται ότι οι ηγέτες αυτών των χωρών ενδιαφέρονται περισσότερο για την επιτυχία του «δόγματος Μέρκελ» στις χώρες τους, παρά για τις επιπτώσεις του δόγματος σε μια Ευρώπη όλο και πιο διαιρεμένη.

Ήταν κυρίως μια πρόκληση για να ξεκινήσει μια κριτική στην Ευρώπη. Ήθελα να θυμίσω ότι η  σημερινή Ευρώπη, ακόμα και από θεσμικής άποψης, είναι μη νομιμοποιημένη. Όπως ξέρετε, το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα δεν είναι Σύνταγμα, αλλά μια συνθήκη μεταξύ κρατών — δηλαδή το αντίθετο ενός Συντάγματος, αφού τα Συντάγματα φτιάχνονται από τον λαό. Το μοντέλο του Κοζέβ είναι ενδιαφέρον γιατί δεν βασίζεται σε μια αφηρημένη ενότητα, αλλά σε μια πολύ συγκεκριμένη ενότητα, που στηρίζεται στην παράδοση, τον τρόπο ζωής, τη θρησκεία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ο ΣΥΡΙΖΑ ως νεο-ΠΑΣΟΚ και η Αριστερά: Θέλει; Μπορεί; Έχει σημασία;

Standard

του Γιώργου Παπανάγνου

Φωτογραφία του Ανρί Καρτιέ – Μπρεσόν, 1936

Απο τις εκλογές του Ιούνη έχει αρχίσει ένας έντονος διάλογος γύρω από το αν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι, μπορεί, ή ακόμα και αν θα έπρεπε να προσδοκά να γίνει το νέο ΠΑΣΟΚ. Για πολλούς, η ενδεχόμενη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα νεο-ΠΑΣΟΚ είναι κάτι αναπόφευκτο, κυρίως επειδή δείχνει να το θέλει. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης συνήθως προβάλλουν με χαιρεκακία την υιοθέτηση από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ ορισμένων παραδοσιακών σημαινόντων του πολιτικού λόγου του ΠΑΣΟΚ, επισημαίνοντας ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να γίνει συστημικό κομμάτι του πολιτικού σκηνικού. Από τη άλλη, υπάρχουν αυτοί που υποστηρίζουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να γίνει νεο-ΠΑΣΟΚ, είτε διότι (για μερικούς) παραμένει στην «άκρα» κινηματική Αριστερά είτε επειδή (για άλλους) οι εποχές δεν είναι οι ίδιες. Ωστόσο, είναι σαφές ότι οι κρίσεις αυτές αποτελούν συνάρτηση του πώς αντιλαμβάνεται κανείς το ΠΑΣΟΚ ως πολιτικό μόρφωμα. Για μια καλύτερη εικόνα, μια σφαιρικότερη προσέγγιση είναι απαραίτητη. Συνέχεια ανάγνωσης

Διαπραγμάτευση, κοινωνικός συνασπισμός, πολιτική συμμαχία, ηγεμονία

Standard

 του Θανάση Ν. Μποχώτη

 Προεκλογικά, ο προγραμματικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ επικεντρώθηκε εύλογα στην ακύρωση του Mνημονίου, στη νομική της υπεράσπιση και στα δημοσιονομικά μέτρα με τα οποία η αριστερή κυβέρνηση θα άντεχε στην πίεση που θα της ασκούσαν η ευρωζώνη και η τρόικα για να αποτρέψουν μια τέτοια εξέλιξη. ΄Ετσι, δεν αναδείχθηκε η ανάγκη μιας αναπτυξιακής πολιτικής στηριζόμενης και σε εσωτερικούς πόρους, που θα ενίσχυε τη θέση της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στις πιέσεις και θα σταθεροποιούσε τον κοινωνικό συνασπισμό των ανέργων, επισφαλώς εργαζομένων, δημοσίων υπαλλήλων και μικροϊδιοκτητών, ο οποίος αποτελεί τη δύναμη που μπορεί να οδηγήσει τη χώρα στην ανάκαμψη και συνιστά πλέον την κοινωνική βάση του ΣΥΡΙΖΑ. Οι παρατηρήσεις που ακολουθούν μπορεί να διατυπώνονται κάποτε απερίφραστα, γιατί έχουν  στόχο να τονίσουν την ανάγκη η ιδεολογία του νέου ΣΥΡΙΖΑ των πολλών ψηφοφόρων να συνδέει οργανικά τη διεθνή θέση της Ελλάδας με έναν ισχυρό κοινωνικό συνασπισμό εξουσίας, που να μετατρέψει το κόμμα και την παράταξη της Αριστεράς στον κεντρικό παράγοντα του ελληνικού πολιτικού συστήματος για τις επόμενες δεκαετίες. Συνέχεια ανάγνωσης

Ante portas

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Παρίσι 1936. Υποστηρικτές του Λαϊκού Μετώπου. Φωτογραφία του Ρόμπερτ Κάπα

Μεγάλωσα, και μεγαλώσαμε οι περισσότεροι, όπως έγραφε η Σοφία Κουσιάντζα στις «Συναντήσεις» (Αυγή, 17.5.2012) με μια Αριστερά συνηθισμένη να χάνει· μια Αριστερά στον ρόλο της μικρής δύναμης που πάσχιζε, στην καλύτερη περίπτωση, να πετύχει μικρές νίκες. Δεν επρόκειτο μόνο για πραγματικότητα, αλλά και για πολιτική επιλογή: τουλάχιστον από το 1981 και μετά, κατά τη διάρκεια της τριακονταετούς βασιλείας του ΠΑΣΟΚ, για την Αριστερά το να παραμένει εκτός κυβερνητικού νυμφώνος αποτελούσε όρο πολιτικής αξιοπρέπειας και επιλογή επιβίωσης. Τα εκατέρωθεν ποσοστά ΠΑΣΟΚ και Αριστεράς, καθώς και οι συσχετισμοί, πολιτικοί και κοινωνικοί, προδιέγραφαν ότι η συνεργασία ή η συγκυβέρνηση οδηγούσε με βεβαιότητα –τα παραδείγματα είναι επαρκή– στην απονεύρωση, την απορρόφηση και την ενσωμάτωση.

Άρκεσε μία μέρα, η 6η Μαΐου –ή, σωστότερα, κάποιοι μήνες– ώστε η μακρά και εμπεδωμένη αυτή κατάσταση να αλλάξει άρδην και η Αριστερά να βρεθεί προ των πυλών της εξουσίας. Και στη νέα κατάσταση, μπορούμε να διακρίνουμε, ξανά, μια πραγματικότητα και μια πολιτική επιλογή. Η πραγματικότητα είναι το εκλογικό αποτέλεσμα: η δεύτερη θέση, το ποσοστό, η δυναμική του, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά (ο ΣΥΡΙΖΑ πρώτη δύναμη σε όλο το λεκανοπέδιο και πολλά αστικά κέντρα, στις «παραγωγικές» ηλικίες κ.ο.κ.). Η πολιτική επιλογή είναι ότι, μ’ αυτά τα ποσοστά, αλλά και με δεδομένο ότι η πολιτική του Μνημονίου οδηγεί στη διάλυση της κοινωνίας και της δημοκρατίας, μας βυθίζει ολοένα και περισσότερο στην κρίση, (το Μνημόνιο δεν είναι μόνο άδικο και επαχθές· εκτός αυτών είναι καταστροφικό: δεν προσφέρει καμιά προοπτική για τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων αυτής της χώρας, την οδηγεί στη διάλυση), ο ΣΥΡΙΖΑ είναι υποχρεωμένος να έχει σχέδιο διακυβέρνησης, να διεκδικήσει την εξουσία. Η εικόνα είναι πλήρως αντεστραμμένη: αν σε όλη τη μεταπολίτευση η παραμονή της Αριστεράς εκτός εξουσίας ήταν προϋπόθεση για την επιβίωσή της ως διακριτού πολιτικού φορέα, τώρα, αντίθετα, η διεκδίκηση της εξουσίας, η πρόταση της αριστερής κυβέρνησης αποτελούν μονόδρομο. Συνέχεια ανάγνωσης

Αυτή η Αριστερά δεν πρέπει και δεν μπορεί να ηττηθεί — με τίποτα όμως!

Standard


της Σίας Αναγνωστοπούλου

Έργο του Ρενέ Μαγκρίτ

Τις μέρες μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου ζήσαμε στιγμές απίστευτης πολιτικής χυδαιότητας, στιγμές που πρόσβαλαν την πολιτική ευαισθησία κάθε αριστερού πολίτη της χώρας. Σε μια σκηνοθετημένη από τα ΜΜΕ παράσταση, με πρωταγωνιστές ΝΔ και ΠΑΣΟΚ και κομπάρσο τη ΔΗΜΑΡ, παίχτηκε το χιλιοπαιγμένο στην ελληνική ιστορία έργο: της ανεύθυνης, καταστροφικής Αριστεράς. Η πρώτη πράξη άρχισε μόλις έκλεισαν οι κάλπες. «Να κυβερνήσετε για να μάθετε» (δηλαδή, να σας στείλουμε στη Μέρκελ, να σας γελοιοποιήσει) ήταν η ιαχή που υψώθηκε στον αέρα, από τα πρωτοπαλίκαρα του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Εκείνες τις κρίσιμες μέρες των διερευνητικών εντολών, οι πολιτικάντηδες που θεωρούν ότι η εξουσία του τόπου τούς ανήκει «κληρονομικώ δικαίω» και ότι η Αριστερά είναι ανίκανη να κυβερνήσει, παρά μόνο υπό την υψηλή ανοχή και καθοδήγησή τους, έστησαν κάποια ιδιότυπα «δικαστήρια», στα οποία νυχθημερόν προσήγαγαν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, τα οποία βομβαρδίζονταν από απανωτές ερωτήσεις, προκειμένου να αποδειχθεί το προαποφασισμένο: ο ΣΥΡΙΖΑ είναι επικίνδυνος για τη χώρα γιατί δεν γνωρίζει πώς ασκείται η πολιτική, και μάλιστα η ευρωπαϊκή. Θα μας βγάλει από το ευρώ, θα μας γυρίσει στη δραχμή, ήταν το πιο ήπιο σχόλιο, ενώ φτάσαμε και σε στιγμές πολιτικής αλητείας, με κορώνες του τύπου: Θα μας οδηγήσει στη χρεωκοπία, θα γίνει πραξικόπημα, θα βγούνε τα καλάσνικοφ, και πολλά τέτοια δείγματα «υψηλής πολιτικής». Συνέχεια ανάγνωσης

Το πολιτικό νόημα μιας στιγμής και η Αριστερά

Standard

του Νικόλα Σεβαστάκη


Παρίσι, στα χρόνια του Λαϊκού Μετώπου. Υπάλληλοι των Γκαλερί Λαφαγιέτ στην ταράτσα κατά τη διάρκεια της κατάληψης. Ιούνιος 1936

Στο σημείο που βρισκόμαστε, τη στιγμή που γράφεται το άρθρο αυτό, Παρασκευή πρωί, με τα γεγονότα να τρέχουν πάντοτε γρηγορότερα από τον σχολιασμό τους, απομένουν πια δυο εκδοχές. Η πρώτη είναι μια εκδοχή συγκυβέρνησης ή ημι-οικουμενικής που θα στηρίζεται στην παράδοξη πεποίθηση ότι «υπέρβαση» του Μνημονίου σημαίνει λίγο πολύ… την εφαρμογή του, την τήρηση των συμφωνηθέντων. Η άλλη εκδοχή είναι η νέα εκλογική αναμέτρηση, στην οποία θα αποσαφηνιστεί η πολιτική σύγκρουση η οποία ήλθε στην επιφάνεια την Κυριακή των μεγάλων ανατροπών.

Η Αριστερά, η οποία μπήκε στη δίνη των γεγονότων και αποτέλεσε το «κεντρικό θέμα» των ημερών, διαθέτει ένα στέρεο και ορθολογικό επιχείρημα εναντίον της πρώτης εκδοχής: το ρήγμα ανάμεσα σε μεγάλα τμήματα του λαού και στις μνημονιακές ηγεσίες δεν μπορεί να σκεπαστεί με άσαρκες υπεκφυγές περί «τροποποίησης», που δεν αλλάζουν κάτι ουσιαστικό από τα δεδομένα της ισχύουσας οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Η κοινωνική οδύνη, η κλονισμένη καθημερινότητα, ο βιωματικός ζόφος ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων δεν είναι δυνατό να αγνοηθούν ούτε και να παραμεριστούν στο όνομα της τεχνητής σταθεροποίησης του συστήματος εξουσίας. Από αυτή την άποψη, κάθε αγορά χρόνου που αποσκοπεί στην «αυτοσυντήρηση των ελίτ» ή στην ανασύνταξη των χαμένων της 6ης Μαΐου είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Για έναν βασικό λόγο τον οποίο, όπως φαίνεται, αδυνατούν να καταλάβουν όσοι συνεχίζουν, ακόμα και μετά το ηχηρό ράπισμα της περασμένης Κυριακής, να πολιτεύονται με τον φόβο: οι άνθρωποι δεν βάζουν την κυβερνησιμότητα πάνω από τη ζωή τους. Ακόμα και ο κόσμος που προέρχεται από τον καθημαγμένο «μεσαίο χώρο», άνθρωποι κατά τεκμήριο περισσότερο ευαίσθητοι στον φόβο της ακυβερνησίας, αισθάνονται ότι πρέπει να αλλάξουν συγκεκριμένοι όροι της ζωής τους, και όχι απλώς τα ονόματα των υπουργών και η ρητορική των κυβερνώντων. Για αυτό τον κόσμο η ελπίδα δεν είναι η αόριστη ρητορική της ευρωπαϊκής επιλογής, αλλά κάποιες χειροπιαστές αποδείξεις για διαφορετικής πορεία στους επόμενους μήνες. Συνέχεια ανάγνωσης

Η παγκόσμια Αριστερά μετά το 2011

Standard

του Ιμάνουελ Βαλερστάιν

μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης

Βλ. Μπουρλιούκ, «Μελαγχολικό φεγγάρι», 1913

 Από κάθε άποψη, το  2011 ήταν μια καλή χρονιά  για την Αριστερά όλου του κόσμου — ανεξάρτητα από το πόσο στενά ή πλατιά ορίζει κανείς την Αριστερά αυτή. Ο βασικός λόγος ήταν οι αρνητικές οικονομικές συνθήκες από τις οποίες υποφέρει το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη. Η ανεργία ήταν υψηλή, και αυξάνεται διαρκώς. Οι περισσότερες κυβερνήσεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με υψηλά επίπεδα χρέους και τη μείωση των εισοδημάτων. Απάντησαν προσπαθώντας να επιβάλουν μέτρα λιτότητας στους πολίτες τους, και, ταυτόχρονα, να  προστατεύσουν τις τράπεζές τους.

Το αποτέλεσμα ήταν μια παγκόσμια εξέγερση αυτού που τα κινήματα Occupy Wall Street (OWS)  ονόμασαν «το 99%».  Μια εξέγερση ενάντια στην υπερσυγκέντρωση του πλούτου, τις διεφθαρμένες κυβερνήσεις και την αντιδημοκρατική κατά βάση φύση αυτών των κυβερνήσεων, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι πολυκομματισμός.

Σίγουρα, το  OWS, η Αραβική Άνοιξη ή οι Αγανακτισμένοι δεν πέτυχαν όλα όσα ήλπιζαν. Ωστόσο –και αυτό είναι το σπουδαίο–  κατάφεραν να αλλάξουν τον τόνο στον λόγο που επικρατεί διεθνώς, μετατοπίζοντας τον από τα ιδεολογικά θέσφατα  του νεοφιλελευθερισμού  σε ζητήματα όπως η ανισότητα, η αδικία, και η αποαποικιοποίηση. Για πρώτη φορά εδώ, και πολλά χρόνια, οι απλοί άνθρωποι συζητούσαν για την ίδια τη φύση του συστήματος στο οποίο ζούσαν· δεν το θεωρούσαν πλέον δεδομένο.

Το ερώτημα τώρα, για την Αριστερά, είναι πώς μπορεί να προχωρήσει, μετατρέποντας αυτή την πρωταρχική επιτυχία σε πολιτική αλλαγή. Το πρόβλημα μπορεί να τεθεί με πολύ απλό τρόπο: Ακόμη και αν, με οικονομικά κριτήρια, υπάρχει ένα σαφές και διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ μιας πολύ μικρής ομάδας (του 1%) και μιας άλλης, εξαιρετικά μεγάλης (του 99%), η κατάσταση αυτή δεν αντιστοιχεί σε έναν ανάλογο οικονομικό διαχωρισμό: παγκοσμίως, οι πολιτικές δυνάμεις της Κεντροδεξιάς εξακολουθούν να κυβερνούν τον μισό περίπου πληθυσμό του πλανήτη ή, τουλάχιστον, εκείνους που είναι πολιτικά ενεργοί με οιονδήποτε τρόπο.

Ως εκ τούτου, για να αλλάξει τον κόσμο, η Αριστερά θα χρειαστεί έναν βαθμό πολιτικής ενότητας δεν τον έχει κατακτήσει ακόμα. Υπάρχουν βαθιές διαφωνίες τόσο σχετικά με τους μακροπρόθεσμους στόχους όσο και για  τις βραχυπρόθεσμες τακτικές. Δεν πάσχουμε από έλλειψη συζήτησης αυτών των ζητημάτων· αντιθέτως, η συζήτηση και η αντιπαράθεση είναι έντονες, και έχει επιτευχθεί πολύ μικρή πρόοδος όσον αφορά την υπέρβαση των αντιθέσεων και των διαχωρισμών.
Οι αντιθέσεις και οι διαχωρισμοί δεν είναι καινούργιοι, αυτό όμως δεν κάνει ευκολότερη την υπέρβασή  τους. Μπορούμε να σημειώσουμε δύο μεγάλες τέτοιες αντιθέσεις. Η πρώτη σχετίζεται με τις εκλογές. Υπάρχουν δύο, ή μάλλον  τρεις θέσεις σχετικά με τις εκλογές. Έχουμε, εν πρώτοις, αυτούς που είναι εξαιρετικά καχύποπτοι, υποστηρίζοντας ότι η συμμετοχή στις εκλογές δεν είναι απλώς πολιτικά αναποτελεσματική, αλλά επιπλέον νομιμοποιεί το υφιστάμενο παγκόσμιο σύστημα.

Κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι η συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία έχει κομβική σημασία. Αλλά και αυτή η ομάδα χωρίζεται στα δυο. Από τη μια, υπάρχουν εκείνοι που θέλουν να είναι πραγματιστές. Θέλουν να δουλέψουν από τα μέσα: στους κόλπους του μεγαλύτερου κόμματος της Κεντροαριστεράς, όταν υπάρχει πολυκομματικό σύστημα, ή στο εσωτερικό του de facto μοναδικού κόμματος, όταν δεν επιτρέπεται η κοινοβουλευτική εναλλαγή. Και, από την άλλη υπάρχουν εκείνοι που επικρίνουν αυτή την πολιτική του «μικρότερου κακού». Επιμένουν ότι τα μεγάλα κόμματα δεν έχουν ουσιαστικές διαφορές  μεταξύ τους, και υποστηρίζουν την εκλογική ενίσχυση κάποιου «πραγματικά» αριστερού κόμματος.

Η συζήτηση αυτή είναι  μας είναι γνώριμη σε  όλους, κι έχουμε ακούσει επανειλημμένα τα παραπάνω επιχειρήματα. Ωστόσο είναι βέβαιο, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, ότι αν δεν υπάρξει κάποια σύγκλιση των τριών παραπάνω απόψεων, όσον αφορά την εκλογική τακτική, τότε η  Αριστερά σε όλο τον κόσμο δεν έχει πολλές ελπίδες να επικρατήσει, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Συνέχεια ανάγνωσης

Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε

Standard

της Ιωάννας Μεϊτάνη

Blu + Os Gémeos, γκράφιτι στη Λισσαβώνα

Τα τελευταία είκοσι χρόνια ο δρ Σλόσερ, καθηγητής στο Ινστιτούτο Γερμανικής Λογοτεχνίας και Διδακτικής του Πανεπιστημίου Γκαίτε της Φραγκφούρτης, έχει καθιερώσει το βραβείο για την «αντιλέξη» (Unwort) της χρονιάς, τη χειρότερη, την πιο άκυρη, δηλαδή, λέξη, από την άποψη της χρήσης της. Κάθε Γενάρη, μια ανεξάρτητη μόνιμη εξαμελής επιτροπή, αποτελούμενη από φιλολόγους, δημοσιογράφους και συγγραφείς, συνεδριάζει για να διαλέξει τη χειρότερη λέξη, αντλώντας υλικό από τις 1.700 περίπου επιστολές με προτάσεις πολιτών που δέχεται κάθε χρόνο. Οι υποψήφιες λέξεις και εκφράσεις πρέπει να προέρχονται από τον δημόσιο λόγο, η χρήση τους να είναι στρεβλή και ανάρμοστη, δηλαδή αναντίστοιχη με την έννοια που εκφράζουν, ή/και να είναι προσβλητικές για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Οι προτάσεις αντλούνται από οποιονδήποτε τομέα της δημόσιας ζωής, όπως την πολιτική, τη διοίκηση, την οικονομία, την τεχνολογία, την επιστήμη, τα ΜΜΕ κ.ά., και πρέπει πάντοτε να αναφέρουν την πηγή τους. Εκτός από την πιο άκυρη λέξη της χρονιάς, η επιτροπή διαλέγει και δυο-τρεις ακόμη λέξεις, τη χρήση των οποίων θεωρεί προβληματική.

* * *

 

Banksy, AL-crat

Από την ιστορία του θεσμού και τις λέξεις που αναδεικνύει κάθε χρόνο, φαίνεται ότι η κριτική επιτροπή δεν χαρίζει κάστανα. Η αιτιολογία που συνοδεύει κάθε χρόνο την πιο άκυρη λέξη είναι λακωνική, εύστοχη και τσουχτερή. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που ως «αντιλέξη» της χρονιάς επιλέχθηκε μια λέξη ή μια έκφραση που είπε διακεκριμένο δημόσιο πρόσωπο. Το 1993 σχολίασαν την έκφραση του τότε καγκελάριου Χέλμουτ Κολ ότι η Γερμανία είναι «ένα απέραντο λούνα παρκ», επειδή οι Γερμανοί «θέλουν να έχουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο και να δουλεύουν λιγότερο απ’ ό,τι οι άλλοι λαοί» — πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα η επιτροπή να έρθει σε σύγκρουση με την Εταιρεία Γερμανικής Γλώσσας, στην οποία εντασσόταν ως τότε, και να συνεχίσει την πορεία της ως αυτόνομος θεσμός.

Για να πάρουμε μια εικόνα της κατεύθυνσης στην οποία κινείται η κριτική επιτροπή, ορισμένα παραδείγματα από προηγούμενες χρονιές: μια από τις εκφράσεις που κατακρίθηκαν το 1991 ήταν τα «έξυπνα όπλα», που χρησιμοποιήθηκε στον πόλεμο του Κόλπου· «παράπλευρες απώλειες» ήταν η χειρότερη λέξη της χρονιάς το 1999, όπως χρησιμοποιήθηκε από αξιωματικούς του ΝΑΤΟ στον πόλεμο του Κοσσόβου· «ανθρώπινο κεφάλαιο» το 2004, έκφραση που υποβιβάζει τους ανθρώπους σε μετρήσιμο μέγεθος σε οικονομικά συμφραζόμενα· την ίδια χρονιά, μια από τις λέξεις που κατέκρινε η επιτροπή ήταν τα «κέντρα υποδοχής», όπως ονομάστηκαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών· «εθελούσια έξοδος» το 2006, όπως χαρακτηρίστηκε η εκδίωξη προσφύγων από τη Γερμανία των οποίων η αίτηση ασύλου δεν είχε εγκριθεί, έπειτα από έντονη «φιλική παρότρυνση και συμβουλή» των αρχών στα λεγόμενα «κέντρα αναχώρησης»· «αναξιοπαθούσες τράπεζες» το 2008, λέξη η οποία αντιστρέφει εντελώς τη σχέση αιτίου και αιτιατού στην παγκόσμια οικονομική κρίση. Συνέχεια ανάγνωσης