Η ριζοσπαστικότητα του έρωτα

Standard

 συνέντευξη του Σρέκο Χόρβατ

μετάφραση: Κατερίνα Δροσοπούλου

update: Όπως μας επισήμανε ο Αντώνης Γαλανόπουλος (και το ευχαριστούμε πολύ), η συνέντευξη είχε ήδη μεταφραστεί στα ελληνικά και δημσοιευτεί στο μπλογκ «Κοίτα τον ουρανό. Στοχασμοί για την επανάσταση της εποχής μας» στις  24.7.2015, σε μετάφραση Σταματίνας Τσιμοπούλου.

 

Μιλάει για τον έρωτα, τη μοναξιά, και την επανάσταση, το «Τελευταίο Ταγκό στο Παρίσι» και έναν πίνακα του Σίλε

Τα «Ενθέματα», εορτάζοντας τη σημερινή ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου δημοσιεύουν μια συνέντευξη του Κροάτη φιλοσόφου Srećko Horvat για το βιβλίο του The Radicality of Love (εκδ. John Wiley & Sons, 2015). Τη συνέντευξη πήρε ο Creston Davis, διευθυντής του Global Center for Advanced Studies, και δημοσιεύθηκε στο «ηλεκτρονικό περιοδικό ριζοσπαστικής φαντασίας» ROAR (roarmag.org), στις 10.7.2015.

Κρέστον Ντέιβις: Η πρώτη μου ερώτηση είναι μάλλον απλή: Γιατί ένα βιβλίο για τον έρωτα;

Σρέκο Χόρβατ: Πετούσα για Λονδίνο τις προάλλες και καθώς ξεφύλλιζα το περιοδικό της British Airways, High Life, έπεσα πάνω σε μια περίεργη διαφήμιση με τον τίτλο «Μέχρι να με χωρίσει ο θάνατος». Ο τίτλος από μόνος του ήταν πολύ παράξενος. Και άρχισα να το διαβάζω. Έλεγε: «Οι “σόλο γάμοι” (solo weddings) προσφέρουν στις γυναίκες μια ιδανική γαμήλια μέρα, χωρίς την ταλαιπωρία ενός αληθινού γάμου». Ένα ταξιδιωτικό γραφείο στο Κιότο προσφέρει ένα διήμερο πακέτο που επιτρέπει στις γυναίκες να διαλέξουν νυφικό, να κάνουν νυφικό μακιγιάζ και χτένισμα και βγάλουν νυφικές φωτογραφίες σε έναν παραδοσιακό γιαπωνέζικο κήπο. Φυσικά, το πρώτο πράγμα που αναρωτήθηκα ήταν: Γιατί κάποια να θέλει ένα σόλο γάμο; Κι όμως, ταιριάζει απόλυτα με την ναρκισσιστική μας κουλτούρα,  όπου η εικόνα του εαυτού μας είναι πιο σημαντική από οτιδήποτε.

Γιατί διάλεξα ως θέμα τον έρωτα; Γιατί, μέσα σε αυτή τη σύγχρονη πανδημία των «selfies», οι άνθρωποι έχουν χάσει την ικανότητά τους να βλέπουν ένα άλλο πρόσωπο, να σχετίζονται με έναν άλλο άνθρωπο – αλλά και το ανάποδο, να σχετίζονται με τον εαυτό τους μέσα από έναν άλλον άνθρωπο. Γιατί ένα βιβλίο για τον έρωτα; Γιατί αυτό που λείπει σήμερα είναι ο έρωτας, όχι το σεξ. Οι άνθρωποι φοβούνται όλο και περισσότερο να ερωτευτούν. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που εκτός από φαινόμενα σαν τους solo γάμους του Κιότο, προσθέσαμε πρόσφατα και μια νέα λέξη στο λεξιλόγιό μας: masturdating. Συνέχεια ανάγνωσης

Ελληνικός Εμφύλιος: η Αδύνατη Επανάσταση

Standard

συνέντευξη του Πολυμέρη Βόγλη με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του βιβλίου του «Η αδύνατη επανάσταση» (εκδ. Αλεξάννδρεια)

6-voglis-b

Ο Πολυμέρης Βόγλης. Φωτογραφία του Π. Κουπαράνη

Ήδη από το πρώτο βιβλίο του, Η εμπειρία της φυλακής και της εξορίας. Οι πολιτικοί κρατούμενοι στον Εμφύλιο Πόλεμο (εκδ. Αλεξάνδρεια) ο Πολυμέρης Βόγλης είχε φανερώσει τις αρετές της ιστορικής του γραφής. Όπως έχει επισημάνει ο Αντώνης Λιάκος, ο Π. Βόγλης μας έδειξε πώς η εμπειρία (της φυλακής και της εξορίας) μπορεί να γίνει αντικείμενο ιστορικής ανάλυσης, και μάλιστα συγκριτικής, καθώς και πώς η υποκειμενικότητα είναι εργαλείο της κοινωνικής ιστορίας (καθώς οι κρατούμενοι δεν αντιμετωπίζονταν ως παθητικά υποκείμενα). Τα γνωρίσματα αυτά, πιο ανεπτυγμένα και ώριμα, τα βρίσκουμε στη μελέτη του Η αδύνατη επανάσταση. Η κοινωνική δυναμική του Εμφυλίου Πολέμου, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Θα επισημάνω, ειδικότερα, την ουσιαστική αξιοποίηση της θεωρητική συζήτησης για τις επαναστάσεις και τους εμφυλίους· και λέω ουσιαστική, γιατί ότι ο συγγραφέας τα σχήματα αυτά δεν τα «κοτσάρει» σαν βαρίδια ή στολίδια στο έργο του, αλλά δουλεύει και οργανώνει το υλικό του με βάση αυτά. Κατά τη γνώμη μου, η σπουδαία συνεισφορά της μελέτης αυτής είναι ότι θέτει την κοινωνική –και όχι τη στρατιωτική– δυναμική στο επίκεντρο, εντάσσοντας συγχρόνως οργανικά τη μελέτη του Ελληνικού Εμφυλίου στις διεθνείς σπουδές περί εμφυλίου, επανάστασης, κομμουνιστικού κινήματος και Ψυχρού Πολέμου.

Στρ. Μπ.

xofylloΗ έννοια «επανάσταση» είναι κεντρική για όλη την προβληματική της μελέτης σου. Γιατί αντιμετωπίζεις τον Εμφύλιο ως επανάσταση;

Ένα από τα βασικά ερωτήματα που με απασχόλησαν όταν έγραφα το βιβλίο ήταν το τι ήταν ο Eμφύλιος Πόλεμος. Ο όρος εμφύλιος πόλεμος είναι αρκετά περιγραφικός, στην ουσία χρησιμοποιείται για να διαχωριστεί ο πόλεμος που διεξάγεται εντός του έθνους-κράτους από τον διακρατικό πόλεμο. Ο όρος εμφύλιος πόλεμος δεν βοηθά να καταλάβουμε γιατί συμβαίνει, ποιο είναι το διακύβευμα αυτής της εσωτερικής σύγκρουσης. Υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί εμφύλιοι πόλεμοι. Αν σκεφτούμε τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο, τον 19ο αιώνα, τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο ή τους πρόσφατους πολέμους σε χώρες της Αφρικής, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι ο όρος αφορά συγκρούσεις πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. Από την άλλη, γνωρίζουμε ότι σε πάρα πολλές περιπτώσεις οι επαναστάσεις ήταν αλληλένδετες με εμφυλίους πολέμους, ας σκεφτούμε για παράδειγμα τη Ρωσική ή την Κινεζική Επανάσταση. Με την εννοιολόγηση του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου ως επανάστασης επιδίωξα να δώσω περιεχόμενο και να αναδείξω το διακύβευμα αυτής της σύγκρουσης και να τον εντάξω σε μια ευρύτερη διεθνή συζήτηση περί επαναστάσεων. Στην ίδια κατεύθυνση, επίσης, ήθελα να στρέψω το ενδιαφέρον από τη μελέτη των εξωγενών παραγόντων (δηλαδή, τον ρόλο που διαδραμάτισαν οι ξένες δυνάμεις) στις εσωτερικές αντιθέσεις, τις κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές προϋποθέσεις της εμφύλιας σύγκρουσης. Τέλος, καλό είναι να λαμβάνουμε υπόψη πώς οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές χαρακτηρίζουν αυτό το οποίο κάνουν. Εκείνη την εποχή στελέχη και μέλη του κόμματος μιλούν για «λαϊκή επανάσταση» και περιγράφουν το Δημοκρατικό Στρατό ως «λαϊκό επαναστατικό στρατό».

Εξοπλισμένοι εθνικόφρονες χωρικοί (Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού)

Εξοπλισμένοι εθνικόφρονες χωρικοί (Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού)

Επανάσταση, λοιπόν, και μάλιστα «αδύνατη επανάσταση». Ο αναγνώστης σκέφτεται αμέσως τους τίτλους των βιβλίων του Θανάση Χατζή και ιδίως του Άγγελου Ελεφάντη (στον δεύτερο αναφέρεσαι μάλιστα στην Εισαγωγή, εξηγώντας τις διαφορές). Στο βιβλίο σου μιλάς και για «αδύνατη» και για «επανάσταση που χάθηκε».

Ο Θ. Χατζής μιλά για «νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε» αναφερόμενος στην Κατοχή και το εαμικό κίνημα, ενώ ο Α. Ελεφάντης χρησιμοποιεί τον όρο «αδύνατη επανάσταση» για να εξηγήσει, πολύ εύστοχα, την αναντιστοιχία ανάμεσα στις ιδεολογικές εξαγγελίες της ηγεσίας του ΚΚΕ και την κοινωνική πραγματικότητα που επικρατούσε στην Ελλάδα το Μεσοπόλεμο. Η διαφορά με τον Μεσοπόλεμο είναι προφανής. Αφενός, η επαναστατική «έφοδος» στον Εμφύλιο ανταποκρινόταν στις προσδοκίες ενός σημαντικού τμήματος της ελληνικής κοινωνίας, αντιστοιχούσε σε κοινωνικές διαθεσιμότητες. Αφετέρου, η επανάσταση στον Μεσοπόλεμο εξαγγέλλεται, ενώ μετά το 1947 επιχειρείται να πραγματοποιηθεί. Η σχέση του αριστερού κινήματος του Εμφυλίου Πολέμου με το εαμικό κίνημα είναι πιο σύνθετη. Το εαμικό κίνημα, επειδή συνδυάζει την εθνική απελευθέρωση με την κοινωνική αλλαγή, στις συγκεκριμένες συνθήκες που υπήρχαν στην Κατοχή, καταφέρνει και αποκτά μια πρωτοφανή κοινωνική δυναμική. Αυτή η δυναμική αρχίζει να συρρικνώνεται στη συνέχεια, ως συνέπεια αφενός της ήττας στα Δεκεμβριανά (αλλά και της έκρηξης της βίας στη «Μάχη της Αθήνας») και αφετέρου ως συνέπεια των διώξεων, της βίας, της τρομοκρατίας μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Η επιλογή του ένοπλου αγώνα και η κλιμάκωση της στρατιωτικής σύγκρουσης από την πλευρά του ΚΚΕ συρρίκνωσαν ακόμα περισσότερο τα κοινωνικά ερείσματά του και τη δυναμική ανάπτυξης του Δημοκρατικού Στρατού. Αυτό που υποστηρίζω είναι ότι η επανάσταση έτσι όπως εξελίχθηκε, δεν θα μπορούσε να ήταν νικηφόρα, και γι’ αυτό την ονομάζω αδύνατη επανάσταση. Συνέχεια ανάγνωσης

Βοσνία: η πολιτική γραμματική του υποθετικού λόγου

Standard

του Έντιν Χαϊνταρπάσιτς

μετάφραση: Μάνος Αυγερίδης

«Κυβέρνηση εγκληματιών»: Διαδήλωση στο Σαράγεβο, 10.2.2014. Φωτογραφία του Stefano Giantini, από το flickr

Πριν από δύο εβδομάδες, χιλιάδες διαδηλωτές εισέβαλαν σε κυβερνητικά κτίρια σε ολόκληρη τη Βοσνία. To μαζικό ξέσπασμα του θυμού στο Σαράγεβο και άλλες πόλεις της Βοσνίας,  και αμέσως μετά η δημιουργία ανοιχτών συνελεύσεων των πολιτών (plenums), πολύ γρήγορα συγκέντρωσε την παγκόσμια προσοχή. Οι μεγάλες εφημερίδες προσπαθούσαν να βρουν εσπευσμένα επιτόπιους ρεπόρτερ, ενώ άρθρα του Σλαβόι Ζίζεκ και ανοιχτές επιστολές στοχαστών όπως ο Ταρίκ Αλί εξέφραζαν με ενθουσιασμό την υποστήριξή τους στις διαδηλώσεις.

 Στον δημόσιο λόγο που αναπτύσσεται για τις διαμαρτυρίες που ξεσπούν σε χώρες σε αναβρασμό  (είτε πρόκειται για τη Βοσνία, την Ουκρανία, την Ελλάδα ή την Τυνησία), διαμορφώνεται διεθνώς -ειδικά στα ΜΜΕ και τις κυβερνήσεις, σε Ευρώπη και Αμερική- μια γενική συναίνεση: στήριξη των βασικών δημοκρατικών δικαιωμάτων των πολιτών, συνδυασμένη με την καταδίκη του διεφθαρμένου τοπικού πολιτικού προσωπικού.

Μια τέτοια στήριξη συνοδεύεται σχεδόν πάντα από μια σειρά υποθετικών προτάσεων. Το άρθρο του Tim Judah στον Economist σχετικά με τις διαδηλώσεις στη Βοσνία αποτελεί καλό παράδειγμα. Εκτιμά ότι τα κίνητρα των διαδηλώσεων είναι «αντι-εθνικιστικά» και φιλελεύθερα, γι’ αυτό και τις στηρίζει, στο τέλος του κειμένου όμως η στήριξη δίνει τη θέση της σε μια σειρά υποθετικές προτάσεις: «Αν οι συνελεύσεις αυτές αποκτήσουν ρίζες, αν αναδειχθούν νέοι ηγέτες και αν εστιάσουν σε ρεαλιστικά αιτήματα, τότε κάτι ίσως μπορεί να αλλάξει». Συνέχεια ανάγνωσης

Συρία: Το αντίθετο της σιωπής

Standard

της Άμαλ Χανάνο

μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης

Άμαλ Χανάνο είναι το ψευδώνυμο μιας συριοαμερικανίδας συγγραφέως και μπλόγκερ.  Η Χανάνο επισκέφθηκε το καλοκαίρι του 2011 το Χαλέπι, την πόλη  όπου γεννήθηκε. Τις φλογερές εντυπώσεις και τις σκέψεις της, λίγο μετά την Αραβική Άνοιξη, κατέγραψε σε ένα ημερολόγιο που δημοσίευσε σε δώδεκα συνέχειες στο σάιτ jadaliyya (www.jadaliyya.com). Από καιρό θέλαμε, και έπρεπε να δημοσιεύσουμε, αποσπάσματα. Το κάνουμε σήμερα, τη στιγμή που η κατάσταση στη Συρία έχει πάρει δραματική τροπή, παραθέτοντας το ακροτελεύτιο κομμάτι.

***

Ταρτούς, Συρία, 2007. Φωτογραφία της Λαρίσα Κορόμποβα, από το flickr

Ταρτούς, Συρία, 2007. Φωτογραφία της Λαρίσα Κορόμποβα, από το flickr

Η  ανθοφορία της Αραβικής Άνοιξης, που τόσες ελπίδες γέννησε, μάς έδωσε ένα ματωμένο καλοκαίρι. Και τώρα, το καλοκαίρι αργοσβήνει δραματικά, καθώς το φεγγάρι  του Ραμαζανιού εξαφανίζεται σιγά σιγά. Αλλά, πριν  το τέλος, λίγα λόγια για την αρχή, τα δεκαπέντε παιδιά από την Νταράα, τους γενναίους δικούς μας Μπουαζίζι,* που τόλμησαν να ονειρευτούν ένα μεγάλο όνειρο για όλους τους Σύριους: έγραψαν, τον Μάρτιο στους τοίχους του σχολείου τους: «Ο λαός θέλει την ανατροπή του καθεστώτος». Ίσως οι πιο αληθινές λέξεις που έχουν γράψει όλα τα παιδιά της Συρίας, εδώ και 48 χρόνια. Φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν, τους έβγαλαν τα νύχια, ενώ οι απελπισμένοι γονείς τους ικέτευαν για την απελευθέρωση των παιδιών τους. Το έγκλημά τους; Έγραψαν τα λόγια που άκουγαν για εβδομάδες στις τηλεοράσεις, που αντηχούσαν στην Τυνησία και την Αίγυπτο, τα λόγια που είχαν ακούσει να προφέρουν ψιθυριστά οι γονείς τους, πίσω από κλειστές πόρτες και σφραγισμένα παράθυρα. Ήξεραν ότι τα ψεύτικα χαμόγελα που έπρεπε να φορέσουν στο σχολείο δεν ταίριαζαν μ’ αυτές τις λέξεις.  Ήξεραν ότι η Συρία δεν ήταν πλέον ένα μέρος που μπορούσες να παίζεις με λόγια ψεύτικα. Αρνήθηκαν να ζουν σ’ έναν απατηλό κόσμο. Ανέσυραν λοιπόν αυτά τα λόγια από το σκοτάδι και τη σιωπή, σημαδεύοντας τους πέτρινους τοίχους για πάντα. Αυτά τα όμορφα παιδιά, αυτοί οι θαρραλέοι ήρωές μας, πυροδότησαν μια επανάσταση. Συνέχεια ανάγνωσης

Κόκκινα αβγά, κόκκινες σημαίες

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

1-SARANTAKOS-b

Eπαναστάτριες ξεσηκώνουν τον λαό, 1843

Παρά τον τίτλο, η στήλη απλώς αφορμή θα πάρει από το πασχαλινό έθιμο με τα αβγά που τα βάφουμε κόκκινα και τα τσουγκρίζουμε· έτσι κι αλλιώς, αν με ρωτήσετε για ποιο λόγο βάφουμε τ’ αβγά, και ειδικότερα γιατί τα βάφουμε κόκκινα, θα σας απαντήσω ότι δεν ξέρω. Έχουν διατυπωθεί δεκάδες θεωρίες· ας περιοριστούμε στο ότι το κόκκινο χρώμα συμβολίζει το αίμα του Ιησού ή στην πιο πρακτική προτροπή που έδωσε ένας επίσκοπος στον νεαρό Εμμ. Ροΐδη που τον είχε ρωτήσει σχετικά: «Τρώγε και μη ερεύνα!». Ευκαιρία είναι όμως να πούμε μερικά πράγματα για το κόκκινο χρώμα.

Το κόκκινο είναι το χρώμα του αίματος και του κινδύνου, του πάθους και της φωτιάς, της θυσίας και του θυμού, της επανάστασης και του κομμουνισμού. Κόκκινο, σε διάφορες αποχρώσεις, φορούσαν οι αυτοκράτορες και οι άλλοι εστεμμένοι, κόκκινο είναι το χρώμα των απαγορευτικών πινακίδων της τροχαίας και των πυροσβεστικών οχημάτων, των χρεωμένων λογαριασμών και των σπιτιών του πληρωμένου έρωτα. Κόκκινη κάρτα δείχνει ο διαιτητής στους άτακτους παίχτες, κόκκινες γραμμές υποτίθεται ότι βάζει η κυβέρνηση στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές (αλλά πάσχει από αχρωματοψία), κόκκινες είναι και οι ματωμένες φράουλες της Μανωλάδας.

Η αρχαία λέξη, ερυθρός, ήδη μυκηναϊκή, ομόρριζη με τις άλλες των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών (red, λατινικό ruber απ’ όπου γαλλ. rouge κτλ.), επιβιώνει και σήμερα, στον Ερυθρό Σταυρό, τους ερυθρόδερμους και τους ερυθρόλευκους, στο ερύθημα (κοκκίνισμα) αλλά και στο λυθρίνι (ερυθρίνος).

Ωστόσο, συνήθως λέμε κόκκινος, που και αυτό αρχαίο είναι, αλλά ελληνιστικό, και προέρχεται από τον κόκκο· κόκκος σήμαινε κυρίως κουκούτσι, αλλά στην προκειμένη περίπτωση ήταν τα αβγά ενός εντόμου, που λέγεται κόκκος ο βαφικός, και που συσσωματωμένα πολλά μαζί σε μικρές μπαλίτσες σαν μεγάλες φακές, τις κηκίδες ή πρινοκόκκια, τα έβρισκαν κολλημένα στις βελανιδιές και σε άλλα δέντρα (και στην αρχή τα νόμιζαν καρπούς των δέντρων).

Αφίσα της Παρισινής Κομμούνας

Αφίσα της Παρισινής Κομμούνας

Ο κόκκος από τα νεολιθικά χρόνια χρησίμευε, αφού τον ξέραιναν και τον άλεθαν, για την παρασκευή κόκκινης χρωστικής, κι έτσι η λέξη «κόκκινος» από την αρχική της σημασία (ύφασμα βαμμένο με κόκκο, π.χ. καταπέτασμα εξ υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου κεκλωσμένου, στη μετάφραση των Εβδομήκοντα) υποκατέστησε τελικά την παλιότερη «ερυθρός».

Και το πορφυρό χρώμα είναι επισημότερη και βαθύτερη απόχρωση του κόκκινου, και οφείλει κι αυτό την ονομασία του σε ζώο: σε ένα οστρακοφόρο μαλάκιο που χρησίμευε για την παρασκευή του χρώματος, την πορφύρα, που από τον αδένα του έβγαζε τη βαθυκόκκινη χρωστική που χρησιμοποιούσαν για τα πανάκριβα ρούχα των εστεμμένων, γι’ αυτό και ονομάστηκε Πορφυρογέννητος ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ — η λέξη έχει περάσει και στο αγγλικό purple. Έχουμε ακόμα το πυρρό (της φωτιάς το χρώμα) ή το ρούσο, το ξανθοκόκκινο, το χρώμα των Ρουσίων του βυζαντινού ιπποδρόμου, από το λατινικό russeus και άσχετο με τους Ρώσους. Αλλά και πολλές άλλες λέξεις υπάρχουν για αποχρώσεις του κόκκινου: το άλικο (ανοιχτό κόκκινο, τουρκικό δάνειο), το κρεμεζί (δάνειο από τα τουρκικά, που ανάγεται τελικά στην περσική λέξη για το ίδιο εντομάκι που παράγει την κόκκινη χρωστική, από εκεί και το αγγλικό crimson) ή το σκαρλάτο (που ανάγεται μέσω του βυζαντινού σιγιλλάτος στο λατινικό sigillum, σφραγίδα, στάμπα).

Η σύνδεση του κόκκινου με τα αριστερά κινήματα έχει τις ρίζες της στη Γαλλική Επανάσταση. Αρχικά, η Εθνοφρουρά ύψωνε την κόκκινη σημαία σαν προειδοποίηση ότι θα ανοίξει πυρ· έτσι έγινε και στη σφαγή του Πεδίου του Άρεως, στις 17 Ιουλίου 1791, όταν οι Εθνοφρουροί έπνιξαν στο αίμα μια αντιμοναρχική διαδήλωση, και από τότε οι Γιακωβίνοι υιοθέτησαν το κόκκινο σε ανάμνηση των θυμάτων της μέρας εκείνης. Η κόκκινη σημαία πρωταγωνίστησε και στην Επανάσταση του 1848, όταν παραλίγο να αντικαταστήσει την τρίχρωμη ως εθνική σημαία της Γαλλίας, και δέθηκε αδιάρρηκτα με τα σοσιαλιστικά, εργατικά και κομμουνιστικά κινήματα μετά την Κομμούνα του Παρισιού το 1871. Όπως έγραψε ο Κάρολος Μαρξ στον Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία, «ο παλιός κόσμος έβγαζε αφρούς λύσσας μπροστά στην Κόκκινη Σημαία, το σύμβολο της δημοκρατίας της εργασίας, που ανέμιζε στο δημαρχείο». Και σ’ ένα ελληνικό Εγκόλπιον εργάτου του 1893 διαβάζουμε: «Η ερυθρά σημαία του σοσιαλισμού φέρει χρυσοίς γράμμασιν: Ελευθερία, όλοι ίσοι». Συνέχεια ανάγνωσης

ΑΦΙΕΡΩΜΑ-1: Επιρροές και επιδράσεις

Standard

ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΕΡΙΚ ΧΟΜΠΣΜΠΑΟΥΜ (1917-2012)

του Σπύρου Ι. Ασδραχά

Παρίσι, 1936, στην επέτειο της Βαστίλης. Στο φορτηγό για τα ντοκιμαντέρ του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Ο Χομπσμπάουμ πάνω δεξιά

Τα ελάχιστα προεισαγωγικά σχόλιά μου αφορούν  ένα σύνηθες φαινόμενο που ισχύει στην περίπτωση όπου ομότεχνοι αναφέρονται στο έργο του προσφάτως εκλειπόντος. Απ’ όσα άκουσα και διάβασα, δημιουργείται ίσως η διάχυτη εντύπωση ότι όλα αρχίζουν με τον Χόμπσμπομ. Τα πράγματα φυσικά είναι διαφορετικά. Ο Χόμπσμπομ είχε τους προγενεστέρους του και τους συγχρόνους του. Σωστά δόθηκε έμφαση στη μαρξιστική ομάδα των Άγγλων ιστορικών που δημιούργησαν το περιοδικό Past and Present. Ο ίδιος ο Χόμπσμπομ το έχει αντιδιαστείλει από τα γαλλικά Annales των Μαρκ Μπλοκ, Λυσιεν Φεβρ και του διαδόχου τους Φερνάντ Μπρωντέλ. Δεν απευθύνομαι στην υστερότερη ιστορία των Annales. Με δυο λόγια, ο Χόμπσμπομ είχε συνομιλητές, ορισμένων από τους οποίους ίσως και να επέκτεινε το έργο τους. Ανάμεσα στα παραδείγματα, τα Πλάσματα του Στάινερ: η κατασκευή των μύθων με ενδεικτικό παράδειγμα τον Γουλιέλμο Τέλλο. Η ενσωμάτωση στην ευρωπαϊκή ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 έχει κι αυτή τα προηγούμενά της. Θα ήταν περιττή η βιβλιογραφία γύρω από το Ανατολικό Ζήτημα, ας υπομνήσω ωστόσο, την Ευρωπαϊκή Ιστορία του Κρότσε, όπου, όπως ήταν επόμενο είχε τη θέση της στην ευρωπαϊκή Ιστορία, γιατί εντάχθηκε στο ευρωπαϊκό φιλελεύθερο κίνημα. Συνέχεια ανάγνωσης

1821: Μια εθνική επανάσταση που ενέχει την ταξική διάσταση, αλλά δεν είναι ταξική

Standard

 συνέντευξη του Σπύρου Ι. Ασδραχά

 

Νίκος Εγγονόπουλος, «Ο όρκος των Φιλικών»

Στις σημερινές συνθήκες της κρίσης αλλάζουν πολλά, ανάμεσά τους και τα εργαλεία με τα οποία σκεφτόμαστε το παρελθόν. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρείτε ότι ανασηματοδοτείται η σχέση μας με το παρελθόν, και ιδιαίτερα με κρίσιμες στιγμές όπως η Επανάσταση του 1821;

 Θα έλεγα ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σύνηθες ιστοριογραφικό δίλημμα, της αναλογίας και της επανάληψης. Σε ποιο βαθμό αναλογίες που προκύπτουν από διαφορετικές ή εν μέρει ανόμοιες δομές μπορούν να τροφοδοτήσουν τις κατανοήσεις των σημερινών φαινομένων, όπως η καπιταλιστική κρίση; Προσωπικά, θεωρώ ότι μας χρειάζονται και, με τους κατάλληλους όρους, μπορούν να συνεισφέρουν στον εμπλουτισμό των αναλυτικών εργαλείων μας.

Όπως έγραφε ο Σβορώνος σε εκείνο το επίδικο άρθρο του για την εθνογένεση, για να γνωρίσεις τις διαδοχικές συνειδητοποιήσεις ενός λαού, πρέπει να γνωρίσεις την ιστορία του. Το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να δούμε τι ακριβώς ήταν αυτό το Εικοσιένα. Καθώς πριν από το 1821 υπάρχουν μια σειρά επαναστατικών κινητοποιήσεων στον ελλαδικό χώρο, τίθεται το γνωστό ζήτημα αν η Επανάσταση του Εικοσιένα είχε το ίδιο περιεχόμενο, λ.χ., με το 1770. Θα έλεγα ότι η επισφαλής λύση προβλημάτων ορίζεται εν πολλοίς από την κακή τοποθέτησή τους. Και θεωρώ κακή τοποθέτηση του προβλήματος να ρωτάμε αν το 1770 είχε τους χαρακτήρες της Επανάστασης του 1821. Είναι σαν να λέμε ότι ο νόμος της βαρύτητας υπήρχε από την εποχή που πέφτουν τα μήλα από τη μηλιά, σαν να λέμε ότι ο προάγγελος του νόμου της βαρύτητας, που διατύπωσε ο Νεύτωνας, ήταν η παλινωδία του Πλάτωνος στον Φαίδρο: οι ψυχές που αιωρούνται, και οι βαριές ψυχές που πέφτουν.

Χαρακτικό της Λουκίας Μαγγιώρου, από το λεύκωμα "Για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά"

Ένα ιστορικό φαινόμενο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επανάσταση, αν δεν συγκεντρώνει ορισμένα χαρακτηριστικά· στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι η μετάβαση από την έννοια του γένους (που έχει τη ρίζα του στις οικουμενικότητες της εποχής και των προηγούμενων εποχών, φτάνοντας μέχρι τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και τους ελληνιστικούς χρόνους) στην έννοια του έθνους. Μέσα στη φαινομενική συνέχεια υπάρχουν ουσιώδεις ασυνέχειες. Το 1821 είναι η ανασηματοδότηση των προηγούμενων επαναστατικών κινημάτων και η μεταμόρφωσή τους, δηλαδή η προσαρμογή τους στους όρους της εποχής. Ας μην ξεχνάμε ότι είναι μια εποχή επαναστάσεων και σε άλλα μέρη, όπως στη Λατινική Αμερική.

Αν προχωρήσουμε στο ζήτημα των συνεχειών, αλλά μετά το 1821, μπορούμε να πούμε ότι η Επανάσταση του 1821 είναι ένα είδος αντιστασιακής μήτρας, καθώς πολλές φορές, και ιδίως σε στιγμές κρίσιμες, όπως στα χρόνια της Κατοχής, γίνεται επίκληση σε αυτήν;

Θα μιλούσα με τους όρους του Φίλιππου Ηλιού για τη «χρήση της Ιστορίας». Ο Φίλιππος προσανατολιζόταν περισσότερο στη χρήση της ιστοριογραφίας, δηλαδή της ιστορικής ερμηνείας. Στο ζήτημά μας υπάρχει ένα θέμα «αναμορφώσεων» — όπως σε έναν πίνακα ο οποίος, ανάλογα με την οπτική γωνία που τον βλέπεις, έχει διαφορετική μορφή. Ανακρατιέται όμως κάτι: η έννοια της μη συμβίωσης με την κατακτητική κοινωνία. Και έτσι, στα χρόνια της Αντίστασης, έχουμε και τη φράση «Το Εικοσιένα ξαναζεί με το λαό μαζί». Βεβαίως ξαναζεί το Εικοσιένα, επειδή υπάρχει η σύγκρουση ανάμεσα σε κατακτημένους και κατακτητές, με τη διαφορά όμως ότι τα αιτούμενα του Εικοσιένα δεν εγγράφονται στα αιτούμενα της κοινωνίας η οποία έχει προκύψει από τη Βιομηχανική Επανάσταση. Συνέχεια ανάγνωσης