Κυβερνησιμότητα της κρίσης και των κοινών στη νέα Μεσόγειο: Για μια «αντι-αντικοινωνική» έρευνα

Standard

του Νικόλα Κοσματόπουλου

Έργο του Ζακ Πρεβέρ, 1979

Έργο του Ζακ Πρεβέρ, 1979

Από την ημέρα που ο Μωχάμεντ Μπουαζίζι πυρπόλησε το βασανισμένο κορμί του σε μια πόλη της Τυνησίας, το κύμα των εξεγέρσεων και αναταραχών, που αυτή η κίνηση πυροδότησε, εξαπλώθηκε σε όλη σχεδόν τη Μεσόγειο. Ωστόσο, παρά το εύρος και την πολυφωνία των αναλύσεων που ακολούθησαν, υπάρχει ένα χαρακτηριστικό, εντυπωσιακά απόν σε πολλές, αν όχι όλες: η μετατροπή της Μεσογείου σε προνομιακή περιοχή κρίσεων και εξεγέρσεων.

Η απουσία ενός μεσογειακού αναλυτικού πλαισίου έχει να κάνει, σε γενικές γραμμές, με δύο λόγους. Πρώτον, η διάσπαρτη ισλαμοφοβία παγιώνει τη διάκριση της Μεσογείου στην ευρωπαϊκή μεριά από τη μια (στην οποία οι «τεμπέληδες Νότιοι» μπορούν ακόμα να γίνουν Βόρειοι, αν αποποιηθούν το αμαρτωλό τους DNA και θυμηθούν τις αρετές του ευρωπαϊκού πολιτισμού) και στην αραβικο-μουσουλμανική από την άλλη, όπου οι αρχές της Γαλλικής Επανάστασης δεν έφτασαν ποτέ, άρα οποιαδήποτε εξέγερση είναι καταδικασμένη να καταλήξει είτε σε στρατιωτική είτε σε ισλαμική χούντα.

Δεύτερον, η κυρίαρχη «επιστημονική» διάγνωση της κρίσης ορίζει ότι το κύριο πρόβλημα της Νότιας Ευρώπης εστιάζεται στην οικονομία, ενώ στη Μέση Ανατολή είναι η πολιτική που νοσεί. Φυσικά, κάθε λογής ειδήμονες δεν χάνουν ευκαιρία να διανθίσουν τις διαγνώσεις της κρίσης χρέους στον μεσογειακό Βορρά με νουθεσίες για πολιτικές «μεταρρυθμίσεις», αλλά κανείς  –εκτός από νεοναζί και χουντικούς–  δεν έχει τολμήσει (ακόμα) να υπονοήσει ότι οι Νοτιοευρωπαίοι είναι ανώριμοι για δυτικού τύπου δημοκρατίες, όπως υποστηρίζεται ευρέως κι ευθαρσώς για τους άραβες γείτονές τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών: μια ιδιότυπη Ιφιγένεια με σημαντικές παράπλευρες επιπτώσεις

Standard

WEB ONLY– Το κείμενο δημοσιεύεται παράλληλα και στο RedNotebook (http://rednotebook.gr/details.php?id=6945)

του Θωμά Μαλούτα

Έργο του Κάζιμιρ Μάλεβιτς

Το Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης προωθεί τη συγχώνευση Ερευνητικών Κέντρων (ΕΚ) στο πλαίσιο του νομοσχεδίου για τη συγχώνευση φορέων του δημοσίου, που μόλις κατατέθηκε για διαβούλευση, ακολουθώντας μια ατεκμηρίωτη επιλογή της προηγούμενης κυβέρνησης και πατώντας σε βιαστική απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης, στο σύντομο διάστημα που ανέλαβε την εποπτεία της έρευνας, πριν αυτή επιστρέψει στο Υπουργείο Παιδείας. Στα συγχωνευόμενα ΕΚ περιλαμβάνεται το ΕΚΚΕ, το οποίο προσαρτάται ως Ινστιτούτο στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (ΕΙΕ).

Έχουν ήδη διατυπωθεί, από πολλές πλευρές, σοβαρές αντιρρήσεις για αυτή την υποβάθμιση που επιφυλάσσεται στο μοναδικό ΕΚ που αφορά την κοινωνική έρευνα στην Ελλάδα και, μάλιστα, σε εποχή συνεχούς συσσώρευσης αρνητικών κοινωνικών συνεπειών από την οικονομική ύφεση. Εξίσου σοβαρές αντιρρήσεις αναφέρονται στη διακινδύνευση του έργου ενός φορέα που δυναμικά δραστηριοποιείται σε εθνικά και ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα με αντικείμενο κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα, που προσφέρει τακτικά συμβουλευτικό έργο στην πολιτεία, που δραστηριοποιείται στο χώρο των μεταπτυχιακών σπουδών συνεισφέροντας την ερευνητική του εμπειρία και τεκμηρίωση και που παράγει δημοσιεύσεις και αναπτύσσει βάσεις κοινωνικών δεδομένων για την εξυπηρέτηση ευρύτερων ομάδων χρηστών. Συνέχεια ανάγνωσης

Το νέο νομικό πλαίσιο για την έρευνα

Standard

 Αναπαραγωγή του κυρίαρχου Παραδείγματος και κατακερματισμός

του Φάνη Παπαγεωργίου και του Νικόλα Βαγδούτη

Ραούλ Χάζουμαν, "Ο Τάτλιν μένει σπίτι"

Σκιαγραφώντας τον νόμο Διαμαντοπούλου, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις βασικές συνιστώσες όσον αφορά την έρευνα. Πρώτον, την οικονομική-εισπρακτική διάσταση: περικοπή των κονδυλίων έρευνας και  των υποτροφιών, επιβολή ή αυξήσεις διδάκτρων στα μεταπτυχιακά, άνοιγμα της ερευνητικής διαδικασίας στην αγορά για προσέλκυση επενδύσεων. Δεύτερον, αποκλειστικός προσανατολισμός προς την εμπειρική-εφαρμοσμένη έρευνα, αποσύνδεση από τη βασική έρευνα. Tρίτον, προσπάθεια οριοθέτησης κάθε επιστήμης εντός του κυρίαρχου Παραδείγματος, με τη θεσμοθέτηση μιας διαδικασίας που έχει ξεκινήσει εδώ και κάποια χρόνια. Χωρίς να υποτιμάμε την πρώτη διάσταση, που παραδίδει την έρευνα στους ιδιώτες, επιβάλλει ταξικούς φραγμούς και δημιουργεί εργαζόμενους πολλών ταχυτήτων, θα εστιαστούμε στις δύο άλλες συνιστώσες.

***

Ο νόμος θεσμοποιεί το άνοιγμα της έρευνας στην αγορά, ενώ η κρατική χρηματοδότηση  στοχοπροσηλώνεται στην «καινοτομία».[1] Αποτυπώνεται, δηλαδή, μια σαφής στροφή προς την εμπειρική-εφαρμοσμένη έρευνα, καθώς ως «καινοτομία» νοείται η εφαρμοσμένη έρευνα που κατατείνει σε υλικά και εμπορευματικώς εκμεταλλεύσιμα αποτελέσματα. Η έμφαση στην εμπειρική-εφαρμοσμένη έρευνα, όπως θα δείξουμε, συνδέεται άμεσα με την ιδεολογική κυριαρχία εντός του υπάρχοντος Παραδείγματος.

Στην εμπειρική-εφαρμοσμένη συνιστώσα κάθε επιστήμης υπεισέρχεται αναγκαστικά το ιδεολογικό στοιχείο (Μπαλτάς 2002)· ως εκ τούτου, η βάση των επιστημονικών διαμαχών έγκειται στο ιδεολογικό στοιχείο[2] και τη μη οριστικότητα των αποτελεσμάτων. Το ιδεολογικό στοιχείο εμφιλοχωρεί ανανοηματοδοτώντας και ερμηνεύοντας υπάρχουσες έννοιες και θεωρίες, και νοηματοδοτώντας ταυτόχρονα ιδεολογικά σχήματα εν τη γενέσει τους, προσδίδοντάς τους ένα μανδύα θεωρίας. Παρενθετικά, πρέπει να σημειώσουμε πως η μη οριστικότητα των αποτελεσμάτων έχει διαβαθμίσεις. Για παράδειγμα, στις ανθρωπιστικές επιστήμες και τα οικονομικά είναι σαφώς μεγαλύτερη από ό,τι στις θετικές επιστήμες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι διάφορες εκδοχές της έννοιας της αιτιότητας, τέκνο της μαθηματικοποίησης της οικονομικής θεωρίας ύστερα από την επικράτηση της νεοκλασικής σχολής. Η μαθηματικοποίηση αυτή προσπαθεί με στρεβλό τρόπο να άρει την μη οριστικότητα των αποτελεσμάτων. Αυτό γίνεται αντιληπτό αν συνυπολογίσουμε τον ρόλο της θεμελίωσης, της ακαδημαϊκής τεκμηρίωσης και της ηγεμονίας έτσι των νεοφιλελεύθερων πολιτικών στη βάση των διδαγμάτων της νεοκλασικής σχολής. Συνέχεια ανάγνωσης

Το Πανεπιστήμιο της νέας εποχής στην Ελλάδα και τον κόσμο

Standard

Συζητούν η Ελένη Καλαφάτη, η Ιφιγένεια Καμτσίδου, ο Νίκος Κοταρίδης και ο Δημήτρης Παπαλεξόπουλος

Ιφιγένεια Καμτσίδου: Στην πολιτειολογική συζήτηση, δύο είναι τα βασικά μοντέλα που περιγράφουν το πανεπιστήμιο και τη λειτουργία του: το φιλελεύθερο και το λειτουργικό.

Το φιλελεύθερο μοντέλο αντιστοιχεί στο πανεπιστήμιο όπως αυτό διαμορφώνεται κατά τον Διαφωτισμό, και έχει μάλλον αριστοκρατικά χαρακτηριστικά. To πανεπιστήμιο αυτό στηρίζεται οργανωτικά στην κυρίαρχη θέση του καθηγητή και στην αυταξία της γνώσης που παράγει. Είναι ένα πανεπιστήμιο αποκομμένο σχετικά από την κοινωνία, καθώς ως πεδίο παραγωγής γνώσης και δομή όπου αναπτύσσεται η έρευνα οργανώνει τη δραστηριότητά του όχι με βάση τις κοινωνικές απαιτήσεις, αλλά την αναζήτηση της επιστημονικής αλήθειας. Για τον λόγο αυτό, στελεχώνεται από λίγους και απευθύνεται σε λίγους. Το μοντέλο εμφανίζεται και λειτουργεί στην πρώτη περίοδο θέσμισης των νεωτερικών πολιτευμάτων, όπου στο πολιτικό επίπεδο η κυριαρχία ανήκει στο έθνος. Η εκλογή των αντιπροσώπων γινόταν με τιμαριωτική ψήφο, δηλαδή στο εκλογικό σώμα συμμετείχαν οι οικονομικά εύρωστοι, οι οποίοι λόγω του οικονομικού τους status διέθεταν τον χρόνο να ασχοληθούν με τα κοινά, ενώ τα μέλη των αντιπροσωπευτικών οργάνων επιλέγονταν από το ίδιο περιορισμένο εκλογικό σώμα με κριτήριο την ικανότητά τους να διαβουλεύονται, να προσεγγίζουν τον Ορθό Λόγο, ώστε να βρίσκουν λύσεις ευεργετικές για τα κοινωνικά προβλήματα.

Από το φιλελεύθερο στο λειτουργικό πανεπιστήμιο

Έρνστ Λούντβιχ Κίρχνερ, «Τανγκό», π. 1919-1921

Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, νέες κοινωνικές τάξεις, και ιδίως η εργατική, έρχονται στο προσκήνιο διεκδικώντας συμμετοχή στη διαχείριση των δημόσιων πραγμάτων, στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας· για να το πετύχουν, χρειάζονται, ανάμεσα στα άλλα, και γνώση. Με την επίδραση των κινημάτων που αναπτύσσονται και στοχεύουν σε μια διαφορετική θέσμιση της κοινωνίας, διαμορφώνεται το δεύτερο μοντέλο για το πανεπιστήμιο, το οποίο, υπό την επίδραση της γερμανικής σκέψης, ονομάζεται λειτουργικό. Το πανεπιστήμιο αυτό συνδέεται, και συνδέει το ίδιο την αποστολή του, με την κοινωνική πρόοδο και ευημερία και με την ανάπτυξη των δημοκρατικών θεσμών. Παραμένει μια δομή έρευνας και διδασκαλίας, αλλά η γνώση που φιλοδοξεί να παράγει δεν προβάλλει ως αυταξία· καλείται να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της κοινωνίας και τη δημοκρατική μορφή της πολιτικής οργάνωσής της: όσον αφορά την οικονομία προετοιμάζει ικανούς μηχανικούς, καλούς αρχιτέκτονες, άρτια εκπαιδευμένους γιατρούς και δικηγόρους, ενώ όσον αφορά τη λειτουργία των θεσμών διαμορφώνει τους πολίτες. Πολίτες, τα ελεύθερα πρόσωπα δηλαδή, που με την κριτική τους σκέψη αναγνωρίζουν στο αίτημα για ίση κοινωνική αξιοπρέπεια ένα θεμελιώδη χαρακτήρα, καθώς επίσης είναι σε θέση να προάγουν τη συλλογική δράση για την ικανοποίησή του.

Το λειτουργικό πανεπιστήμιο δομείται και αναπαράγεται μέσα από τις αντιφάσεις του. Από τη μια, επειδή συνδέεται με την κοινωνία και στοχεύει στη διαπαιδαγώγηση των μελών της πολιτικής κοινότητας, διεκδικεί την οργάνωσή του με βάση τα δημοκρατικά προτάγματα· από την άλλη όμως συνάπτεται με μια συγκεκριμένη διάρθρωση των κοινωνικοοικονομικών σχέσεων, ένα σύστημα κοινωνικών σχέσεων που στοιχείται με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, τον οποίο καλείται να υπηρετήσει.

Έμιλ Νόλντε, "Μάσκες", 1911

Οι δυο ειδικότερες πτυχές του λειτουργικού πανεπιστημίου, η πρώτη που μπορούμε να ονομάσουμε δημοκρατική και συγκροτείται τόσο από την αυτοδιοίκηση της ακαδημαϊκής κοινότητας όσο και από τη συνεισφορά της στην διαμόρφωση ελεύθερων πολιτών, και η δεύτερη που συνδέει την πανεπιστημιακή έρευνα και διδασκαλία με τη λειτουργία του οικονομικού συστήματος, δεν συμπορεύονται πάντοτε αρμονικά. Μια τέτοια απόκλιση είναι σήμερα πολύ φανερή: η πρόοδος της τεχνολογίας, η γνώση που παράγει το πανεπιστήμιο, μπορεί να είναι ευεργετική σε κάποιους τομείς και να αναπτύσσει εξαιρετικά αρνητικές συνέπειες σε άλλους. Η βιοτεχνολογία, για παράδειγμα, είναι πολύτιμη, γιατί επιτρέπει την πρόοδο της ιατρικής, ταυτόχρονα όμως εγείρει σοβαρά ερωτήματα, λ.χ. ως προς το πώς κατανοούμε οι ίδιοι τον εαυτό μας ή ως προς τους κοινωνικούς ρόλους των φύλων. Ενδεικτικά, η τεχνητή γονιμοποίηση θέτει το ζήτημα της κοινωνικής θέσης και αποστολής της γυναίκας, με τρόπο που ανατρέπει τις εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών: αφού η επιστήμη πλέον επιτρέπει την με οποιοδήποτε όρο τεκνοποίηση, η γυναίκα επιστρέφει στην αναπαραγωγική της αποστολή, ενώ η δημόσια συζήτηση δεν αφορά την σημασία του να είναι κανείς γονιός ή την ευχέρεια της γυναίκας να διαθέτει ελεύθερα το σώμα, αλλά έχει προσανατολιστεί στο δικαίωμά της να γίνει μητέρα με κάθε μέσο. Ακόμη, η βιοτεχνολογία αποτελεί παράμετρο προόδου και υψηλής κερδοφορίας σε διάφορους τομείς, όπως στον κλάδο των φαρμακευτικών εταιρειών· ταυτόχρονα όμως επιτρέπει το βιολογικό profiling, μια «ανεξίτηλη» καταγραφή και παρακολούθηση των ανθρώπων, σε άλλες δε επιστήμες, όπως στη νομική, έχει γεννήσει έναν προβληματισμό ενοχλητικό για το σύστημα.

Ζούμε σήμερα, λοιπόν, την ένταση της αντίφασης που διαπερνά το πανεπιστήμιο, η οποία συνδέεται με τις γενικότερες εξελίξεις. Γι’ αυτό είναι πολύ δύσκολο να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα των πανεπιστημίων αυτοτελώς. Μέσα στην παγκοσμιοποιούμενη αγορά που προβάλλει ως ο βασικός συνεκτικός δεσμός των ατόμων και των κοινοτήτων του «παγκόσμιου χωριού», το πανεπιστήμιο ωθείται να εξυπηρετήσει τη μία πτυχή της νεωτερικής αποστολής του: την παραγωγή προηγμένης τεχνολογίας, ώστε να εξυπηρετούνται οι στοχεύσεις των εταιρειών, γενικότερα των οικονομικών μονάδων που διαμορφώνουν τις συνθήκες του ανταγωνισμού και, ταυτόχρονα, την κατάρτιση όσων θα κληθούν να στηρίξουν την εφαρμογή των τεχνολογιών, οι οποίοι όμως δεν θα εισάγονται στη μέθοδο και τις μεθόδους μιας επιστήμης, με άλλα λόγια με τις σπουδές τους δεν θα συγκροτούν επιστημονική προσωπικότητα ούτε θα μπορούν να σταθούν κριτικά απέναντι στη γνώση που τους μεταδίδεται.

Από τη μεγάλη τομή της δεκαετίας του 1960 στην κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού

Ελένη Καλαφάτη: Στη μεταπολεμική περίοδο, κατά την ένδοξη τριακονταετία, το πανεπιστήμιο μαζικοποιείται, ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1960, και αυτό συνιστά σημαντική τομή στην ιστορία της ανώτατης εκπαίδευσης. Πολύ σχηματικά: Στις βιομηχανικές χώρες το πρότυπο ανάπτυξης βασίζεται στην ενίσχυση της γνωστικής ικανότητας των επιχειρήσεων, ευνοώντας την πλήρη απασχόληση. Το γεγονός ότι οι νέοι βρίσκουν εύκολα εργασία μόλις τελειώνουν την υποχρεωτική εκπαίδευση συνιστά εμπόδιο στη στελέχωση με εξειδικευμένο προσωπικό. Είναι ανάγκη λοιπόν να τους ενθαρρύνουν να συνεχίσουν τις σπουδές τους με την υπόσχεση ανώτερων μισθών και δωρεάν εκπαίδευση σε όλα τα επίπεδα. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις απευθύνονται για τη διάθεση των προϊόντων τους κυρίως σε μια εσωτερική αγορά με κορμό της τη μεσαία τάξη που συγκροτείται από τα ελευθέρια επαγγέλματα, ιδιωτικούς και δημόσιους υπαλλήλους κλπ. Οι εργοδότες έχουν συμφέρον συλλογικά να συμμετέχουν, μέσω του φόρου, στη χρηματοδότηση της επέκτασης της σχολικής εκπαίδευσης, ενώ συγχρόνως είναι διατεθειμένοι, ατομικά, να επωμιστούν το κόστος της προσαρμογής των διπλωματούχων που προσλαμβάνουν στις εξειδικευμένες ανάγκες της επιχείρησής τους, αφού αυτή την επένδυση θα μπορούσαν να την αποσβέσουν με την μακροχρόνια απασχόληση του εργαζομένου. Έτσι εκφράζεται διεθνώς μια μεγάλη ζήτηση για ανώτατη εκπαίδευση, αυξάνεται ο αριθμός των φοιτητών, ιδρύονται νέα πανεπιστήμια, και όλα αυτά με κρατικό προγραμματισμό και δημόσια χρηματοδότηση.

Χαρακτικό του Καρλ Σμιτ-Ρότλουφ

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ΟΟΣΑ το 1962, στη σύσκεψη της Ουάσινγκτον, πρότεινε ως παγκόσμιο παράδειγμα την Γαλλία και την ΕΣΣΔ, τα δυο πιο συγκεντρωτικά κράτη στο θέμα του προγραμματισμού και της δημόσιας χρηματοδότησης της εκπαίδευσης!

Είκοσι χρόνια αργότερα αλλάζει εντελώς ο λόγος του ΟΟΣΑ. Κατηγορεί πλέον τα κράτη –και τα Πανεπιστήμια– ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες των αγορών. Ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 1970 καταγγέλλεται ο «πληθωρισμός» των διπλωμάτων ως πολιτικά επικίνδυνος και εξαιρετικά δαπανηρός για τα δημόσια οικονομικά, ιδιαίτερα αφού οι εργοδότες δεν μπορούν να επωφεληθούν από το κυρίως επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: τη σχετική μείωση των μισθών των ειδικευμένων εργαζόμενων. Άμα έχω δίπλωμα δικαιούμαι και το επίδομα εκπαίδευσης· και καθώς οι απόφοιτοι, βλέποντας ότι δεν βρίσκουν απασχόληση, αρχίζουν να κυνηγούν όλο και περισσότερα διπλώματα –μεταπτυχιακό, διδακτορικό–, φτιάχνεται ένας φαύλος κύκλος που δεν αρέσει στις αγορές. Πρέπει λοιπόν να περάσει το βάρος της χρηματοδότησης της εκπαίδευσης στις οικογένειες και να αποσυνδεθεί το δίπλωμα από τη θέση απασχόλησης και το μισθό. Αυτό ακριβώς προτείνει τον Μάιο του 1972 ο Εντγκάρ Φωρ, σε υπόμνημά του για λογαριασμό της Unesco η οποία τότε περνά από το δόγμα της υποχρεωτικής εκπαίδευσης ή της ενθάρρυνσης για εκπαίδευση –μιλάμε πάντα για δημόσια εκπαίδευση– στη «διά βίου μάθηση». Την ίδια εποχή στη Βρετανία τα think tanks της Νέας Δεξιάς επεξεργάζονται το νεοφιλελεύθερο δόγμα και τα συστατικά της νέας διακυβέρνησης, ενώ η Θάτσερ ως υπουργός Παιδείας περικόπτει τα κονδύλια για την εκπαίδευση και καταργεί τη χορήγηση δωρεάν γάλακτος στα σχολεία για παιδιά επτά ως έντεκα ετών.

Προσθέστε και το στοιχείο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας: οι επιχειρήσεις μπορούν να μετακινηθούν όπου θέλουν, και εκεί επιθυμούν να βρίσκουν έτοιμο το προσωπικό που χρειάζονται. Στο πλαίσιο του εθνικού κράτους, η Renault, λ.χ., παλιότερα προσλάμβανε κάποιους και ξόδευε για να τους εκπαιδεύσει, με τη λογική ότι θα τους έχει εκεί μέχρι να πάρουν σύνταξη. Τώρα οι πολυεθνικές ζητούν εργαζόμενους άμεσα παραγωγικούς χωρίς κόστος «ρονταρίσματος», τους οποίους να μπορούν να επιλέξουν πάνω σε ένα υπέδαφος εργατικού δυναμικού στη βάση των πιστοποιημένων δεξιοτήτων τους. Έτσι από τα τέλη της δεκαετία του 1980 η κυρίαρχη λογική (που διατυπώνεται από τον ΟΟΣΑ και την Unesco και υιοθετείται από την Ε.Ε.), αφορά όχι πια την εκπαίδευση ως δημόσιο αγαθό που σχεδιάζεται και παρέχεται στο πλαίσιο του εθνικού κράτους, αλλά το πώς αυτή θα παρέχει τεχνογνωσία και δεξιότητες, μετρήσιμες και συγκρίσιμες διεθνώς.

Συγχρόνως, με τον ίδιο τρόπο που η απορρύθμιση καταργεί τα εθνικά σύνορα για τα κεφάλαια, εξαφανίζει επίσης το όριο που τους απαγόρευε να διεισδύσουν σε μη εμπορευματοποιημένους τομείς της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης όπως η κοινωνική ασφάλιση, η υγεία, η εκπαίδευση. Σε αυτό το πλαίσιο ο χαρακτήρας του Πανεπιστημίου πρέπει να αλλάξει ριζικά.

Το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο και η σειρά ISO 9000

Ε. Καλαφάτη: Η σχέση του κράτους με το νεωτερικό Πανεπιστήμιο θα μπορούσε να περιγραφεί σχηματικά ως εξής: Σας δίνω τα μέσα να λειτουργήσετε, σας ελέγχω (μέσω του θεσμικού πλαισίου και των παρέδρων), αλλά σας έχω εμπιστοσύνη, εσείς ορίζετε τι διδάσκετε. Ακόμη και τη μεταπολεμική περίοδο, όταν το Πανεπιστήμιο μαζικοποιείται για να ανταποκριθεί στις ανάγκες της οικονομίας, υποστηρίζεται ως ένας θεσμός που παράγει και προσφέρει γνώση, χωρίς να επιδιώκει να απαντήσει σε εξειδικευμένες ανάγκες των επιχειρήσεων. Εξακολουθεί να αποτελεί έναν χώρο ελευθερίας όπου η επιστημονική παραγωγή είναι «δημόσιο αγαθό». Στα τέλη του 20ού αιώνα περνάμε πια σε άλλη φάση, όπου οι εταιρείες ζητάνε ένα επιχειρηματικό πανεπιστήμιο προσανατολισμένο απολύτως στις ανάγκες της αγοράς. Πώς ορίζεται αυτό;

Είναι μια επιχείρηση που δέχεται και δημόσια και ιδιωτική χρηματοδότηση, μπορεί να έχει εμπορικές δραστηριότητες, δηλαδή να πουλάει τη γνώση της, αρκεί να μην είναι κερδοσκοπική. Έχει αυτονομία διαχείρισης του ενεργητικού και του προσωπικού της, πρέπει όμως να μπορεί να αναπτύσσει ανταγωνιστικές στρατηγικές για τις αγορές, να δημιουργεί θυγατρικές, να συγχωνεύεται ενδεχομένως με άλλες τέτοιες μονάδες, να συνεργάζεται με ιδιωτικές επιχειρήσεις. Χρειάζεται, έτσι, ένα ειδικό εργαλείο από πρότυπα-ενδείκτες, που θα χρησιμεύει στους πελάτες (πελάτες με τη διπλή έννοια: οι πελάτες-σπουδαστές και οι πελάτες-επιχειρηματίες που θα προσλάβουν στη συνέχεια τους σπουδαστές) για την ενημέρωσή τους σχετικά με την ποιότητα του προϊόντος που παράγεται, αλλά και στους χρηματοδότες-μετόχους για τον έλεγχο της απόδοσης της «επιχείρησης» και τη χάραξη των στόχων.

Στις αγορές, η κοινή αναφορά σχετικά με την ποιότητα των προϊόντων –αναγκαία για την διευκόλυνση των διεθνών ανταλλαγών– είναι τα κείμενα (πρότυπα, πιστοποιήσεις κλπ.) των διεθνών οργανισμών, κυρίως του International Organisation for Standardisation (ISO). Συζητούν, λοιπόν, στους εμπλεκόμενους Οργανισμούς, για παράδειγμα το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP), ποια από τις μεθόδους πιστοποίησης μπορεί να εφαρμοστεί στα πανεπιστήμια, και αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο εφαρμογής της μεγάλης σειράς ISO 9000, η οποία πιστοποιεί τη διαδικασία παραγωγής του προϊόντος, και όχι το ίδιο το προϊόν.

Δημήτρης Παπαλεξόπουλος: Ο έλεγχος του προϊόντος και μάλιστα του «προϊόντος-σπουδαστή», που θα «παράγει» το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο δεν θα μπορούσε να γίνει παρά δειγματοληπτικά και εκ των υστέρων. Γι’ αυτό προτάσσεται ο έλεγχος της διαδικασίας «παραγωγής», που αναφέρεται στον καθολικό έλεγχο όλων των παραμέτρων που συμβάλλουν προς το τελικό αποτέλεσμα, όπως είναι η οργάνωση της εργασίας, η κυκλοφορία της πληροφορίας μέσα στην επιχείρηση, ο προσδιορισμός επιδόσεων και οι συναφείς διαρκείς αξιολογήσεις του ανθρώπινου δυναμικού. Σε αυτή τη λογική το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο δεν είναι ελεύθερο να ορίσει τις διαδικασίες στο εσωτερικό του και, το κυριότερο, δεν μπορεί να τις μεταβάλει.

Συνέχεια ανάγνωσης