Επίθεση στη διαφορετικότητα

Standard

του Δημήτρη Θ.  Ζάχου

Αντρέ Ντεραίν, "Ο χορός", 1906

 Οι οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις που έλαβαν χώρα σε παγκόσμιο επίπεδο κατά την διάρκεια των τελευταίων είκοσι ετών είχαν αντίκτυπο και στην κυριαρχία των κρατών. Η ανάδειξη της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε ανώτατες πλανητικές αξίες και αρχές δικαίου επέφεραν αλλαγές σε ορισμένα –μέχρι τότε απαράβατα– εθνικά δικαιώματα (π.χ. στα σύνορα). Παράλληλα, οι εθνικές πολιτικές σε σημαντικά ζητήματα, όπως της οικονομίας, της εκπαίδευσης και της υγείας ωθήθηκαν σε «ομογενοποίηση». Διεθνείς οργανισμοί (Παγκόσμια Τράπεζα, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου) και υπερεθνικές ενώσεις (Ευρωπαϊκή Ένωση) φάνηκε να παίρνουν ένα μέρος από τις αρμοδιότητες, αλλά και από τις δραστηριότητες των εθνών-κρατών.

Το συγκεκριμένο διεθνές περιβάλλον άσκησε πίεση στα κράτη υπέρ των ποικίλων εκφάνσεων ετερότητας, ιδιαίτερα της πολιτισμικής. Ταυτόχρονα, στο εσωτερικό των κρατών, ασκήθηκαν ανάλογες πιέσεις που επήλθαν κυρίως από τη δράση μιας σημαντικής μερίδας ανθρώπων που είχαν απογοητευτεί από την αδυναμία εκπλήρωσης των πολιτικών τους οραμάτων. Το αίτημα για ισότητα όλων των ανθρώπων μετατράπηκε σε αιτήματα αναγνώρισης των κοινωνικών διαφοροποιήσεων και τα κινήματα υποστήριξης των δικαιωμάτων μειονοτικών ομάδων, όπως των εθνικών/ εθνοτικών/πολιτισμικών ομάδων, των γυναικών, των ομοφυλόφιλων, των τοπικών πολιτισμών και των τοπικών γλωσσών γνώρισαν μεγάλη άνθιση. Συνέχεια ανάγνωσης

Υπάρχει και άλλος δρόμος για την αντιμετώπιση της κρίσης, για μια διαφορετική Ευρώπη!

Standard

Δημοκρατία αντί για Δημοσιονομικό Σύμφωνο

μετάφραση από τα γερμανικά: Ιωάννα Μεϊτάνη

Στην Αυγή της προηγούμενης Κυριακής (18.3.2012) δημοσιεύτηκε η είδηση για την έκκληση που έκανε η Ένωση για την Κριτική Κοινωνική Έρευνα (μια ομάδα εργασίας κοινωνικών επιστημόνων του γερμανόφωνου χώρου που λειτουργεί από το 2004) με θέμα τη διαφορετική αντιμετώπιση της κρίσης στην Ευρώπη. Δημοσιεύουμε εδώ μεταφρασμένο ολόκληρο το κείμενο της ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας και μαχητικής αυτής έκκλησης, το οποίο είχε συγκεντρώσει, ως την Πέμπτη το μεσημέρι, 1.724 υπογραφές (http://www.demokratie-statt-fiskalpakt.org), και καλεί σε συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ημέρα Δράσης «Ο καπιταλισμός είναι η κρίση» στις 31 Μαρτίου και στις επόμενες κινητοποιήσεις που ανακοινώνονται.

«Ε»

Έργο του Τζορτζ Μπέλοους, 1917

Άνοιξη 2012. Η Μέρκελ και ο Σαρκοζύ τρέχουν από τη μια σύσκεψη κορυφής στην άλλη, προκειμένου να σώσουν το ευρώ. Ο κίτρινος Τύπος στρέφεται εναντίον των Ελλήνων. Ο αγώνας για την επίλυση της κρίσης παίρνει δραματικές διαστάσεις: μια αυταρχική νεοφιλελεύθερη συμμαχία, αποτελούμενη από συνδέσμους μεγαλοεπιχειρηματιών, τη χρηματοπιστωτική βιομηχανία, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τη γερμανική κυβέρνηση και άλλες μεγάλες εξαγωγικές χώρες, θέλει να περάσει από τα κοινοβούλια με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, έως τις αρχές του 2013, το «Δημοσιονομικό Σύμφωνο» που υπογράφηκε πρόσφατα στις Βρυξέλλες. Το Σύμφωνο αυτό υπαγορεύει μια πολιτική λιτότητας εχθρική προς την κοινωνία και προβλέπει ποινές για τις χώρες που αντιτίθενται στην πολιτική αυτή. Το Σύμφωνο περιορίζει, συνεπώς, ακόμη περισσότερο τη δημοκρατική αυτοδιάθεση. Είναι μια πρώτη κορύφωση σε μια αυταρχική εξελικτική πορεία στην Ευρώπη. Συνέχεια ανάγνωσης

Yasou Aida!

Standard

 στις 9, 10, 11 και 13 Μαρτίου στη Θεσσαλονίκη

Έκανε αίσθηση στο Βερολίνο όπου πρωτοπαρουσιάστηκε, απέσπασε διθυραμβικές κριτικές στον Τύπο, ενώ ένας φίλος που την είδε μας μετέφερε τον ενθουσιασμό του, παροτρύνοντάς μας να γράψουμε οπωσδήποτε γι’ αυτήν. Ο λόγος για την παράσταση Yasou Aida!, διασκευή της Αΐντας του Βέρντι, που διαδραματίζεται στη σημερινή Ευρώπη της κρίσης, με ήρωες Έλληνες και Γερμανούς. Έτσι, ενώ στο πρωτότυπο έργο η πριγκίπισσα Αΐντα της Αιθιοπίας βρίσκεται σκλάβα στην αυλή του βασιλιά της Αιγύπτου, που έχει κατακτήσει την πατρίδα της, στην παράσταση η ηρωίδα είναι  Ελληνίδα, λέγεται Ελπίδα και είναι  μαθητευόμενη στην έδρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η συνέχεια επί σκηνής, στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, από την ερχόμενη Παρασκευή. Με την ευκαιρία αυτή, ζητήσαμε ένα σύντομο κείμενο από τον σκηνοθέτη (και εμπνευστή του όλου εγχειρήματος) Αλέξανδρο Ευκλείδη.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 του Αλέξανδρου Ευκλείδη

Φωτογραφία του Luca Abbiento, από την παράσταση

 Τα τελευταία δύο χρόνια παρακολουθούμε δύο ευρωπαϊκές χώρες, την Ελλάδα και τη Γερμανία, να ανάγονται σε εστιακά σημεία μιας σειράς από φαντασιακές αναπαραστάσεις που επιβλήθηκαν με απροσδόκητη ταχύτητα στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρακολουθούμε πώς μια σειρά από γλαφυρές συμβολικές αναπαραστάσεις (οι «εργατικοί» Βόρειοι και οι «τεμπέληδες» Νότιοι, οι «πειθαρχημένοι» Γερμανοί και οι «άσωτοι» Έλληνες…), κέρδισαν ολοένα και περισσότερο έδαφος στο πεδίο του στερεοτυπικού λόγου — του κατεξοχήν δηλαδή πεδίου έκφρασης του φαντασιακού «μέσου» πολίτη. Συχνά μάλιστα τα σχήματα αυτής της αποικιοκρατικής, στην ουσία της, ρητορικής μοιάζουν να ξαναδίνουν πνοή σε ξεχασμένα φαντάσματα, δυναμιτίζοντας όλες τις –ομολογουμένως αμήχανες– προσπάθειες ουσιαστικής πολιτικής ενοποίησης των ευρωπαϊκών χωρών και λαών.

Η Αΐντα, η «αιγυπτιακή» όπερα του Τζουζέπε Βέρντι, αποτελεί προνομιακό πολιτιστικό προϊόν του αποικιοκρατικού κόσμου του 19ου αιώνα, καθώς προβάλλει στο μακρινό αφρικανικό παρελθόν μια ιστορία που βρίσκεται σε διάλογο με την πολιτική και ρητορική των μεγάλων ευρωπαϊκών εθνών κατά τη στιγμή της μέγιστης αποικιακής τους εξάπλωσης. Η εποχή αυτή μάς κληροδότησε –εκτός από τις «σφαίρες επιρροής»– ένα πλούσιο οπλοστάσιο ρητορικών σχημάτων με μοναδική επιδίωξη να νομιμοποιήσουν (θα έλεγε κανείς, να «φυσικοποιήσουν») τις εξουσιαστικές πρακτικές. Το λεξιλόγιο αυτό βρίσκεται σε πλήρη εκδίπλωση στην Αΐντα, υποβαστάζοντας το αυταρχικό, ασφυκτικό πολιτικό της σύμπαν και προσδίδοντας ταυτόχρονα μια κάποια πικρή γεύση στις σκηνές του μεγαλόπρεπου εξωτισμού της.

Φωτογραφία του Luca Abbiento, από την παράσταση

Θελήσαμε, μέσα από μια εκ βάθρων αναθεωρημένη μουσικά και δραματουργικά εκδοχή της Αΐντα, να μιλήσουμε για ζητήματα που δύσκολα μπορούν να περικλεισθούν στον δομημένο πολιτικό λόγο. Σε μια στιγμή που, τόσο ο Βορράς, όσο και ο Νότος της Ευρώπης καταφεύγουν στο μετααποικιακό λόγο στο πλαίσιο μιας πολιτικής ρητορικής που, επιχειρώντας να σταθεί απέναντι στην ισοπεδωτική ρητορική της οικονομίας, υπονομεύει εντέλει τόσο την αυτοκριτική όσο και την κατανόηση του Άλλου, η προσφυγή στην υπερβατική έκφραση της όπερας μάς δίνει τη δυνατότητα να εκφράσουμε την απορία μας, να υπογραμμίσουμε την αδυναμία μας να σταθούμε σε ένα οποιοδήποτε βήμα και να αρθρώσουμε έναν οποιοδήποτε δημόσιο λόγο.

Η Αΐντα είναι μια όπερα που ταυτίστηκε με τις μεγαλειώδεις σκηνές της. Στη δική μας εκδοχή, χώρεσε στη σκηνή ενός μικρού θεάτρου (με σημαντική ωστόσο παρουσία στην πολιτιστική ζωή του Βερολίνου, της Neuköllner Oper), και αποδόθηκε από δυνάμεις που ανέρχονται σε λιγότερο από το ένα δέκατο των απαιτούμενων για ένα «παραδοσιακό» ανέβασμα (ειρωνική υπενθύμιση της πανάκειας των περικοπών;). Χωρίς καμία υποχρέωση στο πρωτότυπο –πέραν της δέσμευσης που προκύπτει από τον απεριόριστο θαυμασμό μας γι’ αυτό– θελήσαμε να ηχήσουν από το υψηλό φωνητικό όργανο της Αΐντα τα λόγια της δικής μας δυσπραγίας, όπως αρθρώνονται μέσα από τη δυστοπία μιας χώρας σε βαθιά κρίση, που φαντασιώνεται απειλές και κατακτήσεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η ρητορική της ανωριμότητας

Standard

του Μάικλ Μάρντερ

μετάφραση: Ελένη Βουγιουκλάκη

Έργο του Πάμπλο Πικάσο

Ενώ έχουν περάσει πάνω από διακόσια χρόνια από το θάνατο του Ιμάνουελ Καντ, το ζήτημα του πολιτικού διαφωτισμού στην Ευρώπη παραμένει φλέγον. Τι χρειάζεται για να κατακτηθεί η ατομική και η συλλογική αυτονομία και η ικανότητα για αυτο-κυβέρνηση; Ποιος κατάφερε να ξεπεράσει τα εμπόδια της «ανωριμότητας για την οποία είναι ο ίδιος υπεύθυνος», όπως το θέτει ο Καντ, και να έχει πλήρη έλεγχο του εαυτού του, καθώς και της πολιτικής του κατάστασης;

Η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργεί στη βάση της υπόθεσης ότι συγκεκριμένες χώρες-μέλη, με υπερβολικά ποσά μη διαχειρίσιμου κρατικού χρέους, δεν είναι τόσο διαφωτισμένες όσο άλλες. Η Ελλάδα, για παράδειγμα, έχει υποστεί πλήθος εξευτελισμών, συμπεριλαμβανομένων προτάσεων να αναλάβει η Ε.Ε. τον έλεγχο του κρατικού της χρέους. Αυτό το αίσθημα αναπαρήγαγε στις 16 Φεβρουαρίου του 2012 ο επικεφαλής του Γιούρογκρουπ, Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, λέγοντας ότι η εφαρμογή των μέτρων λιτότητας στην Ελλάδα χρειάζεται «παρακολούθηση» και «πιο σφιχτή εποπτεία». Με άλλα λόγια, η ηγεσία της ΕΕ πιστεύει ότι οι Έλληνες συμπεριφέρονται, συλλογικά, τόσο παιδιάστικα ώστε χρειάζεται επίβλεψη από κάποιον ενήλικα για να διασφαλιστεί ότι ξοδεύουν το αποκαλούμενο πακέτο διάσωσης με τον πιο υπεύθυνο δυνατόν τρόπο.

Η τάση να αντιμετωπίζονται ορισμένα κράτη-μέλη σαν παιδιά συμβαδίζει και  με την αντιμετώπισή τους σαν ζώων, προφανής στην προσβλητική συντομογραφία της Πορτογαλίας, της Ιρλανδίας, της Ελλάδας και της Ισπανίας στη λέξη PIGS, που δηλώνει έμμεσα ότι δεν είναι ούτε τόσο άνθρωποι ούτε τόσο έλλογοι όσο οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ. Σε ολόκληρη τη δυτική φιλοσοφία, τόσο τα παιδιά όσο και τα ζώα, με τις ιδιότροπες επιθυμίες τους, έχουν θεωρηθεί ανεπαρκή από τη σκοπιά των πλήρως ανεπτυγμένων λογικών ενηλίκων και, επομένως, έχουν ανάγκη εκπαίδευσης, μόρφωσης και πειθαρχίας. Τα τωρινά μέτρα λιτότητας είναι, στην πραγματικότητα, ένα είδος συλλογικής τιμωρίας, που επιβάλλονται όχι τόσο για να ελεγχθούν οι δαπάνες και να βελτιωθεί η οικονομική απόδοση (όλοι οι δείκτες δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι οικονομικές συνθήκες χειροτερεύουν στις χώρες όπου εφαρμόστηκαν τέτοια μέτρα), αλλά για να εξαναγκαστεί η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών  να υποταχθεί, να φτωχύνει και να δουλεύει πρόθυμα για παράλογα μικρούς μισθούς. Ακολουθώντας τη χριστιανική λογική, με την οποία αδιαμφισβήτητα τασσόταν και ο Καντ, αυτή η αυθεντική συλλογική αυτοθυσία θα γινόταν ο κινητήρας της προόδου, αν όχι του πλήρους εξανθρωπισμού, για τα παιδικά ή τα ζωόμορφα έθνη. Συνέχεια ανάγνωσης

Από την Ανατολική Γερμανία στον ευρωπαϊκό Νότο

Standard

ΑΣΤΟΧΙΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟΧΕΥΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ, ΜΕΡΟΣ Β΄

του Χρήστου Χατζηιωσήφ

Τζωρτζ Γκρος, «Ρομπότ της δημοκρατίας», 1920

Γκρέθε Γιούργκενς, «Γραφείο ευρέσεως εργασίας», 1929

Τα χρόνια 1991-1993, στην πρώην Ανατολική Γερμανία, πουλήθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες χιλιάδες επιχειρήσεις, συχνά ως απλά ακίνητα, και βρέθηκαν στο δρόμο 2,5 εκατομμύρια εργαζόμενοι. Οι αγοραστές ήταν γνωστές δυτικογερμανικές και μεγάλες ξένες επιχειρήσεις, μαζί με εκατοντάδες τυχάρπαστους επιχειρηματίες ποικίλων προελεύσεων. Η αξία της κρατικής βιομηχανίας της Ανατολικής Γερμανίας είχε εκτιμηθεί ανάμεσα σε 200 και 600 δισεκατομμύρια μάρκα. Από τη ρευστοποίησή της όμως η Treuhand εισέπραξε μόνο 44 δισεκατομμύρια και πήρε υποσχέσεις από τους αγοραστές ότι θα επένδυαν άλλα 170 δισεκατομμύρια στις επιχειρήσεις που απέκτησαν.

Η όλη επιχείρηση εξελίχθηκε σε λεηλασία της δημόσιας περιουσίας τόσο της τέως Ανατολικής, αλλά και της Δυτικής Γερμανίας. Παρά τον στόχο της ιδιωτικοποίησης στο όνομα της μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας του ιδιωτικού σε σχέση με το δημόσιο, η διαδικασία ήταν άκρως πολιτικοποιημένη. Το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα έλεγχε την Treuhand, η Μπρίγκιτ Μπρόυελ, που διαδέχθηκε τον Ρόβεντερ, ήταν υπουργός Οικονομικών της χριστιανοδημοκρατικής κυβέρνησης της Κάτω Σαξωνίας και συγγένευε με επικεφαλής ιδιωτικών τραπεζών και μεγάλων βιομηχανιών. Οι Χριστιανοδημοκράτες φαίνεται ότι επωφελήθηκαν από παράνομες πληρωμές, οι οποίες ως σκάνδαλα σημάδεψαν την αποχώρηση του Χέλμουτ Κολ από την πολιτική. Ορισμένα από αυτά φημολογείται ότι συνδέονταν με παρεμβάσεις ξένων κυβερνήσεων υπέρ των δικών τους επιχειρήσεων, που διεκδικούσαν κομμάτια από το κουφάρι της ανατολικογερμανικής βιομηχανίας.

Τα σκάνδαλα της Treuhand απασχόλησαν επί σειρά ετών τα δικαστήρια, καθώς δεκάδες υπάλληλοί της κατηγορήθηκαν ότι χρηματίσθηκαν και πολλοί αγοραστές επιχειρήσεων διώχθηκαν για αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων και απάτη. Για την ανατολικογερμανική κοινωνία το τραύμα δεν υπήρξε όμως μόνο οικονομικό, αλλά ταυτόχρονα δημογραφικό και ηθικό. Μέσα σε λίγα χρόνια, ο πληθυσμός της πρώην Ανατολικής Γερμανίας μειώθηκε από 18 σε 15 περίπου εκατομμύρια, ενώ η πτωτική τάση συνεχίζεται. Ειδικευμένοι εργάτες, μηχανικοί, γιατροί και γενικότερα τα νεότερα και δυναμικότερα μέλη της κοινωνίας εγκαταστάθηκαν στη Δυτική Γερμανία, όπου μπορούσαν να βρουν εργασία και με καλύτερους όρους. Αντίστροφα, μερικές χιλιάδες στελέχη της πολιτικής, της διοίκησης, της εκπαίδευσης και των επιχειρήσεων από τη Δυτική Γερμανία, που δεν είχαν σπουδαίες προοπτικές εκεί, βρήκαν διέξοδο αναλαμβάνοντας ως οιονεί στελέχη αποικιακής διοίκησης ανώτερες θέσεις στις ανατολικογερμανικές «Νέες Χώρες». Συνέχεια ανάγνωσης

H ανατολή της ευρωπαϊκής νύχτας

Standard

του Αποστόλη Φωτιάδη

Ευγένιος Ντελακρουά, "Ο Φάουστ και η Μαργαρίτα στη φυλακή", 1828

Ναι παιδιά, σίγουρα… Η αιτία της κρίσης χρέους στην Ευρώπη είναι τα τοκοχρεολύσια της Ελλάδας. Το λένε και το ξαναλένε οι τηλεορασόπληκτοι αστέρες τόσο συχνά που λες «δεν μπορεί, αλήθεια θα ’ναι». Το λέει και η ευρωπαϊκή κυριαρχία, η ελληνική κρίση χρέους είναι απειλή για τη σταθερότητα της Ευρωζώνης. Στον ύπνο τους όμως βλέπουν άλλους εφιάλτες και ακούνε φωνές να διηγούνται το σενάριο της καταστροφής τους.

Το μοναχικό ταξίδι των ελίτ προς την κυριαρχία…

«Ξέρει κανείς ότι η Deutsche Bank λειτουργεί σήμερα με χρηματοοικονομική μόχλευση 44 προς 1; Έχει μοχλεύσει 44 φορές το κεφάλαιό της, το πρωταρχικό κεφάλαιό της. Ποιος σε αυτή τη γη θα επιβεβαίωνε σε οποιονδήποτε έχει στοιχειώδεις γνώσεις οικονομικής θεωρίας ότι υπάρχει ένα σενάριο επιβίωσης για ένα ίδρυμα με τέτοιο μέγεθος μόχλευσης; Και φυσικά δεν είναι η μόνη τράπεζα. Ο μέσος όρος μόχλευσης στον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο είναι 33 προς 1,33 φορές το κεφάλαιο. Όταν το 2008, την περίοδο που κατέρρεε η Lehman Brothers στις Ηνωμένες Πολιτείες, το αντίστοιχο μέγεθος εκεί ήταν 24 προς 1, και σήμερα έχει μειωθεί σε 12 προς 1. Γι’ αυτό σας λέω απλά ότι δεν πιστεύω πως υπάρχει σενάριο επιβίωσης για την ευρωζώνη σε βάθος χρόνου. Σας τα λέω αυτά για να καταλάβετε ότι η Ελλάδα δεν ήταν ποτέ ο λόγος της ευρωπαϊκής κρίσης. Εδώ λέμε ότι βγάλαμε τα μάτια μας μόνοι μας, διαφημίζοντας όλα τα αρνητικά μας σημεία στο εξωτερικό. Είμαστε ο αδύναμος κρίκος σε μια αλυσιδωτή αντίδραση, που ξεκίνησε πριν από καιρό στις Ηνωμένες Πολιτείες που εξήγαγε την κρίση στην Ευρώπη. Πολύ ειλικρινά, δεν βλέπω κάποια λύση για το πρόβλημα σε ευρωπαϊκό επίπεδο».
Και όμως, δεν είναι κανένας σεληνιασμένος αριστεριστής. Είναι ο πρόεδρος του ΕΒΕΑ Κωσταντίνος Μίχαλος που ως συνεπής καπιταλιστής λέει φρικαρισμένος σε ξένο ανταποκριτή Συνέχεια ανάγνωσης

Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και η άνιση γεωγραφία της ευρωζώνης

Standard

του Κωστή Χατζημιχάλη

 

Μαξ Μπέκμαν, «Η αρπαγή της Ευρώπης»

Μια κρίσιμη πτυχή της κρίσης που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια και έχει λιγότερο συζητηθεί είναι οι δυσκολίες στη δόμηση ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, πέρα από τους ψευδεπίγραφους και υποκριτικούς λόγους των πολιτικών, της Ε.Ε., της τρόικας, του ESF κ.λπ. Γιατί οι εργαζόμενοι στην ευρωζώνη, τα συνδικάτα, τα προοδευτικά κόμματα αλλά και συνάδελφοι ακαδημαϊκοί δεν δείχνουν ουσιαστικότερη αλληλεγγύη; Οι αιτίες είναι πολλές και απαιτούν εκτεταμένες αναλύσεις. Βασική συνιστώσα αποτελεί σίγουρα ο λόγος περί της κρίσης και ο χειρισμός του από την αστική προπαγάνδα και τα μέσα ενημέρωσης. Πώς, π.χ., ο λόγος για την κρίση στην ευρωζώνη έχει «αποκαθαρθεί» από ενοχλητικές για το κεφάλαιο και τις ελίτ έννοιες και έχει μεταθέσει την ευθύνη της κρίσης στα θύματα της.

Κάτι που πρέπει να προστεθεί στη παραπάνω συζήτηση είναι η διαπίστωση ότι η ευρωζώνη αποτελεί το πεδίο διαμόρφωσης ενός νέου άνισου χώρου, ο οποίος είναι ζωτικός για την αναπαραγωγή του ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Συνέχεια ανάγνωσης

Ευρώπη, ετοιμάσου για ένα ταραχώδες 2012

Standard

του Χένινγκ Μέγιερ

μετάφραση: Μάνος Αυγερίδης

Ότο Ντιξ, "Πολεμιστής με πίπα"

Kαθώς το 2011 οδεύει προς το τέλος του, μπορούμε πια να πούμε ότι η χρονιά αυτή ήταν η πιο καταστροφική στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κρίση της ευρωζώνης εξαπλώθηκε από την περιφέρεια στην καρδιά της, ενώ όλα τα πολιτικά και οικονομικά πακέτα διάσωσης υπήρξαν πολύ «λίγα» και πολύ καθυστερημένα. Πλησιάζοντας στο τέλος του έτους νιώθει κανείς πως οι ηγέτες της ΕΕ χρειάστηκαν περισσότερο χρόνο για να συμφωνήσουν στα τελευταία μέτρα που θα αποκαθιστούσαν την εμπιστοσύνη των αγορών απ’ όσο χρειάστηκαν οι αγορές για να την ξαναχάσουν.

Επιπλέον, ακόμα και τα  λίγα που έγιναν, δυστυχώς κινούνταν προς τη λάθος κατεύθυνση. Για παράδειγμα,  η πολιτική λιτότητας που εφαρμόστηκε ταυτόχρονα σχεδόν σε όλη την Ευρώπη και η δημιουργία των επονομαζόμενων «φρένων χρέους», τα οποία ουσιαστικά δεν είναι παρά η θεσμοποίηση ενός αποτυχημένου πλαισίου σταθερότητας. Η τελευταία Σύνοδος Κορυφής του 2011, επίσης, προκάλεσε το μεγαλύτερο πολιτικό ρήγμα στην ιστορία της Ένωσης, με το Ηνωμένο Βασίλειο να μπλοκάρει μια αλλαγή της Συνθήκης, αφήνοντας την Ε.Ε. βαθιά διχασμένη και παγιδευμένη σε έναν ανόητο πόλεμο λέξεων. […] Συνέχεια ανάγνωσης

Δεν αρκεί να ρίξεις τον «καβαλιέρε» — πρέπει να πέσει και το άλογο

Standard

Την περασμένη Παρασκευή, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Χέρμαν βαν Ρομπέι, θα μιλούσε στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας (ΕUI), στην εναρκτήρια τελετή του ακαδημαϊκού έτους. Θα ήταν μια περίλαμπρη εορτή, μια ομιλία για τα πιο βαθιά (και περίλαμπρα) χασμουρητά, με τον Βαν Ρομπέι να εξηγεί το «πολυτιμότατο αγαθό» της δημοκρατίας  –και το ακόμα πιο πολυτιμότατο, της δημοσιονομικής πειθαρχίας–, την αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων στον Νότο κ.ο.κ.  Ωστόσο, τα πράγματα πήραν, αίφνης, μια εξόχως ενδιαφέρουσα τροπή. Με πρωτοβουλία της Collettivo Prezzemolo, καμιά εικοσαριά φοιτητές, μέσα στην αίθουσα, σήκωσαν χαρτόνια με την επιγραφή «Δημοκρατία;», φωνάζοντας συνθήματα (collettivoprezzemolo.blogspot.com/2011/11/dies-irae-evening-with-van-rompuy.html). «Η Ευρώπη είναι η Ευρώπη των πολιτών της, και όχι μια πομπώδης, αυτοδιοριζόμενη, θεμελιωδώς αντιδημοκρατική ελίτ. Η Ευρώπη μας στηρίζεται, και θα στηρίζεται πάντοτε, στις θεμελιώδεις αρχές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της ισότητας και της αλληλεγγύης», έγραφε το κείμενο που διάβασαν. Την ίδια ώρα,  άλλοι φοιτητές αφισοκολλούσαν, σε όλο το πανεπιστήμιο, τις «95 θέσεις για την ασθένεια της Ευρώπης» collettivoprezzemolo.blogspot.com/2011/11/95-theses-on-ills-of-europe.html.Με την ευκαιρία, ζητήσαμε, με τη βοήθεια του Μιχάλη Μάτσα, από τη Collettivo Prezzemolo ένα κείμενο για την κατάσταση στην Ιταλία. Το έγραψαν, εκ μέρους της συλλογικότητας, εκφράζοντας τις απόψεις της, ο Pietro Castelli και η Caterina Froio, υποψήφιοι διδάκτορες στο EUI.

Στρ. Μπ.

Από την παρέμβαση στην ομιλία Ρομπάι

«Αλληλούια!» ήταν η λέξη που ψιθύρισαν χιλιάδες άνθρωποι το προηγούμενο Σάββατο στις 21.45, όταν ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι παραιτήθηκε από τη θέση του πρωθυπουργού της Ιταλίας. Η εικόνα της μαύρης λιμουζίνας που τρυπώνει στο Προεδρικό Μέγαρο προκειμένου να αποφύγει τα συνθήματα των διαδηλωτών και τα κέρματα του ενός ευρώ που ρίχνονταν εναντίον της, θα εγγραφεί αναπόφευκτα στη συλλογική μνήμη των Ιταλών για τη δεκαετία που έρχεται.

Η εκπαραθύρωση του Μπερλουσκόνι

Για ένα μεγάλο μέρος των πολιτών αυτής της χώρας, η παραπάνω στιγμή ήταν η εκπλήρωση μιας βαθιάς επιθυμίας, η έκρηξη μιας καταπιεσμένης εδώ και πολύ καιρό χαράς, η στιγμή απελευθέρωσης απ’ την «dicta-blanda»[1] που κυβέρνησε την Ιταλία για περισσότερα από 17 χρόνια. Μολαταύτα, τα γαϊτανάκια στις πλατείες και τους δρόμους της Ρώμης, τα πλήθη των καθημερινών ανθρώπων που τραγουδούσαν αγκαλιασμένοι κάτω απ’ όλα τα κυβερνητικά κτίρια, δεν μπορούν να κρύψουν το γεγονός ότι για ένα ολοένα μεγαλύτερο τμήμα της Ιταλικής Αριστεράς αυτό το «Αλληλούια» ήταν ψίθυρος, και όχι κραυγή. Περιμέναμε και ονειρευόμασταν αυτή τη στιγμή για πολλά χρόνια, όμως σήμερα δεν μπορούμε να αποφύγουμε την πικρή γεύση μιας Πύρρειου Νίκης.

Πράγματι, ο τρόπος και η δυναμική της κατάρρευσης του μπερλουσκονικού σουλτανάτου καταδεικνύουν ότι οι έντονες μέρες που ζούμε είναι περισσότερο μια αφετηρία, παρά ένα τέλος. Συνέχεια ανάγνωσης

Πώς τολμάτε;

Standard

της Σίας Αναγνωστοπούλου

Απεργοί οικοδόμοι, Βενσέν, Ιούνιος 1936

«Kούρεμα», παρελάσεις, αγανάκτηση, οργή, φτώχεια, κραυγές αγωνίας για το μέλλον, υποκρισία, δημοψήφισμα, υπεράσπιση των ιερών και οσίων: στοιχεία που συνθέτουν το υπέροχο σκηνικό της σημερινής Eλλάδας. Πάνω από αυτά υπερίπτατο, πριν κάποιες μέρες,  η σωτήρια επιστολή των τριών (Λοβέρδου, Διαμαντοπούλου, Pαγκούση), αλλά και τα έπεα πάθους για την Ευρώπη και την πορεία της χώρας σ’ αυτήν! Τόσο στην επιστολή, στην οποία  οι τρεις ευαγγελίζονται την Eλλάδα του νέου ήθους, της νέας πολιτικής ηθικής, που συμπυκνώνεται στις μεταρρυθμίσεις που οι ίδιοι προωθούν, όσο και στα έπεα πάθους για μια Ελλάδα ευρωπαϊκή της οποίας φυσικοί ηγέτες μόνο ευρωπαϊστές πολιτικοί μπορούν να είναι (δηλαδή Βενιζέλος-Λοβέρδος κλπ.), δεν έχουμε παρά μόνο μια απάντηση: Πώς τολμάτε;

Στην Ελλάδα των μετά βίας 10.000.000 ανθρώπων, που ο ένας γνωρίζει λίγο-πολύ τα πεπραγμένα του άλλου, εμείς ας παραστήσουμε τους ανίδεους. Aς υποθέσουμε ότι οι συγκεκριμένοι πολιτικοί –κι άλλοι σαν αυτούς– ανήκουν στις υγιείς, ευρωπαϊκές ομάδες αυτού του έθνους. Aς υποθέσουμε ότι δεν είχαν ιδέα για τη διαπλοκή της εξουσίας με τις πιο αυταρχικές, αντιευρωπαϊκές και αντιδραστικές δυνάμεις (την Eκκλησία, το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό γενικά), διαπλοκή η οποία έφερνε επίλεκτα στελέχη των μεγάλων κομμάτων στην πρώτη θέση στις εκλογές. Aς υποθέσουμε επίσης ότι κανένας τους δεν αναρριχήθηκε στην εξουσία μέσα από τον πιο βάρβαρο κομματικό μηχανισμό. Aς υποθέσουμε ότι όλοι υπηρετούσαν το δημόσιο συμφέρον, ότι δεν χρησιμοποίησαν το δημόσιο αγαθό ως εφαλτήριο για την προσωπική καριέρα τους. Aς υποθέσουμε ότι δεν είχαν ιδέα ούτε για τον εκμαυλισμό μεγάλων ομάδων της κοινωνίας ούτε για την κατασπατάληση του δημόσιου –και του ευρωπαϊκού– χρήματος ούτε για το πελατειακό σύστημα προνομίων. Συνέχεια ανάγνωσης

Νέες μορφές αυταρχισμού

Standard

του Αχμέτ Ινσέλ

μετάφραση: Ιλεάνα Μορώνη

Ο Αχμέτ Ινσέλ, καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Γκαλατά Σαράι της Κωνσταντινούπολης, έγραψε το άρθρο αυτό σε μια συγκυρία στην οποία η τουρκική κυβέρνηση από τη μία επαίρεται για την οικονομική ανάπτυξη που γνωρίζει η Τουρκία (ανάπτυξη η οποία είναι βέβαια αμφίβολο πόσο ωφελεί τους πολλούς, αν σκεφτούμε π.χ. ότι ο καθαρός κατώτατος μισθός είναι μικρότερος από 300 ευρώ), ενώ από την άλλη εντατικοποιεί τις πολιτικές διώξεις, με πρόσχημα την πάταξη της στήριξης στην (κουρδική) τρομοκρατία. Οι αναφορές στην Τουρκία περιορίζονται όμως στο τέλος του άρθρου∙ όσα γράφει ο Ινσέλ έχουν γενική ισχύ και, θα προσθέταμε, είναι ιδιαίτερα επίκαιρα και στην ελληνική και ευρωπαϊκή συγκυρία. Το παρόν δημοσιεύτηκε στο ένθετο «Radikal 2» της εφημερίδας Radikal την Κυριακή 30 Οκτωβρίου.

Ι.Μ.

O «δημοκρατικός αυταρχισμός», συνδυασμός της δημοκρατίας της κοινής γνώμης με την οικονομία της αγοράς

Ζαν-Κλοντ Γκοτράν, «Μαύρα μπουφάν», 1962


Ο Γερμανός πολιτικός επιστήμονας Ραλφ Ντάρενντορφ (Ralf Dahrendorf), σ’ ένα άρθρο του που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Die Zeit το 1997, προέβλεπε ότι «ο 21ος αιώνας μπορεί να είναι ο αιώνας του αυταρχισμού». Επρόκειτο για μια προειδοποίηση προς το υπεραισιόδοξο φιλελεύθερο πνεύμα της εποχής, το οποίο, μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, ισχυριζόταν ότι είχε φτάσει το Tέλος της Ιστορίας κι ότι μπροστά μας ανοιγόταν ο δρόμος μιας μακράς και αδιάλειπτης φιλελεύθερης δημοκρατίας. Τα γεγονότα της πρώης δεκαετίας του 21ου αιώνα, συμπεριλαμβανομένων αυτών της Αραβικής Άνοιξης, έδειξαν ότι δεν είναι δυνατή η μετάβαση από τις δικτατορίες σε αψεγάδιαστες δημοκρατίες σε μια στιγμή, σαν από άγγιγμα μαγικού ραβδιού ή με μια ξαφνική έφοδο. Μια τέτοια εκτίμηση είναι και μεθοδολογικά προβληματική. Συνέχεια ανάγνωσης

Η ανακάλυψη της ανομίας, παπάδες και υπουργοί, η ανεπάρκεια των δακρυγόνων και άλλες ιστορίες

Standard

του Γιάννη Η.  Χάρη

Όπως είναι πια ευρέως γνωστό, τα «Νέα»,  έπειτα από δώδεκα συναπτά έτη, διέκοψαν τη συνεργασία τους με τον Γιάννη Χάρη. Στο προπερασμένο φύλλο των «Ενθεμάτων», μόλις είχαμε μάθει την είδηση, επισημαίναμε το βάρος της απώλειας αλλά και το πώς η «περικοπή»  εντάσσεται σε μια γενικότερη πορεία ερημοποίησης του τοπίου του Τύπου. Στις δυο βδομάδες που πέρασαν, παρά τις διαμαρτυρίες, η απόφαση  δεν αναιρέθηκε. Αναδημοσιεύουμε σήμερα, από το μπλογκ του Γιάννη Χάρη (http://yannisharis.blogspot.com) την τελευταία του συνεργασία στη στήλη «Στην Αγορά», αυτή που δεν πρόλαβε ποτέ να δημοσιευθεί στα «Νέα» (ο τίτλος είναι των «Ενθεμάτων»). Την αναδημοσιεύουμε, καθώς είναι μια ευκαιρία να θυμηθούμε τα ωραία, αιχμηρά και εύστοχα κείμενα του Γ. Χάρη, κάθε Σάββατο. Και να ελπίσουμε ότι, εκτός από το μπλογκ του βέβαια, θα βρεθεί άλλος χώρος φιλόξενος γι’ αυτά — θα είναι κέρδος για όλους.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 

Όταν εμείς ανακαλύπταμε την ανομία…

Όταν εμείς ανακαλύπταμε την «ανομία», αυτοί, ανεβασμένοι πάνω στα δέντρα, μιλούσαν ακόμα για πολιτική…

Μπαλτύς, «Ο δρόμος», 1933

Με άλλα λόγια, όταν εμείς αναβαθμίσαμε σε ερμηνευτικό εργαλείο πολυσύνθετων κοινωνικών φαινομένων την ηθικολογική έννοια της «ανομίας», οι άλλοι, πάντα πάνω στα δέντρα, μιλούσαν ακόμα για πολιτική!

Οι Γερμανοί, λοιπόν (βλ. π.χ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 28/8, άρθρο του Αχιλλέα Φακατσέλη), και ειδικότερα οι Βερολινέζοι, παρατηρούν ανήσυχοι τους μαζικούς εμπρησμούς αυτοκινήτων στην πόλη τους: γύρω στα 2.000 αυτοκίνητα έχουν πυρποληθεί από το 2007, ενώ μέσα στο 2011 ξεπέρασαν ήδη τα 300.

Οι αστυνομικές αρχές μιλούν για «εγκληματικές πράξεις σχιζο-μητροπολιτικών προλετάριων». Όμως οι πολιτικοί, π.χ. ο υπουργός εξωτερικών και η ίδια η Άνγκελα Μέρκελ, δίνουν πολιτική διάσταση στο πρόβλημα και το θεωρούν προανάκρουσμα αναρχικής τρομοκρατίας. Πιστεύουν ότι το φαινόμενο, στις διαστάσεις που πήρε, ξεπερνά τα όρια της «παραβατικής συμπεριφοράς» και θυμίζει την παλιά πρακτική πολιτικής βίας.

Ανάλογα οι Βρετανοί επιχείρησαν να συνδέσουν τα εκτεταμένα επεισόδια του Αυγούστου, τους βανδαλισμούς και τις λεηλασίες, με την πολιτική:

«Δρέπουμε τους καρπούς όσων σπείραμε τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, δημιουργώντας μια κοινωνία με χονδροειδείς ανισότητες, με βάση την αξία “άρπαξε ό,τι μπορείς, όπως μπορείς”. […] Μια κοινωνία πλιατσικολόγων δημιουργημένη από τους βουλευτές και τις σκανδαλώδεις δαπάνες τους, τους τραπεζίτες και τα μπόνους τους, τις φοροδιαφεύγουσες επιχειρήσεις, τους δημοσιογράφους που υπέκλεπταν κινητά τηλέφωνα, τους αστυνομικούς που έπαιρναν μίζες…» (αντιγράφω από τη δική μας εφημερίδα, λόγια του βουλευτή των Εργατικών Τζον Μακντόνελ). Συνέχεια ανάγνωσης

Πανεπιστήμιο και Σύνταγμα: μια ευρωπαϊκή υπόθεση

Standard

της Ιφιγένειας Καμτσίδου

Μαξ Ερνστ, «Κατακαλόκαιρο», 1925

Στις ενστάσεις που γεννά το πρόσφατο νομοσχέδιο για τη μεταρρύθμιση των πανεπιστημίων συγκαταλέγονται και τα ερωτήματα αντισυνταγματικότητας, που εγείρουν αρκετές από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις του. Πραγματικά, το «λιτό» νομοθέτημα των 72 άρθρων και των 130 σελίδων (χωρίς τις μεταβατικές διατάξεις), μεταλλάσσοντας την μορφή των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και ανατρέποντας τη λειτουργία που αυτά επιτελούσαν στα 180 χρόνια της δύσκολης και κάποτε αντιφατικής πορείας τους, έρχεται σε αντίθεση με συνταγματικούς κανόνες, όπως αυτόν του άρθρου 16 παρ. 1 που προστατεύει την ακαδημαϊκή ελευθερία, και του άρθρου 16 παρ. 5, που ορίζει ότι «η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση».

 Θα μπορούσε, βέβαια, να ισχυριστεί κανείς ότι το συνταγματικό καθεστώς του ελληνικού πανεπιστημίου, απότοκο μιας εποχής όπου οι μνήμες των αυταρχικών επεμβάσεων στην ανώτατη εκπαίδευση ήταν νωπές, ξεπεράστηκε και ότι τα πανεπιστήμια της χώρας πρέπει να οργανωθούν έτσι ώστε να συμπορεύονται με τα ομόλογα ιδρύματά τους στην Ευρώπη. Μια τέτοια προσπάθεια όμως δεν μπορεί να παραγνωρίζει το γεγονός ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπάρχουν κανόνες συνταγματικής περιωπής, που δεσμεύουν τη δράση των κρατικών και ευρωπαϊκών οργάνων, όταν αυτά καθορίζουν το νομοθετικό πλαίσιο της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Ανάμεσα σε αυτούς, σημαντική θέση κατέχει η ακαδημαϊκή ελευθερία, που αναντίλεκτα αποτελεί στοιχείο των κοινών συνταγματικών παραδόσεων των κρατών-μελών της Ε.Ε., δηλαδή των κοινών θεμελιωδών αρχών που εκπηγάζουν από τα συντάγματα των κρατών-μελών. Με τη σθεναρή επιμονή της Γερμανίας, η ελευθερία αυτή εντάχθηκε ρητά και στον Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ε.Ε, που στο άρθρο 13 ορίζει: «Η τέχνη και η επιστημονική έρευνα είναι ελεύθερες. Η ακαδημαϊκή ελευθερία είναι σεβαστή». Συνέχεια ανάγνωσης

Η Ευρώπη μπροστά σε κρίσιμες αποφάσεις

Standard

του Γιούργκεν Χάμπερμας

μετάφραση: Αλέξανδρος Κεσσόπουλος, Σταυρούλα Μανώλη

Με αφετηρία την ελληνική κρίση, ο μεγάλος γερμανός στοχαστής (στο άρθρο του «Europa am Scheideweg», που δημοσιεύθηκε στην οικονομική εφημερίδα της Φραγκφούρτης Handelsblatt, στις 18.6.2011) διατυπώνει τις σκέψεις του για το μέλλον της Ευρώπης, που εκτιμά ότι μπαίνει σε μια πολύ σκληρή δοκιμασία. Το επόμενο βήμα, προς μια ενιαία Ένωση, λέει, μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν υπάρξει η πολιτική απόφαση για μια πιο ουσιαστική ένταξη των πολιτών. Οι μεσότιτλοι είναι των «Ενθεμάτων».

«Ε»

Στη συγκυρία της σημερινής κρίσης τίθεται το ερώτημα γιατί πρέπει να εμμένουμε στη στήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στοχεύοντας μάλιστα σε μια πιο ολοκληρωμένη πολιτική ενοποίηση. Το αρχικό κίνητρο, η αποτροπή δηλαδή ενός πολέμου στην Ευρώπη, έχει ήδη ξεθωριάσει. Παρ’ όλα αυτά, υπό ένα καντιανό πρίσμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να γίνει αντιληπτή ως ένα βήμα στην πορεία για τη δημιουργία μιας συντεταγμένης παγκόσμιας πολιτικής κοινότητας. Από αυτή την οπτική μπορεί να προκύψει μια νέα πειστική αφήγηση.

Σε κάθε περίπτωση, το σχέδιο για το μέλλον της Ένωσης, το οποίο μέχρι σήμερα επεξεργάζονται οι πολιτικές ελίτ πίσω από κλειστές πόρτες, θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο σύγκρουσης απόψεων που θα κατατίθενται μεγαλόφωνα στη δημόσια σφαίρα. Ενόψει αυτού του στόχου όμως, οι κυβερνήσεις κάνουν πίσω. Στο μέσον μιας θάλασσας που την ταράζουν τα ισχυρά ρεύματα της οικονομίας της αγοράς, όλοι καταφεύγουν και γαντζώνονται στο δικό τους μικρό νησί της εθνικής κυριαρχίας, το οποίο βέβαια κινδυνεύει να πλημμυρίσει. Και τα πολιτικά κόμματα προωθούν τον λαϊκισμό, τον οποίο καλλιεργούν μέσα στο νεφελώδες τοπίο των πολύπλοκων και μη δημοφιλών θεμάτων.

Η έλλειψη πολιτικών αρμοδιοτήτων στην ευρωζώνη

 Στο μεταξύ η Πανουργία του οικονομικού Λόγου (List der Oekonomischen Vernunft) ανακινεί το θέμα και το φέρνει στο φως. Από την ευρωζώνη λείπουν οι πολιτικές αρμοδιότητες που θα μπορούσαν να επιφέρουν την αναγκαία εναρμόνιση των εθνικών οικονομιών. Αυτό το θεσμικό έλλειμμα μπορεί να καλυφθεί μόνο μακροπρόθεσμα, εκτός του πλαισίου της παρούσας κρίσης, και σίγουρα όχι μέσω ενός «Συμφώνου για την Ευρώπη»», που θα αποτελούσε μια νομικά μη δεσμευτική συμφωνία των προέδρων των κυβερνήσεων. Εάν το ψήφισμα της 25ης Μαρτίου 2011, που θίγει τον πυρήνα της κυριαρχίας των κρατών-μελών, παρά τις αντίθετες προβλέψεις, τελεσφορήσει, τα δημοκρατικά πολιτεύματα θα πρέπει να καταβάλουν το τίμημα της απίσχνανσής τους σε εθνικό επίπεδο. Με δυο λόγια, στο κατώφλι της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η οποία από οικονομική τείνει να μετεξελιχθεί σε πολιτική, η Πολιτική φαίνεται να κρατά την αναπνοή της και να σταματά. Γιατί κυριαρχεί αυτή η τρομακτική ακαμψία;

Το πυκνό δίκτυο υπερεθνικών οργανισμών γεννά τον φόβο, από τη μια πλευρά, ότι θα διαταραχθεί η κατοχυρωμένη στο εθνικό επίπεδο συνάρθρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με τη δημοκρατία και, από την άλλη, ότι θα αλλοιωθεί η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας μέσω της απαλλαγής της εκτελεστικής εξουσίας από κάθε είδους δημοκρατικό έλεγχο, παγκοσμίως. Όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση, κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος μια σκέψη η οποία εκτρέφει την πολιτική ηττοπάθεια: δεν είναι εφικτό η λαϊκή κυριαρχία να λάβει υπερεθνική μορφή χωρίς έναν αντίστοιχο περιορισμό της δημοκρατικής νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας, καθώς μια τέτοια νομιμοποίηση μπορεί να εδραιωθεί μόνο στο πλαίσιο του έθνους-κράτους.

Στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού πολιτεύματος οι πολίτες υπόκεινται μόνο σε νόμους στην ψήφιση των οποίων έχουν συμμετάσχει και οι ίδιοι μέσω μιας δημοκρατικής διαδικασίας. Αυτή η διαδικασία οφείλει τη νομιμοποιητική της δύναμη τόσο στη συμμετοχή όλων των πολιτών στη διαδικασία λήψης των πολιτικών αποφάσεων όσο και στον συνδυασμό της λήψης των αποφάσεων βάσει της αρχής της πλειοψηφίας (που μπορεί να είναι και ενισχυμένη, εάν κριθεί απαραίτητο) με τη διαδικασία της διαβούλευσης, προκειμένου να διαμορφωθεί η γνώμη της πολιτικής κοινότητας. Κατ’ αυτό τον τρόπο, λοιπόν, πρέπει να επιδρά μια ενεργή κοινωνία των πολιτών πάνω στο κράτος, προκειμένου να πραγματώνει τους όρους της ίδιας της ύπαρξής της. Επειδή κάτι τέτοιο προϋποθέτει την ύπαρξη ενός αντίστοιχου πλαισίου για τον πολιτικό μετασχηματισμό των βιοτικών σχέσεων, υφίσταται μια εννοιολογική σύνδεση μεταξύ της λαϊκής και της κρατικής κυριαρχίας. Εάν η πολυπλοκότητα της παγκόσμιας κοινωνίας, χωρίς πολιτικό έλεγχο, ενταθεί, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο το πεδίο δράσης των εθνών-κρατών, τότε θα προκύψει, από την ίδια την κανονιστική έννοια της δημοκρατίας, το αίτημα για την επέκταση της δυνατότητας άσκησης πολιτικής πέρα από τα εθνικά σύνορα.

Τα κράτη αντισταθμίζουν εν μέρει την απώλεια της δυνατότητάς τους να επιλύουν προβλήματα με τη βοήθεια διεθνών οργανισμών. Αυτό όμως το πληρώνουν στην πραγματικότητα με τη δραματική μείωση του επιπέδου νομιμοποίησής τους. Επειδή το καθεστώς των διεθνών συμβάσεων έχει πάψει πια να αποτελεί κρίκο της αλυσίδας που καταλήγει στη δημοκρατική νομιμοποίηση και οι θεσμοθετημένες διαδικασίες στο πλαίσιο του έθνους-κράτους έχουν μαραθεί, ενισχύονται οι ακόλουθες δύο τάσεις: η πολιτική αναγκαιότητα να επεκταθεί η δημοκρατική διαδικασία πέρα από τα σύνορα του έθνους-κράτους και, ταυτόχρονα, η αμφιβολία εάν κάτι τέτοιο είναι εφικτό.

Από το έθνος-κράτος σε υπερεθνικές αρχές: το κρίσιμο ζήτημα της συνταγματοποίησης της κρατικής εξουσίας

Ο περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας, προκειμένου να μεταβιβασθούν κυριαρχικά δικαιώματα σε υπερεθνικές αρχές, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να υλοποιείται, ακόμη και εάν συχνά συμβαίνει έτσι, μέσω της στέρησης της ελευθερίας της έκφρασης από τους πολίτες. Αυτή η μεταβίβαση προϋποθέτει τη συνταγματοποίηση της κρατικής εξουσίας, στην οποία οι πολίτες οφείλουν την προστασία των θεμελιωδών ελευθεριών τους στο πλαίσιο ενός έθνους-κράτους. Οι αρμοδιότητες, οι οποίες είτε μεταβιβάζονται εξ ολοκλήρου από το έθνος-κράτος σε υπερεθνικές αρχές είτε ασκούνται πλέον από κοινού, πρέπει όχι απλώς να υπαχθούν σε κανόνες δικαίου, αλλά σε κανόνες δικαίου μιας δημοκρατικής πολιτικής κοινότητας. Σε αυτή την περίπτωση δεν συρρικνώνεται το πεδίο της αυτονομίας των πολιτών, από τη στιγμή που οι ίδιοι οι πολίτες συμμετέχουν στη διαδικασία ψήφισης των νόμων στο υπερεθνικό επίπεδο, σύμφωνα με τους κανόνες μιας δημοκρατικής διαδικασίας. Με μια εδαφική επέκταση της επικράτειας και μια αύξηση του αριθμού των πολιτών δεν αλλάζει ουσιαστικά τίποτε άλλο πέρα από τον βαθμό πολυπλοκότητας της διαδικασίας διαμόρφωσης της συλλογικής γνώμης και της βούλησης της πολιτικής κοινότητας. Δεν μπορεί, δηλαδή, να γίνει λόγος για περιορισμό της λαϊκής κυριαρχίας, από τη στιγμή που η διαδικασία παραμένει άθικτη.

Από την άλλη πλευρά, το διεθνές δίκτυο, που έχει εν τω μεταξύ δημιουργηθεί, θα εκδημοκρατισθεί μόνο στην περίπτωση που τα γνωστά συστατικά στοιχεία της δημοκρατίας συναρμολογηθούν, χωρίς βέβαια να υποστούν απώλειες στο πεδίο της νομιμοποίησης, με τρόπο διαφορετικό από τον ισχύοντα στο πλαίσιο του έθνους-κράτους. Από αυτή την άποψη, η δοκιμασία στην οποία πρέπει να υποβληθεί σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να αποδειχθεί πλούσια σε διδάγματα. Μέσα από αυτήν θα κριθεί η βούληση και η ικανότητα των πολιτών, των πολιτικών ελίτ και των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης να πραγματοποιήσουν, τουλάχιστον στην ευρωζώνη, το επόμενο βήμα στον δρόμο της ολοκλήρωσης, ούτως ώστε να προωθήσουν τον εκπολιτισμό της άσκησης της πολιτικής κυριαρχίας.

 Η θεσμοθέτηση της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης 

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη αποκρυσταλλωθεί μια πολιτικά συντεταγμένη κοινότητα, η οποία, χωρίς να καλύπτεται από μια αντίστοιχη κρατική εξουσία, ασκεί κυριαρχική εξουσία έναντι των κρατών-μελών. Ενώ στην αρχή της ευρωπαϊκής ενοποίησης η εκπολιτιστική στιγμή εκφράστηκε προπάντων με την ειρήνευση μιας αιματοκυλισμένης ηπείρου, έκτοτε εκδηλώνεται στην πάλη για τη συγκρότηση ικανοτήτων του πράττειν. Οι λαοί μιας ηπείρου με συρρικνούμενο πολιτικό και οικονομικό εκτόπισμα προσπαθούν, έτσι, να αποκτήσουν ένα περιθώριο πολιτικής δράσης απέναντι στις πολιτικές δυνάμεις και τους συστημικούς καταναγκασμούς μιας παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας. Ο τρόπος με τον οποίο η ομοσπονδιακή δημοκρατία αντιλαμβάνεται τον εαυτό της θα πρέπει να προσαρμοστεί σε αυτή την κατάσταση.

Αντιλαμβάνομαι τη θεσμοθέτηση της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης, έστω και αν αυτό εξακολουθεί να αντιβαίνει στο πρώην άρθρο 48 της Συνθήκης της Λισαβόνας, ως εξής: το σύνολο των ευρωπαίων πολιτών αναδεικνύεται σε συλλογικό συντακτικό νομοθέτη πλάι στα κράτη. Στην ισχύουσα Συνθήκης της Λισαβόνας, η κατάτμηση της κυριαρχίας ανάμεσα στους πολίτες και τα κράτη προκύπτει ήδη από το γεγονός ότι, σε περίπτωση τροποποίησης της Συνταγματικής Συνθήκης, το Κοινοβούλιο εμπλέκεται στη σχετική διαδικασία, καθώς και από το ότι στην «κανονική νομοθετική διαδικασία» αναγνωρίζεται ως ισότιμο όργανο έναντι του Συμβουλίου. Συνέχεια ανάγνωσης

Προτάσεις των Ευρωπαίων Οικονομολόγων για την Εναλλακτική Οικονομική Πολιτική στην Ευρώπη

Standard

της Μαρίκας Φραγκάκη

Εδουάρδος Σακαγιάν, «Βάρκα», 1990-1992

Περισσότερο από τρία χρόνια μετά την εμφάνιση της μεγαλύτερης κρίσης της μεταπολεμικής περιόδου, οι ελίτ της Ευρώπης επέλεξαν τη λιτότητα ως μέσο αντιμετώπισής της. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια βαθιά αντιδραστική πολιτική ανακατανομής του εισοδήματος και του πλούτου σε βάρος των εργαζομένων και των πλέον αδύναμων κοινωνικών ομάδων, που καλούνται να φέρουν το κύριο βάρος της προσπάθειας εξόδου από την κρίση.

Στο Υπόμνημα 2010/2011* η Ομάδα των Ευρωπαίων Οικονομολόγων για την Εναλλακτική Οικονομική Πολιτική στην Ευρώπη (γνωστή και ως EuroMemo Group) αναλύουν την ασκούμενη πολιτική της Ευρωπαϊκής Ενωσης στα πεδία της οικονομίας, της κοινωνίας, του περιβάλλοντος. Επισημαίνουν τα ελλείμματα, τις αντιφάσεις και τις ανεπάρκειες της πολιτικής αυτής, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι όχι μόνο δεν οδηγεί σε έξοδο από την κρίση, αλλά την επιτείνει. Στη βαρβαρότητα της πολιτικής λιτότητας, η Ομάδα των Ευρωπαίων Οικονομολόγων αντιπαραθέτει την πολιτική της αλληλεγγύης σε όλες τις εκφάνσεις της — οικονομική, κοινωνική, οικολογική, διεθνή. Παραθέτουμε ενδεικτικά ορισμένες από τις προτάσεις αυτές:

Χρηματοπιστωτικός τομέας. Οι τράπεζες να υπόκεινται σε αυστηρούς κανόνες σχετικά με την ανάληψη κινδύνων. Ο δημόσιος τομέας και οι συνεταιριστικές τράπεζες πρέπει να ενισχυθούν, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η χρηματοδότηση κοινωνικά και οικολογικά ωφέλιμων προγραμμάτων. Οι οίκοι αξιολόγησης πρέπει να τεθούν υπό δημόσιο έλεγχο. Οι χρηματοοικονομικές συναλλαγές να φορολογηθούν, για την μείωση της κερδοσκοπίας. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να υπόκειται σε δημοκρατικό έλεγχο.

Μακροοικονομική πολιτική. Το απαξιωμένο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης να αντικατασταθεί από δέσμευση για την αύξηση της ζήτησης και την προώθηση της απασχόλησης. Η έκδοση ευρωομολόγου με την εγγύηση όλων των κυβερνήσεων των χωρών της Ε.Ε. θα σηματοδοτούσε την κοινή δέσμευση για μια συλλογική αντιμετώπιση στη βάση της αλληλεγγύης. Η μεταφορά πόρων είναι οικονομικά απαραίτητη για τη διάσωση της νομισματικής ένωσης και κοινωνικά αναγκαία για τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής. Η ΕΕ πρέπει να εγγυηθεί ένα ποσοστό τουλάχιστον του χρέους των κρατών-μελών. Το δημόσιο χρέος που δημιουργήθηκε για τη διάσωση του χρηματοπιστωτικού τομέα πρέπει να ανακτηθεί από τον ιδιωτικό τομέα μέσω της φορολόγησης της περιουσίας.

Πλήρης απασχόληση. Η πολιτική απασχόλησης πρέπει να στοχεύει στη δημιουργία θέσεων εργασίας, που να προωθούν την οικολογική βιωσιμότητα και την ισότητα των φύλων. Βασικό συστατικό της πολιτικής απασχόλησης είναι η μείωση του χρόνου εργασίας. Οι πρόσφατες πρωτοβουλίες για την αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης πρέπει να ανατραπούν. Συνέχεια ανάγνωσης

Η Ευρώπη αντιστέκεται στην απορρύθμιση του δημόσιου Πανεπιστημίου

Standard

 

 

H πρώτη ανοιχτή εκδήλωση του Red Notebook

Την Πέμπτη 14 Απριλίου στις 6.30 μ.μ., στη Νομική της Αθήνας (αίθουσα 5, είσοδος από Μασσαλίας), το Red Notebook (www.rednotebok.com) διοργανώνει την πρώτη του ανοιχτή εκδήλωση-συζήτηση με τίτλο «Η Ευρώπη αντιστέκεται στην απορρύθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου».

Τη συζήτηση ανοίγουν οι:

Άννα Μπελίγκερο, φοιτήτρια, γραμματέας της Νεολαίας της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης (Ιταλία)

Νικόλας Βαγδούτης, φοιτητής LSE (Aγγλία)

Γιάννος Γιαννόπουλος, φοιτητής Πανεπιστημίου του Μονάχου (Γερμανία)

Το Πανεπιστήμιο της νέας εποχής στην Ελλάδα και τον κόσμο

Standard

Συζητούν η Ελένη Καλαφάτη, η Ιφιγένεια Καμτσίδου, ο Νίκος Κοταρίδης και ο Δημήτρης Παπαλεξόπουλος

Ιφιγένεια Καμτσίδου: Στην πολιτειολογική συζήτηση, δύο είναι τα βασικά μοντέλα που περιγράφουν το πανεπιστήμιο και τη λειτουργία του: το φιλελεύθερο και το λειτουργικό.

Το φιλελεύθερο μοντέλο αντιστοιχεί στο πανεπιστήμιο όπως αυτό διαμορφώνεται κατά τον Διαφωτισμό, και έχει μάλλον αριστοκρατικά χαρακτηριστικά. To πανεπιστήμιο αυτό στηρίζεται οργανωτικά στην κυρίαρχη θέση του καθηγητή και στην αυταξία της γνώσης που παράγει. Είναι ένα πανεπιστήμιο αποκομμένο σχετικά από την κοινωνία, καθώς ως πεδίο παραγωγής γνώσης και δομή όπου αναπτύσσεται η έρευνα οργανώνει τη δραστηριότητά του όχι με βάση τις κοινωνικές απαιτήσεις, αλλά την αναζήτηση της επιστημονικής αλήθειας. Για τον λόγο αυτό, στελεχώνεται από λίγους και απευθύνεται σε λίγους. Το μοντέλο εμφανίζεται και λειτουργεί στην πρώτη περίοδο θέσμισης των νεωτερικών πολιτευμάτων, όπου στο πολιτικό επίπεδο η κυριαρχία ανήκει στο έθνος. Η εκλογή των αντιπροσώπων γινόταν με τιμαριωτική ψήφο, δηλαδή στο εκλογικό σώμα συμμετείχαν οι οικονομικά εύρωστοι, οι οποίοι λόγω του οικονομικού τους status διέθεταν τον χρόνο να ασχοληθούν με τα κοινά, ενώ τα μέλη των αντιπροσωπευτικών οργάνων επιλέγονταν από το ίδιο περιορισμένο εκλογικό σώμα με κριτήριο την ικανότητά τους να διαβουλεύονται, να προσεγγίζουν τον Ορθό Λόγο, ώστε να βρίσκουν λύσεις ευεργετικές για τα κοινωνικά προβλήματα.

Από το φιλελεύθερο στο λειτουργικό πανεπιστήμιο

Έρνστ Λούντβιχ Κίρχνερ, «Τανγκό», π. 1919-1921

Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, νέες κοινωνικές τάξεις, και ιδίως η εργατική, έρχονται στο προσκήνιο διεκδικώντας συμμετοχή στη διαχείριση των δημόσιων πραγμάτων, στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας· για να το πετύχουν, χρειάζονται, ανάμεσα στα άλλα, και γνώση. Με την επίδραση των κινημάτων που αναπτύσσονται και στοχεύουν σε μια διαφορετική θέσμιση της κοινωνίας, διαμορφώνεται το δεύτερο μοντέλο για το πανεπιστήμιο, το οποίο, υπό την επίδραση της γερμανικής σκέψης, ονομάζεται λειτουργικό. Το πανεπιστήμιο αυτό συνδέεται, και συνδέει το ίδιο την αποστολή του, με την κοινωνική πρόοδο και ευημερία και με την ανάπτυξη των δημοκρατικών θεσμών. Παραμένει μια δομή έρευνας και διδασκαλίας, αλλά η γνώση που φιλοδοξεί να παράγει δεν προβάλλει ως αυταξία· καλείται να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της κοινωνίας και τη δημοκρατική μορφή της πολιτικής οργάνωσής της: όσον αφορά την οικονομία προετοιμάζει ικανούς μηχανικούς, καλούς αρχιτέκτονες, άρτια εκπαιδευμένους γιατρούς και δικηγόρους, ενώ όσον αφορά τη λειτουργία των θεσμών διαμορφώνει τους πολίτες. Πολίτες, τα ελεύθερα πρόσωπα δηλαδή, που με την κριτική τους σκέψη αναγνωρίζουν στο αίτημα για ίση κοινωνική αξιοπρέπεια ένα θεμελιώδη χαρακτήρα, καθώς επίσης είναι σε θέση να προάγουν τη συλλογική δράση για την ικανοποίησή του.

Το λειτουργικό πανεπιστήμιο δομείται και αναπαράγεται μέσα από τις αντιφάσεις του. Από τη μια, επειδή συνδέεται με την κοινωνία και στοχεύει στη διαπαιδαγώγηση των μελών της πολιτικής κοινότητας, διεκδικεί την οργάνωσή του με βάση τα δημοκρατικά προτάγματα· από την άλλη όμως συνάπτεται με μια συγκεκριμένη διάρθρωση των κοινωνικοοικονομικών σχέσεων, ένα σύστημα κοινωνικών σχέσεων που στοιχείται με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, τον οποίο καλείται να υπηρετήσει.

Έμιλ Νόλντε, "Μάσκες", 1911

Οι δυο ειδικότερες πτυχές του λειτουργικού πανεπιστημίου, η πρώτη που μπορούμε να ονομάσουμε δημοκρατική και συγκροτείται τόσο από την αυτοδιοίκηση της ακαδημαϊκής κοινότητας όσο και από τη συνεισφορά της στην διαμόρφωση ελεύθερων πολιτών, και η δεύτερη που συνδέει την πανεπιστημιακή έρευνα και διδασκαλία με τη λειτουργία του οικονομικού συστήματος, δεν συμπορεύονται πάντοτε αρμονικά. Μια τέτοια απόκλιση είναι σήμερα πολύ φανερή: η πρόοδος της τεχνολογίας, η γνώση που παράγει το πανεπιστήμιο, μπορεί να είναι ευεργετική σε κάποιους τομείς και να αναπτύσσει εξαιρετικά αρνητικές συνέπειες σε άλλους. Η βιοτεχνολογία, για παράδειγμα, είναι πολύτιμη, γιατί επιτρέπει την πρόοδο της ιατρικής, ταυτόχρονα όμως εγείρει σοβαρά ερωτήματα, λ.χ. ως προς το πώς κατανοούμε οι ίδιοι τον εαυτό μας ή ως προς τους κοινωνικούς ρόλους των φύλων. Ενδεικτικά, η τεχνητή γονιμοποίηση θέτει το ζήτημα της κοινωνικής θέσης και αποστολής της γυναίκας, με τρόπο που ανατρέπει τις εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών: αφού η επιστήμη πλέον επιτρέπει την με οποιοδήποτε όρο τεκνοποίηση, η γυναίκα επιστρέφει στην αναπαραγωγική της αποστολή, ενώ η δημόσια συζήτηση δεν αφορά την σημασία του να είναι κανείς γονιός ή την ευχέρεια της γυναίκας να διαθέτει ελεύθερα το σώμα, αλλά έχει προσανατολιστεί στο δικαίωμά της να γίνει μητέρα με κάθε μέσο. Ακόμη, η βιοτεχνολογία αποτελεί παράμετρο προόδου και υψηλής κερδοφορίας σε διάφορους τομείς, όπως στον κλάδο των φαρμακευτικών εταιρειών· ταυτόχρονα όμως επιτρέπει το βιολογικό profiling, μια «ανεξίτηλη» καταγραφή και παρακολούθηση των ανθρώπων, σε άλλες δε επιστήμες, όπως στη νομική, έχει γεννήσει έναν προβληματισμό ενοχλητικό για το σύστημα.

Ζούμε σήμερα, λοιπόν, την ένταση της αντίφασης που διαπερνά το πανεπιστήμιο, η οποία συνδέεται με τις γενικότερες εξελίξεις. Γι’ αυτό είναι πολύ δύσκολο να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα των πανεπιστημίων αυτοτελώς. Μέσα στην παγκοσμιοποιούμενη αγορά που προβάλλει ως ο βασικός συνεκτικός δεσμός των ατόμων και των κοινοτήτων του «παγκόσμιου χωριού», το πανεπιστήμιο ωθείται να εξυπηρετήσει τη μία πτυχή της νεωτερικής αποστολής του: την παραγωγή προηγμένης τεχνολογίας, ώστε να εξυπηρετούνται οι στοχεύσεις των εταιρειών, γενικότερα των οικονομικών μονάδων που διαμορφώνουν τις συνθήκες του ανταγωνισμού και, ταυτόχρονα, την κατάρτιση όσων θα κληθούν να στηρίξουν την εφαρμογή των τεχνολογιών, οι οποίοι όμως δεν θα εισάγονται στη μέθοδο και τις μεθόδους μιας επιστήμης, με άλλα λόγια με τις σπουδές τους δεν θα συγκροτούν επιστημονική προσωπικότητα ούτε θα μπορούν να σταθούν κριτικά απέναντι στη γνώση που τους μεταδίδεται.

Από τη μεγάλη τομή της δεκαετίας του 1960 στην κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού

Ελένη Καλαφάτη: Στη μεταπολεμική περίοδο, κατά την ένδοξη τριακονταετία, το πανεπιστήμιο μαζικοποιείται, ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1960, και αυτό συνιστά σημαντική τομή στην ιστορία της ανώτατης εκπαίδευσης. Πολύ σχηματικά: Στις βιομηχανικές χώρες το πρότυπο ανάπτυξης βασίζεται στην ενίσχυση της γνωστικής ικανότητας των επιχειρήσεων, ευνοώντας την πλήρη απασχόληση. Το γεγονός ότι οι νέοι βρίσκουν εύκολα εργασία μόλις τελειώνουν την υποχρεωτική εκπαίδευση συνιστά εμπόδιο στη στελέχωση με εξειδικευμένο προσωπικό. Είναι ανάγκη λοιπόν να τους ενθαρρύνουν να συνεχίσουν τις σπουδές τους με την υπόσχεση ανώτερων μισθών και δωρεάν εκπαίδευση σε όλα τα επίπεδα. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις απευθύνονται για τη διάθεση των προϊόντων τους κυρίως σε μια εσωτερική αγορά με κορμό της τη μεσαία τάξη που συγκροτείται από τα ελευθέρια επαγγέλματα, ιδιωτικούς και δημόσιους υπαλλήλους κλπ. Οι εργοδότες έχουν συμφέρον συλλογικά να συμμετέχουν, μέσω του φόρου, στη χρηματοδότηση της επέκτασης της σχολικής εκπαίδευσης, ενώ συγχρόνως είναι διατεθειμένοι, ατομικά, να επωμιστούν το κόστος της προσαρμογής των διπλωματούχων που προσλαμβάνουν στις εξειδικευμένες ανάγκες της επιχείρησής τους, αφού αυτή την επένδυση θα μπορούσαν να την αποσβέσουν με την μακροχρόνια απασχόληση του εργαζομένου. Έτσι εκφράζεται διεθνώς μια μεγάλη ζήτηση για ανώτατη εκπαίδευση, αυξάνεται ο αριθμός των φοιτητών, ιδρύονται νέα πανεπιστήμια, και όλα αυτά με κρατικό προγραμματισμό και δημόσια χρηματοδότηση.

Χαρακτικό του Καρλ Σμιτ-Ρότλουφ

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ΟΟΣΑ το 1962, στη σύσκεψη της Ουάσινγκτον, πρότεινε ως παγκόσμιο παράδειγμα την Γαλλία και την ΕΣΣΔ, τα δυο πιο συγκεντρωτικά κράτη στο θέμα του προγραμματισμού και της δημόσιας χρηματοδότησης της εκπαίδευσης!

Είκοσι χρόνια αργότερα αλλάζει εντελώς ο λόγος του ΟΟΣΑ. Κατηγορεί πλέον τα κράτη –και τα Πανεπιστήμια– ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες των αγορών. Ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 1970 καταγγέλλεται ο «πληθωρισμός» των διπλωμάτων ως πολιτικά επικίνδυνος και εξαιρετικά δαπανηρός για τα δημόσια οικονομικά, ιδιαίτερα αφού οι εργοδότες δεν μπορούν να επωφεληθούν από το κυρίως επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: τη σχετική μείωση των μισθών των ειδικευμένων εργαζόμενων. Άμα έχω δίπλωμα δικαιούμαι και το επίδομα εκπαίδευσης· και καθώς οι απόφοιτοι, βλέποντας ότι δεν βρίσκουν απασχόληση, αρχίζουν να κυνηγούν όλο και περισσότερα διπλώματα –μεταπτυχιακό, διδακτορικό–, φτιάχνεται ένας φαύλος κύκλος που δεν αρέσει στις αγορές. Πρέπει λοιπόν να περάσει το βάρος της χρηματοδότησης της εκπαίδευσης στις οικογένειες και να αποσυνδεθεί το δίπλωμα από τη θέση απασχόλησης και το μισθό. Αυτό ακριβώς προτείνει τον Μάιο του 1972 ο Εντγκάρ Φωρ, σε υπόμνημά του για λογαριασμό της Unesco η οποία τότε περνά από το δόγμα της υποχρεωτικής εκπαίδευσης ή της ενθάρρυνσης για εκπαίδευση –μιλάμε πάντα για δημόσια εκπαίδευση– στη «διά βίου μάθηση». Την ίδια εποχή στη Βρετανία τα think tanks της Νέας Δεξιάς επεξεργάζονται το νεοφιλελεύθερο δόγμα και τα συστατικά της νέας διακυβέρνησης, ενώ η Θάτσερ ως υπουργός Παιδείας περικόπτει τα κονδύλια για την εκπαίδευση και καταργεί τη χορήγηση δωρεάν γάλακτος στα σχολεία για παιδιά επτά ως έντεκα ετών.

Προσθέστε και το στοιχείο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας: οι επιχειρήσεις μπορούν να μετακινηθούν όπου θέλουν, και εκεί επιθυμούν να βρίσκουν έτοιμο το προσωπικό που χρειάζονται. Στο πλαίσιο του εθνικού κράτους, η Renault, λ.χ., παλιότερα προσλάμβανε κάποιους και ξόδευε για να τους εκπαιδεύσει, με τη λογική ότι θα τους έχει εκεί μέχρι να πάρουν σύνταξη. Τώρα οι πολυεθνικές ζητούν εργαζόμενους άμεσα παραγωγικούς χωρίς κόστος «ρονταρίσματος», τους οποίους να μπορούν να επιλέξουν πάνω σε ένα υπέδαφος εργατικού δυναμικού στη βάση των πιστοποιημένων δεξιοτήτων τους. Έτσι από τα τέλη της δεκαετία του 1980 η κυρίαρχη λογική (που διατυπώνεται από τον ΟΟΣΑ και την Unesco και υιοθετείται από την Ε.Ε.), αφορά όχι πια την εκπαίδευση ως δημόσιο αγαθό που σχεδιάζεται και παρέχεται στο πλαίσιο του εθνικού κράτους, αλλά το πώς αυτή θα παρέχει τεχνογνωσία και δεξιότητες, μετρήσιμες και συγκρίσιμες διεθνώς.

Συγχρόνως, με τον ίδιο τρόπο που η απορρύθμιση καταργεί τα εθνικά σύνορα για τα κεφάλαια, εξαφανίζει επίσης το όριο που τους απαγόρευε να διεισδύσουν σε μη εμπορευματοποιημένους τομείς της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης όπως η κοινωνική ασφάλιση, η υγεία, η εκπαίδευση. Σε αυτό το πλαίσιο ο χαρακτήρας του Πανεπιστημίου πρέπει να αλλάξει ριζικά.

Το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο και η σειρά ISO 9000

Ε. Καλαφάτη: Η σχέση του κράτους με το νεωτερικό Πανεπιστήμιο θα μπορούσε να περιγραφεί σχηματικά ως εξής: Σας δίνω τα μέσα να λειτουργήσετε, σας ελέγχω (μέσω του θεσμικού πλαισίου και των παρέδρων), αλλά σας έχω εμπιστοσύνη, εσείς ορίζετε τι διδάσκετε. Ακόμη και τη μεταπολεμική περίοδο, όταν το Πανεπιστήμιο μαζικοποιείται για να ανταποκριθεί στις ανάγκες της οικονομίας, υποστηρίζεται ως ένας θεσμός που παράγει και προσφέρει γνώση, χωρίς να επιδιώκει να απαντήσει σε εξειδικευμένες ανάγκες των επιχειρήσεων. Εξακολουθεί να αποτελεί έναν χώρο ελευθερίας όπου η επιστημονική παραγωγή είναι «δημόσιο αγαθό». Στα τέλη του 20ού αιώνα περνάμε πια σε άλλη φάση, όπου οι εταιρείες ζητάνε ένα επιχειρηματικό πανεπιστήμιο προσανατολισμένο απολύτως στις ανάγκες της αγοράς. Πώς ορίζεται αυτό;

Είναι μια επιχείρηση που δέχεται και δημόσια και ιδιωτική χρηματοδότηση, μπορεί να έχει εμπορικές δραστηριότητες, δηλαδή να πουλάει τη γνώση της, αρκεί να μην είναι κερδοσκοπική. Έχει αυτονομία διαχείρισης του ενεργητικού και του προσωπικού της, πρέπει όμως να μπορεί να αναπτύσσει ανταγωνιστικές στρατηγικές για τις αγορές, να δημιουργεί θυγατρικές, να συγχωνεύεται ενδεχομένως με άλλες τέτοιες μονάδες, να συνεργάζεται με ιδιωτικές επιχειρήσεις. Χρειάζεται, έτσι, ένα ειδικό εργαλείο από πρότυπα-ενδείκτες, που θα χρησιμεύει στους πελάτες (πελάτες με τη διπλή έννοια: οι πελάτες-σπουδαστές και οι πελάτες-επιχειρηματίες που θα προσλάβουν στη συνέχεια τους σπουδαστές) για την ενημέρωσή τους σχετικά με την ποιότητα του προϊόντος που παράγεται, αλλά και στους χρηματοδότες-μετόχους για τον έλεγχο της απόδοσης της «επιχείρησης» και τη χάραξη των στόχων.

Στις αγορές, η κοινή αναφορά σχετικά με την ποιότητα των προϊόντων –αναγκαία για την διευκόλυνση των διεθνών ανταλλαγών– είναι τα κείμενα (πρότυπα, πιστοποιήσεις κλπ.) των διεθνών οργανισμών, κυρίως του International Organisation for Standardisation (ISO). Συζητούν, λοιπόν, στους εμπλεκόμενους Οργανισμούς, για παράδειγμα το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP), ποια από τις μεθόδους πιστοποίησης μπορεί να εφαρμοστεί στα πανεπιστήμια, και αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο εφαρμογής της μεγάλης σειράς ISO 9000, η οποία πιστοποιεί τη διαδικασία παραγωγής του προϊόντος, και όχι το ίδιο το προϊόν.

Δημήτρης Παπαλεξόπουλος: Ο έλεγχος του προϊόντος και μάλιστα του «προϊόντος-σπουδαστή», που θα «παράγει» το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο δεν θα μπορούσε να γίνει παρά δειγματοληπτικά και εκ των υστέρων. Γι’ αυτό προτάσσεται ο έλεγχος της διαδικασίας «παραγωγής», που αναφέρεται στον καθολικό έλεγχο όλων των παραμέτρων που συμβάλλουν προς το τελικό αποτέλεσμα, όπως είναι η οργάνωση της εργασίας, η κυκλοφορία της πληροφορίας μέσα στην επιχείρηση, ο προσδιορισμός επιδόσεων και οι συναφείς διαρκείς αξιολογήσεις του ανθρώπινου δυναμικού. Σε αυτή τη λογική το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο δεν είναι ελεύθερο να ορίσει τις διαδικασίες στο εσωτερικό του και, το κυριότερο, δεν μπορεί να τις μεταβάλει.

Συνέχεια ανάγνωσης

Το ευρωπαϊκό όνειρο ξεθωριάζει στην Τουρκία

Standard

του Ορχάν Παμούκ

μετάφραση: Ιωάννα Μεϊτάνη

Την περασμένη Τρίτη, ο γνωστός τούρκος συγγραφέας Ορχάν Παμούκ βρέθηκε στην Αθήνα, όπου μίλησε με θέμα «Τι γίνεται στο μυαλό μας όταν διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα». Με την ευκαιρία αυτή, δημοσιεύουμε ένα πρόσφατο κείμενό του, από το μπλογκ του New York Review of Books (25.12.2010), σχετικά με την εικόνα της Ευρώπης στην Τουρκία τα τελευταία πενήντα χρόνια και το ξεθώριασμα του ευρωπαϊκού ονείρου.

«ΕΝΘΕΜΑΤΑ»

Στα σχολικά βιβλία που διάβαζα παιδί τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, η Ευρώπη παρουσιαζόταν σαν μια υπέροχη θρυλική περιοχή. Ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, ενώ σφυρηλατούσε τη νέα του δημοκρατία στα ερείπια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας –η οποία είχε συντριβεί και κατακερματιστεί στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο–, πολεμούσε ενάντια στον ελληνικό στρατό· αργότερα όμως, με την υποστήριξη του δικού του στρατού, εισήγαγε ένα σωρό κοινωνικές και πολιτιστικές εκσυγχρονιστικές φιλοδυτικές μεταρρυθμίσεις. Κληθήκαμε λοιπόν να αγκαλιάσουμε, ακόμη και να μιμηθούμε το ρόδινο ευρωπαϊκό όνειρο της Δύσης, προκειμένου να νομιμοποιηθούν οι μεταρρυθμίσεις αυτές, μέσα από τις οποίες τρανώθηκε η καινούργια ελίτ του νεαρού τουρκικού κράτους (και οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο διαρκών αντιπαραθέσεων στην Τουρκία τα ογδόντα χρόνια που ακολούθησαν).

Συνέχεια ανάγνωσης

H Aριστερά, τα κινήματα, το κράτος και η κρίση

Standard

Για τα κοινωνικά κινήματα, το κράτος, την παγκοσμιοποίηση, τον Μπαντιού, τον Νέγκρι και τον Χαρτ, την ελληνική κρίση και την Ευρώπη

Μια συζήτηση του Κώστα Δουζίνα με τον Σλάβοϊ Ζίζεκ

μετάφραση: Ιωάννα Δρόσου

H επίσκεψη του Σλάβοϊ Ζίζεκ στην Αθήνα αποτέλεσε σημαντικό γεγονός για τον κόσμο της Αριστεράς, όπως έδειξε και το κατάμεστο Μεγάλο Αμφιθέατρο Χημικών του Μετσόβιου, όπου μίλησε στις 19 Δεκεμβρίου, προσκεκλημένος του Αριστερού Βήματος Διαλόγου και Κοινής Δράσης. Ο Ζίζεκ μαζί με τον Κώστα Δουζίνα (αντιπρύτανη και διευθυντή του Birkbeck Institute for the Humanities, στενό φίλο και έναν από τους βασικούς συντελεστές της πρόσκληση του Ζίζεκ στην Ελλάδα) μίλησαν, σε μια κοινή συνέντευξη, αποκλειστικά στην Αυγή, την Εποχή και το RedNotebook, απαντώντας σε ερωτήματα που τους θέσαμε. Είναι η μοναδική συνέντευξη που έδωσε ο Σλοβένος στοχαστής σε ελληνικές εφημερίδες όσο βρισκόταν στη χώρα μας. Ευχαριστούμε τους δύο συνομιλητές για την ωραία κουβέντα στο φιλόξενο σπίτι του Κ. Δουζίνα, όπου νιώσαμε αμέσως μεγάλη οικειότητα και μπορέσαμε να μιλήσουμε σε φιλικό κλίμα, με χιούμορ, απαλλαγμένη από κάθε ίχνος ακαδημαϊσμού, σοβαροφάνειας και αυθεντίας.

Στη συζήτηση ήταν παρούσες η Ιωάννα Δρόσου, η Όλγα Μπαλαούρα και ο Θωμάς Τσαλαπάτης από την Εποχή, η Ιωάννα Μεϊτάνη από τα «Ενθέματα», ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος και ο Χρήστος Σίμος από το RedNotebook.

Ευχαριστούμε θερμά τον Κώστα Δουζίνα για τη βοήθειά του, χάρη στην οποία και πραγματοποιήθηκε η συζήτηση.

Δημοσιεύουμε το ένα μέρος της συζήτησης, αυτό το οποίο αναφέρεται κυρίως στα κοινωνικά κινήματα και τη σχέση τους με το κράτος, την Αριστερά και την παρούσα συγκυρία· το υπόλοιπο μέρος, με βασικές αναφορές στην Ευρώπη και τα ανθρώπινα δικαιώματα, δημοσιεύεται σήμερα στην Εποχή, ενώ στο RedNotebook (www.rednotebook.gr) μπορείτε να παρακολουθήσετε ολόκληρη τη συζήτηση.

«ΕΝΘΕΜΑΤΑ»

Ο Κώστας Δουζίνας και ο Σλάβοϊ Ζίζεκ, κατά τη διάρκεια της συζήτησης, στο σπίτι του πρώτου, Αθήνα, 21.12.2010

Άμεση δημοκρατία, κινήματα και κρατική εξουσία

Σλάβοϊ Ζίζεκ: Δεν υποτιμώ τα κινήματα, χωρίς φυσικά να θεωρώ ότι θα φέρουν την επανάσταση. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν αρκεί. Για να υπάρξουν πραγματικές ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις χρειαζόμαστε μια κυβέρνηση που δεν θα στηρίζεται απλώς στη προσέλευση των πολιτών στις κάλπες κάθε τέσσερα χρόνια, αλλά θα βρίσκεται σε ανοιχτό διάλογο με τα κινήματα. Στη Βραζιλία, για παράδειγμα, ο Λούλα παραχωρεί στις γυναίκες φάρμες και νομίζω ότι κάτι παρόμοιο κάνει και ο Μοράλες στη Βολιβία.

Το πρωί είχα μια συνεργασία με το Verso, τον εκδοτικό μου οίκο στα αγγλικά. Μου είπαν ότι χρειάζεται κάποια επιμέλεια για το καινούργιο μου βιβλίο, βελτιώσεις στο ύφος, να διορθωθούν λάθη στα αγγλικά. Όποτε γίνεται αυτό, πάντα κάνουν κάποια ιδεολογική λογοκρισία. Λογόκριναν ένα σημείο όπου ανέφερα ότι το 1990 δεν ηττήθηκε μόνο η κομμουνιστική αριστερά αλλά και η παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία. Ενώ οι σοσιαλδημοκράτες κοκορευόντουσαν ότι ήρθε η σειρά τους να ηγεμονεύσουν, εξαφανίστηκαν. Η μεγαλύτερη παγίδα που μπορούμε να πέσουμε είναι να πιστέψουμε την παλιά αριστερίστικη άποψη ότι ο σταλινισμός και η σοσιαλδημοκρατία είναι κακά επειδή στην εφαρμογή τους, είτε ως μονοκομματικό κράτος είτε ως κοινοβουλευτική δημοκρατία, στηρίζονται στην ύπαρξη του κράτους, ενώ αυτό που χρειάζεται είναι η άμεση δημοκρατία, συμβούλια κλπ.: θα καταρρεύσουν κι αυτά. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει μια αυθεντική προοπτική που αποκαλείται άμεση δημοκρατία.

Ας δούμε το παράδειγμα του Πόρτο Αλέγκρε, που είναι η μετεξέλιξη και ανάπτυξη του Σιάτλ. Αυτό που με σόκαρε είναι η απόλυτη –το τονίζω, απόλυτη– έλλειψη σοβαρού εναλλακτικού προγράμματος· όπως ξέρετε, όταν υπάρχει κενό ο εχθρός βρίσκει τον τρόπο να το καλύψει. Ο φίλος μου Μάικλ Χάρτ, ο οποίος συμμετείχε στο Πόρτο Αλέγκρε όλα τα χρόνια, μου είπε ένα καταπληκτικό ανέκδοτο. Την πρώτη χρονιά υπήρχε άμεση δημοκρατία, όλοι παίρναν το λόγο και όλοι συνεργάζονταν. Την επόμενη χρονιά συνέβη κάτι παράξενο. Ξαφνικά, στο κέντρο του Πόρτο Αλέγκρε υπήρξε μια ζώνη VIP και γύρω γύρω αστυνομία που την προστάτευε. Κι όταν ο Μάικλ μου είπε «ήταν υπέροχα, υπήρχε πλουραλισμός, και όχι λενινιστικές πρακτικές οργάνωσης», του απάντησα: «Φυσικά, γιατί απλώς διαμαρτυρόσασταν. Τη στιγμή που θα πλησιάσετε έστω και ελάχιστα την εξουσία, αναρωτιέμαι τι θα συμβεί, γιατί δεν είναι δυνατόν να κυβερνήσετε όταν όλοι παίρνουν τον λόγο». Συνέχεια ανάγνωσης

Οι φοιτητικές κινητοποιήσεις στη Βρετανία:«You marketise our education, we educate your market»

Standard

Συνέντευξη του Γιάννη Χαμηλάκη από το Λονδίνο

Ποιες ήταν οι βασικές αλλαγές που προξένησαν τις αντιδράσεις;

 

Από την κατάληψη της αίθουσας Jeremy Bentham στο UCL: o Καρτέσιος («Σκέφτομαι, άρα αγωνίζομαι») και ο Μπένθαμ («Ο Τζέρεμυ λέει Όχι!») συμπαρίστανται στον αγώνα των φοιτητών.

Υπήρξαν πρόσφατα δύο μεγάλες εξελίξεις. Πρώτον, ο προϋπολογισμός του 2011, όπου, ως απάντηση στην οικονομική κρίση, προβλέπεται η περικοπή των κονδυλίων για τα πανεπιστήμια κατά 40%. Δεύτερον, η δημοσιοποίηση της έκθεσης Browne, που είχε ζητήσει η προηγούμενη κυβέρνηση των Εργατικών. Η έκθεση προτείνει το κόστος της εκπαίδευσης, ειδικά στις ανθρωπιστικές επιστήμες, να το αναλάβουν οι φοιτητές, μέσω των διδάκτρων. Η κρατική χρηματοδότηση συνεχίζεται, και αυτή μόνο εν μέρει, στις ιατρικές, τις θετικές και τις μηχανολογικές σπουδές, ίσως και στις γλώσσες (με την έννοια της εκμάθησης μιας γλώσσας, όχι της γλωσσολογίας ή της λογοτεχνίας). To κράτος αποσύρεται εντελώς από τη χρηματοδότηση των ανθρωπιστικών και κοινωνικών σπουδών, που πρέπει να καλύψουν το κόστος από τα δίδακτρα. Έτσι εξαγγέλθηκε ο τριπλασιασμός των διδάκτρων (είχαν εισαχθεί αρχικά επί κυβέρνησης Μπλερ, στα τέλη της δεκαετίας του 1990), τα οποία θα φτάσουν τις 9.000 λίρες το χρόνο.

Υπάρχουν και άλλες περικοπές στο χώρο της παιδείας. Για παράδειγμα, η περικοπή του επιδόματος Education Maintenance Allowance (ΕΜΑ), που απευθύνεται κυρίως σε μαθητές από φτωχές οικογένειες, που έχουν ολοκληρώσει την υποχρεωτική εκπαίδευση: τους δίνει 30 λίρες τη βδομάδα, για να εξασφαλίσουν τα μικροέξοδά τους ένα-δυο χρόνια, διαβάζοντας για να δώσουν εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Επίσης, καταργείται το AimHigher, ένα πολύ επιτυχημένο πρόγραμμα, που είχε στόχο να φέρει σε επαφή τους μαθητές υποβαθμισμένων περιοχών με τα πανεπιστήμια: καθηγητές, διοικητικό προσωπικό, ακόμα και φοιτητές πήγαιναν στα σχολεία και μιλούσαν για το πανεπιστήμιο, εξηγώντας στους μαθητές γιατί αυτό έπρεπε να είναι μέσα στους ορίζοντές τους, σε μια προσπάθεια να αμβλυνθεί το λεγόμενο «culture barrier», που υπάρχει ιστορικά στη Βρετανία.

Επομένως, μιλάμε για μια συνολικότερη αλλαγή, έτσι δεν είναι;

Ο συνδυασμός της περικοπής της κρατικής χρηματοδότησης, των επιδομάτων και του τριπλασιασμού των διδάκτρων δίνει το στίγμα της όλης μεταρρύθμισης στην παιδεία: είναι ξεκάθαρα μια μεταρρύθμιση ταξικού χαρακτήρα, που θα πλήξει κυρίως τα παιδιά από χαμηλά στρώματα. Η κυβέρνηση βέβαια, για να χρυσώσει το χάπι, λέει ότι υπάρχουν ασφαλιστικές δικλίδες, λ.χ. ότι τα δίδακτρα θα έχουν τη μορφή δανείων, τα οποία θα αποπληρώνουν οι φοιτητές μετά την αποφοίτησή τους, όταν αρχίσουν να δουλεύουν. Είναι ένα τέχνασμα, οι φοιτητές φοβούνται, και δικαίως, ότι θα είναι χρεωμένοι όλη τους τη ζωή. Κάποιος, αποφοιτώντας, θα χρωστάει τουλάχιστον 27.000 λίρες, αυτό είναι το ύψος των διδάκτρων — και λέω τουλάχιστον, γιατί πιθανόν να έχει πάρει και κάποιο άλλο δάνειο, για τα έξοδά του, όσο σπουδάζει.

Δεν μιλάμε λοιπόν απλώς για μια πολύ μεγάλη αύξηση των διδάκτρων, αλλά για μια συνολική αλλαγή, που ουσιαστικά ιδιωτικοποιεί τα πανεπιστήμια, και ειδικά τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές σπουδές. Υπάρχει κίνδυνος να επιστρέψουμε στην κατάσταση του 1950-1960 όπου μόνο οι εύποροι σπούδαζαν ανθρωπιστικές επιστήμες.

Συνέχεια ανάγνωσης