Ο μεταναστευτικός «ηθικός πανικός» και οι (κατα)χρήσεις του

Standard

του Ζύγκμουντ Μπάουμαν

μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου

Οι τηλεοπτικές ειδήσεις, τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, οι ομιλίες των πολιτικών, τα «τιτιβίσματα», όλα τα μέσα που χρησιμοποιούνται για να εστιάσουν ή να εκτονώσουν τα άγχη και τις φοβίες του κοινού, ξεχειλίζουν πλέον από αναφορές στη «μεταναστευτική κρίση» –η οποία υποτίθεται πως πλημμυρίζει την Ευρώπη και προμηνύει την κατάρρευση και τον χαμό του τρόπου ζωής που αυτή γνωρίζει, εξασκεί και λατρεύει. Αυτή η κρίση χρησιμεύει προς το παρόν ως ένα είδος πολιτικώς ορθού κωδικού ονόματος για την τρέχουσα φάση του αέναου αγώνα που διεξάγουν οι καθοδηγητές της κοινής γνώμης για την κατάκτηση και την υποταγή των σκέψεων και των συναισθημάτων των ανθρώπων. Ο αντίκτυπος των ειδήσεων που μεταδίδονται από το εν λόγω πεδίο μάχης κοντεύει πια να προκαλέσει έναν πραγματικό «ηθικό πανικό» (φαινόμενο το οποίο, σύμφωνα με τον πιο κοινά αποδεκτό ορισμό που καταγράφει η Wikipedia, είναι «ένα αίσθημα φόβου που εξαπλώνεται σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων ότι κάτι κακό απειλεί την κοινωνική ευημερία»).[1]

Πειραιάς. Φωτογραφία Vadim Ghirda

Καθώς γράφω αυτές τις λέξεις, μια ακόμα τραγωδία –συνοδευόμενη από σκληρή αδιαφορία και ηθική τύφλωση- είναι έτοιμη να ξεσπάσει. Ολοένα και πυκνώνουν τα σημάδια ότι η κοινή γνώμη, σε αγαστή σύμπνοια με τα εντυπωσιοθηρικά ΜΜΕ, σταδιακά αλλά αναπόδραστα πλησιάζουν το σημείο της «κούρασης με την προσφυγική τραγωδία». Τα πνιγμένα παιδιά, τα βιαστικά υψωμένα τείχη, τα αγκαθωτά συρματοπλέγματα, τα υπερπλήρη στρατόπεδα συγκέντρωσης («κέντρα υποδοχής») και οι κυβερνήσεις που διαγωνίζονται στη ρίψη αλατιού στις πληγές της εξορίας, του παρά τρίχα γλυτωμού και των εξουθενωτικών κινδύνων του ταξιδιού προς την ασφάλεια αντιμετωπίζοντας τους πρόσφυγες σαν καυτές πατάτες – όλα αυτά τα ηθικά αίσχη αποτελούν ολοένα και λιγότερο «ειδήσεις» και πετιούνται ολοένα και συχνότερα κάπου «μέσα στις ειδήσεις». Αλίμονο, η μοίρα όλων των συγκλονισμών είναι η μετατροπή τους σε μια βαρετή ρουτίνα κανονικότητας –κι η μοίρα των ηθικών πανικών είναι η περιτύλιξή τους σ’ ένα πέπλο λησμοσύνης, η κατανάλωση και η εξαφάνισή τους από τα μάτια και τις συνειδήσεις μας. Ποιος θυμάται πια τους Αφγανούς πρόσφυγες που ζητούσαν άσυλο στην Αυστραλία κι έριχναν τα κορμιά τους πάνω στα συρματοπλέγματα της Woomera ή έλιωναν κλεισμένοι στα μεγάλα κέντρα κράτησης που η Αυστραλιανή κυβέρνηση έχτισε στο Nauru και το Νησί των Χριστουγέννων «για να εμποδίσει την είσοδό τους στα χωρικά της ύδατα»; Ή τους δεκάδες Σουδανούς εξόριστους που σφαγιάστηκαν από την αστυνομία στο κέντρο του Καΐρου «αφού απεκδύθηκαν των δικαιωμάτων τους από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ»;[2] Συνέχεια ανάγνωσης

«Κραυγή αγωνίας»

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Παρασκευή πρωί, την ώρα που κλείναμε τα «Ενθέματα», τα media είχαν βουίξει από το πρωτοσέλιδο των Νέων. Προς στιγμήν, νoμίσαμε πως είχε ημερομηνία «1η Απριλίου». Και όμως, το πρωτοσέλιδο έγραφε «3 Απριλίου 2015» και ολόκληρο σχεδόν το καταλάμβανε το άρθρο του Γιάννη Πανούση «Νοείται Αριστερά του Τίποτα;», με την επισήμανση της –συναγωνιώσας και συγκραυγάζουσας, βεβαίως– εφημερίδας «Κραυγή αγωνίας από τον υπουργό». Παραθέτω από το άρθρο: «Αριστερά, και μάλιστα 10.00-stratisΚυβερνώσα Αριστερά, σημαίνει ισοελευθερία, δικαιώματα, κοινωνική πολιτική, δημόσιο έλεγχο, δικαιοσύνη. Όποιος θεωρεί ότι […] Αριστερή Διακυβέρνηση σημαίνει ανοχύρωτη χώρα και πόλη (δίχως προσωπική, κοινωνική, εθνική ασφάλεια, δίχως στρατό και δίχως αστυνόμευση, ίσως και χωρίς δικαστές ή φυλακές), όποιος πιστεύει ότι τα διδάγματα της Ιστορίας μας είναι περιττά (αφού όλοι οι λαοί είναι “αδελφωμένοι” — sic) και ότι η Παιδεία μας επιτρέπει κάθε ανομική δράση (sic), τότε όχι μόνο δεν έχει σχέση με την Αριστερά αλλά ούτε με τη Δημοκρατία. Αυτή την Αριστερά του Τίποτα δεν τη χρειάζονται ο τόπος και ο λαός». [τα sic είναι του άρθρου].

Το πρόβλημα, ασφαλώς, δεν είναι ότι ο Γ. Πανούσης έγραψε την άποψή του. Σαφέστατα δικαιούται (αρκεί να συνυπολογίσει κανείς –και κυρίως ο ίδιος– ότι δεν είναι «σχολιαστής», όπως επισήμανε ο Νίκος Φίλης). Το πρόβλημα, και μάλιστα σοβαρό, βρίσκεται σε τρία άλλα σημεία. Συνέχεια ανάγνωσης

Το «πρόβλημα νεολαία»

Standard

ΝΕΟΛΑΙΑ ΚΑΙ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ-1

συνέντευξη του Κώστα Κατσάπη

«Ηθικός πανικός» για τη νεολαία: μια έννοια σημαντική και στις δύο μελέτες. Πότε συγκροτείται ιστορικά στην Ελλάδα, αυτός ο «ηθικός πανικός»;War Is Over

Ως «ηθικό πανικό» τείνουμε να ορίζουμε την έντονη ανησυχία που κυριάρχησε τον δημόσιο λόγο στη διάρκεια των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών σχετικά με την πορεία μιας νεολαίας που φαινόταν «ατίθαση», «εν κινδύνω» ή πολύ απλά ανεξέλεγκτη. Ο φόβος για τη νεολαία βεβαίως, δεν είναι ένα φαινόμενο που συναντάται για πρώτη φορά στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο. Γνωρίζουμε καλά πως η εμφάνιση της νεολαίας ως μιας διακριτής κοινωνικής κατηγορίας ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, φαινόμενο αλληλένδετο με την ύπαρξη για πρώτη φορά στις δυτικές κοινωνίες ενός ελεύθερου χρόνου ανάμεσα στην εξαρτημένη παιδική ηλικία και στις πολλαπλές ευθύνες της ενηλικίωσης, συνδυάστηκε με μία έντονη ανησυχία που αφορούσε τη  διαχείριση αυτού ακριβώς του ελεύθερου χρόνου. Οπωσδήποτε όμως, ο όρος «ηθικός πανικός» τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς, δεν μπορούμε να πούμε πως εμφανίζεται παρά την επαύριο του Μεγάλου Πολέμου. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’50, πολύ εμφανώς στα μέσα της δεκαετίας με σημείο – τομή την εμφάνιση του ροκ εν ρολ και με πρωτοφανή ορμή από τις αρχές της επόμενης, ο «ηθικός πανικός» θα κυριαρχήσει στον δημόσιο λόγο, κάτι άλλωστε που λίγο- πολύ όλοι γνωρίζουμε από τις αποτυπώσεις του στον κινηματογράφο σε μια σειρά από κοινωνικά δράματα που προβάλλονται στις αρχές της δεκαετίας του ’60 (Στεφανία, Κατήφορος, Νόμος 4000 κλπ).

Συνέχεια ανάγνωσης

Νεολαία και αμφισβήτηση στη μεταπολεμική Ελλάδα

Standard
Romare Bearden - The Calabash, 1970

Romare Bearden – The Calabash, 1970

Ενώ οι μαθητικές καταλήψεις συνεχίζονται και επεκτείνονται, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και επίκαιρη επιστημονική ημερίδα με θέμα «Νεανικές κουλτούρες αμφισβήτησης στη μεταπολεμική Ελλάδα» οργανώνουν η Εταιρεία Μελέτης της Ιστορίας της Αριστερής Νεολαίας (ΕΜΙΑΝ) και το Κέντρο Έρευνας Νεότερης Ιστορίας (ΚΕΝΙ) της Παντείου, την Τρίτη 11 Νοεμβρίου, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (αίθουσα ΔΕΣΚΟΙ). Η ημερίδα, που ερευνά τις κυμαινόμενες σχέσεις που αποκατέστησαν οι νεολαιίστικες κουλτούρες με την αμφισβήτηση, την πολιτική και τον ελεύθερο χρόνο, ολοκληρώνεται με μια στρογγυλή τράπεζα. Σε αυτήν η Έφη Αβδελά και ο Κώστας Κατσάπης, συγγραφείς δύο πρόσφατων σημαντικών βιβλίων για τη μεταπολεμική νεολαία ( Έφη Αβδελά, «Νέοι εν κινδύνω». Επιτήρηση, αναμόρφωση και δικαιοσύνη ανηλίκων μετά τον πόλεμο, Πόλις, 2013· Κώστας Κατσάπης, Το «πρόβλημα νεολαία». Μοντέρνοι νέοι, παράδοση και αμφισβήτηση στη Μεταπολεμική Ελλάδα, 1964-1974, Εκδόσεις Απρόβλεπτες 2013) συζητούν με τον Κώστα Κατσούδα και την Αγγελική Χριστοδούλου για τα βιβλία τους. Με την ευκαιρία αυτή θέσαμε στην Έφη Αβδελά και τον Κώστα Κατσάπη πέντε κοινές ερωτήσεις, εκκινώντας από τα θέματα που αναδεικνύουν οι μελέτες τους.

Στρ. Μπ. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι Νεφελίμ και τα φωνήεντα

Standard

του Χρήστου Τριανταφύλλου

 «Οι συγγραφείς του εγχειριδίου παραδέχονται στον πρόλογο ότι “τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του βιβλίου υπαγόρευσαν κάποιες απαραίτητες απλοποιήσεις”! Χωρίς να έχουν την εξουσιοδότηση κανενός, αυτοί οι άνθρωποι αποπειρώνται να κάνουν λοβοτομή στο μέλλον του έθνους αλλάζοντας –επί τα χείρω– τον πηγαίο κώδικα του ανθρώπινου μυαλού, που είναι η γλώσσα! Με τις… ευλογίες της πανελίστριας της λέσχης Μπίλντερμπεργκ κυρίας Διαμαντοπούλου, οι συγγραφείς του βιβλίου έκαναν κανονική επίθεση στον σκληρό πυρήνα της εθνικής ιδιοσυστασίας μας και το δηλητηριώδες πόνημά τους διανέμεται στα μικρά και ανυπεράσπιστα παιδιά». Το απόσπασμα προέρχεται από ένα άρθρο της εφημερίδας Δημοκρατία, με τον εύγλωττο τίτλο «Εθνική Λοβοτομή» (11.7.2012, goo.gl/Ah4cD), και αποδίδει στον ύψιστο βαθμό τον πυρήνα του ζητήματος, το οποίο προέκυψε σχετικά με το βιβλίο Γραμματικής της Ε΄ και ΣT΄ Δημοτικού σχετικά με την υποτιθέμενη «μείωση των φωνηέντων». Ως προς το γλωσσολογικό σκέλος, αφενός ο Νίκος Σαραντάκος και αφετέρου οι 140 επιστήμονες[i] (αλλά και ο Ι. Καζάζης και ο Γ. Μπαμπινιώτης) απάντησαν με εξαιρετικό τρόπο στη σκοταδιστική επίθεση. Ο απόηχος που απομένει, όμως, είναι ιδιαίτερα θορυβώδης για να αγνοηθεί, ως θέμα τόσο κοινωνικό όσο και ιδεολογικό — υπό την έννοια της διάχυσης και εμπέδωσης επιστημονικών ή ψευδοεπιστημονικών ερμηνευτικών σχημάτων.

Όπως παρατηρεί εύστοχα και πάλι ο Ν. Σαραντάκος,[ii] πρόκειται για ένα ζήτημα που, παρά τα κοινά στοιχεία, διαφέρει από εκείνο του βιβλίου της Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού (με τον περίφημο «συνωστισμό»): οι τωρινές αντιδράσεις προέρχονταν κυρίως από τον χώρο της αντιδραστικής — λαϊκής θα πω εγώ– Δεξιάς και Ακροδεξιάς, σε αντίθεση με το 2007 που εξέφραζαν ένα ευρύτερο φάσμα. Μάλιστα, οι αντιδρώντες υποστηρίζουν, ρητά ή υπόρητα, ότι το «πρόβλημα» έγκειται στις γλωσσικές μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του 1970 και του 1980, αναπολώντας έναν χαμένο παράδεισο — με αυτή την έννοια μπορεί κανείς να βρει αναλογίες λ.χ. με τα Μαρασλειακά.

Αν και οι αντιδράσεις έχουν ως κοινό παρονομαστή τα εθνικά διακυβεύματα, διακρίνεται σαφώς ένα σκέλος που προσεγγίζει το ζήτημα σε μια πιο «λόγια» βάση∙ εξέχον παράδειγμα –χαρακτηριστικός και ο χώρος όπου φιλοξενείται– είναι το άθρο του Απόστολου Διαμαντή,[iii] ο οποίος ξεσπαθώνει κατά των επιστημόνων που προσπαθούν να νοθεύσουν την αναλλοίωτη ουσία του Ελληνισμού μειώνοντας τα φωνήεντα του ελληνικού αλφαβήτου. Το άρθρο αυτό δεν περιλαμβάνει τίποτα το καινοφανές, απλά επαναλαμβάνει τα γνωστά εθνοκεντρικά και συνωμοσιολογικά στερεότυπα, εφαρμόζοντας και το σχήμα που θέλει τον «απλό και άδολο λαό» να αντιπαρατίθεται στους πάσης φύσεως υπηκόους των ξένων κέντρων εξουσίας. Το ιδιαιτέρως ενδιαφέρον –καθώς μάλιστα ο συγγραφέας είναι και πανεπιστημιακός– είναι πως προσκομίζονται οι ρήσεις δύο μορφών του παρελθόντος, στις οποίες γίνεται επίκληση ως αυθεντίες: η μια είναι ο Βιτγκενστάιν και η άλλη ο Ζαμπέλιος. Ο δεύτερος μάλιστα με τα «έξοχα ελληνικά του», προφανώς σε αντίθεση με τα άθλια ελληνικά των συγγραφέων της Γραμματικής. Δεν θέλω να σταθώ εδώ στην αιτία της δημοσίευσης αρχετυπικά λαϊκίστικων άρθρων σε μια σελίδα «σοβαρή» και «φιλελέυθερη», όσο στον μηχανισμό στήριξης της αυθεντίας στο «λόγιο» σκέλος των αντιδράσεων για το βιβλίο της Γραμματικής. Συνέχεια ανάγνωσης