Η θεολογία της απελευθέρωσης

Standard

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

του Γκουστάβο Γκουτιέρρες

μετάφραση: Κωσνταντίνος Παλαιολόγος

Alfredo Rostgaard, « Ο Χριστός αντάρτης», 1969

Alfredo Rostgaard, « Ο Χριστός αντάρτης», 1969

Συνδέουμε συνήθως την Καθολική Εκκλησία με έναν γενικότερο συντηρητισμό σε ζητήματα ηθικής και πολιτικής — και όχι άδικα, αν σκεφτούμε ιδίως την αντικομμουνιστική της στρατηγική τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 υπό τους πάπες Παύλο ΣΤ΄ και Ιωάννη Παύλο Β΄. Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1960, στους κόλπους της, αναπτύχθηκε ένα θεολογικό και πολιτικό κίνημα, εντοπισμένο σε μεγάλο βαθμό στη Λατινική Αμερική, που προσπάθησε να τη στρέψει προς τα άμεσα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα: η «θεολογία της απελευθέρωσης». Το ρεύμα αυτό δεν αποτελεί απλή θεωρητική έκφραση ενός κοινωνικού κινήματος ούτε μια εύκολη πολιτικοποίηση της πίστης, αλλά συνολικό αναπροσανατολισμό του θεολογικού λόγου προς τα κρίσιμα προβλήματα. Η έννοια της απελευθέρωσης, ξεκινώντας από τη Βιβλική απελευθέρωση από τη δουλεία της Αιγύπτου, συναντά τα μεταπολεμικά αντιαποικιακά κινήματα και τη μαρξιστική κριτική στον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό, συνδέοντας την απελευθέρωση από τη δομή της αμαρτίας με την πολιτική και κοινωνική απελευθέρωση, και φέρνοντας στο επίκεντρο του θεολογικού στοχασμού το πρόβλημα της φτώχειας και της εκμετάλλευσης. Η θεολογία της απελευθέρωσης δεν είναι ένα αμιγώς πνευματικό κίνημα, αλλά γεννήθηκε μέσα στην επαναστατική διεργασία που βίωσε και βιώνει η Λατινική Αμερική: «Όλες οι πολιτικές θεολογίες, της ελπίδας, της επανάστασης, της απελευθέρωσης, δεν αξίζουν όσο μία αυθεντική χειρονομία αλληλεγγύης με τις κατατρεγμένες κοινωνικές τάξεις». Το κίνημα ανέδειξε σπουδαίους θεολόγους (Gustavo Gutierrez, Leonardo Boff, Jon Sobrino, Juan Luis Segundo), ενέπνευσε μεγάλες συζητήσεις και προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Congregatio pro Doctrina Fidei της Καθολικής Εκκλησίας, και του σημερινού πάπα Βενέδικτου ΙΣΤ΄, που το καταδίκασαν για τη χρήση «μαρξιστικών εννοιών».

Η Θεολογία της απελευθέρωσης του περουβιανού κληρικού Γκουστάβο Γκουτιέρρες (γεννήθηκε το 1929 στη Λίμα, σπούδασε ιατρική και λογοτεχνία στην πατρίδα του, φιλοσοφία και ψυχολογία στη Λουβαίν και θεολογία στη Λυών, ενώ το 1959 έγινε ιερέας σε μια φτωχογειτονιά της Λίμας, γεγονός που επηρέασε καθοριστικά τη θεολογική του σκέψη) κυκλοφόρησε το 1971, μεταφράστηκε σε περισσότερες από 20 γλώσσες και αποτέλεσε έργο αναφοράς του κινήματος. Από αύριο θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία η ελληνική έκδοση (μετάφραση Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, επιμέλεια Θοδωρής Δρίτσας), από τον Άρτο Ζωής, ο οποίος μας δίνει, έτσι, ένα ακόμα ωραίο δείγμα της εξωστρεφούς δραστηριότητάς του (θυμίζουμε, την προηγούμενη Δευτέρα, την εκδήλωσή του εναντίον του νεοναζισμού).

«ΕΝΘΕΜΑΤΑ»

ράφος της θεολογίας της απελευθέρωσης.Από το εξώφυλλο του βιβλίου.

Τοιχογραφία του Cerrero Barredo (του κατεξοχήν ζωγράφου της θεολογίας της απελευθέρωσης). στον καθεδρικό ναό της πόλης Sao Felix do Araguaia (Βραζιλία).

«Το μοναδικό μέλλον της θεολογίας», έχει γράψει ο Χ. Κοξ, «είναι να μετατραπεί σε θεολογία του μέλλοντος». Αλλά αυτή η θεολογία του μέλλοντος θα πρέπει αναγκαστικά να είναι μια κριτική ανάγνωση της ιστορικής πράξης, του ιστορικού γίγνεσθαι, υπό την έννοια που προσπαθήσαμε να σκιαγραφήσουμε.

Ο Γ. Μόλτμαν λέει ότι οι θεολογικές έννοιες «δεν υστερούν σε σχέση με την πραγματικότητα […] αντίθετα φωτίζουν το δρόμο δείχνοντάς της προκαταβολικά το μέλλον της», αλλά στη δική μας προσέγγιση το να στοχαστείς με τρόπο κριτικό την απελευθερωτική πράξη δεν σημαίνει «αδιαφορία» για την πραγματικότητα. Το παρόν της απελευθερωτικής πράξης εγκυμονεί κατά βάθος το μέλλον· η ελπίδα αποτελεί μέρος της παρούσας ιστορικής στράτευσης. Η θεολογία δεν τοποθετεί εξαρχής αυτό το μέλλον στο παρόν, δεν δημιουργεί από το τίποτε τη ζωτική στάση της ελπίδας, ο ρόλος της είναι πιο ταπεινός: εξηγεί ή ερμηνεύει και τα δύο ως το πραγματικό στήριγμα της ιστορίας. Το να στοχάζεσαι γύρω από μια πράξη που προβάλλεται στο μέλλον σημαίνει ότι δεν έχεις το βλέμμα σου στραμμένο στο παρελθόν, ότι δεν είσαι το τελευταίο βαγόνι του παρόντος: σημαίνει ότι ξεδιαλύνεις μέσα στη σύγχρονη πραγματικότητα, στην κίνηση της ιστορίας, αυτό που μας ωθεί προς το μέλλον. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο καπιταλισμός ως θεσμικό κακό: από τον Μαξ Βέμπερ στους επισκόπους της Βραζιλίας

Standard

του Μικαέλ Λεβί

 

Έγκον Σίλε, "Όρθιος γυμνός άντρας", 1914

Υπάρχει μια εμπεδωμένη παράδοση στο δυτικό πολιτισμό, η ηθική κρίση να ερμηνεύεται αποκλειστικά σε συσχετισμό προς την ατομική ευθύνη. Κάθε φορά που κάτι δεν πάει καλά στη σφαίρα της πολιτικής ή της οικονομίας, θεωρείται ότι η αιτία θα πρέπει να αναζητηθεί στη διαφθορά ή στις ανήθικες πράξεις κάποιων προσώπων. Για παράδειγμα, η πρόσφατη οικονομική κρίση προκάλεσε την εμφάνιση ενός πλήθους ηθικολογούντων σχολίων, που κατήγγειλαν την κακή και ανεύθυνη συμπεριφορά των τραπεζιτών και των κερδοσκόπων. Ο κύριος Σαρκοζί και άλλοι πολιτικοί αρχηγοί έγιναν η αιτία να δημιουργηθεί ένα κίνημα προς την ηθικοποίηση του καπιταλισμού.

Πριν από έναν σχεδόν αιώνα, ο Μαξ Βέμπερ έγραψε ένα σοβαρό και μαζί ιδιαίτερα διαφωτιστικό σχόλιο σχετικά με τη φύση του σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος, τονίζοντας, στο Οικονομία και Κοινωνία, τον ριζικά απρόσωπο χαρακτήρα του συστήματος:

«Η ανταγωνιστικότητα (Konkurrenzfähigkeit), η αγορά –η αγορά της εργατικής δύναμης, η χρηματιστηριακή/χρηματοπιστωτική αγορά, η αγορά των εμπορευμάτων– και άλλοι αντικειμενικοί λόγοι καθορίζουν τη συμπεριφορά των ατόμων σε αποφασιστικά σημεία και εμβάλλουν μεταξύ των ανθρώπινων όντων απρόσωπες δυνάμεις. Οι παρατηρήσεις αυτές δεν είναι ούτε ηθικές ούτε ανήθικες, απλώς δεν έχουν να κάνουν τίποτα με την ηθική· είναι ξένες προς κάθε έννοια ηθικής. Η “δουλεία χωρίς αφέντη” στην οποία ο καπιταλισμός φυλακίζει τον εργαζόμενο ή τον οφειλέτη μπορεί να αναλυθεί μόνο ως θεσμικό φαινόμενο (…).»[1]

Παρά το γεγονός ότι ο Βέμπερ δεν αποκαλεί ρητά τον καπιταλισμό «θεσμικό κακό», ο ορισμός του περί δουλείας-χωρίς-αφέντη αποτελεί σχόλιο ισχυρό από ηθική και πολιτική άποψη, απολύτως ξένο προς κάθε είδους απολογητικό λόγο, ο οποίος εξακολουθεί να κυριαρχεί σήμερα και ο οποίος επιμένει να εξισώνει τον καπιταλισμό με την ελευθερία. Στο δοκίμιό του για την κατάσταση της αστικής δημοκρατίας στη Ρωσία (1906), ο Βέμπερ καταρρίπτει ειρωνικά τη σχετική συμβατική φιλελεύθερη/ αστική θέση στο θέμα αυτό. Σύμφωνα με τον Βέμπερ, «είναι απολύτως γελοίο να αποδίδεται στον σημερινό καπιταλισμό με τη μορφή που αυτός εισήχθη στη Ρωσία ή που εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ […] οποιαδήποτε εκλεκτική συγγένεια προς την έννοια της “δημοκρατίας” ή ακόμη και της “ελευθερίας”». Αντίθετα, αυτό που πρέπει να γίνει είναι να τεθεί το ερώτημα κατά ποιοN τρόπο οι έννοιες αυτές θα μπορούσαν μακροπρόθεσμα να ισχύσουν σε συνθήκες καπιταλιστικής κυριαρχίας.[2]

Συνέχεια ανάγνωσης