Η Θεολογία της Απελευθέρωσης στη Λατινική Αμερική

Standard

Ένα παράδειγμα γόνιμης συνάντησης Αριστεράς και χριστιανισμού  

Με την ευκαιρία της κυκλοφορίας στα ελληνικά της «Θεολογία της Απελευθέρωσης» του Γκ. Γκουτιέρες

 του Μικαέλ Λεβί και του Κώστα Αθανασίου

Τοιχογραφία του Cerrero Barredo (του κατεξοχήν ζωγράφου της θεολογίας της απελευθέρωσης), στον καθεδρικό ναό της πόλης Sao Felix do Araguaia (Βραζιλία)

Τοιχογραφία του Cerrero Barredo (του κατεξοχήν ζωγράφου της θεολογίας της απελευθέρωσης), στον καθεδρικό ναό της πόλης Sao Felix do Araguaia (Βραζιλία)

Το τελευταίο διάστημα έχει επανέλθει στο προσκήνιο η συζήτηση για τη σχέση ανάμεσα στην Αριστερά και τη θεολογία ή την Εκκλησία. Ωστόσο, από τα πολύ ενδιαφέροντα κείμενα που δημοσιεύονται, απουσιάζει συνήθως η αναφορά στην εμπειρία της πιο σημαντικής και γόνιμης συνάντησης μεταξύ Αριστεράς και χριστιανισμού, όπως εκφράστηκε στο ρεύμα της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, ειδικά στη Λατινική Αμερική, και η οποία προήλθε από μια πραγματική ριζοσπαστικοποίηση μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων και ανθρώπων πιστών στον χριστιανισμό και από τη μετακίνησή τους προς το χώρο της Αριστεράς.

Η Θεολογία της Απελευθέρωσης είναι ένα σώμα κειμένων που αποτελεί τη θεωρητική έκφραση ενός ευρύτατου κινήματος το οποίο εμφανίζεται στις αρχές της δεκαετίας του 1960, πολύ πριν γραφτούν τα βασικά κείμενα της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, και το οποίο θα μπορούσε να ονομαστεί Χριστιανισμός της Απελευθέρωσης — ένα κίνημα που περιλαμβάνει κοινότητες βάσης, λαϊκές (αγροτικές, εργατικές, ιθαγενικές) θρησκευτικές ομάδες, κινήματα γειτονιάς και ακτημόνων κ.λπ.

Αν θέλαμε να επιλέξουμε ένα χαρακτηριστικό της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, αυτό θα ήταν η ταξική επιλογή, η ταξική μεροληψία υπέρ των φτωχών. Η κρίσιμη διαφορά με τη φιλεύσπλαχνη φιλανθρωπία της επίσημης Εκκλησίας είναι ότι για τη Θεολογία της Απελευθέρωσης οι φτωχοί δεν νοούνται ως αντικείμενα (βοήθειας, συμπόνιας, ελεημοσύνης) αλλά ως δρώντα υποκείμενα της ιστορίας τους, ως δρώντα υποκείμενα της απελευθέρωσής τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Η θεολογία της απελευθέρωσης

Standard

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

του Γκουστάβο Γκουτιέρρες

μετάφραση: Κωσνταντίνος Παλαιολόγος

Alfredo Rostgaard, « Ο Χριστός αντάρτης», 1969

Alfredo Rostgaard, « Ο Χριστός αντάρτης», 1969

Συνδέουμε συνήθως την Καθολική Εκκλησία με έναν γενικότερο συντηρητισμό σε ζητήματα ηθικής και πολιτικής — και όχι άδικα, αν σκεφτούμε ιδίως την αντικομμουνιστική της στρατηγική τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 υπό τους πάπες Παύλο ΣΤ΄ και Ιωάννη Παύλο Β΄. Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1960, στους κόλπους της, αναπτύχθηκε ένα θεολογικό και πολιτικό κίνημα, εντοπισμένο σε μεγάλο βαθμό στη Λατινική Αμερική, που προσπάθησε να τη στρέψει προς τα άμεσα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα: η «θεολογία της απελευθέρωσης». Το ρεύμα αυτό δεν αποτελεί απλή θεωρητική έκφραση ενός κοινωνικού κινήματος ούτε μια εύκολη πολιτικοποίηση της πίστης, αλλά συνολικό αναπροσανατολισμό του θεολογικού λόγου προς τα κρίσιμα προβλήματα. Η έννοια της απελευθέρωσης, ξεκινώντας από τη Βιβλική απελευθέρωση από τη δουλεία της Αιγύπτου, συναντά τα μεταπολεμικά αντιαποικιακά κινήματα και τη μαρξιστική κριτική στον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό, συνδέοντας την απελευθέρωση από τη δομή της αμαρτίας με την πολιτική και κοινωνική απελευθέρωση, και φέρνοντας στο επίκεντρο του θεολογικού στοχασμού το πρόβλημα της φτώχειας και της εκμετάλλευσης. Η θεολογία της απελευθέρωσης δεν είναι ένα αμιγώς πνευματικό κίνημα, αλλά γεννήθηκε μέσα στην επαναστατική διεργασία που βίωσε και βιώνει η Λατινική Αμερική: «Όλες οι πολιτικές θεολογίες, της ελπίδας, της επανάστασης, της απελευθέρωσης, δεν αξίζουν όσο μία αυθεντική χειρονομία αλληλεγγύης με τις κατατρεγμένες κοινωνικές τάξεις». Το κίνημα ανέδειξε σπουδαίους θεολόγους (Gustavo Gutierrez, Leonardo Boff, Jon Sobrino, Juan Luis Segundo), ενέπνευσε μεγάλες συζητήσεις και προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Congregatio pro Doctrina Fidei της Καθολικής Εκκλησίας, και του σημερινού πάπα Βενέδικτου ΙΣΤ΄, που το καταδίκασαν για τη χρήση «μαρξιστικών εννοιών».

Η Θεολογία της απελευθέρωσης του περουβιανού κληρικού Γκουστάβο Γκουτιέρρες (γεννήθηκε το 1929 στη Λίμα, σπούδασε ιατρική και λογοτεχνία στην πατρίδα του, φιλοσοφία και ψυχολογία στη Λουβαίν και θεολογία στη Λυών, ενώ το 1959 έγινε ιερέας σε μια φτωχογειτονιά της Λίμας, γεγονός που επηρέασε καθοριστικά τη θεολογική του σκέψη) κυκλοφόρησε το 1971, μεταφράστηκε σε περισσότερες από 20 γλώσσες και αποτέλεσε έργο αναφοράς του κινήματος. Από αύριο θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία η ελληνική έκδοση (μετάφραση Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, επιμέλεια Θοδωρής Δρίτσας), από τον Άρτο Ζωής, ο οποίος μας δίνει, έτσι, ένα ακόμα ωραίο δείγμα της εξωστρεφούς δραστηριότητάς του (θυμίζουμε, την προηγούμενη Δευτέρα, την εκδήλωσή του εναντίον του νεοναζισμού).

«ΕΝΘΕΜΑΤΑ»

ράφος της θεολογίας της απελευθέρωσης.Από το εξώφυλλο του βιβλίου.

Τοιχογραφία του Cerrero Barredo (του κατεξοχήν ζωγράφου της θεολογίας της απελευθέρωσης). στον καθεδρικό ναό της πόλης Sao Felix do Araguaia (Βραζιλία).

«Το μοναδικό μέλλον της θεολογίας», έχει γράψει ο Χ. Κοξ, «είναι να μετατραπεί σε θεολογία του μέλλοντος». Αλλά αυτή η θεολογία του μέλλοντος θα πρέπει αναγκαστικά να είναι μια κριτική ανάγνωση της ιστορικής πράξης, του ιστορικού γίγνεσθαι, υπό την έννοια που προσπαθήσαμε να σκιαγραφήσουμε.

Ο Γ. Μόλτμαν λέει ότι οι θεολογικές έννοιες «δεν υστερούν σε σχέση με την πραγματικότητα […] αντίθετα φωτίζουν το δρόμο δείχνοντάς της προκαταβολικά το μέλλον της», αλλά στη δική μας προσέγγιση το να στοχαστείς με τρόπο κριτικό την απελευθερωτική πράξη δεν σημαίνει «αδιαφορία» για την πραγματικότητα. Το παρόν της απελευθερωτικής πράξης εγκυμονεί κατά βάθος το μέλλον· η ελπίδα αποτελεί μέρος της παρούσας ιστορικής στράτευσης. Η θεολογία δεν τοποθετεί εξαρχής αυτό το μέλλον στο παρόν, δεν δημιουργεί από το τίποτε τη ζωτική στάση της ελπίδας, ο ρόλος της είναι πιο ταπεινός: εξηγεί ή ερμηνεύει και τα δύο ως το πραγματικό στήριγμα της ιστορίας. Το να στοχάζεσαι γύρω από μια πράξη που προβάλλεται στο μέλλον σημαίνει ότι δεν έχεις το βλέμμα σου στραμμένο στο παρελθόν, ότι δεν είσαι το τελευταίο βαγόνι του παρόντος: σημαίνει ότι ξεδιαλύνεις μέσα στη σύγχρονη πραγματικότητα, στην κίνηση της ιστορίας, αυτό που μας ωθεί προς το μέλλον. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι αριστεροί χριστιανοί έχουν προφανώς ανάγκη από γραφεία γνωριμιών

Standard

Ένα σχόλιο για τη θέση του θεολογικού λόγου στον δημόσιο χώρο, με αφετηρία την προσέγγιση του Τέρρυ Ήγκλετον

 

της Ντένιας Αθανασοπούλου-Κυπρίου

Η δημιουργία του Αδάμ. Από τις τοιχογραφίες του Μιχαήλ Αγγέλου, στην Καπέλα Σιξτίνα (λεπτομέρεια).

 «Οι αριστεροί χριστιανοί έχουν προφανώς μεγάλη ανάγκη από γραφεία γνωριμιών», γράφει αυτοσαρκαστικά στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του Λογική, πίστη και επανάσταση: Στοχασμοί γύρω από την περί Θεού διαμάχη ο Τέρρυ Ήγκλετον, προκειμένου να εκφράσει τη δυσκολία μιας μέσης λύσης μεταξύ μιας φανατικά αντι-θρησκευτικής κοσμικής Αριστεράς και μιας φονταμενταλιστικής θρησκευτικής Δεξιάς. Το εγχείρημα του Βρετανού κριτικού φαίνεται δύσκολο. Στην προσπάθειά του να ισορροπήσει την κριτική του τόσο προς τους θεϊστές όσο και προς τους αθεϊστές φονταμενταλιστές, μπορεί στο τέλος να χάσει φίλους και συναδέλφους.

Για ποιον λόγο άραγε διακινδυνεύει τις φιλίες του, προκειμένου να στοχαστεί γύρω από την περί Θεού διαμάχη, που διεξάγεται τα τελευταία χρόνια μετά την έκδοση των πολεμικά αθεϊστικών και ιδιαίτερα ευπώλητων βιβλίων του Ντίτσκινς (όνομα με το οποίο ο Ήγκλετον αναφέρεται σε όλους εκείνους που, κατά τη γνώμη του, έγραψαν αθεϊστικά φονταμενταλιστικά βιβλία, όπως ο Κρίστοφερ Χίτσενς και ο Ρίτσαρντ Ντώκινς); Ο Ήγκλετον δεν αναλαμβάνει μια απολογία της θρησκευτικής πίστης ή μια υπεράσπιση της ιδέας της ύπαρξης ενός Θεού. Αναθρεμμένος ως κοινός Ρωμαιοκαθολικός και προερχόμενος από την εργατική τάξη της Αγγλίας, εγκατέλειψε την πίστη του όταν μπήκε στο Πανεπιστήμιο, αναζητώντας, όπως νόμιζε, κάτι πιο συναφές με την πραγματικότητα και λιγότερο ανόητο από ό,τι είχε διδαχθεί περί Θεού στο σχολείο. Ωστόσο, εξομολογείται ότι η Δεύτερη Σύνοδος του Βατικανού (1962-1965), με την κοινωνική διδασκαλία της μαζί με μια νέα εκδοχή του Ευαγγελίου που αναδείκνυε το ανθρώπινο και πολιτικό βάρος του χριστιανισμού, τον έκαναν να αναθεωρήσει τις απόψεις του. Διέκρινε ότι απέρριπτε τον χριστιανισμό, έχοντας στο μυαλό μια ειδωλολατρική αντίληψη του Θεού. Και η κριτική που ασκούν στη θρησκεία οι διάφοροι Ντίτσκινς γίνεται με βάση μια ειδωλολατρική περί Θεού αντίληψη, θεολογικά ξεπερασμένη αλλά και βιβλικά αστήρικτη. Ο συγγραφέας εισέρχεται λοιπόν σε μια συζήτηση για να δείξει πως ο χριστιανισμός, και ακόμα περισσότερο η θεολογική σκέψη, δεν είναι αυτό που παρουσιάζουν οι Ντίτσκινς.

Ιδιαίτερα σημαντικό θεωρώ ότι ο Ήγκλετον αναδεικνύει την πολιτική διάσταση του Ευαγγελίου και της πίστης, αποκαλύπτοντας  ταυτόχρονα τις πολιτικές διαστάσεις της αθεΐας των σύγχρονων αθεϊστών φονταμενταλιστών. Κατανοώντας τη θεολογία με όρους απελευθέρωσης, ερμηνεύει με τρόπο ανατρεπτικό και απελευθερωτικό τις βιβλικές αφηγήσεις, τονίζοντας ότι ο ίδιος ο Ιησούς παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος των περιττωμάτων της Γης. Με το μαρξιστικό του ένστικτο, ο Ήγκλετον διακρίνει τον λόγο περί δικαιοσύνης και αδελφοσύνης των Ευαγγελίων και αναγνωρίζει τη σημασία του σε έναν χρεωκοπημένο, μεταφορικά και κυριολεκτικά πλέον, κόσμο. Η ηθική την οποία κηρύσσει ο Ιησούς αποτελεί πρόκληση για την αστική ηθική του Ντίτσκινς: «Συγχώρεσε τους εχθρούς σου, χάρισε το μανδύα αλλά και το χιτώνα σου, γύρισε και το άλλο μάγουλο, αγάπα αυτούς που σε προσβάλλουν, κάνε το καλύτερο που μπορείς, μη σκέφτεσαι καθόλου το αύριο». Συνέχεια ανάγνωσης