Σκοτεινές διαδρομές: φυλετισμός και ιδεολογία στην Ελλάδα

Standard

Με την ευκαιρία του συμποσίου στο Μουσείο Μπενάκη, 17-18 Ιανουαρίου

(το πρόγραμμα του συμποσίου, στο τέλος του ποστ)

Συνέντευξη της Έφης Αβδελά και του Ευγένιου Ματθιόπουλου

 Το περιοδικό Τα Ιστορικά ξεκίνησε τη διαδρομή τους το 1983, από τον εκδοτικό οίκο Μέλισσα, με ιδρυτές τον Γιώργο Ραγιά, τον Σπύρο Ι. Ασδραχά, τον Φίλιππο Ηλιού και τον Βασίλη Παναγιωτόπουλο. Πολύ γρήγορα κατοχυρώθηκε ως το έγκυρο περιοδικό που κυριάρχησε στις ελληνικές ιστορικές σπουδές, υπηρετώντας τον αρχικό στόχο του της θεματολογικής και μεθοδολογικής ανανέωσης, καθώς και της διεπιστημονικής προσέγγισης ζητημάτων με έμφαση στη νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία. Σήμερα, το περιοδικό εκδίδεται από τη Μέλισσα και το Μουσείο Μπενάκη (διεύθυνση: Σπύρος Ι. Ασδραχάς, Άγγελος Δεληβορριάς, Βασίλης Παναγιωτόπουλος· γραμματεία σύνταξης: Δημήτρης Αρβανιτάκης, Πόπη Πολέμη).

Τα Ιστορικά γιορτάζουν τα τριάντα τους χρόνια, την επόμενη Παρασκευή και Σάββατο, στο Νέο Μουσείο Μπενάκη (οδός Πειραιώς) με τον καλύτερο τρόπο: με ένα σημαντικό, επιστημονικά αλλά και γενικότερα, συμπόσιο με τίτλο «Προσλήψεις και χρήσεις των φυλετικών θεωριών στην Ελλάδα, 19ος-20ός αιώνας», το οποίο συνδιοργανώνουν με το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Με την ευκαιρία αυτή μιλήσαμε με την Έφη Αβδελά (ιστορικό, Πανεπιστήμιο Κρήτης) και τον Ευγένιο Ματθιόπουλο (ιστορικό της τέχνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης), μέλη της επιστημονικής επιτροπής του συμποσίου.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Aφίσα του «Neues Volk», μηνιαίου δελτίου της Υπηρεσίας Ρατσιστικής Πολιτικής του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, 1938: «60.000 μάρκα κοστίζει στο λαό αυτό το άτομο, που πάσχει από κληρονομικό νόσημα, κατά τη διάρκεια της ζωής του. Συμπατριώτη, μην ξεχνάς, είναι και δικά σου χρήματα».

Aφίσα του «Neues Volk», μηνιαίου δελτίου της Υπηρεσίας Ρατσιστικής Πολιτικής του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, 1938: «60.000 μάρκα κοστίζει στο λαό αυτό το άτομο, που πάσχει από κληρονομικό νόσημα, κατά τη διάρκεια της ζωής του. Συμπατριώτη, μην ξεχνάς, είναι και δικά σου χρήματα».

Το συμπόσιο έχει τίτλο «Προσλήψεις και χρήσεις των φυλετικών θεωριών στην Ελλάδα, 19ος-20ός αιώνας». Τι εννοούμε με τον όρο «φυλετικές θεωρίες»;

Ευγένιος Ματθιόπουλος: Mπορούμε να αποκαλέσουμε «φυλετικές» όσες θεωρίες χρησιμοποιούν ως κεντρική τους έννοια τη φυλή και τις συνακόλουθες διακρίσεις και ιεραρχήσεις, για να μελετήσουν την ύπαρξη και τη δραστηριότητα των ανθρώπων – είτε στο ιστορικό τους βάθος, είτε στην κοινωνική και ανθρωπολογική τους διάσταση. Η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου, πολύ γρήγορα, ήδη από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, χρησιμοποιείται από παλαιοανθρωπολόγους και ανθρωπολόγους, αλλά και ιστορικούς και αρχαιολόγους, για να ερμηνεύσουν, στο πεδίο του ο καθένας, τα δεδομένα. Και ως εξελικτικός ρατσισμός γίνεται σχήμα, τρόπος ερμηνείας. Η προβολή των βιολογικών διαφορών στις κοινωνικές σχέσεις και την ιστορία συγκροτεί αυτή τη λαθεμένη επιστημονική προσέγγιση, η οποία στη συνέχεια με την ευγονική και το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς κατέληξε σε μια ανείπωτη τραγωδία.

Ο νέγρος, ένα στάδιο μετά τον χιμπατζή. Στην κορυφή της «πυραμίδας», ο αρχαίος Έλλην. Από το «Indigenous Races of the Earth» του Josiah Clark Nott και του George Robins Gliddon (1857).

Ο νέγρος, ένα στάδιο μετά τον χιμπατζή. Στην κορυφή της «πυραμίδας», ο αρχαίος Έλλην. Από το «Indigenous Races of the Earth» του Josiah Clark Nott και του George Robins Gliddon (1857).

Και αυτή είναι μια τομή στην ιστορία της έννοιας της φυλής. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως λέει ο Πατ Σίπμαν, η φυλή είναι μια «βρόμικη λέξη». Η ίδρυση της πολυεθνικής UNESCO, το 1945, στηρίζεται στη θεμελιώδη παραδοχή ότι οι άνθρωποι δεν διαχωρίζονται με βάση τη φυλή — και θέλει να το δείξει μέσω του προώθησης της εκπαίδευσης και του πολιτισμού, της επιστήμης, της ειρήνης κ.ά. Με την ίδρυση ενός πολιτικού θεσμού, δηλαδή, έγινε προσπάθεια να επιλυθεί ένα σύνθετο επιστημονικό ζήτημα και να εξαλειφθούν οι φυλετικές προκαταλήψεις.

Έφη Αβδελά: Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο τίτλος του συμποσίου είναι πρωθύστερος, καθώς βασικό του ζητούμενο είναι να δούμε τι είναι οι φυλετικές θεωρίες και πώς διαμορφώνεται το περιεχόμενό τους στην Ελλάδα μέσα στον χρόνο. Ωστόσο, θέλαμε εξαρχής να εστιάσουμε στις βιολογικές εξηγήσεις του κοινωνικού. Βέβαια, από εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Μια προφανής απάντηση λέει ότι φυλετικές θεωρίες είναι αυτές που κατατάσσουν τους ανθρώπους σε ομοειδείς ιεραρχημένες κατηγορίες, τις «φυλές», με βάση σωματικά, «φυσικά» χαρακτηριστικά, τα οποία υποτίθεται ότι προσδιορίζουν τις πνευματικές και ψυχικές ικανότητες και το επίπεδο του πολιτισμού τους. Μια πιο ευρεία απάντηση θα έλεγε ότι φυλετική είναι κάθε θεωρία που επιχειρεί να εξηγήσει με βιολογικούς όρους την ανθρώπινη διαφορά.

Γρήγορα όμως γίνεται φανερό ότι οι απαντήσεις αυτές είναι εξαιρετικά μερικές, γιατί αφήνουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα. Από πότε μπορούμε να μιλάμε για φυλετισμό; Είναι σύμφυτος με τη νεωτερικότητα; Πώς συνδέεται με τον δαρβινισμό και τις κοινωνικές του εφαρμογές; Εμπλέκει αναγκαστικά τη βιολογία; Ποιες είναι οι σχέσεις του με την ευγονική; Οι ρατσιστικές θεωρίες του ναζισμού ήταν αναπόφευκτη συνέπειά του; Τα ερωτήματα μπορούν να πολλαπλασιαστούν. Σήμερα οι μελετητές μιλούν για «φυλετισμούς» και συμφωνούν ότι οι φυλετικές θεωρίες αναπτύσσονται στον δυτικό κόσμο είναι πολλαπλές και διαφοροποιούνται στο χρόνο. Τον 19ο αιώνα συγκροτούνται στο πεδίο της επιστήμης και στα τέλη του συνδέονται με τον εξελικτισμό και τις θεωρίες της κληρονομικότητας. Αλλά, πάλι, όλα αυτά γενικεύουν ένα εξαιρετικά ρευστό και κυρίως ποικίλο τοπίο. Η αποκήρυξη του επιστημονικού φυλετισμού από την UNESCO μετά τον Πόλεμο δεν έλυσε το ζήτημα. Όπως θα φανεί και στο συμπόσιο, ο φυλετισμός συνέχισε την παρουσία του μέσα και έξω από την επιστήμη με άλλο περίβλημα και κάτω από άλλες λέξεις.

fyletismos-3Αν εξειδικεύσουμε το θέμα στην Ελλάδα, ποια είναι τα ίχνη των φυλετικών θεωριών στη χώρα μας; Σε ποιες κατευθύνσεις πρέπει να τα αναζητήσουμε και πώς διαπλέκονται με την κυρίαρχη ιδεολογία;

Έ. Αβδελά: Το θέμα είναι τεράστιο και στην ουσία ταυτίζεται με το αντικείμενο του συμποσίου. Από ό,τι δείχνουν τα θέματα των ανακοινώσεων, ανιχνεύεται παντού. Είναι μάλιστα εντυπωσιακό πόσο παρούσες είναι οι φυλετικές θεωρίες τον ελληνικό 19ο και ιδίως τον 20ό αιώνα, καθώς και το πόσο δεν το έχουμε δει έως τώρα, δεν το έχουμε μελετήσει. Στον Μεσοπόλεμο συναντά κανείς αναφορές στη «φυλή» στα πιο αναπάντεχα κείμενα. Η συχνή χρήση του όρου μαρτυρά την επίδραση της γερμανικής εκπαίδευσης στους έλληνες διανοούμενους. Συγχρόνως ο όρος γίνεται κοινός τόπος και το πρόβλημα είναι να προσδιοριστούν τα πολλαπλά νοήματά του. Η ίδια λέξη σημαίνει πολλά πράγματα ταυτόχρονα.

Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι καθόλου δεν εξαφανίζονται οι αναφορές αυτές μετά τον Πόλεμο. Στα δικά μας, η προφανής διαπλοκή είναι με τον εθνικισμό. Η διαπλοκή αυτή γίνεται η επίσημη ιδεολογία για μια μεγάλη περίοδο – και δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί κανείς για τις μορφές που παίρνει σήμερα. Ο φυλετισμός διαπερνά επίσης τη συγκρότηση αρκετών επιστημονικών πειθαρχιών και όπως δείχνουν οι θεματικές του συνεδρίου ανιχνεύεται σε πολλές. Οι εκβολές του στην ελληνική πολιτική έχουν, θεωρώ, ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή δεν φαίνεται ότι αποκτούν ποτέ συνεκτικό περιεχόμενο, δεν γίνονται πολιτική πρακτική· παραμένουν περισσότερο υπόρρητες. Όπως υποδηλώνει και ο τίτλος του συμποσίου, αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να ιχνηλατήσουμε εξίσου τις διαδρομές μέσα από τις οποίες διαδόθηκαν οι φυλετικές θεωρίες στην Ελλάδα όσο και τους εγχώριους μετασχηματισμούς τους, τις προσαρμογές τους στα ελληνικά ζητούμενα. Συνέχεια ανάγνωσης

Το μαύρο στους δέκτες ταιριάζει με το χρώμα των ναζί

Standard

ΕΡΤ: Η ΟΘΟΝΗ ΒΟΥΛΙΑΖΕΙ, ΣΑΛΕΥΕΙ ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ-3

της Σίας Αναγνωστοπούλου

"Όλοι μαζί να φύγει το μαύρο". Αφίσα της Ένωσης Γραφιστών Ελλάδας

«Όλοι μαζί να φύγει το μαύρο». Αφίσα της Ένωσης Γραφιστών Ελλάδας

 Έγραφα στα «Ενθέματα», με αφορμή την επιστράτευση των καθηγητών, ότι αν δεν σταματήσουμε αυτή την κυβέρνηση θα κλάψουμε πολύ· δεν περίμενα όμως ότι θα κλαίγαμε τόσο γρήγορα και τόσο πικρά. Το ακαριαίο, αντιδημοκρατικό, αντισυνταγματικό και αδιανόητο για κάθε πολιτισμένο κράτος κλείσιμο της ΕΡΤ μάς φέρνει πλέον αντιμέτωπους με τη ζοφερή πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που αν δεν την ανατρέψουμε θα είμαστε άξιοι της μοίρας που μας επιφυλάσσει η ακροδεξιών αναφορών και ναζιστικών υποστηριγμάτων κυβέρνηση. Το μαύρο στους δέκτες μας ταιριάζει με το χρώμα των ναζί, όπως ωραία το έγραψε η Αθηνά Αθανασίου στο ηλεκτρονικό περιοδικό Χρόνος.

Το κλείσιμο της ΕΡΤ, και μάλιστα με πράξη νομοθετικού περιεχομένου, συμπυκνώνει συμβολικά όσα έγιναν μέχρι τώρα σε αυτήν τη μνημονιακή χώρα, και κυρίως όσα θα ακολουθήσουν. Πρώτον, οι μεταρρυθμίσεις είναι το πρόσχημα για να επιβληθεί ένας βίαιος νεοφιλελευθερισμός. Ανάμεσα στην εξυγίανση και τη διαφάνεια που χρειαζόταν η ΕΡΤ –όπως πολλοί δημόσιοι οργανισμοί– και στο πέταγμα στο δρόμο κοντά 2.700 εργαζομένων υπάρχει χάος. Δεύτερον, με το πρόσχημα του εκσυγχρονισμού εξουδετερώνεται ο ήδη ξεζουμισμένος (νοσοκομεία, σχολεία, πανεπιστήμια) δημόσιος χώρος. Η ΕΡΤ συμβολίζει το περίγραμμα του δημόσιου χώρου των πολιτών απέναντι στον χώρο των ιδιωτών (με την αρχαιοελληνική και τη σύγχρονη έννοια), που συγκροτεί το κεφάλαιο το οποίο ελέγχει τα ΜΜΕ. Η ΕΡΤ –ακόμα και με τον στρεβλό τρόπο που επέβαλαν οι κυβερνήσεις έως σήμερα– αναπαριστά τα όρια του ελέγχου και των εγγυήσεων που οφείλει στους πολίτες του ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος, περιορίζοντας την παρεμβατικότητα του κεφαλαίου στον δημόσιο χώρο. Τρίτον, αυτή η κυβέρνηση, θέλοντας να επιβάλλει ένα νέο εθνικό αφήγημα (success story), καταστρέφει την έννοια ενός σύγχρονου έθνους-κράτους, ευρωπαϊκού και κοσμοπολίτικου. Τι ειρωνεία! Εκείνοι που κατηγορούν για αποδομισμό και εθνοπροδοτισμό όποιον τολμά να προσεγγίσει κριτικά το παρελθόν, εκείνοι που κραδαίνουν τα λάβαρα του πατριωτισμού, είναι αυτοί που καταστρέφουν ό,τι συγκροτεί την έννοια του έθνους-κράτους. Οι πιο ύπουλοι και αποτελεσματικοί εχθροί του έθνους είναι οι ακροδεξιοί εθνικιστές — και ο Σαμαράς με το επιτελείο του ενστερνίζονται αυτή την ιδεολογία. Συνέχεια ανάγνωσης

ΘΕΡΙΝΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ: Πολιτική και Συναίσθημα

Standard

 του Νικόλα Σεβαστάκη     

 

Μαξ Μπέκμαν, «Η Κάθυ, ντυμένη στα γαλάζια, μέσα σε μια βάρκα», 1926

H ανακύκλωση του «φιλελεύθερου Κέντρου». Διαρκής και λυπηρή απομάκρυνση της «μεταρρυθμιστικής» και «υπεύθυνης Αριστεράς» από την Αριστερά. Ήδη όμως από τις μέρες της κυβέρνησης Παπαδήμου, στα διαδικτυακά στέκια αυτού του χώρου, παρατηρούσε κανείς να νεκρανασταίνονται μια μια οι ευρεσιτεχνίες του μπλερισμού ή της «προοδευτικής» συνέχειας του θατσερισμού. Να, για παράδειγμα, οι προ εικοσαετίας αναλύσεις περί ύπαρξης δύο κοινωνιών, της καθυστερημένης και αργόστροφης και της άλλης, της κοινωνίας των παραγωγικών και ευφυών που δεν τους αφήνουν να διακριθούν και να ηγηθούν. Τώρα ωστόσο τα ίδια ξόρκια επαναλαμβάνονται σε συνθήκες μακάβριας πτώσης της μεσαίας τάξης και οικονομικής εξάντλησης για μεγάλα τμήματα του λαού. Και σε ένα περιβάλλον επανεμφάνισης των συσσιτίων και με 1.200.000 ανέργους ξενίζει ακόμη περισσότερο ο υπερβατικός οίστρος των οπαδών του «δυναμικού Κέντρου». Ενώ μαζί με αυτήν επιστρέφει και ο μύθος της ευεργετικής ιδιωτικοποίησης ως να μην υπήρξε καμιά μεγάλη κρίση, κανένας ισχυρός κλονισμός στα δόγματα και στις λειτουργίες του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Η λύση του κοινωνικού προβλήματος επαφίεται στη φαντασίωση της ανεμπόδιστης ροής ιδιωτικών επενδύσεων πίσω από την οποία κρύβεται δυστυχώς αυτό που δήλωσε προ κάποιων εβδομάδων η Μέρκελ: ότι για τους αποτυχημένους της νότιας Ευρώπης το πρότυπο θα έπρεπε να είναι η… Ινδονησία! Έτσι λοιπόν ο όψιμος ευρωπαϊσμός φτάνει στο σημείο της θλιβερής του αυτοαναίρεσης. προτρέποντας στη γενική εκποίηση όλων όσων άξιζαν στην ευρωπαϊκή κληρονομιά. Συνέχεια ανάγνωσης

Απόκρυφες πτυχές της μελανής ψήφου

Standard

της Έφης Αβδελά και της Αγγέλικας Ψαρρά

Αντιφασιστική αφίσα του Ισπανικού Εμφυλίου

Στις δύο πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις η Χρυσή Αυγή πήρε 7% των ψήφων και εγκαταστάθηκε για τα καλά στην Ελληνική Βουλή. Την ψήφισαν περίπου πεντακόσιες χιλιάδες άνθρωποι, κυρίως νέοι άνδρες μέσου μορφωτικού επιπέδου, στα αστικά και ημιαστικά κέντρα. Τα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι πολλά, ένα, ωστόσο, αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία: Από πού τροφοδοτείται η συγκεκριμένη οργάνωση; Γιατί την επιλέγουν οι ψηφοφόροι της;

 Είναι, πιστεύουμε, προφανές ότι το αναντίρρητο γεγονός πως η Χρυσή Αυγή είναι μια νεοναζιστική οργάνωση δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι οι ψηφοφόροι της ασπάζονται –και ακολουθούν– τις αμιγώς νεοναζιστικές θέσεις και πρακτικές της. Η πρόχειρη ταύτιση εκατοντάδων χιλιάδων ψηφοφόρων με τον φασισμό ή τον ναζισμό είναι ερμηνευτικά ανεπαρκής και ενδέχεται να αποδειχθεί και πολιτικά ατελέσφορη. Και είναι βέβαιο ότι οι ιστορικές αναλογίες με τις αιτίες που οδήγησαν στη γιγάντωση του φασισμού και του ναζισμού την εποχή του Μεσοπολέμου δεν είναι σε θέση να δώσουν απαντήσεις σε σύγχρονα ερωτήματα. Με άλλα λόγια, η ταύτιση των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής με τον ναζισμό δεν αποτυπώνει την πραγματικότητα στην πολυπλοκότητά της και, κυρίως, δεν λειτουργεί αποτρεπτικά. Απόδειξη ότι η οργάνωση διατήρησε το ποσοστό της, παρά το ότι στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των δύο εκλογικών αναμετρήσεων αποκαλύφθηκε –και, με αδικαιολόγητη είναι αλήθεια καθυστέρηση, καταγγέλθηκε από πολλές πλευρές– ο νεοναζιστικός χαρακτήρας της. Συνέχεια ανάγνωσης

Η γοητεία της πεφωτισμένης ολιγαρχίας

Standard

Με αφορμή την έκκληση διανοουμένων με τον τίτλο «Τολμήστε»

του Νικόλα Σεβαστάκη

Aνρί Ματίς, "Η θλίψη του βασιλιά", 1952

Στους κοινωνικούς τριγμούς και στο συναγερμικό κλίμα των ημερών η νέα επίκληση της «ευθύνης όλων» λειτουργεί με παράδοξο τρόπο. Φαίνεται να αξιοποιεί μια συγκεκριμένη διάγνωση της κατάστασης των πραγμάτων, διάγνωση η οποία παρουσιάζεται φιλοφρονητικά ως υπερκομματική, υπερβατική και ειλικρινά αυτοκριτική. Αλλά πολλά σε τούτη την διάγνωση και στο «δια ταύτα» που την συνοδεύει δεν είναι καθόλου αποχρωματισμένα. Παρατηρούμε μάλλον ότι ένας γνώριμος δημόσιος λόγος ο οποίος έχει ως αιχμή το ζήτημα των σάπιων ηθών και των κακών νοοτροπιών προσαρτάται στον κυβερνώντα «μονόδρομο». Η ρητορική περί κρίσης των αξιών και ηθικής ασφυξίας φαίνεται να επιλέγει το νεοθατσερικό πρόγραμμα για την «ανασυγκρότηση» της χώρας. Σε αυτό το πλαίσιο οι διαφορετικές φωνές του λόγιου-πνευματικού ανθρώπου και του τεχνοκράτη συγκλίνουν σε μια μορφή αναγεννητικού και εξυγιαντικού προσκλητηρίου.

Η σωτηριολογική πρόθεση δεν ανθίζει φυσικά μόνο στην πλευρά των «αντιλαϊκιστών». Από άλλες πλευρές αντηχούν οι παιάνες της ομοψυχίας απέναντι στην ξενική υποδούλωση του έθνους. Ρεαλιστές και ιδεοκράτες του πνευματικού μας κόσμου μοιράζονται στις δυο πλευρές αναζητώντας, καθένας με τους όρους του, τη μεγάλη υπέρβαση: οι φίλοι του δρόμου της ευθύνης και της σύνεσης προσδοκούν ουσιαστικά την άτεγκτη και αποτελεσματική επιτροπεία η οποία θα «εξορθολογίσει», έστω με το καμτσίκι, τη χώρα και θα πατάξει τους δαίμονές της· οι άλλοι βυθίζονται στο νεφελώδες μιας πάνδημης αφύπνισης που θα φέρει την οικονομική αυτάρκεια και την ελληνική αυτοεπιβεβαίωση.

Στο βάθος, ωστόσο, ένα άλλο επικίνδυνο κύμα ανεβαίνει: η παλιά καλή ιδέα της ολιγαρχίας. Η ιδέα δηλαδή ότι αυτό που χρειαζόμαστε εφεξής είναι μια απερίσπαστη στις αποφάσεις της ομάδα άξιων επιτελικών της οικονομικής διαχείρισης και της «χρηστής» διακυβέρνησης. Και από την άλλη πλευρά, η πεποίθηση ότι μια αυθεντικά φωτισμένη πνευματική ηγεσία μπορεί να τερματίσει με την παρέμβασή της το τέλμα και την παρακμή. Συνέχεια ανάγνωσης

Η (παγκόσμια) κρίση, οι ιδέες και η Ευρωπαϊκή Ένωση

Standard

του Χριστόφορου Παπαδόπουλου

Βέρνερ Τύμπκε, «Εργατική τάξη και ιντελιγκέντσια», 1972-1973

O δημόσιος (εθνικός) λόγος περί της κρίσης περιστρέφεται αποκλειστικά στα προβλήματα της χώρας και της Ευρώπης. Εστιάζεται στις ανισότητες των οικονομιών και της πολιτικής ισχύος μεταξύ (ευρωπαϊκού) Βορρά και Νότου, όταν δεν αναπαράγεται ο λόγος της εξουσίας περί της ασωτίας των Ελλήνων και της πελατειακής δομής του πολιτικού συστήματος. Απουσιάζει η μεγάλη εικόνα, ο κόσμος, και μάλιστα σε μια στιγμή που τα διακυβεύματα παγκοσμίως δεν είναι μόνο οικονομικά, αλλά και πολιτικά και σε αρκετές περιπτώσεις χειραφετητικά, όπως δείχνουν οι πρόσφατες πληβειακές εξεγέρσεις στην Αφρική και την Ασία, με αιτήματα την ελευθερία, την αξιοπρέπεια, την ισότητα. Ο Α. Μπαντιού γράφει ότι ο λαός μπορεί να συμπυκνώσει την ύπαρξή του σε μια πλατεία, μια λεωφόρο, μερικά εργοστάσια, ένα πανεπιστήμιο. Υπογραμμίζει δε ότι μια λαϊκή εξέγερση έχει τα χαρακτηριστικά μιας κίνησης κομμουνισμού, ακόμα και όταν απουσιάζει το κόμμα, η ηγεμονική οργάνωση, ο αναγνωρισμένος ηγέτης, γιατί κομμουνισμός πάει να πει δημιουργία από κοινού του συλλογικού πεπρωμένου. Συνέχεια ανάγνωσης

Να τελειώνουμε με τη μεταπολίτευση;

Standard

του Πολυμέρη Βόγλη

 

Αντιμοναρχική αφίσα του Αλέξη Κυριτσόπουλου, για το δημοψήφισμα της 8.12.1974 (Γιάννης Καραχάλιος, «Ελληνικές αφίσες», Κέδρος, Αθήνα 2004).

Επί μήνες δημοσιογράφοι, αναλυτές και πολιτικοί επαναλαμβάνουν ομόφωνα: «να τελειώνουμε με τη Μεταπολίτευση». Η Μεταπολίτευση ή η «κουλτούρα της Μεταπολίτευσης» θεωρείται υπεύθυνη για όλα τα «δεινά» της σημερινής Ελλάδας: από την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 και τη διαφθορά μέχρι την οικονομική χρεοκοπία και τις κοινωνικές αντιδράσεις στα μέτρα του Μνημονίου. Το αποτέλεσμα αυτής της γενικόλογα κατεδαφιστικής κριτικής είναι να εγγράφεται η Μεταπολίτευση αρνητικά στη σύγχρονη ιστορική συνείδηση, να μετατρέπεται σε έναν αρνητικό κοινό τόπο. Χρειάζεται άραγε να υπενθυμίσει κανείς ότι η Μεταπολίτευση ήταν η περίοδος θεμελίωσης της δημοκρατίας στην Ελλάδα; Μετά το 1974 εγκαινιάζεται η εμπέδωση των δημοκρατικών θεσμών και η διεύρυνση της δημοκρατίας με την άρση αποκλεισμών και διακρίσεων που είχαν χαρακτηρίσει την Ελλάδα για πολλές δεκαετίες: περιορισμός του ρόλου του στρατού, αποκαθήλωση της μοναρχίας, νομιμοποίηση του Κομμουνιστικού Κόμματος, καθιέρωση της δημοτικής στην εκπαίδευση, δικαίωμα ψήφου στα 18, ισότητα των δύο φύλων, αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης και πάρα πολλά άλλα. Αυτά είναι λίγο-πολύ γνωστά, και υποθέτω ότι όσοι καταδικάζουν την «κουλτούρα της Μεταπολίτευσης» δεν συγκαταλέγουν αυτές τις αλλαγές στις αρνητικές κληρονομιές της.

Ταυτόχρονα, στη Μεταπολίτευση η παρέμβαση του κράτους στην οικονομία διογκώθηκε και διευρύνθηκε στην κατεύθυνση της άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων. Το κράτος ανέλαβε να παίξει όλο και πιο ενεργό ρόλο στην αναδιανομή του πλούτου, τη ρύθμιση των κοινωνικών σχέσεων και στην κοινωνική αναπαραγωγή. Θα έλεγε κανείς ότι η εδραίωση της δημοκρατίας συμβάδιζε με την επέκταση της μεσαίας τάξης. Ωστόσο, όσοι καταφέρονται κατά της Μεταπολίτευσης μάλλον έχουν στο νου τους την κοινωνία, δηλαδή τις αξίες, ιδέες και πρακτικές που επικρατούσαν στα μεταπολιτευτικά χρόνια. Το ερώτημα που σπάνια τίθεται είναι: Τι σχέση η σημερινή ελληνική κοινωνία με αυτήν της δεκαετίας του 1970; Τι σχέση έχουν οι πολυήμερες, «άγριες», μαζικές απεργίες στη ΜΕΛ, την ΙΖΟΛΑ, τη Μαδέμ-Λάκκο με τις απεργίες που κηρύσσει σήμερα η ΓΣΕΕ; Τι σχέση έχουν οι ογκώδεις διαδηλώσεις για το Πολυτεχνείο το 1975, 1977, το 1980 με τις επετειακές «λιτανείες»; Πόσα πολιτικά περιοδικά εκδίδονταν τότε και πόσα σήμερα; Τα ανάλογα παραδείγματα θα μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν, η απάντηση όμως θα ήταν η ίδια, η οποία δείχνει την απόσταση που μας χωρίζει από τη Μεταπολίτευση. Συνέχεια ανάγνωσης