Η «εθνική αυτοκριτική» ως ιδεολογικός μηχανισμός

Standard

TΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ – ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΨΥΧΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ

του Νικόλα Σεβαστάκη

 

Έντβαρντ Μυνκ, «Μαντόνα», 1895

Η κρίση έχει πλέον το δικό της γραμματειακό είδος. Εννοώ εκείνο το είδος σχολίου που ηδονίζεται στο να απογυμνώνει και να μαστιγώνει τον κακό ελληνικό χαρακτήρα ως το πρώτο κινούν αίτιο των σημερινών κοινωνικών δεινών. Με αυτή την έννοια και ο λόγος του αντιπροέδρου της κυβέρνησης δεν είναι και τόσο ορφανός όσο πιστεύεται: μπορεί και να είναι η πιο προωθημένη στην ωμότητά της εκδοχή της συναφούς γραμματείας στην οποία δοκιμάζονται πολλοί λογοτέχνες και καλλιτέχνες, ιδιαίτερα όταν καλούνται να μιλήσουν για την κρίση ή, πιο απλά, να αποτιμήσουν το χρόνο που έφυγε.

Η στρατηγική των κυβερνώντων, η καθολική επικράτηση ενός κλίματος συλλογικής ενοχής και παραλυτικής ανασφάλειας, βρίσκει πλέον το ελεγειακό και στοχαστικό της συμπλήρωμα. Η πόζα της περίσκεψης και της περισπούδαστης αναθεώρησης συνδυάζεται με την αυθαίρετη χρήση του πρώτου πληθυντικού προσώπου. Βεβαίως το «όλοι τα φάγαμε» ηχεί μάλλον χυδαίο, ακόμα και για φιλοκυβερνητικούς δημόσιους γραφιάδες. Υπάρχουν όμως πολλά λογικά ισοδύναμα της ίδιας ομοταξίας φράσεων στιγματισμού. Για παράδειγμα, ένας συμπαθέστατος τραγουδοποιός, ο Φοίβος Δεληβοριάς, ανακαλύπτει ότι στις ρίζες του προβλήματος είναι η γνωστή «τεμπελιά των Ελλήνων». Όλοι υπήρξαμε τεμπέληδες, ανοργάνωτοι, βολεμένοι κλπ. Άβυσσος πρωτοτυπίας. Συγγραφείς από τη γενιά των τριαντάρηδων ισχυρίζονται ότι η κρίση είναι περισσότερο μια λέξη που σπέρνει κατάθλιψη και οργή παρά μια πραγματικότητα. Άλλοι επανέρχονται μονότονα στο θέμα του ψεύδους που επιτέλους τελειώνει και στις λυτρωτικές, σε τελική ανάλυση, συνέπειες της οικονομικής κρίσης. Ποτέ βέβαια δεν αναρωτιούνται ποιους ακριβώς αφορά η λύτρωση και πώς επέρχεται η σωτηρία των ψυχών στη νέα εργασιακή ζούγκλα. Ίσως με βαθιές εισπνοές και χαλάρωση (ποιος ξέρει;).

Συνέχεια ανάγνωσης

«Εθνική στρατηγική», «δημόσια επιλογή» και μεταρρύθμιση: ο Γιάννης Βούλγαρης στα Νέα

Standard

Από την καθοδήγηση του Ρήγα στην καθοδήγηση των ελίτ

του Ευκλείδη Τσακαλώτου

Δεν είναι εύκολος ο διάλογος με διανοούμενους που ανήκαν κάποτε στην Aριστερά και που τώρα αισθάνεσαι ότι ασκούν δριμεία, συχνά άδικη, κριτική στις θέσεις των αριστερών. Ειδικά όταν αυτή ασκείται από τις σελίδες μιας εφημερίδας που διεκδικεί την υψηλή καθοδήγηση του συστήματος εξουσίας. Ο εύκολος δρόμος είναι η ανάδειξη αποκλίσεων μεταξύ παλαιότερων και νεότερων απόψεων. Αλλά μια και οι συνθήκες αλλάζουν και τα άτομα δικαιούνται να αλλάξουν απόψεις, μια τέτοια προσέγγιση σπανίως αναδεικνύει με γόνιμο τρόπο τη φύση των τωρινών διαφωνιών. Επιπλέον, παραβλέπει ότι μπορεί να υπάρχει μια σημαντική συνέχεια στις τωρινές απόψεις σε σχέση με τις παλαιότερες. Κάτι τέτοιο νομίζω ισχύει και στην περίπτωση του Γιάννη Βούλγαρη. Οι απόψεις που έχει διατυπώσει στα Νέα[1] όλη την προηγούμενη περίοδο για μια εθνική στρατηγική εξόδου από την κρίση εμπεριέχουν στοιχεία συνέχειας καθώς και ρήξης με παλαιότερες δικές του προσεγγίσεις, αλλά και με αυτές του τμήματος της ανανεωτικής Αριστεράς που συνεχίζει να αντιπροσωπεύει.

Εθνική εγρήγορση

Οι παρεμβάσεις του Βούλγαρη δεν έχουν σημείο εκκίνησης την παγκόσμια κρίση του 2008. Ούτε είναι εύκολο να καταλάβει κανείς αν αυτή η κρίση έχει οδηγήσει σε κάποιες θεωρητικές αναθεωρήσεις για την περίοδο πριν από την κρίση: για τη βιωσιμότητα και την κοινωνική συνοχή του νεοφιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου, για την παγκοσμιοποίηση και τις μακροοικονομικές ανισορροπίες, για το ρόλο του κράτους  και των χρηματαγορών.

Σε μια πρώτη ανάγνωση ξαφνιάζει η έμφαση στο «εθνικό» στοιχείο που διαπερνάει τα άρθρα του σε σχέση με την κρίση. Ασκώντας (ήπια) κριτική στην ιδέα ότι η Δημοκρατική Αριστερά μπορεί να καλύψει ένα χώρο μεταξύ του νεοφιλελεύθερου ΠΑΣΟΚ και της «νεο-κομμουνιστικής» ριζοσπαστικής Αριστεράς, ισχυρίζεται ότι «το ΠΑΣΟΚ δεν διεκπεραιώνει νεοφιλελεύθερη πολιτική αλλά μια πολιτική ειδικών συνθηκών, μια πολιτική Εθνικής αναγκαιότητας, από την οποία εξαρτάται η τύχη της Ελλάδας για δυο-τρεις γενιές» (12.6.2010). Αλλού μιλά για εθνική κρίση που χρειάζεται εθνική εγρήγορση, εθνικές στρατηγικές και εθνικούς αναπτυξιακούς στόχους. Από ό,τι φαίνεται μόνο μια εθνική στοχοπροσήλωση είναι ικανή να διασώσει την αξιοπρέπεια  της Ελλάδας (27.2.2010). Συνέχεια ανάγνωσης

Αναδιάρθρωση της ιδεολογίας;

Standard

του Νικόλα Σεβαστάκη

 

Μπορεί να κάνει κανείς παρακινδυνευμένες υποθέσεις για αυτό που συμβαίνει τώρα, στον παρόντα χρόνο, στη συγχρονία; Θα έλεγα ότι είναι ίσως η στιγμή που χρειάζεται για κάτι τέτοιο, παρά τη δυσπιστία που γεννούν πάντοτε οι ασκήσεις πολιτικής φαντασίας σε συγκυρίες αστάθειας και άδηλων εξελίξεων.

Ξεκινώ λοιπόν από κάτι που λίγοι θα το αμφισβητούσαν: ο κυβερνητικός δρόμος ή αλλιώς η εφαρμοσμένη μνημονιακή «αναμόρφωση» δεν φαίνεται να διαθέτει ενεργητικά κοινωνικά στηρίγματα, ισχυρές και κυρίως θετικές συναινέσεις. Από την αρχή σχεδόν επιχειρείται στη βάση της ψυχολογίας του φόβου, των επαγγελματικών κερματισμών, των ατομικών αναδιπλώσεων που φτιάχνουν ποικίλες στρατηγικές αυτοσυντήρησης ή διάφορες τεχνολογίες απόδρασης και αποστασιοποίησης από ένα καταθλιπτικό συλλογικό σκηνικό.

Η παγωμένη κοινωνική ατμόσφαιρα, αυτός ο χώρος μεταξύ δυσθυμίας, κυνικής απαρέσκειας και μαρμαρωμένης αποδοχής του αναπόφευκτου, είναι συνάρτηση των δυο μεγάλων εποχικών μεταβλητών: του ακραίου κερματισμού από τη μια και των αυτοσυντηρητικών ή «αναχωρητικών» διαθέσεων από την άλλη.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το συγκεκριμένο υπέδαφος ευνοεί ή δυσχεραίνει ιδεολογικές αναδιαρθρώσεις. Και αν υποθέσουμε ότι τούτο συμβαίνει, ένα δεύτερο ερώτημα αφορά τους προσανατολισμούς που διευκολύνονται ή αναστέλλονται.

Συνέχεια ανάγνωσης

Μακάριοι οι κατέχοντες την γην: Γαιοκτητικοί σχεδιασμοί προς απαλλοτρίωση συνειδήσεων στη Μακεδονία 1880-1909

Standard

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

του Σπύρου Καράβα

Το βιβλίο του Σπύρου Καράβα «Μακάριοι οι κατέχοντες την γην». Γαιοκτητικοί σχεδιασμοί προς απαλλοτρίωση συνειδήσεων στη Μακεδονία 1880-1909 (εκδ. Βιβλιόραμα), καρπός μακρόχρονης ερευνητικής ενασχόλησης του συγγραφέα με το θέμα, θα βρίσκεται από αύριο στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Πρόκειται για μελέτη αποκαλυπτική, με ιστοριογραφική και μεθοδολογική βαρύτητα: με τρόπο γλαφυρό και σαφή, ο Σπ. Καράβας, εκκινώντας από τα επίσημα κείμενα, εξετάζει στερεότυπα και αντιφάσεις της ελληνικής εθνικιστικής ιδεολογίας και, ταυτόχρονα, τους τρόπους με τους οποίους εργαλειοποιείται η Μεγάλη Ιδέα. Προδημοσιεύουμε λοιπόν, με ιδιαίτερη χαρά, αποσπάσματα από το Προλογικό Σημείωμα, καθώς και από το κεφάλαιο «Ού η χώρα εκείνου και η θρησκεία».

Στρ. Μπ.

 

 

Από το εξώφυλλο του βιβλίου: Αγρόκτημα στην Κορφούλα (Νοβοσέλο) Καστοριάς. Φωτογραφίες: Σπύρος Καράβας, μακέτα εξωφύλλου: Εριφύλη Αράπογλου

 


ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Αφορμή για τις σελίδες που ακολουθούν στάθηκε η επιθυμία να επανεμφανιστεί στην αγορά των ιδεών το φυλλάδιο του Αθανάσιου Ευταξία Το Έργον του Ελληνισμού εν Μακεδονία (Αθήνα 1880). Σχεδιάστηκαν, επομένως, ως προλεγόμενα σε μια ενδεχόμενη ανατύπωση.

Στη συνέχεια, και ακριβώς επειδή η ριζική, καινοτόμα και πολλά υποσχόμενη πρόταση του Ρουμελιώτη δημοσιολόγου και πολιτικού, η οποία μεταφέρει στα καθ’ ημάς τους προβληματισμούς και τις λύσεις που δόθηκαν σε ανάλογα ζητήματα στην Εσπερία, προσφέρεται για την ιστορικοποίηση των φαινομένων και, εντέλει, την κατανόηση των μηχανισμών που διέπουν πρακτικές και νοοτροπίες του ελληνικού αλυτρωτισμού, το αρχικό σχέδιο διευρύνθηκε.

Πλαισιώθηκε, λοιπόν, με ένα κεφάλαιο, «αντί εισαγωγής», που προοικονομεί το θέμα, δια του υπομνήματος του Ιωάννη Θεοδωρίδη (1859). Το κείμενο αυτό, στον απόηχο των ανακατατάξεων που σήμανε ο Κριμαϊκός Πόλεμος για τη Βαλκανική,  εικονογραφεί με τρόπο καίριο τη συνειδητοποίηση των προβλημάτων και την υιοθέτηση των αναμενόμενων πρωταρχικών μεθοδεύσεων (μέσω των σχολείων και της εκκλησίας) στην κατεύθυνση του εξελληνισμού των υπό διεκδίκηση έκπαλαι ελληνικών χωρών. Έπεται η σταδιακή αποκρυστάλλωση της αντίληψης πως οι μεθοδεύσεις αυτές δεν επαρκούν από μόνες τους, ιδίως από την επαύριον της Ανατολικής Κρίσης (1875-1878). Η προσφυγή στην ιδιοποίηση της γης και τον εποικισμό της προτείνονται έκτοτε ως τα απαραίτητα αλεξιφάρμακα, προσβλέποντας, σε πρώτη φάση, στην ιδιωτική πρωτοβουλία και εν συνεχεία στον κρατικό προϋπολογισμό. Έτσι, ενώ το κοινωνικόν μας ζήτημα, στην αγροτική του διάσταση, έχει κάνει αισθητή και επίφοβη την παρουσία του στο ελληνικό πρότυπο Βασίλειο, το Μακεδονικό Ζήτημα γίνεται βαθμιαία σαφές ότι διαπλέκεται μαζί του.

Με αυτόν, συνεπώς, τον άξονα, με σημείο έναρξης το κείμενο του Ευταξία και κατάληξη, στις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων, την προξενική έκθεση του Αντώνιου Σακτούρη (1909), κωδικοποιήθηκαν όσες συναφείς μαρτυρίες επιτρέπουν να σκιαγραφηθούν κατά κάποιο τρόπο οι ρητορικοί  τόποι, τα στερεότυπα και οι αντιφάσεις της ελληνικής εθνικιστικής ιδεολογίας, αφενός, και, αφετέρου, η συγκεκριμένη τακτική που υιοθετείται, και οι εξορθολογιζόμενοι γεωπολιτικοί σχεδιασμοί, με τα οποία επιχειρείται να εργαλειοποιηθεί η Μεγάλη Ιδέα. Εργαλειοποίηση με τους τρόπους που προσφέρει ο αναπτυσσόμενος καπιταλισμός στη Βαλκανική, στο πλαίσιο των εθνικών αντιπαραθέσεων που αυτός υποδαυλίζει και των αντίρροπων εδαφικών διεκδικήσεων των ενεχόμενων κρατών.

ΟΥ Η ΧΩΡΑ ΕΚΕΙΝΟΥ ΚΑΙ Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ

 

 

Ο Αθανάσιος Ευταξίας

 

Όσα είδαμε να έχουν προταθεί έως εδώ από τον Ευταξία για την εξελλήνιση της Μακεδονίας δεν αποτελούν παρά μόνο τις περιφερειακές κινήσεις της εθνικής ενεργείας. Και μάλιστα κινήσεις άμεσα εξαρτημένες, οικονομικά, από την κεντρική πρόταση. Μια πρόταση που συνιστά το κύριο προϊόν του πειράματός του και αναλύεται συστηματικά στο τελευταίο κεφάλαιο — το εκτενέστερο, όπου και συμπυκνώνεται «το ήμισυ του παντός έργου του ελληνισμού εν Μακεδονία».

Πράγματι οι μέχρι τώρα εκτεθείσες προτάσεις δεν είναι εκείνες που μπορούν να λειτουργήσουν δραστικά επί του φρονήματος της ογκωδέστερης και επίδικης πλη­θυ­σμιακής ομάδας, δηλαδή του αγροτικού βουλγαρικού λαού της Μακε­δονίας.

Ούτε οι ενάρετοι κληρικοί ούτε τα πρότυπα σχολεία ούτε τα παρθεναγωγεία ούτε οι εθνικοί απόστολοι ούτε τα επενδυτικά προγράμματα στον εμπορικό τομέα ούτε οι τραπεζικές εργασίες περί τους γαιοκτήμονες ούτε, πολύ περισσότερο, η έμπρακτη ελληνοτουρκική συνέργεια, είναι ικανά να συγκινήσουν τον χειρώνακτα «βούλγαρο» κολλήγο, τον απόλυτα εξαρτημένο και δεμένο συγχρόνως, ψυχικά και σω­ματικά, με τη γη που καλλιεργεί και δεν του ανήκει. Αυτός αποτελεί το σήμα κατα­τεθέν της μακεδονικής υπαίθρου, αυτός συγκροτεί την πληθυσμιακή της πλειονότητα, αυτός συνιστά το κοινωνικό πρόβλημα της Μακεδονίας, αυτός αποτελεί το μήλον της έριδος μεταξύ Πατριαρχείου και Εξαρχίας, μεταξύ ελληνισμού και βουλγαρισμού. Και αυτού του προλετάριου της μακεδονικής γης, με τον αραμπά και το βόδι, δεν μπορούν οι προτάσεις Ευταξία να του αλλάξουν τη μοίρα. Τουτέστιν την πίστη, και με τα δύο της σημαινόμενα.

Όλα αυτά ο Ευταξίας τα είδε και τα γνώρισε από κοντά, όπως ακριβώς και οι περιηγητές της Εσπερίας που τα περιγράφουν παραστατικά. Εκείνος, όμως, «εξ έρωτος» προς  τη Μακεδονία και τον «ελληνισμό», θα θέσει σε λειτουργία ένα πιλοτικό σχέδιο εξελλήνισης της μακεδονικής γης. Ένα πρακτικότατο κατά τον ίδιο σχέδιο, που απευθύνεται στους κεφαλαιούχους Έλληνες, ημεδαπής και αλλοδαπής, τους εθνικά σκεπτόμενους ομοφύλους του. Έμμεσος αποδέκτης του σχεδίου του  και το Υπουργείο Εξωτερικών, ιδίως το παράρτημά του, ο προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων Σύλλογος.

 

H «εξελλήνιση» της Μακεδονίας μέσω της γης

Και το δραστικώτατον πάντων των μέσων προς πραγμάτωσιν του σκοπού μας, τονίζει ο Ευταξίας, είναι «η αγορά αγροτικών κτημάτων» στη Μακεδονία από τους Έλληνες. Διότι η εξελλήνιση της Μακεδονίας περνά, κατά τον Ευταξία, μέσω της γης. Πρώτα πρέπει να εξελληνισθεί η γη, αλλάζοντας ιδιοκτησιακό καθεστώς και, στη συνέχεια, το φρόνημα των κατοίκων. Το τελευταίο θα είναι υποκείμενο πλέον στις διαθέσεις του καινούργιου αφεντικού. Όπως χαρακτηριστικά αποφαίνεται ο συγγραφέας «ου η χώρα εκείνου και η θρησκεία».

Βασική  πεποίθηση του Ευταξία είναι ότι, ναι μεν το εθνικό φρόνημα υπόκειται στην καταγωγή, αλλά μπορεί να διαμορφωθεί κατά το δοκούν ή και να αλλάξει ριζικά. Η βάση της συλλογιστικής του στηρίζεται στο γνωστό αξίωμα «ανάγκα και θεοί πείθονται».

Για τον Ευταξία η οικονομική και η πνευματική διείσδυση στη διεκδικούμενη χώρα είναι αλληλένδετες. Η επέκταση του Βασιλείου πρέπει να προπαρασκευαστεί δημιουργώντας τις κατάλληλες υποδοχές στις υπό πρόσκτηση χώρες. Η βασική προϋπόθεση του όλου σχεδιασμού έγκειται, λοιπόν, στην αγορά τσιφλικιών και στη μετατροπή τους σε «εστίες εθνικής ελληνικής ζωής».

Ο Ευταξίας, απευθυνόμενος στους έλληνες κεφαλαιούχους, τους οποίους παρο­τρύνει να φανούν «κρείττονες των εβραίων» ως προς το εθνικό φιλότιμο, εκθέτει την κατά­σταση πραγμάτων, μέσα από την προσωπική του εμπειρία. Όπως σημειώνει, τα δύο τρίτα της Μακεδονίας, και μάλιστα οι γονιμότερες εκτάσεις της, καλύπτονται από τσιφλίκια. Οι ιδιοκτήτες τους, κυρίως μουσουλμάνοι, λόγω προησιόδειας μεθόδου και περιορισμένης καλλιέργειας των κτημάτων –στο 1/4 ή 1/8 της έκτασής τους–, με συνέπεια τις περιορισμένες αποδόσεις. λόγω κακοδιαχείρισης,  με μόνιμο τον κίνδυνο να απολεσθούν από τους τοκογλύφους. λόγω της νωχελικής και μοιρολατρικής νοο­τροπίας και, τέλος, λόγω της αβεβαιότητας που τους προκαλεί η τρέχουσα πολιτι­κή κατάσταση, επιθυμούν την εκποίηση των κτημάτων τους. Προς το παρόν, όμως,  δεν υπάρχει ζήτηση από τους ομοφύλους τους, ενώ δεν αποκλείει ο Ευταξίας μελλοντικά να εμφανιστούν «ζητηταί βούλγαροι και άλλοι ευρωπαίοι».

Οι τιμές των τσιφλικιών είναι άκρως συμφέρουσες, καθότι είναι υποτιμημένες· αυτό ίσχυε και στο παρελθόν, αλλά τη στιγμή που γράφει η αξία τους βαίνει μειούμενη. Αντίθετα είναι υπερτιμημένο το χρήμα. […]

Ο στόχος βεβαίως για τον Ευταξία δεν είναι το προσωπικό κέρδος των ομογενών, αλλά η με το αζημίωτο υποστήριξη της εθνικής ενεργείας. Γιατί ο μελλοντικός αγοραστής κεφαλαιούχος θα υποχρεώνεται να παραχωρεί ετησίως το 6% (εφόσον το καθαρό κέρδος είναι 12%) «δια  τους εθνικούς σκοπούς». Ενώ σε περίπτωση μεταπώλησης του κτήματος, έπειτα από μία δεκαπενταετία, λόγου χάριν, και στο βαθμό όπου αυτό θα έχει υπερτιμηθεί, το ήμισυ του καθαρού κέρδους προβλέπεται να διατε­θεί στην «ίδρυσιν ταμείου των εθνικών ενεργειών εν τη χώρα». Παράλληλα, εντός του τσιφλικιού θα διεξάγεται απρόσκοπτα η διαδικασία εθνικού (ελλη­νικού) φρονηματισμού των κολλήγων, με παπά και δάσκαλο κατάλληλα παρα­σκευα­σμένους. […]

Από τη στιγμή, λοιπόν, που το μεγαλύτερο μέρος της χώρας αποτελείται από τσιφλίκια, είναι ευνόητο, υποστηρίζει ο Ευταξίας ότι όποιος «λαός» τα κατέχει, ο ίδιος «δύναται να έχη την μεγίστην ροπήν επί το καθόλου φρόνημα των κατοίκων» της Μακεδονίας.

 

«Τεχνάσματα» για να κερδηθεί το φρόνημα των καλλιεργητών

Το φρόνημα των καλλιεργητών, που αποτελεί και το επίδικο ζήτημα, μπορεί να κερδηθεί και χωρίς να εκβιαστεί. Τούτο εξαρτάται από την προσωπικότητα, τις δεξιότητες και την πολιτική δύναμη του τσιφλικούχου, στο μέτρο που θα λειτουργήσει ως αφέντης-προστάτης των κολλήγων του. Στο μέτρο που θα τους παράσχει πολιτική προστασία, απέναντι στις αυθαιρεσίες και τις καταπιέσεις από την κεντρική εξουσία και από τα παρακλάδια της. Ακόμη και στην περίπτωση όπου ο εν λόγω ιδιοκτήτης δεν διαθέτει είτε τις αναγκαίες διασυνδέσεις στον οθωμανικό μηχανισμό είτε την απαιτούμενη προξενική κάλυψη ισχυρού κράτους, λόγω υπηκοότητας, ο Ευταξίας προτείνει μια λύση-«τέχνασμα», όπως ο ίδιος την αποκαλεί: την εικονική ενοικίαση του κτήματος σε άλλον ομογενή με υπηκοότητα ισχυρού ευρωπαϊκού κράτους. Ό,τι, δηλαδή, ο ίδιος δοκίμασε επιτυχώς, χρησιμοποιώντας την γερμανική υπηκοότητα του συνεταίρου του. Διά του τεχνάσματος αυτού η προστασία των καλλιεργητών εξασφαλίζεται και η οικείωσή τους με τον «ελληνισμό» επιτυγχάνεται. […]

Και βέβαια η αγορά κτημάτων δέον να πραγματοποιηθεί στο τμήμα της «ελληνικής Μακεδονίας», όπως ήδη το προσδιόρισε. Πιο συγκεκριμένα: «Δέον ν’ αγορασθώσι το κατ’ αρχάς εν μια εκάστη περιφερεία του νοτιοδυτικού τμήματος της Μακεδονίας ανά έν κτήμα, όπερ συν τοις άλλοις θα είχε και επίκαιρον την θέσιν εις εθνικάς ενεργείας». Οι δε  εθνικές ενέργειες πρέπει όλες να κατατείνουν «προ πάντος εις την επίρρωσιν μεν του φρονήματος των ελλήνων, εις εξελλήνισιν δε τελείαν των μη ελληνοφρονούντων ή μηδέ φρόνημα εθνικόν εχόντων αλλογλώσσων κατοίκων [των τσιφλικιών]».

Είναι ρητή, λοιπόν, ανάγκη, για τον Ευταξία, να ελληνοφρονήσουν άπαντες οι χριστιανικοί λαοί της «ελληνικής Μακεδονίας». Η διαφορά ανά λαό έγκειται στο μέγεθος της προσπάθειας που απαιτείται για την ελληνοφρόνησή του, δηλαδή στην απόσταση που τους χωρίζει από το επιθυμητό σημείο κατάληξης. Απορίας άξιο είναι πώς συνδυάζεται η αντίληψη αυτή με όσα προηγουμένως εξέθετε ο Ευταξίας περί κεκτημένων. Εκτός εάν τα τελευταία υπακούουν περισσότερο στις ρητορικές συνήθειες παρά στα πράγματα αυτά καθεαυτά.

***

Η μακιαβελική του πρόταση, στον αντίποδα της στρατιωτικής κατάκτησης που επιχείρησε τριάντα χρόνια αργότερα ο στρατηλάτης διάδοχος Κωνσταντίνος, ως ιδέα τουλάχιστον, δεν είναι καινούργια. Υπό διαφορετικούς όρους, χωρίς όμως να υλοποιηθεί, είχε ήδη διατυπωθεί περιστασιακά. Ο ίδιος ο Ευταξίας μας το αποκαλύπτει στο «ως χειρόγραφον» πόνημά του. Όμως εκείνη η πρόταση αγοράς «δι’ εθνικούς σκοπούς» προέβλεπε ένα νομικό καθεστώς μετοχικής εταιρείας, παντελώς ακατάλληλο και το ενδιαφέρον των κεφαλαιούχων να κεντρίσει και το επικερδές του πράγματος να εξασφαλίσει.[…]

Ωστόσο, η πρόταση Ευταξία, χωρίς να αποτελεί, όπως θα δούμε,  ελληνική πρωτοτυπία, πρέπει να είναι η πρώτη που στα καθ’ ημάς, εν απορρήτω, αλλά δημοσίως, διατυπώνεται, τεκμηριωμένα, εξηγώντας βήμα προς βήμα ολόκληρο το τέχνασμα, το οποίο εξασφαλίζει τόσο  τα κεφάλαια των επενδυτών όσο και τον επιδιωκόμενο σκοπό. Επιπλέον η πρόταση αυτή στηρίζεται στην προσωπική του εμπειρία: «Δεν πρόκειται περί επινοήματός τινος εξ απίνης και εική επελθόντος ημίν». Στο φυλλάδιό του εκθέτει τα «συμπεράσματα μακράς και συντόνου μελέτης».

 

Ο διά των κεφαλαίων εισοδισμός στη Μακεδονία

Ο Ευταξίας, όπως είδαμε,  είχε πείσει φίλο του γερμανό κεφαλαιούχο ν’ αγοράσει στη Μακεδονία ένα τσιφλίκι, το οποίο διεύθυνε στη συνέχεια ο ίδιος, μαζί με τον αδελφό του Χαράλαμπο, λειτουργώντας ως ενοικιαστής.

Η δοκιμή ημών ην από διετίας ήδη και επέκεινα ποιούμεθα, επέτυχε πληρέστατα, μετά θάρρoυς δε λέγομεν νυν προς πάντα, «έρχου και ίδε» οποίον το φρόνημα των πριν κεκηρυγμένων βουλγάρων κατοίκων των κτημάτων, ά διαχειριζόμεθα, τί δε δι’ αυτών δυνάμεθα ενταύθα.

Συνεπώς ο Ευταξίας προχωρά σε ανοικτή πρόσκληση, για όποιον έχει την παραμικρή αμφιβολία ως προς την αλλαγή του φρονήματος των γηγενών καλλιεργητών του, να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι το επιτελεσθέν εθνικό έργο. Έχει πάντως τη σημασία του το γεγονός ότι παραμένει αδιευκρίνιστο το βάθος της προκείμενης αλλαγής. Δεν γνωρίζουμε, δηλαδή, αν οι κεκηρυγμένοι βούλγαροι μεταβλήθηκαν σε κεκηρυγμένους έλληνες. Σε κάθε περίπτωση, η απουσία ρητής αναφοράς στο «νέο» φρόνημα των «βουλγαροφώνων ελλήνων» μεν, βουλγαροφρόνων μέχρι πρότινος δε, είναι αρκούντως κατατοπιστική για το τί πίστευε ο ίδιος ο συγγραφέας. Εκείνο που γνωρίζουμε, όμως, είναι ότι το φρόνημα των κεκηρυγμένων βουλγάρων στο τσιφλίκι Τεμεσβάρ, όποια αλλαγή και αν υπέστη επί των ημερών του Ευταξία, δεν διαφοροποιήθηκε παρά εφήμερα. Και πάντως οι αρμόδιες ελληνικές αρχές δεν φαίνεται να είχαν ποτέ βάσιμες προσδοκίες να αποδώσει καρπούς η σχετική προπαγάνδα στον καζά του Τίκβες.

Ο «φρονηματίας και φιλόπατρις δημοσιογράφος» Ευταξίας, ταυτιζόμενος απόλυτα με τον ελληνικό αλυτρωτισμό, υποστηρίζει ότι εάν ο «ελληνισμός» περιορισθεί «ες αεί εις μόνην την γωνίαν γης» την οποία τώρα κατέχει, δηλαδή το Βασίλειο, «θα διήγεν εν αυτή, ως και νυν, βίον αβίωτον». Ενώ επιπλέον θα καραδοκούσε μονίμως ο φόβος μήπως «εκπέση εις παντελή μαρασμόν». Είναι ως εκ τούτου κατεπείγον να «πράξωμέν τι γενναίον υπέρ της πατρίδος του Αλεξάνδρου και του Αριστοτέλους». Όταν μάλιστα τα πράγματα είναι τόσο επείγοντα, ώστε «αν αμελήσωμεν, τετέλεσται το παν δι’ ημάς», ο μόνος τρόπος που απομένει για την αναγκαία αλλαγή φρονήματος είναι ο εκβιασμός, ο πειθαναγκασμός, η απειλή της απώλειας της πατρώας, σε επίπεδο χρήσης, γης των βουλγάρων.

Εάν περιήρχοντο (τα τσιφλίκια) εις ελληνικάς χείρας, ούτω δε   ήσαν   ηναγκασμένοι οι νυν καλλιεργηταί αυτών ή να ομοφρονήσωσιν ημίν, ή να καταλίπωσιν αυτά εις την διαδοχήν ελλήνων γεωργών, ους εν τοιαύτη περιπτώσει θα μετωκίζομεν εις αυτά.

Κοντολογίς, με την αγορά και εκμετάλλευση τσιφλικιών όσον οίον τε περισσο­τέρων, η γη γίνεται νομικά ελληνική, εξευρίσκονται οι αναγκαίοι αδροί και πάγιοι πόροι για την προπαγάνδα, χωρίς να χρεώνονται τα δημόσια οικονομικά του Βασιλείου και, το σπουδαιότερο, οι βουλγαρόφωνοι εξομοιώνονται με τον ελληνισμό, ομοφρονώντας με τους ιδιοκτήτες τους. Προβλέπεται, επιπρόσθετα, ότι σε αντίθετη περί­πτω­ση, αν δηλαδή εμμείνουν οι βουλγαρόφωνοι στα δικά τους πάτρια και δεν αλλαξο­φρο­νήσουν, θα εξοβελιστούν από τα εν λόγω κτήματα και αυτά θα εποικιστούν από έλληνες γεωργούς του Βασιλείου.

Η πιθανότητα αντικατάστασης τμήματος του ανεπιθύμητου πληθυσμού ίσως να ηχεί εξωπραγματική, τολμηρή και απροσδόκητη, ιδίως όταν αυτή σχεδιάζεται επί ξένου εδάφους. Από την άλλη όμως πλευρά, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι για την ελληνική εθνική ενέργεια η προοπτική αυτή φαντάζει ιδανική.

Προς το παρόν ας κρατήσουμε το ριζοσπαστικό της συγκεκριμένης πρότασης-εκδοχής του «εν Μακεδονία υπερασπιστή τόσων αγροτικών πληθυσμών» Ευταξία.  Η ιστορία της αντικατάστασης του πληθυσμού ή του εποικι­σμού της Μακεδονίας έχει και προϊστορία και μέλλον. Θα την ξαναβρούμε μπροστά μας πολύ σύντομα.

Ο διά των κεφαλαίων εισοδισμός στη Μακεδονία θεωρείται από τον Ευταξία βέβαιο ότι θα επιτύχει, καθώς κρίνεται εξασφαλισμένη η τοποθέτηση και η απόδοσή τους, αλλά και επειδή προβλέπεται στο άμεσο μέλλον υπερτίμηση της γης. Το επιτυχές του πράγματος θα κεντρίσει το ενδιαφέρον των κεφαλαιούχων που θα οσμισθούν βέβαιο κέρδος. Το φαινόμενο της χιονοστιβάδας, από εκεί και πέρα,  θεωρείται δεδομένο. Εξ ού και οι αναγκαίοι πόροι για τα παρθεναγωγεία, τα γυμνάσια, τα πρότυπα σχολειά, την ιερατική σχολή, την ελληνοτουρκική εφημερίδα, τις επενδύσεις στο εμπόριο κτλ. κτλ.

Όπως θα φανεί στη συνέχεια, η πρόταση Ευταξία έτυχε καταπληκτικής υποδοχής, λόγω αλλά όχι έργω, από τους έλληνες ιθύνοντες. Η γη πράγματι υπερτιμήθηκε, αλλά άργησε κατά τρεις δεκαετίες, ενώ η πολιτική αβεβαιότητα βάρυνε περισσότερο απ’ όσο το εθνικό συμφέρον στις αποφάσεις των ομογενών κεφαλαιούχων.

 

Ο Σπύρος Καράβας διδάσκει Ιστορία στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Για λόγους χώρου, έχουν γίνει μικρές περικοπές και έχουν απαλειφθεί οι υποσημειώσεις. Οι μεσότιτλοι είναι των «Ενθεμάτων».

Η επικαιρότητα της σκέψης του Μαρξ και τα «καθήκοντα» των κριτικών στοχαστών

Standard

6ο Διεθνές Συνέδριο Μαρξ: Κρίσεις, εξεγέρσεις και ουτοπίες

Συνέντευξη του  Μιχάλη Βακαλούλη στον Γιάννη Μπαλαμπανίδη


Η διπλή κρίση, οικονομική και οικολογική, που γνωρίζει ο κόσμος μας, αποτελεί έναν ακόμα κρίκο στη μακρά αλυσίδα ρήξεων του σύγχρονου καπιταλισμού ή το ξεκίνημα μιας νέας εποχής; Οι σημερινές εξεγέρσεις μπορούν να εγγραφούν σε μια διαδικασία η οποία οδηγεί σε αυτό που ο μαρξισμός ορίζει ως «επανάσταση»; Πώς μπορεί η ουτοπία, αν αξιοποιήσουμε το κοινωνικό, πολιτικό, πολιτισμικό και ανατρεπτικό δυναμικό της, να γίνει πραγματικότητα;

Ο Μιχάλης Βακαλούλης

Αυτά ήταν ορισμένα από τα βασικά ερωτήματα που απασχόλησαν το 6ο Συνέδριο Marx International, με γενικό θέμα «Κρίσεις, εξεγέρσεις και ουτοπίες», το οποίο οργανώθηκε το περιοδικό Actuel Marx και ολοκληρώθηκε χθες Σάββατο στο Παρίσι (Université de Paris Ouest, Nanterre). Με την ευκαιρία αυτή, μιλήσαμε με τον Μιχάλη Βακαλούλη, μέλος της οργανωτικής επιτροπής του Συνεδρίου, τα ερευνητικά ενδιαφέροντα του οποίου, όλα τα τελευταία χρόνια, συνδέονται στενά με τη θεματολογία του συνεδρίου

«E»

Έμιλ Νόλντε, «Χορός», 1914

Στις 22-25 Σεπτέμβρη οργανώθηκε στη Γαλλία το 6ο Συνέδριο Marx International. Ποια θέση νομίζετε ότι έχει η μαρξιστική ανάλυση στο πνευματικό κλίμα που κυριαρχεί σήμερα, στη Γαλλία αλλά και διεθνώς;

Από το πρώτο Διεθνές Συνέδριο Μαρξ (1995) μέχρι σήμερα έχουν σημειωθεί πολλαπλές κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές. Η κρίση συσσώρευσης του κεφαλαίου εμφανίζεται πιο εκρηκτική, ενώ η χρεοκοπία των νεοφιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών είναι πρόδηλη, ακόμα και στα μάτια των οργανικών ιδεολόγων που τις γιόρταζαν μόλις πριν λίγο με τυμπανοκρουσίες. Το σύστημα έχει επεκτείνει ορμητικά τα όριά του από την παραγωγή στη σφαίρα της αισθητικής και της καθημερινής ζωής, αλλά ξαναβρίσκει τις καταστατικές αντιφάσεις του σε μια ευρύτερη κλίμακα. Η αίσθηση ότι ο σημερινός κόσμος βρίσκεται σε αδιέξοδο, οικονομικό και οικολογικό, πολιτικό και ανθρωπολογικό, είναι διάχυτη στην κοινή γνώμη.

Γιατί στη σημερινή συγκυρία η σκέψη του Μαρξ αποχτά ξανά μια απαράμιλλη επικαιρότητα; Διότι δεν αποτελεί απλώς ένα μνημείο του παρελθόντος που εγκαθιδρύει οριστικές αλήθειες, αλλά ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο κριτικής διάγνωσης του παρόντος και πολιτικής προβολής στο μέλλον. Φυσικά, δεν αρκεί να σκορπίσουμε λίγη μαρξιστική χρυσόσκονη, για να γίνουν οι σχέσεις εκμετάλλευσης πιο αναγνώσιμες και οι κοινωνικές αντιστάσεις πιο βιώσιμες. Οι ιδεολογικές συγκρούσεις δεν εξαντλούνται σε απλές αντιπαραθέσεις ιδεών, αλλά παραπέμπουν στην υλικότητα του συνόλου των μηχανισμών συμβολικής κυριαρχίας (κράτος, αγορά, μεταμοντέρνες δομές εξατομίκευσης). Η σημερινή κρίση δεν σηματοδοτεί μια ιδεολογική παλινόρθωση του μαρξισμού ούτε πιστοποιεί αυτόματα την ερμηνευτική του γονιμότητα. Όμως το ιδεολογικό κλίμα τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει αισθητά και η δεκτικότητα των μαρξιστικών ερωτημάτων κερδίζει έδαφος.

Συνέχεια ανάγνωσης

Για την επανάσταση του αυτονόητου

Standard

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ. ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΨΥΧΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

του Νικόλα Σεβαστάκη

Με το κείμενο αυτό ξεκινάει στα «Ενθέματα» η τακτική συνεργασία του Νικόλα Σεβαστάκη, με γενικό τίτλο «Το δέντρο και το δάσος. Σχόλια  για τον ψυχισμό της εποχής» (εμπνευσμένο από τη φράση τού Πωλ Βαλερύ «La folie generale. Essai sur le psychisme actuel»). Τα «Ενθέματα» καλοσωρίζουν, με ιδιαίτερη χαρά, τον καλό φίλο και συνεργάτη.


Έρικ Χέκελ, "Κορίτσι", 1911

Αν έχω καταλάβει καλά διανύουμε επαναστατική περίοδο. Η «επανάσταση του αυτονόητου» προορίζεται να σαρώσει με το σπαθί του Μνημονίου όλες τις αγκυλώσεις, όλους τους αναχρονισμούς και τις νοσηρές καταστάσεις που στραγγίζουν τους χυμούς της χώρας και τη δημιουργική ενέργεια των κατοίκων της.

Αστειεύομαι, φυσικά. Αλλά πάλι δεν είναι καθόλου αστείο αν σκεφτούμε το χάος και τα απωθητικά πόκερ της καθ’ ημάς Αριστεράς. Τι είναι όμως, στα σοβαρά τώρα, το αυτονόητο; Που βρίσκεται άραγε αυτή η νέα ήπειρος της κοινής λογικής που τώρα τελευταία φαίνεται να συνεπαίρνει ως και αριστερούς δημοκράτες οι οποίοι ανακαλύπτουν τη «δημόσια ορθολογικότητα» ως μοναδικό αξιόπιστο κριτήριο αριστερής υπευθυνότητας;

Αυτονόητο είναι ας πούμε ότι δεν θέλουμε την αρρώστια, την ένδεια, την αναξιοπρεπή και ταπεινωτική μεταχείριση. Είναι η αναζήτηση της ομορφιάς, η απαίτηση να μην μας περιφρονούν, η επιθυμία όλων για μια εργασία που δεν συνθλίβει και αφήνει περιθώρια σε μια πληρέστερη ζωή. Αυτονόητη είναι η ενόχληση και η πικρία από χίλιες δυο λεπτομέρειες της καθημερινότητας, από εμπειρίες απογοητευτικές ή πράξεις που εξοργίζουν.

Όσο όμως προχωρούμε σε πιο σύνθετα αντικείμενα, σε τόπους πολιτικούς και θέματα σχετικά με τη διεύθυνση των συλλογικών υποθέσεων, τα αυτονόητα λιγοστεύουν. Οι ερμηνείες, οι ορισμοί, τα πορίσματα διαφέρουν όπως διαφέρουν τα συμφέροντα και οι αντιλήψεις για το δημόσιο αγαθό. Όπως, εν τέλει, διαφέρουν οι περιγραφές του κόσμου και οι επιθυμίες για τη φύση των αλλαγών που χρειάζονται. Και έτσι πρέπει να είναι: όποιος διεκδικεί αποκλειστικότητα στην κοινή λογική ολισθαίνει στην καθαρή ανοησία.

Το χειρότερο είναι όμως όταν μια τέτοια υπερφίαλη αξίωση επιδιώκει να εκβιάσει τους υπόλοιπους επισείοντας τετριμμένα διλήμματα: το πίσω και το εμπρός, τη συντήρηση και την πρόοδο, την ακινησία και την κίνηση, τα κεκτημένα και τα μη κεκτημένα. Πλασματικές «διαιρέσεις» που αναβιώνουν άλλη μια φορά την επικοινωνιακή πολιτική του νεοφιλελευθερισμού, αυτής ιδιαίτερα της μυρωδάτης ποικιλίας του που καλλιεργήθηκε στις δεξαμενές σκέψης του νέου Κέντρου και της μετα-παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Οι νέοι φιλελεύθεροι

Standard

του Νικόλα Σεβαστάκη

(αναδημοσίευση από την Ελευθεροτυπία)

[…] Αυτοί τους οποίους αποκαλώ εδώ νέους φιλελεύθερους, είναι από τους πιο ένθερμους θιασώτες της μετάβασης σε αυτό που ζωγραφίζουν ως μια Ελλάδα «κανονική», cool, μεταδογματική, ευπρεπισμένη. Αναφέρομαι εδώ σ’ έναν χώρο που τελευταία δείχνει να διευρύνει την επιρροή του κυρίως στο δημόσιο σχολιασμό του πολιτισμού και των κοινωνικών συμπεριφορών· σε μια ευαισθησία η οποία ελκύει ιδιαίτερα τους ανθρώπους του λογοτεχνικού σιναφιού και του πολιτισμικού πεδίου, συγγραφείς, καλλιτέχνες και δημοσιογράφους γνώμης. Από το Athens Review of Books μέχρι το ΕΚΕΒΙ, από την Καθημερινή μέχρι το Protagon.gr, από τη φιλελεύθερη Αριστερά μέχρι το «φωτισμένο» συντηρητισμό διαμορφώνονται πλέον αξιοσημείωτες συγκλίσεις. Ο δρόμος χαράχτηκε ουσιαστικά ήδη από τη δεκαετία του ’90 μέσα από το μετα-lifestyle έντυπο που μετεξελίχτηκε στη συνέχεια σε free press.

Προς διευκρίνιση: οι νέοι φιλελεύθεροι δεν είναι νεοφιλελεύθεροι. Ή δεν είναι κατά βάση νεοφιλελεύθεροι. Παρά το ότι αναγνωρίζουν την «ελεύθερη οικονομία» ως τον αξεπέραστο ορίζοντα της εποχής και μάλλον ως την οριστική μορφή του ανθρώπινου Λόγου, παρά το ότι γοητεύονται από τη συγκινητική φιγούρα του επιχειρηματία-δημιουργού καινοτομίας, η αιχμή των παρεμβάσεών τους είναι μια ορισμένη πολιτισμική κριτική. Κατά κάποιον τρόπο ανακαλύπτουν πράγματα που στη Γαλλία των αρχών του ’80 αποτελούσαν το αντιολοκληρωτικό ρεύμα. Συνέχεια ανάγνωσης