Η άυλη αξία του Πειραιά

Standard

Γιατί η COSCO θέλει όλο τον Πειραιά κι όχι μόνο τα κοντέινερ

 του Κωστή Χατζημιχάλη

Τι ακριβώς πούλησε το ΤΑΙΠΕΔ και η ελληνική κυβέρνηση στην COSCO με το σκανδαλωδώς χαμηλό ποσό των 280,5 εκατ. ευρώ άμεσα και 90 εκατ. σε πέντε χρόνια; Ξέρουμε ότι η πώληση ήταν δέσμευση των προηγούμενων κυβερνήσεων· αλλά τελικά με ποιον τρόπο υπολογίστηκαν αυτά τα 370,5 εκατ.; «Αυτό που βλέπεις σε ένα λιμάνι», υποστηρίζει ο Τόνι Τεραγκόσα, πρόεδρος του λιμανιού της Βαλένθια στην Ισπανία, «είναι μόνο το 10% αυτού που το κάνει ισχυρό και φημισμένο. Το άλλο 90% είναι η κρυφή, άυλη αξία του». Η φήμη και τα περισσότερα άυλα χαρακτηριστικά που δίνουν αξία στον Πειραιά είναι γνωστά. Αξίζει όμως να θυμηθούμε σύντομα τα σημαντικότερα, για να καταλάβουμε γιατί θέλουν οι Κινέζοι όλο τον Πειραιά αφού έχουν ήδη τα κοντέινερ στα οποία ειδικεύονται και γιατί έδωσαν «κάτι παραπάνω» για να αποκτήσουν και την άυλη αξία του.

1. Το πρώτο είναι η γεωστρατηγική θέση η οποία συγκροτείται από τρία επιμέρους στοιχεία: α) εγγύτητα στη Διώρυγα του Σουέζ και μικρή απόκλιση από τους διεθνείς θαλάσσιους δρόμους που εξυπηρετούν το εμπόριο Κίνας–Ευρώπης, β) φυσική προφύλαξη και μεγάλο βάθος που επιτρέπει προσέγγιση μεγάλων πλοίων τρίτης γενιάς, χωρίς κόστη εκβάθυνσης, παλίρροιας και πάγων και γ) παρουσία στη ζώνη ευρώ και Σένγκεν που διασφαλίζει χρηματοπιστωτική σταθερότητα και περιορίζει τη τελωνειακή γραφειοκρατία ώστε, μετά τον έλεγχο στο Πειραιά, τα κοντέινερ να κυκλοφορούν ελεύθερα στην ΕΕ. Η εγκατάσταση της COSCO στον Πειραιά το 2009 ήταν στρατηγική επιλογή της κινεζικής κυβέρνησης και προηγήθηκε χρονικά, όπως και οι επενδύσεις σε άλλα λιμάνια το διάστημα 1990-2008, της αναγγελίας του φιλόδοξου σχεδίου για τον «Θαλάσσιο δρόμο του μεταξιού» που έγινε το 2013. Ο λόγος είναι προφανής: πρώτα κατοχυρώνεις την παρουσία σου σε γεωστρατηγικές θέσεις, όπως τα λιμάνια, αποκλείοντας ανταγωνιστές, και μετά ανακοινώνεις το παγκόσμιο σχέδιο που τα συνδέει περιορίζοντας έτσι «παράλογες» απαιτήσεις από τις χώρες εγκατάστασης. Συνέχεια ανάγνωσης

Το «ταμείο ιδιωτικοποιήσεων» και η επιστροφή στην πολιτική της ισχύος

Standard

του Νιλς Καντρίτσκε

μετάφραση: Ίων Δραγουμάνος

Ο Βόλφγκανγκ Μίνχαου έγραψε μια καταιγιστική –και δυστυχώς εύστοχη––κριτική για το χαρακτήρα του νέου «προγράμματος διάσωσης» το οποίο επιβλήθηκε την περασμένη Δευτέρα το πρωί στην κυβέρνηση Τσίπρα στις Βρυξέλλες (το γερμανικό κείμενο στον Spiegel εδώ). Δεν έχω να προσθέσω πολλά στο άρθρο αυτό, κυρίως σε ό,τι αφορά την πολιτική της κυβέρνησης Σόιμπλε-Μέρκελ, κυβέρνηση στην οποία ο «αντικαγκελάριος» Γκάμπριελ επέλεξε να παριστάνει απλώς τον συνοδηγό. Στους αγώνες μοτοσυκλέτας, στην παλιομοδίτικη κατηγορία των μηχανών με καρότσα, ο ρόλος του συνοδηγού ήταν απλώς να κρεμιέται έξω από την καρότσα έτσι ώστε να μην φεύγει στις στροφές το όχημα. Ο συνοδηγός αυτός ήταν γνωστός και ως «ο γρασαδόρος», γιατί ήταν υπεύθυνος για τη συντήρηση και την προετοιμασία της μοτοσυκλέτας πριν από τον αγώνα. Πολύ θα ταίριαζε ο χαρακτηρισμός αυτός για να περιγράψει τον πολιτικό ρόλο που έχει ανατεθεί στη σοσιαλδημοκρατία για την εσωτερική και την εξωτερική πολιτική της Γερμανίας στην εποχή Σόιμπλε-Μέρκελ.

Μάριος Βατζιάς, «Πριν από τον Παράδεισο», 1967

Μάριος Βατζιάς, «Πριν από τον Παράδεισο», 1967

Ο Μίνχαου περιγράφει τα όσα συνέβησαν πρόσφατα στις Βρυξέλλες ως πολιτική ισχύος στο πρότυπο του 19ου και του 20ού αιώνα, όταν ο ισχυρότερος επέβαλε στον ασθενέστερο τη θέλησή του. Το καλύτερο παράδειγμα για να εικονογραφήσει αυτή την πολιτική ισχύος σήμερα είναι ένα πολύ συγκεκριμένο μέτρο που αποφασίστηκε στις Βρυξέλλες και πρέπει να το εφαρμόσει η Ελλάδα. Αναφέρομαι στο κατασκεύασμα του «ταμείου ιδιωτικοποιήσεων», το οποίο αναμένεται να αποφέρει 50 δισ. ευρώ από την πώληση περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου. Αν εξετάσουμε λίγο καλύτερα αυτή την ευρεσιτεχνία, είναι πολλά αυτά που μας κάνουν εντύπωση. Συνέχεια ανάγνωσης

Το λιμάνι δεν είναι πράγμα• είναι σχέση

Standard

της Ελένης Κυραμαργιού

Στη διαδρομή από το λιμάνι του Πειραιά προς το Πέραμα, οι εικόνες εναλλάσσονται συνεχώς, με τη θάλασσα στα αριστερά να οριοθετεί τις ταυτότητες των γειτονιών και των ανθρώπων τους. Λίγο πριν το Πέραμα, στους προβλήτες 2 και 3 του λιμανιού οι ολοκαίνουργιοι γερανοί της Cosco, με τα εντυπωσιακά φώτα τους, ξεφορτώνουν εμπορεύματα μέρα-νύχτα.

Λιπάσματα, Δραπετσώνα 2014. Φωτογραφία της Αλεξίας Γιακουμπίνη

Λιπάσματα, Δραπετσώνα 2014. Φωτογραφία της Αλεξίας Γιακουμπίνη

Δίπλα τους ο προβλήτας 1, που ακόμα ανήκει στον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς, μοιάζει σχεδόν εγκαταλελειμμένος, οι δικοί του γερανοί παλιοί, τα εμπορεύματα λιγοστά και οι ρυθμοί δουλειάς λιγότερο εντατικοί – μιας και μαζί με τους προβλήτες πουλήθηκαν στην Cosco και τα συμβόλαια φορτοεκφόρτωσης εμπορευματοκιβωτίων. Ο προβλήτας 1 αλλά και ολόκληρη η λιμενική ζώνη το τελευταίο διάστημα έχουν επανέλθει στην επικαιρότητα. Η ιδιωτικοποίηση του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς — μέρους ή του συνόλου των μετοχών του– παρουσιάζεται ως αναγκαία λύση για το πρόβλημα του χρέους, αλλά και για την ανάπτυξη της ελληνική οικονομίας.

Αριθμοί και στατιστικά στοιχεία, εκατομμύρια ευρώ και τόνοι εμπορευμάτων γεμίζουν τις αναλύσεις για το ποια είναι η πιο συμφέρουσα λύση για την ελληνική κυβέρνηση και το δημόσιο χρέος. Η συζήτηση γύρω από τη πώληση του, σε κυβερνητικό επίπεδο, μας δείχνει ότι το λιμάνι αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο προς πώληση, όπως άλλωστε και το σύνολο της δημόσιας περιουσίας. Σε όλη αυτή τη διαδικασία, το λιμάνι, ή, ακριβέστερα, η πώληση του λιμανιού εμφανίζεται ως μια από τις πιο συμφέρουσες επενδύσεις ή λύσεις στο πρόβλημα του χρέους. Παρότι η αξία του λιμανιού σε εκατομμύρια ευρώ και τα έσοδα των κρατικών ταμείων μονοπωλούν τις αντιπαραθέσεις γύρω από τη πώληση του λιμανιού, υπάρχει μία ακόμα παράμετρος, πολύ κρίσιμη κατά τη γνώμη μου, η οποία όμως απουσιάζει από τη δημόσια συζήτηση για το θέμα αυτό. Συνέχεια ανάγνωσης

Οικονομική πολιτική της κυβέρνησης: το λάθος είναι… το σωστό

Standard

 Η γερμανική οικονομία, οι ευρωπαϊκές εξελίξεις και η Ελλάδα

Γιατί οι λόγοι της αντίθεσής μας στις ιδιωτικοποιήσεις δεν (πρέπει να) είναι μόνο ιδεολογικοί 

  του Χρήστου Χατζηιωσήφ

Μαξ Ερνστ, «Η Παναγία μπατσίζει τον Χριστό», 1926

Μαξ Ερνστ, «Η Παναγία μπατσίζει τον Χριστό», 1926

Η γερμανική οικονομία εμφανίζεται σήμερα σαν το επιτυχημένο παράδειγμα προς μίμηση. Το 40% του ΑΕΠ κατευθύνεται στις εξαγωγές, η Γερμανία είναι η τρίτη εμπορική δύναμη στον κόσμο μετά την Κίνα και τις ΗΠΑ, το εμπορικό πλεόνασμα ξεπερνά τα 188 δισ. το 2012, ίσο σχεδόν με εκείνο της Κίνας. Με τα πλεονάσματα αυτά η γερμανική κυβέρνηση χρηματοδοτεί, ή υπόσχεται να χρηματοδοτήσει, τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές, επιβάλλοντας τους όρους της. Η βάση όμως της πολιτικής ισχύος της Γερμανίας, οι εξαγωγές, ενέχει τα σπέρματα της αναίρεσής της και η σημερινή ριψοκίνδυνη και επιθετική πολιτική έχει στόχο να μη γίνουν οι κίνδυνοι πραγματικότητα. Ο πρώτος κίνδυνος προέρχεται από την ανατροπή της διεθνούς οικονομικής συγκυρίας. Για να προστατευθούν από αυτόν, οι ιθύνοντες δεν ακολουθούν μια απλή εξαγωγική πολιτική, αλλά εδώ και δεκαετίες προωθούν την παραγωγική ενσωμάτωση των γερμανικών βιομηχανιών μέσω άμεσων επενδύσεων στις κυριότερες ξένες αγορές τους ανά την υφήλιο (ΗΠΑ, Μεξικό, Κίνα, Βραζιλία). Το πεδίο αναφοράς της γερμανικής οικονομικής πολιτικής έχει παύσει να είναι ευρωπαϊκό· είναι παγκόσμιο. Το 2012 η Ε.Ε. απορρόφησε 37% των γερμανικών εξαγωγών, έναντι 46% το 1999.

Δύναμη και αδυναμίες της γερμανικής οικονομίας

Ένας άλλος εξωτερικός κίνδυνος είναι ότι η Γερμανία αδυνατεί να ελέγξει τη διεθνή κίνηση κεφαλαίων. Οι μεγάλες ζημιές που υπέστησαν οι γερμανικές τράπεζες στις επενδύσεις τους στην αμερικανική αγορά παραγώγων το 2008 δείχνει ότι τα αμερικανικά hedge funds έχουν τη δυνατότητα να εκμηδενίσουν τη γερμανική αποταμίευση. Τον κίνδυνο αυτόν προσπαθεί να τον αποτρέψει η γερμανική πολιτική διαμορφώνοντας έναν ελεγχόμενο ευρωπαϊκό τραπεζικό χώρο. Από αυτόν η Γερμανία θα αντλεί αποταμιεύσεις, αντισταθμίζοντας τις πρόσφατες απώλειες των τραπεζών της και θα χρηματοδοτεί χαμηλότοκα τις βιομηχανικές της επενδύσεις, μειώνοντας προοπτικά την έκθεσή της στα αγγλοσαξονικά κερδοσκοπικά κεφάλαια. Ο κύριος εσωτερικός παράγοντας που θα υπονόμευε τις εξαγωγικές επιδόσεις είναι η άνοδος του κόστους της εργασίας. Χάρη σε ένα μοναδικό στην Ευρώπη κορπορατιστικό σύστημα και την απορρόφηση της Ανατολικής Γερμανίας, το κόστος της εργασίας συγκρατήθηκε επί μακρόν σε χαμηλά επίπεδα. Σήμερα, πάνω από 7 εκατομμύρια γερμανοί εργαζόμενοι αμείβονται με λιγότερο από χίλια ευρώ τον μήνα, ενώ το επίπεδο των συντάξεων προβλέπεται να πέσει το 2020 στο 40% του τελευταίου μισθού. Για πρώτη φορά μεταπολεμικά υπάρχουν στη Γερμανία μισθωτοί που δεν μπορούν να ζήσουν με την αμοιβή της εργασίας τους. Η γερμανική κυβέρνηση προσπαθεί να συγκαλύψει αυτή την κατάσταση, που έχει αρχίσει να δημιουργεί αντιδράσεις στο εσωτερικό. Καθυστέρησε τη δημοσίευση της έκθεσης για τη φτώχεια του Υπουργείου Εργασίας, την οποία και λογόκρινε. Πιέζει επίσης τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες να μειώσουν τους μισθούς, όχι για να γίνουν ανταγωνιστικές, αλλά για να αποτρέψει τη μετάδοση των μισθολογικών αυξήσεων στη Γερμανία. Ταυτόχρονα, η δημοσίευση σειράς στατιστικών μελετών που εμφανίζουν τους Νοτιοευρωπαίους πλουσιότερους από τους Γερμανούς έχει στόχο να αποπροσανατολίσει την εσωτερική συζήτηση, καθώς το SPD υιοθέτησε ως κεντρικό προεκλογικό του σύνθημα το «περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη», ενώ έχει ανέβει η απεργιακή διάθεση των συνδικάτων.

Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ, «Μαρτσέλα», 1909-1910

Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ, «Μαρτσέλα», 1909-1910

Η επιτυχία στην αποτροπή του κινδύνου της αύξησης του κόστους της εργασίας, σε συνδυασμό με πολιτισμικούς παράγοντες, έχει οδηγήσει σε δραματική μείωση των γεννήσεων, τη μεγαλύτερη μακροπρόθεσμα απειλή για την επιβίωση του γερμανικού οικονομικού μοντέλου. Έκθεση του ΟΟΣΑ υπολογίζει ότι χωρίς την είσοδο μεταναστών το 2050 ο ενεργός πληθυσμός θα πέσει από 44 εκατομμύρια σήμερα σε 28. Μόνο αν η καθαρή μετανάστευση προς τη Γερμανία ξεπερνά τις 400.000 τον χρόνο θα μπορέσει η γερμανική οικονομία να διατηρήσει την παραγωγική της ικανότητα. Κατά τους εννέα πρώτους μήνες, Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία και Πορτογαλία έστειλαν στη Γερμανία 95.000 μετανάστες, στην πλειονότητα υψηλού μορφωτικού επιπέδου. «Οι νέοι Γκασταρμπάιτερ. Η ελίτ των νέων της Ευρώπης για τη γερμανική οικονομία», έγραφε το εξώφυλλο του Der Spiegel στις 25 Φεβρουαρίου. Θριαμβευτικός τόνος, που θύμιζε προπαγανδιστικά δημοσιεύματα της πολεμικής περιόδου για το Reichseinsatz, την αναγκαστική στράτευση των ευρωπαίων εργατών στη γερμανική πολεμική παραγωγή. Δεν εκπλήσσει λοιπόν ότι από την πρώτη στιγμή η γερμανική κυβέρνηση έσπευσε να επωφεληθεί από την κρίση στις χώρες του Νότου για να αποσπάσει εργατικό δυναμικό. Δεν είναι τυχαίο ότι ο προσωπικός απεσταλμένος της καγκελαρίου Μέρκελ στην Ελλάδα είναι ο υφυπουργός Εργασίας.

Με μία φράση, η γερμανική οικονομία είναι αρκετά ισχυρή, ώστε οι κυβερνώντες να πειθαναγκάζουν τις ηγεσίες των άλλων ευρωπαϊκών χωρών να εφαρμόζουν μια πολιτική που απομυζά προς όφελός της τις δυνάμεις των δικών τους οικονομιών, αλλά δεν διαθέτει την κρίσιμη μάζα που θα της επέτρεπε να παρασύρει στην ανάπτυξη το σύνολο της ευρωπαϊκής οικονομίας, ασκώντας μια πραγματική ηγεμονία. Οι γερμανοί πολιτικοί όλων των εκπροσωπούμενων στην Μπούντεσταγκ κομμάτων, οι επιχειρηματίες και τα συνδικάτα έχουν συνείδηση το πόσο εύθραυστη είναι η σημερινή εξαγωγική τους αιθρία, αλλά ακριβώς η συναίσθηση της αδυναμίας του συστήματος τους καθιστά ανασφαλείς και τους αποτρέπει να ριψοκινδυνέψουν μια ριζική αναθεώρηση της ακολουθούμενης πολιτικής. Μόνο μια βαθιά και μεγάλης διάρκειας ύφεση στην Κίνα θα μπορούσε να οδηγήσει τους γερμανούς ιθύνοντες, για το δικό τους συμφέρον, να υιοθετήσουν μια πιο αλληλέγγυα ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική. Το αίτημα για«περισσότερη Ευρώπη», που προβάλλεται σαν η λύση από ορισμένες πολιτικές δυνάμεις στις χώρες που πλήττει η κρίση, δεν μπορεί να αποτελέσει λύση: με τον σημερινό συσχετισμό ισχύος, θα οδηγούσε στη θεσμική επικύρωση της πολιτικής που έχει επιβάλει η Γερμανία. Η θεσμική κατοχύρωση αυτής της πολιτικής έχει ήδη συντελεσθεί σε μεγάλο βαθμό με την υιοθέτηση από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις του –γερμανικής έμπνευσης– δημοσιονομικού συμφώνου και των παραρτημάτων του. Είναι αυτό ακριβώς το σύμφωνο που χαράσσει τα στενά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί η χαλάρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, την οποία διεκδικούν σήμερα η Ιταλία, η Ισπανία, η Γαλλία, αλλά πλέον και η «βόρεια» Ολλανδία. Συνέχεια ανάγνωσης

Ιδιωτικοποιήσεις και ιδιωτική εξουσία: Φορολόγηση χωρίς αντιπροσώπευση

Standard

του Ευκλείδη Τσακαλώτου

Φωτογραφία της Χαράς Καμιναρά, από την έκθεση στο Ελληνικό Παράρτημα του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ (Καλλιδρομίου 17). H έκθεση θα διαρκέσει από την Τρίτη 9 μέχρι την Παρασκευή 12 Οκτωβρίου (καθημερινά 11:00–16:00).

Έχει αναπτυχθεί διεθνώς μια πλούσια συζήτηση και υπάρχει τεράστια βιβλιογραφία σχετικά με την αποτελεσματικότητα των ιδιωτικοποιήσεων των κοινωνικών αγαθών που επιβλήθηκαν σταδιακά στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού, μετά το 1980. Οι γνώμες διίστανται για το πόσο αυξήθηκε η παραγωγικότητα, πόσο ενισχύθηκε η ανταγωνιστικότητα στις διάφορες αγορές, για το αν κέρδισαν αισθητά οι καταναλωτές από την όλη διαδικασία. Όλο και περισσότερο, μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008, αμφισβητούνται τα αποτελέσματα αυτών των ιδιωτικοποιήσεων. Σε πολλές περιπτώσεις δεν είχαμε συνολική βελτίωση της οικονομικής αποτελεσματικότητας, αλλά αναδιανομή υπέρ των νέων μετόχων, σε βάρος των εισοδημάτων, των θέσεων εργασίας και της ποιότητας των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων. Σε πολλές άλλες, πάλι, οι ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις «αμέλησαν» να προβούν στις αναγκαίες επενδύσεις σε δίκτυα, αναγκαίους εξοπλισμούς κλπ. Σε άλλες, ο ρόλος του κράτους δεν μειώθηκε, όπως υπόσχονταν οι ιδεολόγοι του νεοφιλελευθερισμού: το κράτος παρέμεινε ο βασικός προμηθευτής και εμπλεκόταν, συχνά με αδιαφανείς διαδικασίες, με διάφορες ιδιωτικές υπεργολαβικές εταιρίες, που ήξεραν πώς να αποσπάσουν κρατικά συμβόλαια, αλλά δεν έπειθαν ότι διέθεταν κάποιο άλλο συγκριτικό πλεονέκτημα. Συνέχεια ανάγνωσης

Όλα για πούλημα: κοψοχρονιά τα φιλέτα

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

 

Νίκος Βλάχος, «Prostitute», 2011 (από την έκθεση-δημοπρασία «Συμβολή 39 καλλιτεχνών για τα ΑΣΚΙ», Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, 7-9 Απριλίου)

Την πρώτη φορά που έγινε λόγος για την ανάγκη να αντληθούν 50 δισεκατομμύρια από την πώληση δημόσιας περιουσίας, βγήκαν χαράματα οι υπουργοί και βγάζανε κραυγές και διαψεύσεις. Τελικά η πώληση θα γίνει, μόνο που καταφέραμε να αποκληθεί «αξιοποίηση», και το παρουσιάσαμε περίπου σαν εθνικό θρίαμβο ανήμερα της 25ης Μαρτίου. Βέβαια, η αναγγελία για την «αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας» προκάλεσε μεγάλη αίσθηση, και όχι άδικα, αν αναλογιστούμε προηγούμενες επιδόσεις του νεοελληνικού κράτους στο ξεπούλημα, που μάλιστα είχαν γίνει σε ομαλές συνθήκες ήρεμης και αβίαστης διαφθοράς, και όχι τώρα που θα έχουμε επιπλέον το μνημονιακό πιστόλι στον κρόταφο και όπου όλα δείχνουν ότι η αξιοποίηση θα είναι, στην πραγματικότητα, εκποίηση, κάτι που δεν μας ξαφνιάζει, εμάς που λεξιλογούμε, αφού οι δυο λέξεις έχουν… κοινή κατάληξη.

Η εκποίηση είναι αρχαία, με αρχαιότερη ανεύρεση στον Ηρόδοτο (αν και, στο πνεύμα της αδιατάρακτης συνέχειας της ελληνικής γλώσσας, στον Ηρόδοτο σήμαινε «εκσπερμάτωση»), ενώ η αξιοποίηση είναι νεότερος λόγιος σχηματισμός. Οι αρχαίοι δεν αξιοποιούσαν, φαίνεται. Πιο κοινά, θα την πούμε πώληση, πούλημα, ή και ξεπούλημα.

Συνέχεια ανάγνωσης

Πριν από σας, για σας: το κράτος μεριμνά για την ιδιωτική ασφάλιση των ανέργων

Standard

του Βαγγέλη Κουμαριανού

Ανρί Ματίς, «Κόκκινος χορευτής», 1938

 

Το 2010, στην αγορά εργασίας, από τις 850.000 ανέργους, οι εγγεγραμμένοι στον ΟΑΕΔ φτάνουν τους 600.000. Ακόμα κι αν θεωρήσουμε πως το επίδομα ανεργίας αποτελεί επαρκή αντιμετώπιση του προβλήματος, περίπου 400.000 άνεργοι, οι μισοί δηλαδή, δεν έχουν καμία ιατρική κάλυψη. Πρόσφατα μάλιστα μαθεύτηκαν, από τα πιο επίσημα χείλη, τα σχέδια του Υπουργείου Εργασίας και της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών για το συγκεκριμένο θέμα.

Ο ΟΑΕΔ μπορεί να μην έχει τα χρήματα για να καλύψει την περίθαλψη των ανασφάλιστων ανέργων αλλά προτείνεται να επωμιστεί το κόστος ασφάλισης της υγείας τους με ιδιωτικά συμβόλαια. Πρόκειται για ομαδική ιδιωτική ασφάλιση την οποία επωμίζεται μεν το κράτος, την αναθέτει δε μαζικά στις ασφαλιστικές εταιρείες.

Άνεργοι στα δίχτυα των ασφαλιστικών

Οι παρεμβάσεις των εκπροσώπων των ασφαλιστικών εταιρειών και του κράτους στο συνέδριο των Financial Times με θέμα «The future of Insurance in Greece» φανερώνουν πως το μέλλον της ασφάλισης στην Ελλάδα σχεδιάζεται βάσει νεοφιλελεύθερων συνταγών. «Με λίγα χρήματα» θα δημιουργηθεί ένα ιδιωτικό «δίχτυ ασφαλείας», το οποίο θα χρηματοδοτείται από το κράτος και θα παρέχεται από την ασφαλιστική βιομηχανία. Μέχρι τώρα, παρά το ύψος των παροχών που θυμίζουν φιλόπτωχο ταμείο, θα πίστευε κανείς πως τουλάχιστον η προνοιακή πολιτική θα παρέμενε δημόσια. Ατυχώς.

Η γενναιοδωρία των ασφαλιστικών εταιρειών είναι πια δεδομένη για την υπουργό Εργασίας Λ. Κατσέλη: παρέχουν φτηνό δίχτυ ασφαλείας σε περίοδο κρίσης, έχοντας «πολύχρονη εμπειρία» στη μείωση του κόστους για «τις χρόνιες παθήσεις και τα ατυχήματα»! Έτσι, με 45 ευρώ το κεφάλι (συνολικά 22 με 25 εκατ. ευρώ, σύμφωνα πάντοτε με το Υπουργείο), 400.000 άνεργοι θα αποκτήσουν μονομιάς ιδιωτικό συμβόλαιο υγείας. Παρά την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και το ύψος της, οι καλυπτόμενες παροχές πρωτοβάθμιας περίθαλψης περιορίζονται στα ελάχιστα τσεκ απ και δεν καλύπτουν τη φαρμακευτική δαπάνη και τις ακριβότερες εξετάσεις των ανέργων που η κυβερνητική πολιτική αφήνει ανασφάλιστους.

Συνέχεια ανάγνωσης