Χωρίς ισότητα και αλληλεγγύη η ελευθερία είναι κενό γράμμα

Standard

 συνέντευξη του Στεφάν Εσσέλ 

μετάφραση: Μαρία Καλαντζοπούλου

 Ο διπλωμάτης και συγγραφέας Stéphane Hessel, ένας θρύλος της Γαλλικής Αντίστασης, πέθανε το βράδυ της Τρίτης σε ηλικία 95 ετών. Δημοσιεύουμε σήμερα μια συνέντευξή του στη Lina Sancari, που δημοσιεύθηκε στη Ηumanite (31.12.2010), με την ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου του «Αγανακτήστε!» (στα ελληνικά κυκλοφορεί σε μετάφραση Σώτης Τριανταφύλλου, από τις εκδ. Πατάκη).

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

hesselΠώς αντιμετωπίσατε την επιτυχία του βιβλίου σας «Αγανακτήστε!»; Ανταποκρινόταν σε μια ανάγκη της σημερινής  εποχής;

 Έμεινα κι εγώ κατάπληκτος απ’ την επιτυχία που γνώρισε το μικρό αυτό βιβλιαράκι. Ίσως επειδή ζούμε σε μια  εποχή αγωνίας, όπου δεν μπορούμε να διακρίνουμε καλά προς τα πού πηγαίνουμε. Έχουμε ξεκάθαρη τη συνείδηση ότι βρισκόμαστε στο μέσο –και όχι στο τέλος– μιας βαθιάς κρίσης της νεοφιλελεύθερης και απορρυθμισμένης οικονομίας, κι έτσι είναι αναμενόμενο να θέτουμε ερωτήματα για τα αίτια της  δυσλειτουργίας των κοινωνιών μας. Αφού ζούμε σε κοινωνίες που λειτουργούν προβληματικά, το πρώτο πράγμα που μας συμβαίνει, που το νιώθουμε σαν ανάγκη, είναι να αγανακτήσουμε.  Θυμόμαστε πως σε άλλες περιόδους της ιστορίας μας, έπρεπε επίσης να νιώσουμε αγανάκτηση, αν δεν θέλαμε να υποστούμε την ξένη κατοχή στη Γαλλία, ή σε περιστάσεις παθητικής ένδειας.

Το δημόσιο χρέος ή η απουσία πόρων χρησιμεύει συχνά ως επιχείρημα για την αμφισβήτηση κοινωνικών κατακτήσεων της Απελευθέρωσης. Για να πάμε πίσω στη δεκαετία του 1940, πώς το Εθνικό Συμβούλιο Αντίστασης (CNR) έθεσε αυτά τα θεμέλια, στο πλαίσιο μιας κατεστραμμένης Ευρώπης; Συνέχεια ανάγνωσης

Γιατί φοβούνται τον ΣΥΡΙΖΑ;

Standard

του Κύρκου Δοξιάδη

Πάουλ Κλε, «Τυμπανιστής», 1940

Πάουλ Κλε, «Τυμπανιστής», 1940

Για καιρό, η διάκριση Δεξιάς και Αριστεράς, στη διάχυτη αντίληψη περί πολιτικής, στην επικρατούσα πολιτική κουλτούρα, στα μυαλά πάρα πολλών ανθρώπων, αλλά ακόμη και σε κείμενα πολιτικής θεωρίας, συνοδευόταν από ένα δίλημμα που παρουσιαζόταν ως λίγο-πολύ αδυσώπητα αναπόφευκτο: Ότι στο γνωστό τρίπτυχο της ελευθερίας, της ισότητας και της αλληλεγγύης οφείλει κανείς να επιλέξει αν δίνει προτεραιότητα στον πρώτο όρο ή στους άλλους δύο. Και ανάλογα με αυτή του την επιλογή, αυτομάτως, ούτως ειπείν, τοποθετούσε κανείς τον εαυτό του προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά του ιδεολογικοπολιτικού φάσματος αντίστοιχα.

Όσο και αν ακούγεται υπερβολικά σχηματικό –και είναι–, το παραπάνω δίλημμα μαζί με την επίλυσή του ως κριτήριο διάκρισης Δεξιάς και Αριστεράς ήταν διάχυτο στην πολιτική ρητορεία, πρώτιστα της Δεξιάς. Ως επιχείρημα εναντίον της Αριστεράς ήταν πανίσχυρο. Και αυτό για δύο κυρίως λόγους, σε δύο διαφορετικά επίπεδα.

Στο πραγματολογικό-ιστορικό επίπεδο, είναι γεγονός ότι τα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού», με όλες τις λιγότερο ή περισσότερο σταλινικές παραλλαγές τους, αποτελούσαν ολοζώντανο παράδειγμα ότι τουλάχιστον για την Αριστερά το δίλημμα είχε όντως επιλυθεί εις βάρος της ελευθερίας. Για καιρό, όσο κι αν διαρρήγνυε τα ιμάτιά της η ανανεωτική Αριστερά ότι πιστεύει στην ελευθερία και στη δημοκρατία, λίγο ήταν πιστευτή, ακόμη και σε καλοπροαίρετους μη αριστερούς.

Η ειρωνεία είναι ότι και στο εννοιολογικό-θεωρητικό επίπεδο η Δεξιά επίσης έβρισκε ερείσματα στην Αριστερά. Αναφέρομαι στον οικονομικό αναγωγισμό που χαρακτήριζε κατά μέγα μέρος τον θεωρητικό λόγο της Αριστεράς, και που οδηγούσε, μεταξύ άλλων, σε μια ουσιώδη υποβάθμιση της αξίας της πολιτικής ελευθερίας — ήτοι, της ελευθερίας ως άρρηκτα συνδεδεμένης με την ιδιότητα του πολίτη καθώς και με την αξιακή στήριξη της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Εφόσον η Αριστερά δεν ενδιαφερόταν και τόσο για αυτήν ακριβώς την έννοια της ελευθερίας –έστω στον θεωρητικό της λόγο, αλλά η θεωρητική υποβάθμιση είχε και πρακτικές συνέπειες–, η Δεξιά βρήκε ελεύθερο το πεδίο να την υποβαθμίσει με τον δικό της τρόπο. Αρχικά επίσης στη θεωρία, κατόπιν και στην πράξη διαμέσου της εφαρμογής της πρώτης. Συνέχεια ανάγνωσης