Μαρκ Μπλοκ (6.7.1886-16.6.1944)

Standard

Από το «επάγγελμα του ιστορικού» στην Αντίσταση 

της Ρίκας Μπενβενίστε 

Στις 16 Ιουνίου του 1944, δέκα ημέρες μετά την Απόβαση στη Νορμανδία, δέκα εβδομάδες πριν από την απελευθέρωση του Παρισιού, τριάντα αντιστασιακοί, κρατούμενοι στη Λυών, οδηγούνται στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ανάμεσά τους ο πενηνταοκτάχρονος καθηγητής Μαρκ Μπλοκ.

Ο Μαρκ Μπλοκ από τον Ντέιβιντ Λιβάιν

Ο Μαρκ Μπλοκ από τον Ντέιβιντ Λιβάιν

Το όνομα του Μαρκ Μπλοκ είναι συνυφασμένο με τα Annales, το περιοδικό που ίδρυσαν από κοινού με τον Λυσιέν Φεβρ το 1929, και με μια σχολή ή έναν κύκλο ιστορικών που έδωσαν ώθηση στο ρεύμα που άλλαξε το επιστημολογικό παράδειγμα στην ιστοριογραφία, ανανεώνοντας εκ βάθρων τους τρόπους να σκεφτόμαστε το παρελθόν και να κάνουμε ιστορία. Υιοθετώντας με κριτικό τρόπο την οπτική και τις εξελίξεις που σημειώνονταν στις άλλες κοινωνικές επιστήμες οι ιστορικοί αυτοί αντιτάχθηκαν στην κυρίαρχη παραδοσιακή, θετικιστική ιστορία, διεύρυναν την αντίληψη για το τι συνιστά ιστορική πηγή. Όλα αυτά είναι αρκετά γνωστά, αξίζει όμως να θυμόμαστε πως o τρόπος να «κάνουμε ιστορία», που μας συνοδεύει σήμερα, αποτέλεσε κάποτε «μια μικρή διανοητική επανάσταση».

Ο Μαρκ Μπλοκ αναγνωρίζεται επίσης ως κορυφαίος ιστορικός του Μεσαίωνα. Τα μεγάλα βιβλία του για τους Θαυματουργούς βασιλιάδες (1924), για τα Πρωτότυπα χαρακτηριστικά της γαλλικής αγροτικής ιστορίας (1931) και για τη Φεουδαρχική κοινωνία (1939-40), αποτελούν μνημεία λογιοσύνης και πνευματικής τόλμης. Στις αναλύσεις του οι μεσαιωνικοί θεσμοί απέκτησαν σημασία ως εξουσίες που παρεμβαίνουν στη διαμόρφωση του αγροτικού τοπίου και στο κοινωνικό γίγνεσθαι, οι σχέσεις εξάρτησης συνδέθηκαν με την υλική ζωή και τις οικονομικές συνθήκες, οι δοξασίες και οι νοοτροπίες διεκδίκησαν ρόλο στην ερμηνεία του παρελθόντος. Τα άρθρα του για τη μεσαιωνική ιστορία, αλλά και βιβλιοκριτικές, σημειώματα και εκατοντάδες επιστολές που συνέγραψε μαρτυρούν τις περιέργειες και το ταμπεραμέντο του ιστορικού. Συνέχεια ανάγνωσης

Η ιστοριογραφία συνοδεύει τον 20ό αιώνα και παρεμβαίνει σ’ αυτόν

Standard

5-liakos-bΣυνέντευξη του Αντώνη Λιάκου με την ευκαιρία του διεθνούς  συνεδρίου History of of TwentiethCentury Historiography 

Μιλάει για τη σχέση ιστορίας-πολέμου-έθνους, την «απο-ευρωποίηση» της ιστοριογραφίας, τη μικροϊστορία, τον μαρξισμό

4-liakosΚοιτάζοντας το πρόγραμμα του συνεδρίου, μου κάνει εντύπωση το μέγεθος (130 σύνεδροι) αλλά και η προέλευση των συνέδρων — από τη Νότιο Αμερική έως την Ανατολική Ασία… Γιατί αυτό το συνέδριο και γιατί τώρα;

Ζούμε σ’ έναν κόσμο που αλλάζει συνεχώς, αλλά και στον οποίο το ενδιαφέρον για την ιστορία γίνεται ολοένα μεγαλύτερο και πιο μαζικό. Το ερώτημα είναι πώς φτάσαμε έως εδώ. Έχουμε πολλές μελέτες για το πώς διαμορφώθηκε η ιστοριογραφία τον 19ο αιώνα, τότε που συγκροτήθηκε ως κλάδος, συνδέθηκε με τη συγκρότηση του έθνους, και η ιστοριογραφία από σχόλη έγινε επάγγελμα. Ποιο είναι όμως το προφίλ της στον 20ό αιώνα; Και, κυρίως, πώς η ιστορία του 20ού αιώνα διαμόρφωσε την ιστοριογραφία; Η ιστοριογραφία δεν είναι ένας κλειστός κόσμος, που διαμορφώνεται με άξονα την εσωτερική του δυναμική. Βρίσκεται σε συνεχή αλληλεπίδραση με όσα συμβαίνουν, ακόμα κι αν αφορά την αρχαιότητα ή τους προϊστορικούς πολιτισμούς. Και αυτός ο αιώνας είδε δύο Παγκόσμιους Πολέμους με κατακλυσμιαία αποτελέσματα, είδε εξανδραποδισμούς λαών, αναγκαστικές μετοικεσίες, είδε την αποαποικιοποίηση, την εκτόξευση της τεχνοεπιστήμης, την αλλαγή της σχέσης ανάμεσα στα δύο φύλα, μεγάλες και συμπαγείς αντιμαχόμενες ιδεολογίες, την παγκοσμιοποίηση που έκανε τον κόσμο ένα αλληλοσυνδεδεμένο σύνολο, αλλά και τις συνεχείς κρίσεις. Ένας αιώνας πολύ διαφορετικός από τον 19ο. Η ιστοριογραφία δεν καταγράφει απλώς το παρελθόν· συνοδεύει τον αιώνα, τον σχολιάζει, παρεμβαίνει δημιουργώντας συνειδήσεις, ανταποκρίνεται σε ανάγκες.

Ντιέγκο Ριβέρα, «Άνθρωπος στο σταυροδρόμι», 1933. Από την αφίσα του συνεδρίου

Ντιέγκο Ριβέρα, «Άνθρωπος στο σταυροδρόμι», 1933.
Από την αφίσα του συνεδρίου

Ποιοι είναι οι «αρμοί» αυτών των αλλαγών;

Αν συγκρίνεις φωτογραφίες από συνέδρια ιστορικών στις αρχές και στα τέλη του 20ού αιώνα καταλαβαίνεις. Τότε λίγοι, ανήκαν στις υψηλές ελίτ, άνδρες βεβαίως, Ευρωπαίοι, με προνομιακές σχέσεις με το κράτος. Σήμερα, οι ιστορικοί είναι εκατοντάδες χιλιάδες, σε όλο τον κόσμο: άνδρες και γυναίκες, από όλες τις φυλές, κυρίως από μεσαία στρώματα, οι περισσότεροι/ες χωρίς σταθερή δουλειά. Το επάγγελμα έχει μαζικοποιηθεί, έχει αλλάξει το προφίλ του ιστορικού.

Το αναγνωστικό κοινό επίσης έχει διευρυνθεί. Η εγγραμματοσύνη διευρύνθηκε, η μετάβαση από την τυπογραφία στην εικόνα και στην ψηφιακή εποχή, ο πολλαπλασιασμός εθνών και κοινωνικών ομάδων σε αναζήτηση ιστορίας, όλα αυτά άλλαξαν το κοινό των ιστορικών. Δεκάδες νέες χώρες αναδύθηκαν τον 20ό αιώνα, και αυτές είχαν ανάγκη την ιστορία και τους ιστορικούς για να φιλοτεχνήσουν το προφίλ τους. Άλλαξε, επίσης, ο τρόπος χρηματοδότησης. Κάποτε κρατικός, τώρα πολυκεντρικός, δεν εξαφανίστηκε ο έλεγχος, άλλαξε ο τύπος, πάντως εξασφάλισε περισσότερη ελευθερία, αν και δεν ακούγονται όλες οι απόψεις με την ίδια ισχύ. Αυτά έχουν ασφαλώς επιπτώσεις στους προσανατολισμούς της ιστορίας. Συνέχεια ανάγνωσης

«Κυνηγοί των βυθών»

Standard

του Δημήτρη Δημητρόπουλου

Η Εύη Ολυμπίτου πέθανε ξαφνικά στις 17 Μαΐου 2011, σε ηλικία 49 ετών. Ήταν επίκουρη καθηγήτρια Εθνολογίας στο Τμήμα Ιστορίας του Ιόνιου Πανεπιστημίου, δίδασκε στο Ελληνικό Ανοικτό Pανεπιστήμιο και υπήρξε για χρόνια συνεργάτης του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών όπου και εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή. Στο σημαντικό επιστημονικό της έργο ασχολήθηκε με τη μελέτη του οικισμένου χώρου, της ιστορίας της εργασίας και του υλικού πολιτισμού των προβιομηχανικών κοινωνιών, ιδιαίτερα του νησιωτικού χώρου του Αιγαίου και του Ιονίου. Παράλληλα ασχολήθηκε με την διερεύνηση θεμάτων και επεξεργασία τεκμηρίων που αφορούσαν την ιστορία της ελληνικής Αριστεράς, στην οποία και δραστηριοποιήθηκε ενεργά από τα μαθητικά της χρόνια. Η Εύη, εκτός από αφοσιωμένη και σοβαρή επιστήμων, ερευνήτρια και δασκάλα, υπήρξε κατεξοχήν άνθρωπος της δικής μας Αριστεράς, συντρόφισσα με όλη τη σημασία της λέξης. Τις αριστερές της ιδέες τις υπηρέτησε με τη ζωή, το έργο και τη στάση της. Πώς να ξεχάσουμε, όσοι και όσες τη γνωρίσαμε, την απλότητα, το ήθος, τη ζεστασιά και την καλοσύνη της Εύης μας;

Το βιβλίο της για την σπογγαλιεία και την κοινωνική συγκρότηση της Καλύμνου (που μόλις κυκλοφόρησε από το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και παρουσιάζεται αύριο Δευτέρα), το ετοίμαζε τα τελευταία χρόνια της ζωής της με τη συστηματική μελέτη αρχειακών τεκμηρίων και σειρά προσωπικών συνεντεύξεων. Η συγγραφή του είχε ολοκληρωθεί πριν το θάνατό της.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 

«Ιστορία ή Λαογραφία; Με έναν τολμηρό αλλά πιστεύω και απόλυτα ορθολογικό τρόπο η Εύη Ολυμπίτου απάντησε στο ερώτημα που σταθερά την απασχολούσε: και Ιστορία και Λαογραφία». Με τα λόγια αυτά ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος, στο προλογικό του σημείωμα, αναδεικνύει, κατά τη γνώμη μου σωστά, τον πυρήνα της προβληματικής που διατρέχει το ύστατο βιβλίο της: Σπογγαλιευτική δραστηριότητα και κοινωνική συγκρότηση στο νησί της Καλύμνου (19ος-20ός) αι., το οποίο εκδόθηκε πριν λίγες ημέρες από το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Παράλληλα θίγει και ένα βασικό ζήτημα που την απασχόλησε στην επιστημονική της διαδρομή, ένα οικείο μα και αγχωτικό ζήτημα που επανερχόταν συνέχεια στις συζητήσεις με φίλους και συναδέλφους της. Οι δύο καταφατικές απαντήσεις στο ερώτημα μπορεί να μοιάζουν εύκολες: «και με τα εργαλεία της λαογράφου -ή καλύτερα της εθνογράφου- και με τις πειθαρχίες της ιστορικού», ο αρμονικός όμως συνδυασμός τους που πέτυχε η Εύη στη μελέτη της αυτή ήταν ένα εγχείρημα εξαιρετικά δύσκολο και πρωτότυπο· είναι νομίζω μια σπουδαία παρακαταθήκη στις επιστημονικές κοινότητες δύο γειτονικών ειδικοτήτων των ανθρωπιστικών επιστημών, ένα εξαίρετο δείγμα κοινωνικής και πολιτισμικής ιστορίας, εμπλουτισμένης με προβληματισμούς και τεχνικές της εθνογραφίας και της ανθρωπολογίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Μεταμοντερνισμός και άρνηση του Ολοκαυτώματος

Standard

του Γιώργου Κόκκινου

 

Mακ Σαγκάλ, «Οπουδήποτε έξω από τον Κόσμο», 1915

Mακ Σαγκάλ, «Οπουδήποτε έξω από τον
Κόσμο», 1915

Οι εκδόσεις Επέκεινα είναι ένας νέος εκδοτικός οίκος, με έδρα τα Τρίκαλα, και ψυχή τους τον Βαγγέλη Γαλάνη. Στην περίπτωση ταιριάζει το «έναν, αλλά λέοντα» – ή ακριβέστερα «λίγους, αλλά λέοντες»: οι τίτλοι που μας έχει χαρίσει από το 2012, σε προσεγμένες μεταφράσεις, είναι όλοι διαλεχτοί. Μπένγιαμιν, Όττο Ρανκ, Σαρτρ, Ρολάν Μπαρτ, Μαρκ Μπλοκ, Μαρία Βοναπάρτη, αναμένονται Μορέν, Κόλινγουντ, Στίρνερ, Τζέιμσον, Άρεντ. Και άλλα, λιγότερα γνωστά αλλά σημαντικά ονόματα, στον χώρο των ανθρωπιστικών επιστημών, με έμφαση στην ψυχανάλυση, τη φιλοσοφίας, την κοινωνική και λογοτεχνική θεωρία.

Από το βιβλίο του Robert Eaglestone Μεταμοντερνισμός και άρνηση του Ολοκαυτώματος (μετ.: Άννυ Σπυράκου), που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι –εξαιρετικά επίκαιρο στη συγκυρία της ψήφισης του αντιρατσιστικού νόμου και της σχετικής συζήτησης– δημοσιεύουμε εκτενή αποσπάσματα από τον Πρόλογο του ιστορικού Γιώργου Κόκκινου (Πανεπιστήμιο Αιγαίου).

Στρ. Μπ.

 

Το θέμα του ευσύνοπτου αλλά διαφωτιστικού και διεισδυτικού βιβλίου του Robert Eaglestone Μεταμοντερνισμός και άρνηση του Ολοκαυτώματος αφορά τον προβληματισμό αναφορικά με την κατηγορία που έχει εκτοξευτεί από πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους αφετηρίες (από τον αντιμοντερνιστικό αντιμεταμοντερνισμό έως τον μοντερνιστικό αντιμεταμοντερνισμό) εναντίον του ιστοριογραφικού μεταμοντερνισμού και κυρίως εναντίον της έκφρασης της μεταμοντέρνας θεωρίας στο πεδίο της επιστημολογίας της ιστορίας: ότι δηλαδή καθιστώντας την ιστορική αναπαράσταση του παρελθόντος άθυρμα της γλωσσικής και της πολιτισμικής αιτιοκρατίας, όπως και του παροντισμού, και συσχετίζοντας ή –σε ακραίες περιπτώσεις– εξισώνοντας την ιστορική αφήγηση με τη μυθοπλασία, ο ιστοριογραφικός μεταμοντερνισμός σχετικοποιεί την έννοια της αλήθειας, ακυρώνει την επιστημολογική παράδοση που διατρέχει τόσο την συμβατική όσο και τη Νέα Ιστορία, προτάσσει τον ρόλο της οπτικής γωνίας και της ιδεολογικής και κοσμοθεωρητικής συγκρότησης του ιστορικού και θέτει σε δεύτερη μοίρα τα ίδια τα αυτούσια κατάλοιπα, τα μνημονικά ίχνη του παρελθόντος. Όμως, κατ’ αυτό τον τρόπο, όπως υποστηρίζουν οι πολέμιοί του, ο ιστοριογραφικός μεταμοντερνισμός και η σύμφυτη με αυτόν γνωσιοθεωρητική προβληματική, μετατρέπουν την ιστορική ερμηνεία σε δούρειο ίππο για τη μηδενιστική κατάλυση του ίδιου του ιστορικού νοήματος και επομένως για την αναίρεση και την πλαστογράφηση της ιστορικής πραγματικότητας.

Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες αιτιάσεις, οι μεταμοντέρνοι θεωρητικοί της ιστορίας, υπέρμαχοι καθώς είναι της γλωσσικής και της πολιτισμικής στροφής, οπλίζουν –συνήθως άθελά τους– το «δολερό» χέρι όσων εκμεταλλεύονται την κατάλυση της κανονιστικής σημασίας της αλήθειας, αλλά και τη δημοκρατική πολιτική ορθότητα, επιχειρώντας να χαλκεύσουν τα δεσμά της τυραννίας τους πάνω ακριβώς στην απόλυτη σχετικοποίηση του νοήματος και επομένως και των νοηματοδοτικών πρακτικών από τις οποίες αυτό συγκροτείται στο πλαίσιο τουλάχιστον της δυτικής πολιτισμικής παράδοσης. Συνέχεια ανάγνωσης

H Ιστορία στο Κόκκινο: μια εκπομπή των ΑΣΚΙ

Standard

του Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Έμιλ Νόλντε, "Χορευτής", 1913

Έμιλ Νόλντε, «Χορευτής», 1913

Δεν ήταν μόνο η αίσθηση ότι κάποιοι περίμεναν κάθε Κυριακή πρωί να ακούσουν την εκπομπή. Δεν ήταν μόνο τα σχόλια από γνωστούς και φίλους για το τι ξεχάστηκε ή τι έπρεπε να ειπωθεί, οι μαρτυρίες για τον αντιδικτατορικό αγώνα στη ζωντανή εκπομπή για το Πολυτεχνείο, τα τηλέφωνα των παιδιών των μεταναστών μετά την εκπομπή για τη Γερμανία. Ούτε καν τα σημαδεμένα από τους βομβαρδισμούς του πολέμου γυαλικά που κράταγαν στα χέρια τους οι γυναίκες, στην κατάμεστη από κόσμο ιστορική ξενάγηση με το Λιμάνι της Αγωνίας στον Πειραιά. Γυρνάνε, όλα αυτά, στο μυαλό μου, καθώς αναλογίζομαι τις τριάντα πρώτες εκπομπές της «Ιστορίας στο Κόκκινο». Αλλά δεν είναι μονάχα αυτά.

Αυτό που μένει πιο πολύ στη σκέψη μου είναι οι συζητήσεις και τα ερωτήματα που έθεσε για μας τους ίδιους, τον Ηλία Νικολακόπουλο, την Ιωάννα Παπαθανασίου, τον Τάσο Σακελλαρόπουλο και μένα, η ιδέα τα ΑΣΚΙ να κάνουν μια ραδιοφωνική εκπομπή: μια εκπομπή για το παρελθόν, της οποίας ο Ηλίας Νικολακόπουλος, έπειτα από πρόταση του Κώστα Αρβανίτη, ανέλαβε την ευθύνη του σχεδιασμού και του συντονισμού της, με βάση τους ανθρώπους και τις συλλογές των ΑΣΚΙ. Συζητήσεις όπου αναζητούσαμε τον τρόπο να μιλήσουμε με ένα ευρύτερο κοινό, να ξεφύγουμε από τα στεγανά της ακαδημαϊκής ιδιότητας, να σκεφτούμε ξανά αυτό που κάνουμε, να επανοργανώσουμε την παρέμβαση και τον λόγο μας. Να επικοινωνήσουμε. Συνέχεια ανάγνωσης

Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου: εις μνήμην

Standard

του  Βαγγέλη Καραμανωλάκη

patrikioyΛένε πως οι άνθρωποι πεθαίνουν πραγματικά μόνο όταν τους ξεχνάμε. Και τότε ο θάνατός τους είναι πιο οδυνηρός, γιατί παίρνει μαζί του και ένα κομμάτι της δικής μας ζωής: εκείνης που μοιραστήκαμε με αυτούς που συμπορευτήκαμε, με όσους μας συντρόφευσαν στο διάβα τους, μας φώτισαν με το έργο και τον λόγο τους, μας γλύκαναν με την παρουσία τους. Γι’ αυτό, όταν τους τιμούμε, δεν είναι ένα χρέος μόνο προς εκείνους μα και προς εμάς τους ίδιους. Έτσι και τώρα, τιμώντας τη μνήμη της Ρένας Σταυρίδη-Πατρικίου, άνθρωποι που μοιραστήκαμε μαζί της όμορφες και δύσκολες στιγμές –στα ΑΣΚΙ, στο Πάντειο και άλλες συλλογικότητες όπου βρεθήκαμε μαζί– πλουτίζουμε το δικό μας το βιος, ξαναφέρνοντας στο νου τις ιδέες και τα γραφτά της, μιλώντας σε νεότερους ανθρώπους για το δικό της έργο. Γιατί η Ρένα υπήρξε μια από τις ιστορικούς που σημάδεψε με το έργο της τη μεταπολιτευτική ιστοριογραφία, άνοιξε δρόμους, δοκίμασε σχήματα, ανέτρεψε βεβαιότητες.

   Μαθήτρια του Κ. Θ. Δημαρά στο Νεοελληνικό Ινστιτούτο της Σορβόννης, έχοντας ήδη ολοκληρώσει νομικές σπουδές, στράφηκε προς το γλωσσικό ζήτημα, ξεπερνώντας τις σχηματοποιημένες ερμηνείες της ιστορίας της εκπαίδευσης, αλλά και τις «προοδευτικές αναγνώσεις» της αριστερής ιστοριογραφίας. Αντιμετώπισε το γλωσσικό ως ιστορικό πρόβλημα, αναδεικνύοντας την πολυπλοκότητα των δυνάμεων που κινήθηκαν γύρω του, τη ρευστότητα των στρατοπέδων που σχηματίστηκαν, συνδέοντας το με την κοινωνία. Η εισαγωγή της στο Δημοτικισμός και κοινωνικό πρόβλημα, το 1976, στην ιστορική Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη των εκδόσεων Ερμής αποτελεί, ακόμα και σήμερα, μια από τις πιο εμβριθείς συμβολές στο ζήτημα. Κοντά του, τα χρόνια που ακολούθησαν, ήρθαν να προστεθούν και άλλα κείμενα: οι λόγιοι γύρω από τον Χαρίλαο Τρικούπη, η Φοιτητική Συντροφιά, οι βενιζελικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, οι δημοτικιστές γιατροί – πετραδάκια που συμπλήρωναν το ψηφιδωτό της ελληνικής κοινωνίας και των διακυβευμάτων της στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, τα περισσότερα από τα οποία συγκεντρώθηκαν στον τόμο με τον χαρακτηριστικό τίτλο Γλώσσα, εκπαίδευση και πολιτική (1999). Και, ακόμα, οι πρωτοσοσιαλιστικές ιδέες, η εμφάνιση της Αριστεράς, οι ρήξεις και οι συνέχειες, όπως αποτυπώθηκαν στο δεύτερο βιβλίο της, αφιερωμένο στον Γεώργιο Σκληρό, τον σοσιαλισμό, τον δημοτικισμό και τη μεταρρύθμιση (1988). Στο επίκεντρο του προβληματισμού της ήταν οι μακρές διαδρομές του ελληνισμού στον 19ο και στον 20ό αιώνα. Διαδρομές συνδεδεμένες με τις διαδικασίες ανάδειξης της ελληνοχριστιανικής ταυτότητας, την παλινδρομική κίνηση ανάμεσα στη Δύση και στην Ανατολή, το δίλημμα εκσυγχρονισμός-αντίδραση. Και, βέβαια, τους φόβους που ταλάνισαν την ελληνική κοινωνία, στους οποίους και αφιέρωσε το τελευταίο της βιβλίο, Οι φόβοι ενός αιώνα, το 2007. Συνέχεια ανάγνωσης

Η μνήμη αφηγείται την πόλη

Standard

Με την ευκαιρία του Β΄ Διεθνούς Συνεδρίου Προφορικής Ιστορίας, 6-9 Μαρτίου

(αναλυτικά το πρόγραμμα  του συνεδρίου στο goo.gl/IcfOIF)

Συνέντευξη των ιστορικών  Ρίκης Βαν Μπούσχοτεν και Ποθητής Χαντζαρούλα

Μιλάνε για την «ιστορία από τα κάτω», την επιλεκτικότητα της μνήμης, το τραύμα,  την κρίση, τη μνήμη και τον δημόσιο χώρο

Ουίλλιαμ Τέρνερ, "η πόλη", 1969

Ουίλλιαμ Τέρνερ, «η πόλη», 1969

Οι μνήμες και οι αποσιωπήσεις του παρελθόντος της πόλης, ο βιωμένος χώρος και οι μαζικές μετακινήσεις του 20ού αιώνα, η προσφυγιά, ο αποκλεισμός, του οι Άλλοι, η εσωτερική μετανάστευση, οι  τόποι μαρτυρίου και λατρείας, η κρίση και οι εικόνες του παρελθόντος που ανακαλεί: Όλα αυτά, με πεδίο μελέτης τον αστικό χώρο, με εργαλείο την προφορική ιστορία, και με άξονα τη μνήμη, θα αναπτυχθούν στο  δεύτερο διεθνές συνέδριο προφορικής Ιστορίας με τίτλο «Η μνήμη αφηγείται την πόλη… Προφορικές μαρτυρίες για το παρελθόν και το παρόν του αστικού χώρου» οργανώνουν το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και η Ένωση Προφορικής Ιστορίας, στο αμφιθέατρο Αργυριάδη (στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών στις 6-8 Μαρτίου και στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (Πειραιώς 206), στις 9 Μαρτίου). Μιλήσαμε για όλα αυτά με τις ιστορικούς Ποθητή Χαντζαρούλα (Πανεπιστήμιο Αιγαίου) και Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας), μέλη της οργανωτικής επιτροπής του συνεδρίου.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Ερνστ Κίρχνερ, «Σκηνή δρόμου από το παράθυρο ενός κουρείου», 1929

Ερνστ Κίρχνερ, «Σκηνή δρόμου από το παράθυρο ενός κουρείου», 1929

Γιατί διαλέξατε την πόλη, τον αστικό χώρο ως θέμα αυτού του δεύτερου συνεδρίου προφορικής Ιστορίας;

Ποθητή Χαντζαρούλα: Τα τελευταία χρόνια στις κοινωνικές επιστήμες το ενδιαφέρον των ερευνητριών έχει στραφεί στη μελέτη του χώρου. Οι πόλεις αναδύονται ως πεδία διακυβέρνησης, αλλά και ως πεδία διεκδίκησης από διάφορες κοινωνικές ομάδες, συγκρότησης διαφορετικών μορφών κατοίκησης, συμβίωσης, έκφρασης, διαμόρφωσης υποκειμενικοτήτων, νέων μορφών αλληλεγγύης καθώς και ελέγχου.

Ενώ οι ιστορικοί σχετικά πρόσφατα άρχισαν να επικεντρώνονται στον χώρο, η μνήμη ήδη από τις αρχές του περασμένου αιώνα θεωρούνταν ενσωματωμένη στο χώρο, εν-τοπισμένη. Ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της, ο Maurice Halbwachs, υποστηρίζει ότι η μνήμη, η πιο προσωπική λειτουργία, δεν υφίσταται εκτός του κοινωνικού πλαισίου (Κοινωνικά πλαίσια της μνήμης, μτφ. Ελευθερία Ζέη, Νεφέλη 2013). Ιδιαίτερα σημαντικό πλαίσιο για να θυμηθούμε και να αποκτήσουν νόημα οι αναμνήσεις μας είναι ο χώρος. Αλλά και η συλλογική μνήμη απορρέει από ένα χωρικό πλαίσιο. Τη δεκαετία του 1980 ο Πιερ Νορά θα κατανοήσει τη συλλογική μνήμη μέσα από τη χωρική εγγραφή της, κάνοντας αντικείμενο της έρευνάς του τους «μνημονικούς τόπους» (Les Lieux de moire, Παρίσι 1984).

Η σύνδεση της προφορικής ιστορίας με την πόλη έρχεται να δώσει χώρο σε μια οπτική που θα αφηγηθεί την ιστορία της πόλης μέσα από διαφορετικές θέσεις των δρώντων υποκειμένων. Στόχος λοιπόν είναι να έρθουν στο φως πολλαπλές ιστορίες της πόλης, διαφορετικές σημασιοδοτήσεις της, αντιμαχόμενες ιστορίες, αποκλεισμοί. Με άλλα λόγια, η πόλη να γίνει αφηγήσιμη μέσα από την οπτική των διαφορετικών υποκειμένων. Ταυτόχρονα, πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι δεν παράγονται μόνο ιστορίες της πόλης από τις αφηγήσεις των ανθρώπων αλλά και ο ίδιος ο εαυτός μέσα από τη σχέση του με την πόλη. Η πόλη, ο τρόπος με τον οποίο κατοικούν οι άνθρωποι την πόλη, διαμορφώνει την ταυτότητά τους. Η προφορική μαρτυρία είναι λοιπόν ένας προνομιακός χώρος για να κατανοήσουμε τη διαμόρφωση των υποκειμένων και των ταυτοτήτων. Συνέχεια ανάγνωσης