Των αφανών

Standard

ME  ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΚΡΙΣΙΜΗ ΤΕΧΝΗ-ΤΕΧΝΗ ΣΕ ΚΡΙΣΗ

του Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Η έκθεση «Κρίσιμη Τέχνη-Τέχνη σε Κρίση» (με έργα Άννας Κινδύνη, Βλάση Κανιάρη, Γιάννη Ψυχοπαίδη, Δημήτρη Κατσούδα) συνεχίζεται μέχρι την Παρασκευή 7 Μαρτίου, στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων (Γερμανικού και Μυλλέρου, Μεταξουργείο). Δημοσιεύουμε σήμερα την ομιλία του ιστορικού Βαγγέλη Καραμανωλάκη στην εκδήλωση «Κρίση και σύγχρονη πόλη», που οργάνωσε, στο πλαίσιο της έκθεσης, η Πρωτοβουλία για την υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας, στις 25.2.2014.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Έργο του Δημήτρη Κατσούδα, από την έκθεση

Έργο του Δημήτρη Κατσούδα, από την έκθεση

Κρίσιμη τέχνη-τέχνη στην κρίση. Κρίση και πόλη. Ιστορία, το παρελθόν: οδός Πειραιώς νυν Παναγή Τσαλδάρη, Πλατεία Κουμουνδούρου νυν Ελευθερίας, το Παλιό Βρεφοκομείο, η παλιά Δημοτική Πινακοθήκη, το παλιό μεταξουργείο, η νυν. Πώς μιλάς για το σήμερα έχοντας το νου σου στο χθες; Ιστορικός· ιστορώ στα μεταβυζαντινά χρόνια σήμαινε ζωγραφίζω. Οι άγιοι των εκκλησιών. Στον Άγιο Γεώργιο, το ναό που απόμεινε από το Ορφανοτροφείο Χατζηκώστα, εδώ δίπλα, απέναντι από την τράπεζα, παλιά Εμπορική τώρα Alpha Bank, στα παγκάκια του περιβόλου τα βράδια κοιμούνται άστεγοι. Το κτίριο, μετέπειτα φυλακή για ποινικούς, έχει πια γκρεμιστεί. Στη θέση του μια τεράστια πολυκατοικία, γεμάτη δορυφορικά πιάτα και Ασιάτες που κατακλύζουν τα διαμερίσματά της. Οι ανοιχτές τηλεοράσεις μιλούν κινέζικα στο πεζοδρόμιο. Το Oρφανοτροφείο έχει μεταφερθεί εδώ και χρόνια, τώρα κινδυνεύει να κλείσει λόγω οικονομικών προβλημάτων. Τα ορφανά στους δρόμους. Ο Τζων Χιλλ, προτεστάντης ιεραπόστολος στην κατεστραμμένη Αθήνα του 1830, έγραφε στους συγγενείς του στην Αμερική ότι δεκάδες ορφανά ζητιανεύουν, έχοντας χάσει τους δικούς τους στην Επανάσταση. Οι ανέστιοι πένητες διέτρεχαν την πόλη στα μέσα του 19ου αιώνα. Η αστυνομία τους συγκέντρωνε σε δυο τμήματα, στο Κακουργοδικείο και το 6ο, μαζί με φρενοβλαβείς και ποινικούς. Συνέχεια ανάγνωσης

Η ποιητική του χώματος

Standard

Μνήμη Γιώργου Χ. Χουρμουζιάδη (1932-2013)

του Γιάννη Χαμηλάκη

                                    «τι σόι κόκκαλα φοράει το σκοτάδι;

                                                   πώς είναι εκεί;  έχει θρόισμα;

                                                   εδώ –όπως τ’ άφησες–»

                                                   Γ. Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο (2013)

Φωτογραφία του Φώτη Υφαντίδη

Φωτογραφία του Φώτη Υφαντίδη

Τον συνάντησα πρώτη φορά στο Ρέθυμνο, στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Εγώ προπτυχιακός φοιτητής, σχεδόν στο πτυχίο, και όμως ακόμα αναρωτιόμουν κατά πόσο η αρχαιολογία μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από στείρα τυπολογική ανάλυση, θετικιστική αφήγηση ή φορμαλιστική ιστορία τέχνης· κατά πόσο  μπορεί να είναι κάτι πέρα από τον αναχωρητισμό, να επικοινωνεί με την κοινωνία και τις έγνοιες της, να μην είναι παντελώς αδιάφορη στις πολιτικές συγκρούσεις του σήμερα.

Η πρόσκληση στάλθηκε μέσω του πολιτιστικού συλλόγου της πόλης, κι αυτός την αποδέχτηκε μετά χαράς. Έκανε λοιπόν το ταξίδι απ’ τη Θεσσαλονίκη, να μας μιλήσει για την επανέκθεση της  αρχαιολογικής συλλογής του Μουσείο του Βόλου, την οποία είχε επιμεληθεί κάποια χρόνια πριν. Και, μέσα απ’αυτή, να μας πει για το μουσείο-σχολείο όπως το ήθελε, και όχι ναό, για την τυραννία της γυάλινης βιτρίνας, για την ιεροποίηση και φετιχοποίηση του αρχαιολογικού αντικειμένου, αλλά και την αντιπρόταση που κατάφερε να υλοποιήσει, κόντρα στην κατεστημένη μουσειολογία. Η αίθουσα όπου γινόταν η διάλεξη, στο Λύκειο των Ελληνίδων, στην παραλία του Ρεθύμνου, σκοτεινή και άχαρη· γύρω μας «παραδοσιακές» στολές και –τι ειρωνεία!– μέσα σε γυάλινες βιτρίνες,  η βαλσαμωμένη εθνική μνήμη να μας επιτηρεί εν είδει Πανοπτικού. Και όμως, μόλις άρχισε η ομιλία, και η εθνική ρητορεία, και η αρχαιολογική ορθοδοξία, και ο μουσειογραφικός κανόνας, έχαναν αργά-αργά, μπροστά στα μάτια μας, την παντοδυναμία τους, το δυναστευτικό τους βάρος πάνω στους ώμους μας. Ακόμα και σήμερα, κάθε φορά που ξεναγώ τους φοιτητές μου στο Μουσείο  του Βόλου  και βλέπω στα μάτια τους καταρχάς την έκπληξη και κατόπιν τον ενθουσιασμό, διαπιστώνω πως ο Γιώργος Χουρμουζιάδης κατόρθωσε κάτι που λίγοι καταφέρνουμε: να ενεργοποιήσει τις απτικές ικανότητες της όρασης, να απελευθερώσει την αισθητηριακή, συναισθηματική και μνημονική δύναμη της υλικότητας. Συνέχεια ανάγνωσης

Ψάχνοντας για μάγισσες στον Μεσαίωνα

Standard

Η ισχύς των στερεοτύπων

του Ρογήρου

Άλμπρεχτ Ντύρερ, «Τέσσερις μάγισσες» 1497

Άλμπρεχτ Ντύρερ, «Τέσσερις μάγισσες» 1497

«Στην ελληνική πολιτική σκηνή υπάρχει ένα κυνήγι μαγισσών. Αν θέλουν μάγισσες, ας τις αναζητήσουν στον Μεσαίωνα». Με τον τρόπο αυτό απαντούσε, πριν λίγους μήνες, ιστορικός και μέλος του Κοινοβουλίου στις (κακόπιστες στις περισσότερες περιπτώσεις) επικρίσεις που δεχόταν, επειδή είχε επιχειρήσει να αποδομήσει κάποιον από τους μύθους που περιέχει η επίσημη εθνική αφήγηση της Ιστορίας. Καταφεύγοντας σε έναν άλλο μύθο, η ιστορικός υπέκυπτε, χωρίς ίσως να το συνειδητοποιεί, σε ένα στερεότυπο πολύ πιο ισχυρό, μια και αφορά την πιο συκοφαντημένη ιστορική περίοδο. Αξίζει να το συζητήσουμε, εκτός όλων των άλλων, μιας και οι «μάγισσες στον Μεσαίωνα» αποτελούν κοινό τόπο σαφώς εδραιωμένο στον δημόσιο λόγο και στη συλλογική συνείδηση.

***

Δεν θα ήταν, βεβαίως, δυνατό να υποστηριχθεί ότι οι πρακτικές μαγείας και μαγγανείας ήταν άγνωστες στις μεσαιωνικές κοινωνίες. Απαντούν, άλλωστε, σε όλες τις εποχές και όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες, ενώ κάποιες από αυτές ενσωματώνονται, επίσημα ή ανεπίσημα, σε θρησκείες. Όποιος όμως προσπαθήσει να μελετήσει τον Μεσαίωνα αναζητώντας ψυχώσεις και κυνήγια μαγισσών θα έχει την εντύπωση ότι διασχίζει μια έρημο και, φυσικά, θα απογοητευθεί.

Μερικές παράγραφοι σε ένα σύγγραμμα εκκλησιαστικού δικαίου των αρχών του 9ου αιώνα, όπου ο τότε επίσκοπος Ραιτίας προτείνει την επιβολή ατιμωτικών ποινών (χωρίς, πάντως, να μνημονεύει ρητώς τη θανατική ποινή) σε όσους ασχολούνται με τη μαγεία και μαγγανεία. Στοργικές συμβουλές για την καθοδήγηση των παραπλανημένων αυτών ψυχών από τον ηγούμενο Ρηγίνο της Πρυμ, περίπου έναν αιώνα αργότερα. Κανένα ίχνος διωγμών, δικών και καταδικών! Είναι προφανές ότι η μαγεία ως κοινωνικό φαινόμενο δεν απασχόλησε ιδιαίτερα την κοινωνία του Μεσαίωνα. Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία και προτιμήσεις: το ζήτημα της αυτονομίας της Νεολαίας Λαμπράκη

Standard

του Σταύρου Παναγιωτίδη

)

 Η απόφαση για τη δημιουργία της ενιαίας Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ, στο πρόσφατο συνέδριο του κόμματος, άνοιξε μια μικρή συζήτηση για την αυτονομία των αριστερών οργανώσεων νεολαίας. Εκεί αναδείχθηκε και το ζήτημα ότι στη συλλογική αριστερή συνείδηση θέση προτύπου αυτόνομης, μαζικής και ριζοσπαστικής οργάνωσης νεολαίας έχει η Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη (ΔΝΛ). Πολλές φορές, με βάση αυτή την εικόνα της ΔΝΛ, συγκροτούνται και θέσεις για τον χαρακτήρα που πρέπει να έχουν σήμερα οι οργανώσεις μας, συνήθως με τρόπο μονοδιάστατο. Πέρα από το λάθος του ιστορικού αναχρονισμού, της εξέτασης δηλαδή του παρελθόντος με τα κριτήρια του παρόντος, αυτή η μέθοδος στηρίζεται σε μια λανθασμένη βασική προκείμενη: την πεποίθηση για την ουσιαστική αυτονομία της Νεολαίας Λαμπράκη. Η αντίληψη πως η δυναμική και η μαζικότητα της ΔΝΛ πήγαζε κυρίως από τον «αυτόνομο» χαρακτήρα της και την απουσία ρητής σύνδεσής της με το κόμμα της ΕΔΑ είναι λανθασμένη, και μάλιστα για πολλούς λόγους, τους οποίους το άρθρο δεν μπορεί παρά να παρουσιάσει επιγραμματικά.

Πρώτον, διότι, ήδη από το 1963, πριν τη δημιουργία της ΔΝΛ, η Νεολαία ΕΔΑ είχε αρχίσει να μαζικοποιείται έντονα.[1]

Δεύτερον, διότι η πολιτική σύνδεση της ΔΝΛ με την ΕΔΑ ήταν απολύτως γνωστή, τόσο λόγω της γενικότερης γραμμής της και της διαρκούς αναφοράς της ΕΔΑ στη ΔΝΛ, όσο και επειδή η οργάνωση είχε προκύψει από τη συγχώνευση της Δημοκρατικής Κίνησης Νέων Γρηγόρης Λαμπράκης με τη Νεολαία ΕΔΑ. Αυτή η σύνδεση γινόταν παραδεκτή ακόμα και σε βασικά κείμενα της Νεολαίας Λαμπράκη, όπου η συμφωνία με το πρόγραμμα της Εθνικής Δημοκρατικής Αλλαγής της ΕΔΑ (που ήταν το πρόγραμμα του ΚΚΕ) αναφερόταν ρητά ως όρος για την ένταξη στην οργάνωση.[2]

Τρίτον, είναι προφανώς λανθασμένο να μιλάμε για «αυτονομία», ειδικά με τους σημερινούς όρους, για μια οργάνωση της οποίας η δημιουργία αποφασίστηκε από την εκτός Ελλάδας ηγεσία του ΚΚΕ[3] στη Ρουμανία, ενώ για να γραφτούν τα ιδρυτικά της κείμενα ο Τάκης Μπενάς και ο Αντρέας Λεντάκης ταξίδεψαν στο Βουκουρέστι — κείμενα που μάλιστα έφτασαν στην Ελλάδα, μετά την επιστροφή των δυο τους, αλλαγμένα από την ηγεσία του κόμματος.[4] Συνέχεια ανάγνωσης

Τι ψάχνει η σύγχρονη λογοτεχνία στην ιστορία;

Standard

 Σκέψεις πάνω στο έργο της Μάρως Δούκα

της Άννας Μαρίας Δρουμπούκη

 

«Άτιμο πράγμα η Ιστορία. Πέφτει πάνω στη ζωή και την πλακώνει».

Σοφία Νικολαΐδου, Απόψε δεν έχουμε φίλους.[1]

Μάρω Δούκα

Μάρω Δούκα

Η ελληνική πεζογραφία τείνει τα τελευταία χρόνια να αναπτύξει μια προνομιακή σχέση με την ιστορική αναπαράσταση: Από τους διωγμούς των Εβραίων της Θεσσαλονίκης με την Εβραία Νύφη του Δαβέττα, τον Εμφύλιο και τις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης μέχρι τις ελληνικές κοινότητες της Μικράς Ασίας και της Οδησσού, τον Εθνικό Διχασμό, το Βυζάντιο, τους Τουρκοκρητικούς (Αθώοι και φταίχτες, Μάρω Δούκα) και τον Αγώνα του 1821 (Ρέα Γαλανάκη). Η λίστα είναι μακρά, ιδιαίτερα για όσους από εμάς ασχολούμαστε με τη δεκαετία του ‘40: Πολιορκία, Ιαγουάρος του Κοτζιά, το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου, το Πένθιμο Εμβατήριο του Πατατζή, η Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα της Ζέη ή η Κάθοδος των Εννιά και η Ορθοκωστά του Βαλτινού…

Συγγραφείς που θεωρήθηκε ότι «παρεκκλίνουν» και δεν ακολούθησαν τον δρόμο της υπεράσπισης των κομματικών ιδανικών στη γραφή τους, όπως ο Άρης Αλεξάνδρου και ο Δημήτρης Χατζής, έπιασαν το νήμα της ιστορίας, άλλοτε με συνέπειες και άλλοτε με προσωπικές ματαιώσεις. Ο πρώτος έγραψε τα ποιήματά του και το θεατρικό του έργο Αντιγόνη εκτοπισμένος στη Μακρόνησο και απομονωμένος από τους συνεξόριστούς του. Αρκετά χρόνια αργότερα, στο Παρίσι πια, έγραψε ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της νεότερης ελληνικής πεζογραφίας, το συγκλονιστικό Κιβώτιο. Όσο για τον Δημήτρη Χατζή, το διήγημά του «Ανυπεράσπιστοι», δημοσιευμένο στην Επιθεώρηση Τέχνης το 1964, προκάλεσε την αντίδραση του κομματικού μηχανισμού. Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος μας θυμίζει ότι ο ταγματάρχης του Δημοκρατικού Στρατού Ασπροπόταμος το χαρακτηρίζει «φιλολογικό φτύσιμο, που καλά θα ’κανε ο άκαπνος συγγραφέας να το κρατήσει για τον εαυτό του». Ο κομματικός «Λογοτεχνικός κύκλος» που συνεδρίασε εσπευσμένα έκρινε ότι το διήγημα «Ανυπεράσπιστοι» του Δ. Χατζή φανερώνει υποχώρηση του συγγραφέα στην πίεση της αστικής ιδεολογίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Αρχείο Στ. Καλλέργη: Ψηφίδες από τον σχεδιασμό της σοσιαλιστικής πολιτείας

Standard

stavrosss

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Aπό τις εκδόσεις της Βιβλιοθήκης του Μουσείου Μπενάκη κυκλοφορεί, τις επόμενες μέρες, ο τόμος Αρχείο Σταύρου Καλλέργη: Ψηφίδες από τον σχεδιασμό της σοσιαλιστικής πολιτείας. Πρόκειται για τον αναλυτικό κατάλογο του αρχείου του έλληνα σοσιαλιστή σε επιμέλεια του ιστορικού Κωστή Καρπόζηλου, που ανασυνθέτει τη ζωή και τη δράση του, με πολλά άγνωστα στοιχεία. Από την εισαγωγή του επιμελητή, που αποτελεί μια πρωτότυπη αυτοτελή μελέτη, προδημοσιεύουμε το κομμάτι που αναφέρεται στα ύστερα χρόνια, της απόσυρσης και της ιδιώτευσης του Καλλέργη. Για τις ανάγκες της παρούσας δημοσίευσης, έχουν απαλειφθεί οι υποσημειώσεις.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

του Κωστή Καρπόζηλου

 kostisΗ εποχή της ιδιώτευσης (1900-1926). Η καθημερινότητα του Σταύρου Καλλέργη στο γύρισμα του 20ού αιώνα είχε μικρή συνάφεια με τους προσανατολισμούς της προηγούμενης ζωής του. Ο άνθρωπος που είχε περιγράψει τη «νοικοκυροσύνη» ως συνώνυμη της κοινωνικής καθυστέρησης μετατρεπόταν σε δραστήριο μεταπράτη με επεκτεινόμενες εμπορικές δραστηριότητες. Ύστερα από την απολογητικού ύφους Επιστολή του 1898 δεν υπάρχουν τεκμήρια που να αποκαλύπτουν ενδεχόμενες εσωτερικές ταλαντεύσεις που παρήγαγε αυτή η μεταβολή. Ο Καλλέργης πρέπει να συνειδητοποίησε νωρίς ότι η κρητική κοινωνία σε μικρό βαθμό αποδεχόταν τις κοινωνικές και πολιτικές του αντιλήψεις. […]

Το «Εμποροπαραγγελιοδοχικόν Γραφείον Σταύρου Γ. Καλλέργη» στον Πάνορμο, προμήθευε καταστήματα στο Ρέθυμνο και το Ηράκλειο με τα προϊόντα της περιοχής: χαρούπια, λάδι, σαλιγκάρια και ελαιοπυρήνα. Το 1901 ο Καλλέργης επιχείρησε να διευρύνει τις δραστηριότητές του συνεργαζόμενος με τον ηρακλειώτη έμπορο Σπυρίδωνα Ιωάννου. Η συνεργασία αποσκοπούσε στην εισαγωγή υφασμάτων και ενδυμάτων της «ελληνικής βιομηχανίας» και στην εξαγωγή κρητικών αγροτικών προϊόντων στο ελληνικό κράτος. Το δίκτυο συνεργατών του νέου σχήματος περιλάμβανε τις πόλεις της Κρήτης (Χανιά, Ρέθυμνο, Ηράκλειο και το λιμάνι του Πάνορμου), την Αθήνα και τον Πειραιά. Ο κόσμος του Σταύρου Καλλέργη κινούνταν πλέον γύρω από τις παραγγελίες, τις συναλλαγματικές, την Τράπεζα Κρήτης, τους προμηθευτές, την κίνηση των φορτίων, το κατάστημα υφασμάτων «Φωτόπουλος – Λιαγκρής» στην Αθήνα. Στο πλαίσιο αυτό ο Καλλέργης επέστρεψε στην Αθήνα, προκειμένου να ενισχύσει τη συνεργασία του οίκου του με αθηναϊκά καταστήματα και βιοτεχνίες. Υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες η ελπιδοφόρα συνεργασία μετατράπηκε σε εξαιρετικά σύντομο διάστημα σε οικονομική αποτυχία, με χρέη έναντι του αθηναίου εμπόρου Νικολάου Μπαλάσκα και ρήξη με τον Ιωάννου. Συνέχεια ανάγνωσης

Η ουτοπία, εκεί έξω, στους δρόμους

Standard

του Αντώνη Λιάκου

Τζόρτζιο ντε Κίρικο, "Το μυστήριο καιη  μελαγχολία ενός δρόμου", 1914

Τζόρτζιο ντε Κίρικο, «Το μυστήριο καιη μελαγχολία ενός δρόμου», 1914

 Την Τετάρτη 22 Μαΐου απονεμήθηκαν τα κρατικά λογοτεχνικά βιβλία 2012 (για βιβλία που κυκλοφόρησαν το 2011), στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Δημοσιεύουμε στη συνέχεια όσα είπε ο Αντώνης Λιάκος (στον οποίο δόθηκε το βραβείο δοκιμίου-κριτικής για το βιβλίο του Αποκάλυψη, Ουτοπία και Ιστορία: Οι μεταμορφώσεις της ιστορικής συνείδησης (εκδ. Πόλις).

«ΕΝΘΕΜΑΤΑ»

 Θα ήθελα να ευχαριστήσω την επιτροπή που επέλεξε να τιμήσει ένα ιστορικό βιβλίο. Νομίζω πως οι δίαυλοι ανάμεσα στην Ιστορία και τη λογοτεχνία, που ποτέ δεν έπαψαν να λειτουργούν υπόγεια και εκλεκτικά, θα πρέπει και θεσμικά να ανοίξουν. Άλλωστε, η ιστοριογραφία υπήρξε στην αρχαιότητα κλάδος της ρητορικής, στην Αναγέννηση μιλούσαν για Arte Historica, σήμερα λέμε για την ποιητική της Ιστορίας. Σε μια εποχή ανοιγμάτων, ας ανοίξουν όλα τα βραβεία σε έργα μεστά ιδεών και σκέψεων. Η Ιστορία δεν είναι απλώς η αποτύπωση του παρελθόντος· είναι μια δημιουργική σχέση με το παρελθόν.

Αυτή τη δημιουργική σχέση με το παρελθόν την έχουμε ανάγκη όταν το παρελθόν καταστρέφεται όπως η Νινευή, και εμείς, ως άλλοι Λωτ, καιγόμαστε από την επιθυμία να στραφούμε πίσω, να το κοιτάξουμε, αλλά ταυτόχρονα όρος της διάσωσής μας είναι να το ξεχάσουμε. Σ’ αυτή την αμφιθυμία απαντά δημιουργικά και η Ιστορία και η λογοτεχνία. Εκείνη τουλάχιστον που δεν φοβάται την ετερότητα στα παγκάκια των πλατειών και δεν υποκύπτει στην κοινοτοπία του καθημερινού κακού, του «ηθικού πανικού» που δημιουργεί η εξουσία και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Συνέχεια ανάγνωσης