Αποχαιρετισμός στον Βαγγέλη Κεχριώτη (1969-2015)

Standard

του Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Ο Βαγγέλης Κεχριώτης με την κόρη του, Ράνα

Ο Βαγγέλης Κεχριώτης με την κόρη του, Ράνα

Όσο και αν το φαντάζεσαι, δεν το περιμένεις να συμβεί. Κι όσο και αν το περιμένεις, δεν φαντάζεσαι τη δριμύτητά του όταν έρχεται. Η είδηση του θανάτου του Βαγγέλη Κεχριώτη, το ξημέρωμα της Πέμπτης, για όσους ξέραμε την κατάσταση της υγείας του –συναδέλφοι, φίλοι, παλιοί συμφοιτητές– δεν ήταν αδόκητη. Αυτό όμως δεν το έκανε λιγότερο οδυνηρή και, κυρίως, λιγότερο άδικη. Σαράντα έξι χρονών, αναπληρωτής καθηγητής βαλκανικής ιστορίας και ιστορίας των μη οθωμανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου, στην Κωνσταντινούπολη. Ο Κεχριώτης αποτελούσε εδώ και χρόνια όχι μόνον έναν σημαντικό μελετητή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και έναν ισχυρό δίαυλο επικοινωνίας της τουρκικής με την ελληνική επιστημονική κοινότητα. Και εάν με το ακαδημαϊκό του έργο, εκκινώντας από τους ελληνορθόδοξους της Σμύρνης στον 19ο και στον 20ό αιώνα, αναδείκνυε τον πλούτο και την πολυπλοκότητα των σχέσεων των διαφορετικών θρησκευτικών και εθνικών κοινοτήτων στον χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με τη συνεχή αρθρογραφία και τις πρωτοβουλίες του έπαιρνε θέση σε όσα συνέβαιναν στη σύγχρονη ελληνική και τουρκική κοινωνία. Μαχητικός, με έντονη πολιτική και κοινωνική δράση αντιστρατεύτηκε και στις δυο πατρίδες του, τους ίδιους πάντα εχθρούς: τα στερεότυπα, τις εθνικιστικές κορόνες, τις απλουστεύσεις, τη ρητορεία. Μέσα από το ηλεκτρονικό περιοδικό «Χρόνος» και την Αυγή (εδώ κάποια πρόσφατα άρθρα του στα «Ενθέματα») μέσα από τουρκικά μέσα ενημέρωσης, μπλογκ, τις αναρτήσεις στο facebook ανέλυε και σχολίαζε με διεισδυτικότητα, παρρησία και γνώση την επικαιρότητα, προχωρώντας κάτω από την επιφάνεια. Συνέχεια ανάγνωσης

Η ιστοριογραφία συνοδεύει τον 20ό αιώνα και παρεμβαίνει σ’ αυτόν

Standard

5-liakos-bΣυνέντευξη του Αντώνη Λιάκου με την ευκαιρία του διεθνούς  συνεδρίου History of of TwentiethCentury Historiography 

Μιλάει για τη σχέση ιστορίας-πολέμου-έθνους, την «απο-ευρωποίηση» της ιστοριογραφίας, τη μικροϊστορία, τον μαρξισμό

4-liakosΚοιτάζοντας το πρόγραμμα του συνεδρίου, μου κάνει εντύπωση το μέγεθος (130 σύνεδροι) αλλά και η προέλευση των συνέδρων — από τη Νότιο Αμερική έως την Ανατολική Ασία… Γιατί αυτό το συνέδριο και γιατί τώρα;

Ζούμε σ’ έναν κόσμο που αλλάζει συνεχώς, αλλά και στον οποίο το ενδιαφέρον για την ιστορία γίνεται ολοένα μεγαλύτερο και πιο μαζικό. Το ερώτημα είναι πώς φτάσαμε έως εδώ. Έχουμε πολλές μελέτες για το πώς διαμορφώθηκε η ιστοριογραφία τον 19ο αιώνα, τότε που συγκροτήθηκε ως κλάδος, συνδέθηκε με τη συγκρότηση του έθνους, και η ιστοριογραφία από σχόλη έγινε επάγγελμα. Ποιο είναι όμως το προφίλ της στον 20ό αιώνα; Και, κυρίως, πώς η ιστορία του 20ού αιώνα διαμόρφωσε την ιστοριογραφία; Η ιστοριογραφία δεν είναι ένας κλειστός κόσμος, που διαμορφώνεται με άξονα την εσωτερική του δυναμική. Βρίσκεται σε συνεχή αλληλεπίδραση με όσα συμβαίνουν, ακόμα κι αν αφορά την αρχαιότητα ή τους προϊστορικούς πολιτισμούς. Και αυτός ο αιώνας είδε δύο Παγκόσμιους Πολέμους με κατακλυσμιαία αποτελέσματα, είδε εξανδραποδισμούς λαών, αναγκαστικές μετοικεσίες, είδε την αποαποικιοποίηση, την εκτόξευση της τεχνοεπιστήμης, την αλλαγή της σχέσης ανάμεσα στα δύο φύλα, μεγάλες και συμπαγείς αντιμαχόμενες ιδεολογίες, την παγκοσμιοποίηση που έκανε τον κόσμο ένα αλληλοσυνδεδεμένο σύνολο, αλλά και τις συνεχείς κρίσεις. Ένας αιώνας πολύ διαφορετικός από τον 19ο. Η ιστοριογραφία δεν καταγράφει απλώς το παρελθόν· συνοδεύει τον αιώνα, τον σχολιάζει, παρεμβαίνει δημιουργώντας συνειδήσεις, ανταποκρίνεται σε ανάγκες.

Ντιέγκο Ριβέρα, «Άνθρωπος στο σταυροδρόμι», 1933. Από την αφίσα του συνεδρίου

Ντιέγκο Ριβέρα, «Άνθρωπος στο σταυροδρόμι», 1933.
Από την αφίσα του συνεδρίου

Ποιοι είναι οι «αρμοί» αυτών των αλλαγών;

Αν συγκρίνεις φωτογραφίες από συνέδρια ιστορικών στις αρχές και στα τέλη του 20ού αιώνα καταλαβαίνεις. Τότε λίγοι, ανήκαν στις υψηλές ελίτ, άνδρες βεβαίως, Ευρωπαίοι, με προνομιακές σχέσεις με το κράτος. Σήμερα, οι ιστορικοί είναι εκατοντάδες χιλιάδες, σε όλο τον κόσμο: άνδρες και γυναίκες, από όλες τις φυλές, κυρίως από μεσαία στρώματα, οι περισσότεροι/ες χωρίς σταθερή δουλειά. Το επάγγελμα έχει μαζικοποιηθεί, έχει αλλάξει το προφίλ του ιστορικού.

Το αναγνωστικό κοινό επίσης έχει διευρυνθεί. Η εγγραμματοσύνη διευρύνθηκε, η μετάβαση από την τυπογραφία στην εικόνα και στην ψηφιακή εποχή, ο πολλαπλασιασμός εθνών και κοινωνικών ομάδων σε αναζήτηση ιστορίας, όλα αυτά άλλαξαν το κοινό των ιστορικών. Δεκάδες νέες χώρες αναδύθηκαν τον 20ό αιώνα, και αυτές είχαν ανάγκη την ιστορία και τους ιστορικούς για να φιλοτεχνήσουν το προφίλ τους. Άλλαξε, επίσης, ο τρόπος χρηματοδότησης. Κάποτε κρατικός, τώρα πολυκεντρικός, δεν εξαφανίστηκε ο έλεγχος, άλλαξε ο τύπος, πάντως εξασφάλισε περισσότερη ελευθερία, αν και δεν ακούγονται όλες οι απόψεις με την ίδια ισχύ. Αυτά έχουν ασφαλώς επιπτώσεις στους προσανατολισμούς της ιστορίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Αριστερά και αστικός πολιτικός κόσμος: ένα συνέδριο στο Πάντειο, 17-20.4.2013

Standard

Ο καθοριστικός ρόλος της Αριστεράς τις δεκαετίες 1940 και 1950

του Προκόπη Παπαστράτη

 Το συνέδριο «Αριστερά και πολιτικός κόσμος, στις δεκαετίες του 1940 και 1950», που οργανώθηκε στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου υπήρξε ένα συνέδριο αξιοπρόσεκτο από πολλές απόψεις: της επιλογής της θεματολογίας, της συμμετοχής πολλών νέων ερευνητών, για τα ιστοριογραφικά και πολιτικά ζητήματα που θέτει, ζητήσαμε από τον Προκόπη Παπαστράτη, εκ των οργανωτών, να μας συνοψίσει το κλίμα και τα συμπεράσματα του συνεδρίου.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

TELIKOS PROKΗ οργάνωση συνεδρίων για αυτή την περίοδο (τις δεκαετίες  του 1940 και 1950), ένα ενδιαφέρον θέμα που έχει τη δική του ιστορία, έχει ξεκινήσει από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, όπως αρκετοί γνωρίζουν, ενώ άλλοι επιλέγουν να ξεχνούν. Αυτή η διαδικασία συνέβαλε, σε συνδυασμό με τις διδακτορικές διατριβές που είχαν ήδη υποστηριχθεί ή ήταν σε εξέλιξη (όχι φυσικά στην Ελλάδα), να ανοίξει η συζήτηση και η μελέτη σε νέα πλαίσια.  Ως γνωστόν, η συζήτηση αυτή δεν είχε σταματήσει ποτέ, σε πείσμα των απαγορεύσεων και των διοικητικών μέτρων που εκπορεύονταν από τους θεωρητικούς ταγούς της εθνικοφροσύνης.

Παρά τη διάχυτη αισιοδοξία την πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης, ήταν τουλάχιστον σαφής η δυσπιστία και η βολική αδράνεια απέναντι στη σύγχρονη ιστορία, και συγκεκριμένα στη δεκαετία του 1940.  Στην αναζήτηση των αιτίων, που αναπόφευκτα απασχολούσε την κοινωνία, αυτό το νέο έναυσμα επέβαλε ουσιαστικά το τεκμήριο της επιστημονικότητας, σε ευθεία αντιπαράθεση με την ψυχροπολεμική επιχειρηματολογία που είχε επιβληθεί άνωθεν.

Από τον τίτλο και τη θεματική του Συνεδρίου επισημαίνεται ο καθοριστικός ρόλος που διαδραματίζει η Αριστερά σ’ αυτές τις δύο δεκαετίες.  Αυτό είναι εμφανέστερο στη δεκαετία του 1940, όπου η δυναμική εδραίωση και απήχηση του ΕΑΜ, ως εν δυνάμει εναλλακτικής πολιτικής λύσης, αναγκάζει τον ξένο παράγοντα να προσαρμόσει ριζικά τα αρχικά του σχέδια ώστε, να αποτρέψει την πολιτική και κυρίως την υποτιθέμενη στρατιωτική απειλή του ΕΑΜ.  Αλλά και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου η δια πυρός και σιδήρου απόρριψη κάθε διαπραγματευτικής πρότασης στοχεύει στην εξάλειψη αυτής της επιρροής της Αριστεράς. Συνέχεια ανάγνωσης

Για τα «Λόγια περί μεθόδου» του Κ. Θ. Δημαρά: Η ανατρεπτικότητα της επιμονής

Standard
Κ. Θ. Δημαράς.Σκίτσο του Αντώνη Πρωτοπάτση,από το περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα»,9.11.1945

Κ. Θ. Δημαράς.
Σκίτσο του Αντώνη Πρωτοπάτση,
από το περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα»,
9.11.1945

Αυτές τις μέρες κυκλοφορούν τα Σύμμικτα Δ΄ του Κ.Θ. Δημαρά. Σε δύο επιβλητικούς τόμους (1.183 σελίδες), συνέκδοση του Μουσείου Μπενάκη (Βιβλιολογικό Εργαστήρι «Φίλιππος Ηλιού») και του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, συγκεντρώνονται 301 κείμενα του Κ.Θ. Δημαρά, ως επί το πλείστον επιφυλλίδες, από το 1931 μέχρι το 1989, με γενικό άξονα (και τίτλο των τόμων) «Λόγια περί μεθόδου». Την επιλογή των κειμένων είχε κάνει ο Φίλιππος Ηλιού και τους τόμους επιμελήθηκε η Πόπη Πολέμη. Από την Εισαγωγή της δημοσιεύσουμε εκτενή αποσπάσματα· για τις ανάγκες της παρούσας δημοσίευσης έχουν απαλειφθεί οι σημειώσεις.

ENΘΕΜΑΤΑ

της Πόπης Πολέμη

 «Πρέπει να φυλαγόμαστε πάντοτε από την αμάθεια, την ηλιθιότητα και την κακοπιστία κι από την σύνθεσή τους, τον φανατισμό, που δεν είναι σε θέση να διακρίνουν την επιστήμη από την πολιτική και την αλήθεια από την σκοπιμότητα· κι ο μόνος τρόπος να νικήσουμε κι αυτούς τους αντιπάλους, είναι να ξαναλέμε τακτικά τις βασικές αλήθειες της ιστορίας μας». Το παράθεμα αυτό του Κ. Θ. Δημαρά, από κείμενό του του 1952, «πάντα επίκαιρο», χρησιμοποίησε ο Φίλιππος Ηλιού για να κλείσει τη δική του εισήγηση, το 1993, στην Επιστημονική Συνάντηση που διοργάνωσε το Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών τιμώντας τη μνήμη του ιδρυτή του. Με τον τίτλο της εισήγησης εκείνης, δέκα χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 2003, επέγραψε ο Φίλιππος το κομψό τομίδιο των εκδόσεων Ερμής με Τρία κείμενα για τον Κ. Θ. Δημαρά, το οποίο αποτελεί την καλύτερη εισαγωγή στο έργο που προλογίζουμε εδώ. Στις αρχές του 2004, ο Φίλιππος (πέθανε στις 4 Μαρτίου) ταχυδρόμησε ως ύστατο χαιρετισμό στους φίλους του αυτές ακριβώς τις Ασέβειες του ιστορικού, επισφραγίζοντας, και με τον τρόπο αυτό, μια μακρά και γόνιμη σχέση μαθητείας και φιλίας. Είχε προλάβει, τις ίδιες εκείνες μέρες, να εμπιστευτεί στον Μανόλη Σαββίδη το σώμα των επιφυλλίδων του Κ. Θ. Δημαρά που παρουσιάζεται τώρα σε αυτούς τους τόμους, και να δημοσιεύσει στα Ιστορικά «τον τελευταίο επιστημονικό του οβολό, κλείνοντας τον κύκλο όπως άνοιξε: με τον Διαμαντή Κοραή και τον Κωνσταντίνο Θησέως Δημαρά». […] Συνέχεια ανάγνωσης

Με αφορμή τον θάνατο της Γκέρντα Λέρνερ

Standard

ως επεξηγηματικός πρόλογος σε ένα επερχόμενο κείμενο για τη ζωή και τα βιβλία της

 της Έλενας Πατρικίου

Τζόρτιζιο ντςε Κίρικο, «Ξαπλωμένο γυμνό», 1929

 Η Γκέρντα Λέρνερ δεν ήταν, ασφαλώς, ούτε η πρώτη ούτε η μόνη γυναίκα ιστορικός του 20ού αιώνα. Ήταν όμως η γυναίκα που ίδρυσε τις «γυναικείες σπουδές» και αγωνίστηκε για να αποτελέσουν οι γυναίκες αντικείμενο της ιστορικής επιστήμης.

Ίσως όμως πρέπει να ξεκινήσω με μία «προσωπική» ιστορία. Ανήκω στην κατηγορία εκείνη των γυναικών ιστορικών που, μέσα στη δεκαετία του ’80, αποφασίσαμε ότι οι «γυναικείες σπουδές» δεν μας ενδιέφεραν. Ξέραμε πως τίποτα δεν μας είχε χαριστεί, πως η σχέση μας με το Πανεπιστήμιο και τους ακαδημαϊκούς θεσμούς προφανώς είχε καθοριστεί από το γεγονός ότι προηγούμενες γενιές γυναικών είχαν ξοδέψει γενναιόδωρα τη ζωή τους προκειμένου οι γυναίκες να κερδίσουν το δικαίωμα εισόδου σ’ αυτούς. Αλλά εμείς –πιστεύαμε πως– θα ανήκαμε πλέον στην «κανονικότητα» και όχι στην εξαίρεση. Οι «γυναικείες σπουδές» φάνταζαν σαν παγίδα, ένα νέο είδος διαχωρισμού: αφήστε τις γυναίκες να γράφουν τη δική τους ξεχωριστή, άρα περιθωριακή, ιστορία, ενώ η ιστορία που «μετράει» θα συνεχίσει να γράφεται από τους ιστορικούς που κάνουν «κανονική» ιστορία: στο κέντρο, όχι στο περιθώριο. Συνέχεια ανάγνωσης

Γιατί θέλαμε να γίνουμε ιστορικοί;

Standard

Με αφορμή το συνέδριο προς τιμήν του Χάγκεν Φλάισερ

 του Μάνου Αυγερίδη

Την προηγούμενη εβδομάδα το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών διοργάνωσε ένα μεγάλο συνέδριο για τη δεκαετία του 1940, προς τιμήν του ιστορικού Χάγκεν Φλάισερ, ο οποίος έπειτα από πολυετή διδασκαλία είναι πλέον ομότιμος καθηγητής. Τιμώντας τον συνάδελφό τους, τα μέλη της οργανωτικής επιτροπής (Κατερίνα Γαρδίκα, Αντώνης Λιάκος, Κώστας Ράπτης), σχεδίασαν ένα συνέδριο με σκοπό την αποτίμηση της ιστοριογραφίας της κρίσιμης αυτής περιόδου και παράλληλα την ανάδειξη της συμβολής του Φλάισερ σε αυτή.

Το εγκώμιο για το έργο και την παρουσία του γερμανοέλληνα ιστορικού όλα αυτά τα χρόνια είναι μάλλον περιττό: το παρατεταμένο χειροκρότημα του κοινού στο τέλος του συνεδρίου, καθώς και η συνεχής παρουσία του, τρεις ολόκληρες μέρες, στα καθίσματα, τα σκαλάκια και το δάπεδο, εντός και εκτός του κατάμεστου αμφιθεάτρου Δρακόπουλου, αποτελούν, άλλωστε, μια  απτή επιβεβαίωση της  αναγνώρισης του Φλάισερ ως δασκάλου, συναδέλφου, επιστήμονα και ενεργού πολίτη. Όσον αφορά το ίδιο το συνέδριο, το εύρος της συμμετοχής, η συνύπαρξη καταξιωμένων και νεότερων ιστορικών, οι νέες θεματολογίες και τα ερωτήματα, το  καθιστούν καθαυτό σημαντικό επιστημονικό γεγονός – και αναμένουμε την έκδοση των πρακτικών. Συνέχεια ανάγνωσης

Έρικ Χομπσμπάουμ: ένας άνθρωπος του 20ού αιώνα

Standard

της Βίκυς Καραφουλίδου

 Παρακολουθώντας το έργο του Έρικ Χομπσμπάουμ μπορεί κανείς να ανιχνεύσει μια ιδιαίτερη μέριμνα για την αναζήτηση και τη διασφάλιση μιας αφήγησης συνεκτικής και μεστής νοήματος. Για τον βρετανό ιστορικό, η ιστοριογραφία ως «αίσθηση του παρελθόντος», δηλαδή ως βούληση να κατανοηθεί το χθες με τους δικούς του όρους και να ανιχνευθούν οι αλλαγές και οι μεταμορφώσεις του (E. Hobsbawm, Για την Ιστορία, μτφρ. Π. Ματάλας, Αθήνα 1998, σ. 25), πάντοτε συνδέεται έμμεσα με το παρόν και το μέλλον, με τη θέση μας μέσα στον χρόνο, θέση από την οποία δεν μπορούμε να ποτέ να ξεφύγουμε. Το κατεξοχήν ερώτημα που διαχρονικά διατρέχει τη σκέψη του δεν είναι άλλο –κάθε φορά– από το «πώς φτάσαμε ως εδώ;»

Στον Χομπσμπάουμ, η μαρξιστική μέθοδος ανανεώνει την ιστοριογραφική πρακτική, δοκιμάζει τις προϋποθέσεις της έρευνας, προσανατολίζει εκ νέου τα ζητούμενα της και διευρύνει δυναμικά το πεδίο της επιστήμης. Το αίτημα εξάλλου για μια πρωτίστως οικονομική και κοινωνική, αλλά εν τέλει σφαιρική και καθολική ιστορία, έφερε κοντά τους άγγλους μαρξιστές ιστορικούς του PastandPresent με τα γαλλικά Annales, ως πορείες διακριτές μεν αλλά εφαπτόμενες (στο ίδιο, σ. 220-227). Συνέχεια ανάγνωσης

ΑΦΙΕΡΩΜΑ-7: Οι ξεχασμένες φωνές που ξαναζωντανεύουν

Standard

του Τρίστραμ Χαντ

Προς πώλησιν («Guardian», 22.1.2011)

Στους πρόποδες του Χάμπστεντ Χιθ, όπου ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Έγκελς συνήθιζαν να κάνουν τον απογευματινό τους περίπατο, βρίσκεται το σπίτι του Έρικ και της Μαρλίν Χομπσμπάουμ. Η είσοδος στο σαλόνι της οδού Νάσινγκτον, για μια συζήτηση με τον Χομπσμπάουμ, ήταν παράλληλα και ένα ταξίδι στους μεγάλους ιδεολογικούς αγώνες του 20ού αιώνα των άκρων. Εδώ οι ιδέες είχαν σημασία, η ιστορία σκοπό, και η πολιτική έπαιζε κεντρικό ρόλο.

Το εύρος του έργου και η εμβέλεια της πνεύματός του με εντυπωσίαζαν πάντα. Έως το τέλος της ζωής του, επέμεινε να συναντά διανοούμενους, ποτέ δεν απέτυχε να «βασανίσει» έναν αντίπαλο και συνέχισε να γράφει. Σε ένα απογευματινό τσάι με τον Χομπσμπάουμ η συζήτηση θα μπορούσε να απλωθεί από τα επιτεύγματα του προέδρου Λούλα στη Βραζιλία και τα όρια του Ισάια Μπερλίν ως ιστορικού, μέχρι την κατάρρευση του Κομμουνιστικού Κόμματος στη Δυτική Βεγγάλη και το τι έπρεπε να είχε κάνει ο Ραλφ Μίλιμπαντ με τους γιους του, τον Ντέιβιντ και τον Εντ. Συνέχεια ανάγνωσης

Συναντήσεις της ελληνικής με τη γαλλική ιστοριογραφία από τα χρόνια της μεταπολίτευσης έως σήμερα

Standard

(το πρόγραμμα στο τέλος του άρθρου)

 του Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Πάμπλο Πικάσο, «Στούντιο με κεφάλι αγάλματος», 1925

Κάθε εορτασμός είναι μια ευκαιρία για απολογισμoύς. Απολογισμούς των όσων έγιναν, της υποδοχής τους, της συμβολής τους στη διαμόρφωση της συγχρονίας — ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης όπως η σημερινή, όπου πολλές από τις κατακτήσεις των προηγούμενων χρόνων καταρρέουν ή δοκιμάζονται και νέα διακυβεύματα εμφανίζονται στο προσκήνιο.

Πώς φτάσαμε λοιπόν έως εδώ, για να θυμηθούμε ένα από τα καίρια ιστοριογραφικά ερωτήματα που χαρακτήρισαν το τέλος της δικτατορίας και την αρχή της μεταπολίτευσης; Από το 1971 και την ίδρυση της Eταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού έως σήμερα άλλαξαν πολλά στην ελληνική ιστοριογραφία, η οποία γνώρισε μια μοναδική άνθηση, όπως αποτυπώθηκε στη δημιουργία θεσμών και συλλογικοτήτων, καθώς και στη θεαματική ανάπτυξη της ιστοριογραφικής παραγωγής. Ποιες ήταν οι κοινωνικές ανάγκες και ζητούμενα, τα ακαδημαϊκά και ιστοριογραφικά περιβάλλοντα που συνέβαλαν σε αυτή την άνθηση; Πόσο ομοιογενής υπήρξε, ποια ήταν τα πεδία που αναπτύχθηκαν και ποια η εξέλιξή τους στον χρόνο; Ποιες ήταν οι κύριες επιρροές και ωσμώσεις, πώς συνομίλησαν οι αλλαγές στη ελληνική ιστοριογραφία με τις αντίστοιχες διεθνείς, με ποιες και πού συναντήθηκαν; Συνέχεια ανάγνωσης

Μια νέα ώσμωση ουμανισμού και ριζοσπαστισμού

Standard

της Μαρίας Κουρούκλη

Έργο του Ανρί Ματίς

 Η ιστορική επιστήμη στην Ελλάδα διατηρεί στενές σχέσεις με τον γαλλικό πανεπιστημιακό και ερευνητικό χώρο. Πολλοί σημαντικοί έλληνες ιστορικοί φοίτησαν στο Νεοελληνικό Ινστιτούτο της Σορβόννης, την Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales, το 8ο Πανεπιστήμιο του Παρισιού (στη Vincennes και αργότερα στο Saint Denis) ή το 10ο Πανεπιστήμιο, τη Nanterre.

Στη διάρκεια της δικτατορίας και στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, η ιστορική έρευνα που αφορούσε την Ελλάδα γινόταν εν πολλοίς στη Γαλλία, όπου κυριαρχούσε η σχολή των Annales. Πρόκειται για μια θεώρηση του ιστορικού γίγνεσθαι μέσα από την ιδέα της μακράς διάρκειας, των διαχρονικών διαδικασιών που διαμορφώνουν τις κοινωνίες, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην καθημερινή ζωή των απλών ανθρώπων και των τοπικών κοινωνιών και τις ιδέες, συνήθειες και νοοτροπίες που τους χαρακτήριζαν. Η γαλλική ιστορική σχολή αναπτυσσόταν στο ιδιαίτερο πολιτικό και πολιτιστικό περιβάλλον της πρώτης μετααποικιακής περιόδου (Πόλεμος της Αλγερίας και του Βιετνάμ, αποχώρηση των γαλλικών δυνάμεων από τις αφρικανικές αποικίες) και της ανόδου της Αριστεράς στο εσωτερικό της χώρας, της συμμαχίας Σοσιαλιστικού και Κομμουνιστικού Κόμματος και εν τέλει της νίκης των σοσιαλιστών στις προεδρικές εκλογές το 1981. Οι γάλλοι ιστορικοί πρότειναν πρωτοπόρες μεθόδους ιστορικής ανάλυσης στη διάρκεια μιας ιδιαίτερης στιγμής της γαλλικής κοινωνίας: όταν, από τη μια μεριά, από αποικιοκρατική δύναμη ξαναβρίσκει τη διάσταση έθνους-κράτους και, από την άλλη, όταν διαμορφώνεται ανάμεσα στους διανοούμενους μια νέα ώσμωση ουμανισμού και ριζοσπαστισμού, που χαρακτηρίζει τους γάλλους και τους ξένους διανοούμενους οι οποίοι συμμετέχουν στην πολιτική και πολιτιστική αυτή μεταμόρφωση. Συνέχεια ανάγνωσης

Για την Προφορική Ιστορία και άλλες ιστορίες

Standard

της Τασούλας Βερβενιώτη

Σχέδιο του Ορέστη Κανέλλη

Ο όρος Προφορική Ιστορία μπορεί να θεωρείται «νέος», και γιατί συνδέεται με την τεχνολογία του μαγνητόφωνου, αλλά στην πραγματικότητα είναι τόσο παλιός όσο και η ανάγκη των ανθρώπων να γνωρίζουν το παρελθόν τους. Είναι το πρώτο είδος Ιστορίας, πριν ακόμα την εφεύρεση και τη διάδοση της γραφής. Στις προφορικές κοινωνίες η αφήγηση ενός γεγονότος αποκτούσε μια μοναδική σημασία, όπως πολύ καλά ξέρουμε από τα oμηρικά έπη. Με την επέκταση της γραφής, οι δημηγορίες του Θουκυδίδη αποτελούν ένα εξαίρετο δείγμα χρήσης της προφορικής μαρτυρίας.
Ωστόσο, η Ιστορία κατοχυρώθηκε ως επιστήμη τον 19ο αιώνα με το ρεύμα του θετικισμού και βασιζόταν στα γραπτά τεκμήρια, τα αρχεία. Από τότε έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι. Μια καίρια τομή, στα μέσα του 20ού αιώνα, μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αφορούσε τα αντιαποικιακά κινήματα. Μια Ιστορία βασισμένη μόνο στα αρχεία θα ήταν μια ιστορία των αποικιοκρατών, ενώ για τους αγώνες και τις αγωνίες των αποικιοκρατούμενων για την ανεξαρτησία τους θα υπήρχε σκοτάδι. Και το σκοτάδι δεν μπορεί να αποτελέσει υποκείμενο της ιστορίας.
Η Προφορική Ιστορία ως κλάδος της Ιστορίας έχει ως στόχο να φέρει στο ιστορικό προσκήνιο στους «αφανείς», εκείνες τις κοινωνικές κατηγορίες οι οποίες δεν κρατούν αρχεία, δεν έχουν πρόσβαση στην εξουσία. Εάν η Ιστορία γραφόταν μόνο με βάση τα αρχεία, όπως πρεσβεύουν οι «καθαρόαιμοι» ιστορικοί, η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων θα έμενε απέξω. Η Προφορική Ιστορία όμως δεν επινοήθηκε για να αποκαλύψει κάποια διεθνή συνωμοσία των ιστορικών ενάντια στους «απλούς» ανθρώπους, αλλά σχετίζεται με την ίδια την πορεία της ανθρωπότητας και τη διαφοροποίησή της μέσα στο χρόνο, η οποία αντανακλάται και στην ιστοριογραφία. Η Προφορική Ιστορία αναπτύχθηκε, γιατί η ανθρώπινη κοινωνία έχει γίνει πιο δημοκρατική, παρόλο που όλοι έχουμε πολλά να πούμε για τα ελλείμματα της δημοκρατίας μας. Συνέχεια ανάγνωσης

«Σκυλεύεται» η ιστορία;

Standard

του Παναγιώτη Νούτσου

Διονύσιος ο Φιλόσοφος

Παρακολουθώ, όσο γίνεται από κοντά, τη διακίνηση των ιδεών σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και όχι μόνο. Κάποτε δείχνω ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το τι συμβαίνει στις γειτονικές. Και σ’ αυτές τι ερωτάται; Γιατί απουσιάζει από τα σχολικά εγχειρίδια της χώρας του η «εξέγερση» του Στάροβου (1711), με αυτονόητη την προϋπόθεση ότι «παρότι τοπικό» γεγονός –σε ό,τι «αφορά τη γεωγραφική του τοποθέτηση σε σχέση με το κέντρο της οθωμανικής εξουσίας»– «σχετίζεται άμεσα με την pax ottomana».
Αν όμως συνεχίσω έτσι με τα απανωτά realia της «αφήγησης», ίσως αυτά να εμφανίζονται άκρως ανιαρά για το νοηματικό μας φακό. Για τούτο ας μου επιτραπεί να επιστρέψω –mutatis mutandis– σε ένα αρκετά ομόλογο «γεγονός» της εγχώριας ιστορίας. Ας υποτεθεί, λοιπόν, ότι μετακινούμαστε από το Στάροβο στα Ιωάννινα, 300 χιλιόμετρα νοτιότερα και εκατό χρόνια νωρίτερα. Πώς θα ήταν στα καθ’ ημάς το ερώτημα: γιατί «αποσιωπάται» από τα σχολικά εγχειρίδια, πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η «εξέγερση του 1611 στην Ήπειρο». Ειδικότερα, αυτό το κοφτό «αποσιωπάται» διανθίζεται από εκφράσεις του τύπου: «εξορία», «δεν χωράει», «δεν φτάνει στις σελίδες», «κόβεται», «αγνοείται», «θα παραληφθεί» [= «παραλειφθεί»], «λογοκρίνεται», «δεν διδάσκεται», «δεν έχει αφηγηματική αξία»,  «είναι σαν να μην υπάρχει» και «αποσιωπάται τελείως» ως «θύμα ιδεολογικών σκοπιμοτήτων». Τούτο, ως προς τον χρονικό ορίζοντα αυτής της «απουσίας», συντίθεται με το αφοπλιστικό επίρρημα «διαχρονικά» (έως πού τάχα εκτείνεται η «longitudinal» έρευνα;) Συνέχεια ανάγνωσης

Ο Νίκος Σβορώνος, η Λευκάδα και οι Λευκαδίτες

Standard

Η Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών μας χάρισε πρόσφατα έναν ωραίο τόμο, φτιαγμένο με γνώση, τέχνη και αγάπη: τα Μελετήματα για τη Λευκάδα και τους Λευκαδίτες, του Νίκου Γ. Σβορώνου, με επιμέλεια του Σπύρου Ι. Ασδραχά και του Κώστα Γ. Τσικνάκη. Το βιβλίο απαρτίζεται από δύο μέρη, όπως σημειώνει στο εισαγωγικό σημείωμα ο Σπ. Ασδραχάς: «Στο πρώτο, συνοδευόμενο από εικαστικά και γενεαλογικό τεκμήρια, συγκεντρώνονται όσα από τα γραφτά του αφιέρωσε ο Νίκος Γ. Σβορώνος (1911-1989) στη Λευκάδα και στους Λευκαδίτες. Το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει την εργογραφία και τη βιβλιογραφία του Νίκου Σβορώνου, εμπλουτίζοντας και, κυρίως, επεκτείνοντας την εργογραφία που διαδοχικώς είχε παρουσιάσει ο συντάκτης της, ο Κ. Τσικνάκης». Δημοσιεύουμε σήμερα το εισαγωγικό σημείωμα του Σπ. Ασδραχά, κείμενο που, εκκινώντας από τα «λευκαδικά» του Νίκου Σβορώνου, έχει ευρύτερη αξία για τη μελέτη του έργου του Ν. Σβορώνου.

EΝΘΕΜΑΤΑ

του Σπύρου Ι. Ασδραχά

Ο Νίκος Σβορώνος, σε νεαρή ηλικία στην Αθήνα, με τις θείες του Ρίτα (αριστερά) και Κυράννα.

Ο Νίκος Σβορώνος δεν επικέντρωσε τα ενδιαφέροντά του στην ενεγκαμένη: ό,τι έγραψε γι’ αυτή είχε την αφορμή του σε ορισμένα αρχειακά ευρήματα και σε προσκλήσεις να πάρει το λόγο σε κάποια εκδήλωση, να κρίνει ένα βιβλίο, να συμμετάσχει σε έναν αφιερωματικό τόμο. Τα φιλολογικά καθέκαστα εκτίθενται στην οικεία θέση και περιττεύει η επανάληψή τους σε τούτο το σύντομο σημείωμα.

Δεν θα περίττευε να υπομνήσω ότι ο Σβορώνος σπανίως μιλούσε χωρίς γραπτό κείμενο· τούτο ισχύει και για τη διδασκαλία του στην Ecole Pratique des Hautes Etudes (4ο τμήμα) στο Παρίσι και αλλού. Βεβαίως, όταν η εκδήλωση στην οποία συμμετείχε διαβάζοντας το χειρόγραφό του συνεπαγόταν το διάλογο, αφηνόταν στην προφορικότητα: ο προφορικός του λόγος, χωρίς ποτέ να γίνεται ρητορικός, αποδέσμευε τις εκφραστικές του ικανότητες, που σε πιο «χαλαρές» συζητήσεις έγγιζαν τα όρια της λογοτεχνικής αφήγησης. Ωστόσο, τα αποθησαυριζόμενα εδώ κείμενά του ήταν όλα τους γραπτά, με εξαίρεση τα λίγα αποσπάσματα από συνεντεύξεις του που εμφιλοχωρούν στο πρώτο μέρος του βιβλίου.

Τα λευκαδίτικα μελετήματα του Σβορώνου γράφηκαν σε διαφορετικές στιγμές και με διαφορετική τεχνική: αντικαθρεφτίζουν, κατά κάποιο τρόπο, τη ζωή του. Τα δυο πρώτα είναι «ακαδημαϊκά», γλωσσικώς (όπως επιβαλλόταν από την αθηναϊκή, τουλάχιστο, θεσμοθετημένη έρευνα): καθαρολόγα γραφτά ενός δημοτικιστή. Τη διπλή παράδοση δημοτικής και καθαρόλογης διατύπωσης θα την ενστερνισθεί σε έκκεντρες, εκτός θεσμοθετημένου ακαδημαϊκού πλαισίου, συγγραφές, στη μετάφραση, λόγου χάρη, του βιβλίου για τον βυζαντινό πολιτισμό του Karl Roth (1949), όταν δηλαδή βρίσκεται από το 1945 στη Γαλλία. Δεν είναι το μοναδικό δείγμα της αθηναϊκής του περιόδου, κυρίως της μετακατοχικής. Όταν γράφει για τους αρματολούς και κλέφτες και για τους Χιώτες πρόσφυγες στη Λευκάδα (1939-40, οι χρονίες αναφέρονται στη δημοσίευση, όχι στη συγγραφή), είναι ήδη ένας διαμορφωμένος ιστορικός και φιλόλογος. Έχει διευρύνει τα πεδία παρατήρησής του και τον ενδιαφέρει, ανάμεσα στα άλλα, ο φαναριωτισμός στις Ηγεμονίες. Προϋπόθεση, η γνώση της ρουμανικής γλώσσας: εντάσσεται στο αίνιγμα της γλωσσομάθειάς του. Θα ξαναγυρίσω στο ζήτημα αυτό «καταστρέφοντας» –όπως έλεγαν οι παλιότεροί μας– το λόγο μου. Εξυπακούεται ότι τα αρχειακά τεκμήρια των δύο πρώτων μελετημάτων δεν τα ανίχνευσε κατά τα μαθητικά του χρόνια, αλλά σε κάποια από τα ταξίδια του στη Λευκάδα, μάλλον μετά το πέρας (ή και κατά τη διάρκεια) των πανεπιστημιακών του σπουδών (1933-1935). Συνέχεια ανάγνωσης

Από το ΕΑΜ στην ΕΔΑ

Standard

Η ραγδαία ανασυγκρότηση της ελληνικής Αριστεράς και οι μεταμφυλιακές πολιτικές πολιτικές αναγκαιότητες

 Από αύριο Δευτέρα θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία η νέα μελέτη του Μιχάλη Λυμπεράτου «Από το ΕΑΜ στην ΕΔΑ. Η ραγδαία ανασυγκρότηση της ελληνικής Αριστεράς και οι μεταμφυλιακές πολιτικές αναγκαιότητες» (εκδόσεις Στοχαστής). Όπως επισημαίνει και ο Προκόπης Παπαστράτης στον πρόλογό του, η σφαιρική αυτή μελέτη, με τη μεθοδική αποκατάσταση των γεγονότων,  φωτίζει μια συναρπαστική διαδρομή: πώς η καθημαγμένη από τον Εμφύλιο Αριστερά κατορθώνει, παρά τον ανηλεή διωγμό της, να αναδειχθεί σε παράγοντα με καθοριστικό ρόλο στην πολιτική ζωή. Μια ιστορική γνώση εξαιρετικά χρήσιμη και για την πολιτική του σήμερα.  Προδημοσιεύουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από την εισαγωγή.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 

 Η ραγδαία μετεμφυλιακή ανασύνταξη της ελληνικής Αριστεράς συνιστά αναμφισβήτητα ένα ιστορικό παράδοξο: είναι ίσως δυσκατάληπτο το πώς μια ηττημένη πολιτική δύναμη σε έναν καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο, ιδεολογικά κατασυκοφαντημένη και αντιμέτωπη με ένα κράτος που παρέτεινε εις βάρος της τις πρακτικές του εμφυλίου για δεκαετίες, κατορθώνει να ανασυνταχθεί σε τέτοιο βαθμό μέσα σε μόνο μια πενταετία, ώστε να αποτελέσει μια εν δυνάμει πλειοψηφική δύναμη και ακόμα και εκλογικά να διεκδικήσει την πολιτική εξουσία. Αυτό, σε πείσμα της εκτεταμένης προσπάθειας που καταβλήθηκε με τη συνδρομή του κρατικού μηχανισμού να ανασυγκροτηθούν οι κοινωνικές συμμαχίες των νικητών του εμφυλίου πολέμου, μέσω των επιλεκτικών διανομών  της βοήθειας του σχεδίου Μάρσαλ αλλά και μιας κρατικής πολιτικής που αναδιένειμε κεφάλαια και παρείχε εργασιακή και κοινωνική αποκατάσταση με σαφή πολιτικά κριτήρια προς όφελος των υποστηρικτών των νέων δομών εξουσίας…

Και όμως όλα αυτά φαίνεται ότι δεν αρκούν για την πολιτική καθήλωση της Αριστεράς, όπως ευελπιστούσαν οι μηχανισμοί επιβολής της αστικής εξουσίας. Ακόμα και όταν το κράτος επιστρατεύει ωμές μορφές μαζικής τρομοκρατίας και προβαίνει ακόμα και σε εκτελέσεις παραδειγματισμού, όπως του Ν. Μπελογιάννη  και των συντρόφων του, προσπαθεί τελικά να σταματήσει το απευκταίο: την επικείμενη ανασυγκρότησή της, μια δυναμική με πανευρωπαϊκά χαρακτηριστικά. Έτσι, όλη η μετεμφυλιακή ιστορία της χώρας κατατρύχεται από το φάντασμά της, που πλανιέται ως απειλή, πολύ πιο σοβαρή από ότι από την επίσημη εξουσία γίνεται παραδεκτό. Και μάλιστα παρά την συμπαράσταση των Αμερικανών, που εκτός από τις στρατιωτικές ενισχύσεις και την ανάλογη «τεχνογνωσία», βοηθούν το κράτος να καλλιεργήσει  την υστερία της «έθωξεν» απειλής, να στρατιωτικοποιήσει την κοινωνία, κατασκευάζοντας έναν υπέρογκο, για τα πληθυσμιακά δεδομένα της χώρας, στρατό και να αναζητήσει τους «προδότες» υποβάλοντας τους σε ανηλεή καταδίωξη, αφού που υποτίθεται διευκόλυναν τους βαλκάνιους γείτονες να εξυπηρετήσουν τα επεκτατικά τους σχέδια. Συνέχεια ανάγνωσης

«Η Ελλάς», η επίσημη κυβερνητική εφημερίδα των Δεκεμβριανών: ένα άγνωστο ντοκουμέντο

Standard

Με το άρθρο αυτό,  τα «Ενθέματα» εγκαινιάζουν, με μεγάλη χαρά, τη συνεργασία τους με το ιστολόγιο της «Βασιλικής Μετατρούλου». Με την ευκαιρία επετείων, και όχι μόνο, ο Κλέων Ιωαννίδης, εκ μέρους του ιστολογίου, θα ανασύρει τεκμήρια, αναδεικνύοντας άγνωστες πλευρές τις ιστορίας. Όπως μας λέει,  «ο ιστορικός οφείλει να φτιάξει μια αφήγηση που  διερευνά τις αντιθέσεις, τις συγκρούσεις, τις συμπλεύσεις,  που  εξηγεί τη ροπή των γεγονότων. Όλα αυτά, κάτω από την επίδραση των ιδεών, και μέσα στον ορίζοντα που οι ιδέες καθορίζουν. Να βλέπει τους συσχετισμούς, τις αντίθετες ή τις παράλληλες διαδρομές, τις ανατροπές. Και να ερμηνεύει τον βηματισμό της κοινωνίας και των ανθρώπων. Αλλιώς, “δεν είναι Ιστορία, είναι καταγραφή γεγονότων, αποδελτίωση”, όπως σημείωσε ο Νίκος Σβορώνος. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, τη ρήση του Φίλιππου Ηλιού,  “στα δικαιώματα του πολίτη θα έπρεπε να ανήκει και το δικαίωμα να γνωρίζει την ιστορία του”».

ΕΝΘEMATA

του Κλέωνα Ιωαννίδη

(ιστολόγιο της Βασιλικής Μετατρούλου: xyzcontagion.wordpress.com)

 Στις 4 Δεκεμβρίου 1944, με το ξέσπασμα των γεγονότων που έμειναν στην Ιστορία ως «Δεκεμβριανά», ο υφυπουργός Τύπου και Διαφωτίσεως Πέτρος Γαρουφαλιάς εξέδωσε  την ακόλουθη ανακοίνωση: «Αι σημεριναί συνθήκαι, λόγω ιδία της ελλείψεως μέσων ακριβούς διαφωτίσεως παρέχουν εξαιρετικώς πρόσφατον έδαφος εις την κυκλοφορίαν ψευδών ειδήσεων. Εφιστάται επομένως ιδιαιτέρως η προσοχή του κοινού εις το σημερινόν εύκολον έργον των διαδοσιών».

Η κυβερνητική πλευρά βρισκόταν μπροστά σε μια πολύ δυσάρεστη κατάσταση: «αποκλεισμένη σε μια στενή λωρίδα λίγων τετραγώνων γης και εγκλεισμένη στο ξενοδοχείο της “Μεγάλης Βρεττανίας, δεν είχε τη δυνατότητα να επικοινωνήσει με τον αθηναϊκό λαό», και αποκομμένη (και) από την επαρχία δεν είχε καμία δυνατότητα να αντικρούσει τα «δηλητηριώδη ψεύδη των στασιαστών» του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Το αθηναϊκό κοινό ενημερωνόταν από άλλες πηγές, ακόμη και από τα «εαμικά χωνιά», την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση δεν είχε καμία δυνατότητα δημόσιου λόγου, αν αυτός δεν περνούσε από τα «φίλτρα» των βρετανών συμμάχων της.

Την περίοδο των Δεκεμβριανών, πράγματι, κυκλοφορούσαν πολλές εφημερίδες και έντυπα. Εντελώς ενδεικτικά: Στην εαμική πλευρά π.χ. υπήρχε ο Ριζοσπάστης, η Λαοκρατία, η Ελεύθερη Ελλάδα, η Λαϊκή Φωνή στη Θεσσαλονίκη, η Αλληλεγγύη, όργανο της «Εθνικής Αλληλεγγύης», η Νέα Γενιά της ΕΠΟΝ κ.ά. Στην αντιεαμική πλευρά το Ελληνικόν Αίμα, η Μεγάλη Ελλάς της ΕΔΕΕ, η Δόξα της ΠΕΑΝ, η Δημοκρατική Σημαία του ΕΔΕΣ κ.ά. Είχαν επίσης εμφανιστεί και εφημερίδες δημοσιογραφικές, ιδιωτικές ή/και εμπορικές, όπως η Ελευθέρα Πόλις του Νάσου Μπότση, τα Καθημερινά Νέα του Λουκή Ακρίτα, η Αλήθεια, στον Πειραιά η Φωνή του Πειραιώς κ.ά. Από την Κατοχή, επίσης, συνέχιζαν την έκδοσή τους η Δημοκρατία και η Ελευθερία. Οι Άγγλοι είχαν κι αυτοί τη δυνατότητα να τυπώνουν καθημερινό Δελτίο Ειδήσεων, στα ελληνικά ασφαλώς («Εκδίδεται υπό του Στρατηγείου των κατά ξηράν εν Ελλάδι δυνάμεων»), αλλά και φωτοπεριοδικά, με πολλές πολλές φωτογραφίες και σχεδόν καθόλου κείμενο, όπως αυτό με τον τίτλο ΑΕΡΑ (:Αγγλία Ελλάδα Ρωσία Αμερική), το οποίο τυπωνόταν στο Κάιρο, και κυκλοφορούσε (και) στην Ελλάδα, και τα Φωτο-Νέα, έκδοση της AGIS, Αγγλοελληνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Συνέχεια ανάγνωσης

Η Οικονομική Ιστορία του Ελληνικού Κράτους, 2

Standard

Συνέντευξη του Θανάση Καλαφάτη

Όπως γράφαμε και την προηγούμενη Κυριακή στα «Ενθέματα», κυκλοφόρησε πρόσφατα, από το Πολιτιστικό Ίδρυμα του Ομίλου Πειραιώς (ΠΙΟΠ), ένα τρίτομο επιβλητικό έργο: η Οικονομική ιστορία του ελληνικού κράτους (σύμβουλος έκδοσης: Σπύρος Ι. Ασδραχάς). Στη συγγραφή του έργου, εκτός από τον Θανάση Καλαφάτη και τον Ευάγγελο Πρόντζα (που είχαν επίσης τον γενικό συντονισμό του όλου προγράμματος, την ευθύνη οργάνωσης των εσωτερικών συναντήσεων των ερευνητών-συγγραφέων και την επιστημονική επιμέλεια του δημοσιευμένου έργου), συνεργάστηκαν οι: Αναστάσιος Γιαννίτσης, Σάκης Γκέκας, Ζαχαρίας Δεμαθάς, Χρήστος Δεσύλλας, Μαργαρίτα Δρίτσα, Παναγιώτης Ιωακειμίδης, Βασίλης Καρδάσης, Σοφία Λαζαρέτου, Γιώργος Μητροφάνης, Θεοφάνης Πάκος, Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Παναγιώτης Πετράκης, Φίλιππος Σαχινίδης, Μαρία Συναρέλλη, Στάθης Τσοτσορός, Τζελίνα Χαρλαύτη. Την προηγούμενη Κυριακή, φιλοξενήσαμε τη συνέντευξη του Ευάγγελου Πρόντζα, σχετικά με περιεχόμενο, την άρθρωση, τη στοχοθεσία του έργου, αλλά και ευρύτερα ζητήματα, που υπερβαίνουν την ιστοριογραφία και αγγίζουν τη σημερινή κρίση. Δημοσιεύουμε σήμερα την αντίστοιχη συνέντευξη του ιστορικού Θανάση Καλαφάτη, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.

Λαϊκή αγορά στο Θησείο, τον Μεσοπόλεμο («Η Ελλάδα του μόχθου, 1900-1960. Συλλογή Νίκου Πολίτη», εκδ. Ριζαρείου Ιδρύματος-Ιδρύματος Σταύρου Νιάρχου)

Θα μπορούσατε να μας εκθέσετε με συντομία το σκεπτικό και τη διάρθρωση αυτού του εγχειρήματος;

Η πρόσφατη άνθηση των ιστορικών σπουδών και της οικονομικής ιστορίας στον τόπο μας έχει συμβάλει ιδιαίτερα στην παραγωγή μεγάλου αριθμού δημοσιεύσεων, που τείνουν να συγκροτήσουν ένα ξεχωριστό επιστημονικό πεδίο, εκείνο της οικονομικής ιστορίας του ελληνικού κράτους. Αυτή η παραγωγή έρχεται να συνδυαστεί τόσο με παλαιότερες μελέτες αλλά και με άλλες επιμέρους έρευνες, που έχουν πραγματοποιηθεί από ξένα ερευνητικά κέντρα και ανεξάρτητους μελετητές, παλαιότερα αλλά και τελευταία.

Η συγγραφή ενός ατομικού έργου που θα κάλυπτε, με βάση τις προδιαγραφές της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης και της ιστορίας, την πορεία και την εξέλιξη του ελληνικού κράτους ως οικονομικού και ευρύτερα πολιτικού θεσμού είναι ένα πολύ δύσκολο ή απραγματοποίητο έργο, αν και έχουμε πρόσφατες προσπάθειες προς αυτήν την κατεύθυνση. Συνέχεια ανάγνωσης

Η οικονομική ιστορία του ελληνικού κράτους

Standard

συνέντευξη του Ευάγγελου Πρόντζα

Kυκλοφόρησε, πρόσφατα, από το Πολιτιστικό Ίδρυμα του Ομίλου Πειραιώς (ΠΙΟΠ), ένα τρίτομο επιβλητικό έργο: η Οικονομική ιστορία του ελληνικού κράτους, με την επιστημονική επιμέλεια του Θανάση Καλαφάτη και του Ευάγγελου Πρόντζα. Σύμβουλος έκδοσης είναι ο Σπύρος Ι. Ασδραχάς, ενώ συγγραφείς των κεφαλαίων οι: Αναστάσιος Γιαννίτσης, Σάκης Γκέκας, Ζαχαρίας Δεμαθάς, Χρήστος Δεσύλλας, Μαργαρίτα Δρίτσα, Παναγιώτης Ιωακειμίδης, Βασίλης Καρδάσης, Σοφία Λαζαρέτου, Γιώργος Μητροφάνης, Θεοφάνης Πάκος, Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Παναγιώτης Πετράκης, Φίλιππος Σαχινίδης, Μαρία Συναρέλλη, Στάθης Τσοτσορός, Τζελίνα Χαρλαύτη. Εκτιμώντας ότι η έκδοση αυτή, που έρχεται σε συνέχεια της συλλογικής δίτομης Ελληνικής οικονομικής ιστορίας, ΙΕ-ΙΘ΄αιώνας (είχε κυκλοφορήσει, και πάλι από ΠΙΟΠ, το 2003) αποτελεί μείζον επιστημονικό και εκδοτικό γεγονός, θέσαμε ερωτήσεις στους επιστημονικούς επιμελητές του έργου, Θανάση Καλαφάτη και Ευάγγελο Πρόντζα, ζητώντας τους να μας φωτίσουν το περιεχόμενο, την άρθρωση, τη στοχοθεσία του έργου, αλλά και ευρύτερα ζητήματα, που υπερβαίνουν την ιστοριογραφία και αγγίζουν τη σημερινή κρίση — μια κρίση, η οποία έκανε την οικονομική ιστορία να επανέλθει στο προσκήνιο όχι μόνο της επιστημονικής συζήτησης, αλλά και του δημόσιου λόγου. Δημοσιεύουμε σήμερα τις απαντήσεις του ιστορικού Ευάγγελου Πρόντζα, καθηγητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Οι απαντήσεις του Θανάση Καλαφάτη θα δημοσιευθούν την επόμενη Κυριακή.

Στρ. Μπ.

Γεράσιμος Στέρης, "Εργασία"

 


Θα μπορούσατε, καταρχάς, να μας εκθέσετε με συντομία το σκεπτικό και τη διάρθρωση αυτού του εγχειρήματος;

Το σκεπτικό και η διάρθρωση του εγχειρήματος αυτού διαμορφώθηκαν μέσα σε συνθήκες όχι ιδιαίτερα ευνοϊκές για την «οικονομική ιστορία», καθώς στις θετικές προσδοκίες της οικονομίας χρειαζόταν περισσότερο θάρρος για να ασχοληθείς με το παρελθόν της· η έκδοσή του όμως συνέπεσε με το σημερινό αποπνικτικό οικονομικό περιβάλλον. Εν αρχή λοιπόν το 2004, έτος σχεδίασης του εγχειρήματος, έτος ιδιαίτερης σημασίας γενικότερα για την ελληνική οικονομία, και ειδικότερα για την ακαδημαϊκή σκέψη. Η πρώτη βίωνε την αυταπάτη ενός ανέφελου μέλλοντος και η δεύτερη την, συνακόλουθη ενδεχομένως, απίσχνανση του παρελθόντος, ιδίως του οικονομικού, ενισχυμένη με διάφορους τρόπους. Ανάμεσά τους, η αποστροφή στη «μόδα» ή τη «συντηρητικότητα» που χαρακτήριζε την οικονομική ιστορία, στο λυκόφως της ενήλικης –τότε– «παγκοσμιοποίησης», με την αποστροφή της περιθωριακότητας για τα θέματά της, τη διδασκαλία και τους διδάσκοντες οικονομική ιστορία. Συνέχεια ανάγνωσης

ΕΜΝΕ-Μνήμων: τα σαραντάχρονα μιας σπουδαίας ιστορικής συλλογικότητας

Standard

O 30ός τόμος του «Μνήμονα», ο τελευταί- ος σε έντυπη μορφή

Με το σημερινό τους μικρό αφιέρωμα,  τα «Ενθέματα» τιμούν την Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού (ΕΜΝΕ), η οποία φέτος γιορτάζει τα σαράντα χρόνια από την ίδρυσή της, τονίζοντας, παράλληλα, την ανάγκη της διατήρησης τέτοιων εγχειρημάτων ως μείζον πολιτιστικό, αλλά και πολιτικό διακύβευμα.

Η ΕΜΝΕ –ο «Μνήμονας», όπως έχουμε συνηθίσει όλοι να την αποκαλούμε, από το όνομα του περιοδικού της– είναι μια συλλογικότητα η οποία διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην ενεργό σχέση της νεοελληνικής κοινωνίας με το παρελθόν της μέσω μιας πλούσιας δραστηριότητας: ομιλίες, συνέδρια, ημερίδες, ταξινομήσεις αρχείων και, βέβαια, το εκδοτικό της έργο. Ο Μνήμων αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ελληνικά ιστορικά περιοδικά∙ στις σελίδες των τριάντα έως σήμερα τόμων του έχουν φιλοξενηθεί πρωτοπόρες μελέτες, προσεγγίσεις, βιβλιοκρισίες, γραμμένες κατά το πλείστον από νέους ιστορικούς. Παράλληλα τα δεκάδες βιβλία που εκδόθηκαν κατάφεραν αφενός να καταστήσουν προσιτά κείμενα της σύγχρονης ξενόγλωσσης ιστοριογραφίας και αφετέρου να παρουσιάσουν εργασίες που προσεγγίζουν με υποδειγματικό τρόπο το αντικείμενό τους. Συνέχεια ανάγνωσης

«Μέχρι τα σαράντα του»…

Standard

του Τριαντάφυλλου Σκλαβενίτη

Πάμπλο Πικάσο, «Στούντιο με κεφάλι αγάλματος», 1925

Στους προηγούμενους εορτασμούς των είκοσι και των τριάντα χρόνων είχαμε την ευκαιρία να ιστορήσουμε την ίδρυση και την πορεία της Εταιρείας μας και του περιοδικού μας και την άνεση να αναστοχαστούμε γι’ αυτά και να φανταστούμε τη μελλοντική τους πορεία στο πλαίσιο των ιστορικών σπουδών μας. Όλα σχεδόν εκείνα τα κείμενα των αναδρομών και των λόγων θησαυρίστηκαν στην Εικοσαετία 1971-1991 του 1992 και στους τόμους 14 (1992) και 25 (1993) του περιοδικού μας.

Κάτω από διαφορετικούς και δύσκολους όρους, που επιβάλλει η σημερινή πραγματικότητα της οικονομικής κρίσης, που απειλεί να αναβαθμιστεί σε εθνική, καλούμαστε να το πράξουμε και τώρα, με το ερώτημα της επιβίωσης ενός εξαρχής αδύνατου οργανισμού, που ήταν η Εταιρεία μας, καθώς δεν νοιάστηκε να αναζητήσει προσβάσεις, συμμαχίες και μονιμότερα στηρίγματα στην κοινωνία, πέρα από εκείνα που εξασφάλιζαν, ίσα-ίσα, τους πόρους για το νοίκι του υπογείου, τα λίγα λειτουργικά έξοδα και τις εκδοτικές δαπάνες για το περιοδικό και τα βιβλία. Όμως έτσι, χωρίς δεσμεύσεις, τα άλλα ήταν υπόθεση της συλλογικότητάς μας και των ατέλειωτων ωρών εθελοντικής δουλειάς δεκάδων νέων ανθρώπων τεσσάρων δεκαετιών και κάποιων που ξεχάστηκαν και τους πήραν τα χρόνια στο συντροφικό ταξίδι. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι συναντήσεις της Τετάρτης

Standard

Γιώργος Γουναρόπουλος, «Κορίτσια που κεντούν», 1920-22

του Ίκαρου Μαντούβαλου

Η πρώτη επαφή μου με τον Μνήμονα ήταν στην ηλικία των 25 χρόνων, όταν δηλαδή είχα αρχίσει τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στο Τμήμα Ιστορίας- Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το αναρτημένο στα γραφεία καθηγητών πρόγραμμα των δεκαπενθήμερων συναντήσεων της Εταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού δεν αρκούσε από μόνο του για να με κινητοποιήσει και να με οδηγήσει στα γραφεία της όπου λάμβαναν χώρα οι συζητήσεις-ομιλίες της Τετάρτης. Αν και την περίοδο εκείνη αναζητούσα επιστημονικούς χώρους και συλλογικότητες όπου η ανασύσταση και η προσέγγιση του παρελθόντος θα γίνονταν έξω και πέρα από τη λογική του απονευρωμένου ακαδημαϊσμού, η προσωπική επιθυμία να απεγκλωβιστώ από το στενό, θεσμικό πλαίσιο των μεταπτυχιακών σπουδών ήταν σχεδόν αδύναμη και υποτονική και για τον λόγο αυτόν ατελέσφορη. Η προτροπή κάποιων φωτισμένων πανεπιστημιακών δασκάλων προς όλους εμάς, τους εκκολαπτόμενους ερευνητές, να συμμετάσχουμε ως ακροατές στις ανακοινώσεις της Τετάρτης δεν έβρισκε εξ αρχής ευήκοα ώτα, αφού προσέκρουε σ’ έναν εμπεδωμένο στις συνειδήσεις μας μύθο: ο Μνήμων ανέδυε το άρωμα ενός ελιτισμού, μιας κλειστής ομάδας ιστορικών που κρατούσε ερμητικά κλειστή τη θύρα της συλλογικότητάς της. Συνέχεια ανάγνωσης